«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Ο Κυκεώνας και ο Πράμνειος Οίνος







Κυκεώνας (ο) = αναταραχή, ανακατωσούρα, η ανάμειξη ανόμοιων πραγμάτων

Παράδειγμα: κυκεώνας υποχρεώσεων, κυκεώνας επιδομάτων

Ετυμολογία: από το αρχαίο «ο κυκεών» (γενική: του κυκεώνος) που προήλθε από το ρήμα «κυκώ» (αναμειγνύω, ανακατεύω).





Ο Κυκεώνας ήταν ένα αρχαίο ελληνικό ποτό φτιαγμένο κυρίως από νερό, χοντραλεσμένο κριθάρι (πτισάνη) και βότανα (κυρίως γλήχωνα, βότανο παρόμοιο με την μέντα). Αναφέρεται ότι χρησιμοποιούνταν επίσης και μυρωδικά όπως το κύμινο.[1] 


Χρησιμοποιούνταν στο αποκορύφωμα των Ελευσίνιων Μυστηρίων για να σπάσει την ιερή αποχή από το φαγητό και το πιοτό, αλλά ήταν επίσης ένα αγαπημένο ποτό των Ελλήνων αγροτών.

Ο Κυκεώνας αναφέρεται στα ομηρικά κείμενα.
Η Ιλιάδα τον περιγράφει ως αποτελούμενο από κριθάρι, νερό, βότανα, και τριμμένο τυρί αιγών (XI, 638-641). ΣτηνΟδύσσεια, η Κίρκη προσθέτει κάποιο μέλι και χύνει το μαγικό φίλτρο της σε αυτόν (Χ, 234). Στον ομηρικό ύμνο η θεά Δήμητρα αρνείται το κόκκινο κρασί αλλά δέχεται τον καμένο Κυκεώνα από νερό και κριθάρι.

Θεωρείται ότι είχε χωνευτικές ιδιότητες. Ο Ερμής το συστήνει, στην Ειρήνη του Αριστοφάνη (V. 712),
στον ήρωα που έφαγε πάρα πολλά ξηρά φρούτα και καρύδια. Οι αριστοκράτες τον απέφευγαν ως ποτό των αγροτών.

Ο Θεόφραστος απεικονίζει στους χαρακτήρες του (IV, 2-3)
έναν αγρότη του οποίου η αναπνοή που αποπνέει θυμάρι ενοχλεί τους γείτονές του στην Εκκλησία.

Σε μία προσπάθεια να απαντηθεί το ερώτημα του πώς τόσοι πολλοί άνθρωποι στη διάρκεια δύο χιλιετιών,
είχαν οράματα χρησιμοποιώντας τον Κυκεώνα κατά τη διάρκεια της τελετής των Ελευσίνιων Μυστηρίων, εικάζεται ότι το κριθάρι που χρησιμοποιούνταν ήταν μολυσμένο από τον παρασιτικό μύκητα Ερυσίβη, οι ψυχοενεργές ιδιότητες του μύκητα προκάλεσαν την έντονη εμπειρία που περιέγραφαν οι συμμετέχοντες στα Ελευσίνια.

Παραπομπές
Jump up↑ [Andrew Dalby, Food in the ancient world from A to Z, Routledge 2003, σελ. 191 στο Google Books


Βιβλιογραφία
-Armand Delatte, Le Cycéon, breuvage rituel des mystères d'Éleusis, Belles Lettres, Paris, 1955 (γαλλικά)
-Andrew Dalby, Food in the ancient world from A to Z, Routledge 2003




Ο Κυκεώνας των αρχαίων Ελλήνων – Συνταγή!


Τι έπιναν και… δεν έδιναν, οι μύστες στα Ελευσίνια Μυστήρια; Τι περιείχε ο κυκεώνας, το κοκτέιλ που έπιναν οι προχωρημένοι πρόγονοί μας;

Είναι τα ερωτήματα με τα οποία ασχολούνται τρεις επιστήμονες στα βιβλία τους που μόλις κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις «Κυκεών tales». 

Πρόκειται για τα «Ο δρόμος για την Ελευσίνα: Αποκαλύπτοντας το μυστικό των Μυστηρίων» των Γκόρντον Γουόσον, Αλμπερτ Χόφμαν, Καρλ Ρακ και «Τα μυστικά της Αρχαίας Ελευσίνας: Τα ιερά μανιτάρια της θεάς» του Κ. Ρακ.

Σύμφωνα με το μύθο, η ομορφιά της Περσεφόνης θάμπωσε τον πανίσχυρο θεό του σκότους Πλούτωνα.
Η γη άνοιξε και την κατάπιε. Αναζητώντας την, η Δήμητρα κατέφυγε στην Ελευσίνα.


Ο μύθος της Περσεφόνης
Οι Ελευσίνιοι έδωσαν στην Θεά Δήμητρα να πιει κυκεώνα, ένα ποτό φτιαγμένο από κριθάρι, νερό και δυόσμο. Η θεά όμως απαρηγόρητη έστρεψε το θυμό της στη γη εμποδίζοντας να βλαστήσει οποιοσδήποτε καρπός. Η πόλη απειλήθηκε με λιμό και τότε ο Δίας διέταξε τον Ερμή να φέρει πίσω την Περσεφόνη. 

Εν τέλει αποφασίστηκε η κόρη να ζει έξι μήνες με τη μητέρα της και τους υπόλοιπους στον Αδη. Η Δήμητρα επέτρεψε στη γη της Ελευσίνας να ξανακαρπίσει κι έτσι θεσμοθετήθηκαν τα Ελευσίνια Μυστήρια.

Οι τρεις συγγραφείς Γουόσον, Χόφμαν και Ρακ καταγράφουν την εμπειρία τους ψάχνοντας
να βρουν τις ουσίες που βοηθούσαν τους μύστες να φθάσουν στο σημείο βίωσης των Μυστηρίων. Ολα άρχισαν την… καρπερή δεκαετία του ’70. 

Ο Γκ. Γουόσον (οικονομολόγος, αλλά και φανατικός μυκητολόγος) είχε την τρελή ιδέα να ψάξει τι έτρωγαν και τι έπιναν οι μύστες στα Ελευσίνια Μυστήρια.

Γι” αυτό κατέφυγε στον φίλο του χημικό Αλμπερτ Χόφμαν. Στόχος ήταν να καταλάβει αν μπορούσαν οι αρχαίοι Ελληνες
ν” απομονώσουν μια ουσία από φυτά που υπήρχαν τότε στο Θριάσιο Πεδίο. 

Η προσοχή είχε στραφεί σ” ένα παράσιτο της σίκαλης και πιο συγκεκριμένα στην «ερυσιβώδη όλυρα» ή «εργότιο της σίκαλης».

Επειδή, όμως, δεν είχαν στοιχεία για το αν η σίκαλη ήταν γνωστή στην αρχαία Ελλάδα,
αναζητούσαν το παράσιτο ως συστατικό στο σιτάρι ή στο κριθάρι. Η έρευνα απέδειξε ότι το παράσιτο υπήρχε και σε άλλα δημητριακά. Με δεδομένο ότι ο κυκεώνας περιείχε κριθάρι, ξεκίνησαν τα πειράματα.

Τότε εμφανίζεται στο προσκήνιο ο Καρλ Ρακ, καθηγητής κλασικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης. 

Ειδικευμένος στις εκστατικές τελετές των αρχαίων Ελλήνων, εθεωρείτο θιασώτης της χρήσης ουσιών -που βάφτισε ο ίδιος «ενθεογενείς»- οι οποίες οδηγούσαν σε κατάσταση έμπνευσης και καταληψίας.

Η συνεργασία των τριών επιστημόνων οδήγησε στο βιβλίο «Ο δρόμος για την Ελευσίνα:
Αποκαλύπτοντας το μυστικό των Μυστηρίων», που εκδόθηκε το 1978 στις ΗΠΑ. Αρχικά κυνηγήθηκε στην Αμερική και χρειάστηκε να περάσουν χρόνια για να επανεκδοθεί, με τελευταία την τρίτη έκδοση του 2008. 

Παρά τις αμφιβολίες που μπορεί να εγείρει η θεωρία των επιστημόνων, σχετικά με τις ουσίες που έπαιρναν οι μύστες στα Ελευσίνια Μυστήρια, τα ερωτήματα παραμένουν: 

Ποιά ήταν τελικά τα συστατικά του κυκεώνα; 

Ο Ομηρικός Ύμνος στη Δήμητρα δίνει τη «σωστή» συνταγή;

«
Τα βιβλία, πέρα από την εμπειρία του Χόφμαν να παρασκευάσει και να πιει κυκεώνα, αγγίζουν κι άλλα θέματα», επισημαίνει ο υπεύθυνος του μικρού εκδοτικού οίκου «Κυκεών tales» Ηλίας Μοναχολιάς.

Και συνεχίζει: «
Γιατί τέτοιες ουσίες χρησιμοποιούνταν στα Ελευσίνια Μυστήρια και γιατί εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται και σήμερα από ινδιάνικες φυλές κατά τη διάρκεια θρησκευτικών τελετών; Και γιατί μια τέτοια χρήση απορρίπτεται στη χριστιανική λειτουργία; Η απάντηση είναι ότι ο χριστιανισμός λατρεύει μια θεϊκή δύναμη ενθρονισμένη στον Παράδεισο, δηλαδή μια δύναμη που υπάρχει έξω από το άτομο. 

Αντίθετα, στην Ελευσίνα, το ζητούμενο ήταν μια σπάνια οραματική εμπειρία που μετέτρεπε τα άτομα σε μύστες».

Ο Καρλ Ρακ, ο μόνος επιζών σήμερα, συνέχισε τις έρευνες μόνος του, στον ίδιο δρόμο. 

Το 2006 εκδόθηκε στις ΗΠΑ το βιβλίο του: «Τα μυστικά της Αρχαίας Ελευσίνας: Τα ιερά μανιτάρια της θεάς».

Πρόσφατα επισκέφθηκε τα απομεινάρια του Τελεστηρίου στην Ελευσίνα
και παραδέχτηκε ότι δεν χρειάζεται να «πίνει» κάτι για να νιώθει καλά εκεί… 

Ο κυκεώνας ήταν ένα μείγμα κριθαριού με νερό και διάφορα αρωματικά φυτά όπως φλισκούνι, μέντα, θυμάρι.
Πολλές φορές ο κυκεώνας ήταν κριθάλευρο με νερό, κρασί ή γάλα. Σε αυτό πρόσθεταν μέλι, τριμμένο τυρί, αλάτι ή χόρτα. 

Σε κάποιες περιπτώσεις, κυρίως στις χαμηλές κοινωνικές τάξεις, μπορούσε να αντικαταστήσει το φαγητό.



Η Ιλιάδα τον περιγράφει ως αποτελούμενο από κριθάρι, νερό, βότανα, και τριμμένο τυρί αιγών (XI, 638-641). 

Στην Οδύσσεια, η Κίρκη προσθέτει κάποιο μέλι και χύνει το μαγικό φίλτρο της σε αυτόν. Θεωρείται ότι είχε χωνευτικές ιδιότητες. Ο Ερμής το συστήνει, στην Ειρήνη του Αριστοφάνη (V. 712), στον ήρωα που έφαγε πάρα πολλά ξηρά φρούτα και καρύδια. Οι αριστοκράτες τον απέφευγαν ως ποτό των αγροτών. 

Ο Θεόφραστος απεικονίζει στους χαρακτήρες του (IV, 2-3) έναν αγρότη του οποίου η αναπνοή θυμαριού ενοχλεί τους γείτονές του στην Εκκλησία. 

Σε μία προσπάθεια να απαντηθεί το ερώτημα του πώς τόσοι πολλοί άνθρωποι στη διάρκεια δύο χιλιετιών, είχαν οράματα χρησιμοποιώντας τον Κυκεώνα κατά τη διάρκεια της τελετής των Ελευσίνιων Μυστηρίων, εικάζεται ότι το κριθάρι που χρησιμοποιούνταν ήταν μολυσμένο από τον παρασιτικό μύκητα Ερυσίβη, οι ψυχοενεργές ιδιότητες του μύκητα προκάλεσαν την έντονη εμπειρία που περιέγραφαν οι συμμετέχοντες στα Ελευσίνια



ΚΥΚΕΩΝΑΣ ΚΙΡΚΗΣ
Μισό ποτήρι σιμιγδάλι, κάπου 2 ποτήρια κρασί, καμιά 250ρια γραμμάρια μαλακό ανάλατο λευκό τυρί (οποιουδήποτε τύπου πλην μυζήθρας) και μέλι. Οι αναλογίες δεν είναι δεσμευτικές.

Η παρασκευή είναι απλούστατη. 
Απλά βάζεις το σιμιγδάλι με το κρασί και το ζεσταίνεις. Διαλύεις μέσα το τυρί και βάζεις τόσο μέλι για όσο γλυκό θες να το κάνεις. Το φέρνεις αργά σε βράση, το κατεβάζεις από τη φωτιά και το ανακατεύεις μέχρι να δέσει. Αν το θες πιο αραιό, ώστε να πίνεται βάζεις έξτρα κρασί. Γίνεται με οποιοδήποτε κρασί, γλυκό ή μη, καλή είναι η μαυροδάφνη ή το αραιωμένο κονιάκ. Πάει και κανέλα.

Με κάτι τέτοιο είχε ταϊσει η Κίρκη τους άνδρες του Οδυσσέα για να τους κάμει γουρούνια. Όντως «βαράει».

Παρατήρησις «τροφής»: 
Σύμφωνα με τον κο Μιχαὴλ Ἀλεξανδρῆ, που έχει μελετήσει επισταμένως τον Όμηρο και εμπιστεύομαι τις γνώσεις του, «Ὁ κυκεὼν ἦταν μεῖγμα ἢ κρᾶμα ἀπὸ Πράμνειο οἶνο (μαῦρο δυνατὸ καὶ στυφό), γίδινο τυρὶ τριμμένο καὶ ἄλφιτα λευκά (Λ 638-641). Στοὺς μεταγενεστέρους χρόνους, σύμφωνα μὲ τὸν Θεόφραστο (Χαρακτῆρες, Δ, 1-2), ὁ κυκεὼν ἦταν εὔχρηστος μεταξὺ τῶν χυδαίων».

Και συνεχίζει, γιά «τὸν Πράμνειον οἶνον»:
Ὀνομάστηκε ἔτσι ἀπὸ τὸ Πράμνη, ἕνα ὄρος τῆς Ἰκαρίας, ἢ ἀπὸ περιοχὴ τῆς Ἐφέσου ἢ τῆς Σμύρνης, ἢ ἀπὸ τὴν παλαιὰ ἄμπελο πραμνία (ἐκ τοῦ πρέμνον= στέλεχος, κορμός), ἢ ἀπὸ τὴ ρίζα πρη (πίμπρημι= πυρπολῶ). 

Φαίνεται ὅτι τὸ παραγόμενο κρασὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ἀμπέλου, ἦταν βέβαια μαῦρο ἢ κόκκινο, ὁπωσδήποτε ὅμως ἦταν δριμὺ καὶ στυφό, ὅπως τὸ λεγόμενο σήμερα «μπροῦσκο» (λέξη ἰταλική).

Τον ευχαριστώ θερμά
για τις παρατηρήσεις του… μας κάνει καλλίτερους!




Ο Πράμνειος οίνος είναι ποικιλία κρασιού, μαύρο και βαρύ από άποψη αλκοολικών βαθμών, γνωστό από την εποχή ακόμη του Ομήρου (περίπου δηλ. από το 850 π.Χ).

Στις αρχές του 1900 και στη δεκαετία του 1920 σύμφωνα με τις πληροφορίες από τα βιβλία αντίστοιχα "Ικαρία, γεωγραφική της νήσου περιγραφή" του Γ. Λομβαρδά και "Ικαριακά Χρονικά" του Λ. Σπανού, αντιπροσώπευε το 1/3 περίπου της παραγωγής του νησιού.

Η ιστορία του είναι πολύ μακρινή. Συνδέεται με τους μύθους και τη λατρεία του Διονύσου στο νησί (τα αρχαιολογικά ευρήματα και τα τοπωνύμια σε πολλές περιοχές του νησιού έχουν την καταγωγή τους στη Διονυσιακή τελετουργία).

Τη μαγική δύναμη του κρασιού γεύονται οι ήρωες της Ιλιάδας, όταν ετοιμάζονται για μάχη, καθώς δυναμώνουν το πολεμικό τους μένος, πίνοντας τον κυκεώνα, δηλαδή, Πράμνειο οίνο ανακατεμένο με χλωρό τυρί και αλεύρι από κριθάρι! (Όμοιρος).

Στα παραθέματα από αρχαία και νεώτερα κείμενα, όπου αναφέρεται το κρασί της Ικαρίας, καταγράφονται τα βασικά χαρακτηριστικά του σχεδόν με τις ίδιες λέξεις.

Οίνος ούτε γλυκύς, ούτε παχύς, αλλά αυστηρός, σκληρός...

"Πράμνειον ον ίδμεν φασί παχύν και πολύτροφον. Και η προσφορά ου διψήσεως φασίν άκος αλλά εμφορήσεως ένεκεν.."
(Ευστάθιος)

"κατά τον Φρύνιχο ου γλύξις ουδ υπόχυτος αλλά Πράμνιος"
Διογένης Λαέρτιος

"...έστι δε ούτος, γένος τε οίνου. και έστιν ούτος ούτε γλυκύς ούτε παχύς, αλλά αυστηρός και σκληρός και δύναμιν έχων διαφέρουσαν..." (Αθήναιος)

"...έστι δε εγκώμιον οίνου και σκληρός οίνος..." (Ησύχιος)

"Το κρασί των Ικαρίων είναι δυνατό και το αναμειγνύουν πάντα με νερό.." (Γεωργειρήνης)

"παρασκευάζεται στην Ικαρία ένα κρασί που λέγεται σκέτο, είναι υψηλόβαθμο και σκληρό" (Σταματιάδης)


Είναι ελάχιστα μέρη σε όλο τον κόσμο, που παράγουν φυσικώς υψηλόβαθμους οίνους ξηρούς. Επίσης οι επιστήμονες του κρασιού δέχονται ότι σημαντικό ρόλο στα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του κρασιού, διεκδικεί ο μύκητας που απαντάται σε κάθε τόπο. Δηλαδή διαφορετικοί μύκητες στα ίδια σταφύλια, δίνουν διαφορετικά κρασιά.

Με αυτά τα δεδομένα γίνονται έρευνες από πανεπιστημιακές ομάδες σχετικά με την ύπαρξη
μιας ιδιαίτερης ομάδας μικροοργανισμών, που συνεργάζονται και δίνουν το μοναδικά ασυνήθιστο χαρακτηριστικό, να μπορούν να ζημώσουν σε συγκέντρωση αλκοόλης άνω των 16 βαθμών με τις συνηθισμένες συνθήκες περιβάλλοντος. Τα αποτελέσματα των ερευνών θα ενισχύσουν σημαντικά τη θέση της Ικαρίας μέσα στις αμπελοπαραγωγικές περιοχές.

Το πρώτο επίσημο κρατικό χαρακτηριστικό που καταγράφει ωστόσο μια ιδιαιτερότητα του Ικαριακού αμπελώνα
είναι η από 3/2/1970 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας για την επιτρεπόμενη καλιέργεια του Φωκιανού στην Ικαρία. 

Τον Ιούνιο του 2006 δόθηκε από την πολιτεία ο χαρακτηρισμός γεωγραφικής ένδειξης "τοπικός οίνος".
Αυτό ήταν αποτέλεσμα μια συλλογικής προσπάθειας που διήρκεσε περίπου πέντε χρόνια και συμμετείχαν ενεργά τόσο οι φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης Α και Β βαθμού, όσο και ο κος Ν. Αφιανές*.

Το καριώτικο κρασί, προϊόν μιας πανάρχαιας συνταγής που φυλάχτηκε και διασώθηκε σε πιθάρια χωμένα στη γη, έχει επίσημα πια την ταυτότητα της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας του.

Υπάρχουν αρκετές εκδοχές για την καταγωγή του ονόματος Πράμνειος: Μία είναι ότι το όνομα προέρχεται από το ότι "πραΰνει το μένος" και μία άλλη ότι υπάρχει ένα οινοφόρο όρος στην Ικαρία, η Πράμνη, όπου αναπτύσσονται τα αμπέλια ("πραμνία άμπελος") από τα οποία προέρχεται ο πράμνειος οίνος. 

Σημειώνεται ότι και οι δύο αυτές εκδοχές ανάγονται στην αρχαιότητα.

Σε κάθε περίπτωση είναι βέβαιο ότι ο «πράμνειος οίνος» είναι ένα εξαιρετικό είδος κρασιού,
που είχε από τα αρχαία χρόνια διαφημιστεί στις ελληνικές χώρες της εποχής. 


Οι γεωργοί της Ικαρίας, με συστηματική καλλιέργεια και εξειδίκευση, είχαν κατορθώσει να αξιοποιήσουν με τον καλύτερο τρόπο τα γνωστά αμπέλια του νησιού, παράγοντας και διακινώντας ένα επώνυμο παραδοσιακό προϊόν.

Μέρος αυτού του κειμένου
προέρχεται από άρθρο του κου Ν. Αφιανέ στο περιοδικό της Εταιρίας Ικαριακών Μελετών (Ιούλιος - Δεκέμβριος 2006)

Δεν υπάρχουν σχόλια: