«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2015

«Το κοριτσάκι με τα σπίρτα»: Η εγκληματολογική προσέγγιση του παραμυθιού




Η παιδική κακοποίηση αποτελεί το κεντρικό ζήτημα γύρω από το οποίο πλέκεται το συγκεκριμένο παραμύθι. Το κοριτσάκι παραμονή Πρωτοχρονιάς βρίσκεται στο δρόμο για να πουλήσει σπίρτα και ενώ κρυώνει δεν μπορεί να γυρίσει σπίτι, εξαιτίας του φόβου που βιώνει λόγω της κακοποίησης που υφίσταται από τους γονείς της και συγκεκριμένα από τον πατριό.

Η μητέρα συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις είτε συμμετέχει στην κακοποίηση είτε παραμένει σιωπηλή με αποτέλεσμα να είναι σαν να συναινεί στην κατάσταση αυτή.

Η φτώχεια και οι άσχημες συνθήκες διαβίωσης αποτελούν βασικούς κοινωνικο- οικονομικούς παράγοντες που μπορεί να οδηγήσουν το άτομο στην εξαθλίωση, την περιθωριοποίηση ακόμη και το θάνατο. Το ορφανό και απροστάτευτο παιδί προσπαθεί να ανταπεξέλθει στα βάσανα της ζωής της και προσπαθεί να επιβιώσει. 

Είναι ένα θύμα της οικογένειάς της, που βιώνει ταυτόχρονα την κοινωνική αδιαφορία. 

Στο δρόμο όπου βρίσκεται κανείς δεν νοιάζεται να τη φροντίσει, να ενδιαφερθεί για αυτή ή να την μαζέψει στο σπίτι του.

Το συγκεκριμένο παραμύθι τελειώνει με το θάνατο της μικρής, χωρίς όμως να αφήνει μια πικρία στο τέλος. Ο θάνατος του κοριτσιού παρουσιάζεται ως η λύτρωση, είναι ένας ευτυχισμένος θάνατος που παραδίδει τη μικρή στην αγκαλιά της γιαγιάς της, που ήταν και το μόνο πρόσωπο που τη αγαπούσε και δεν ήταν πλέον στη ζωή για να τη φροντίζει. 

Ο θάνατος λειτουργεί ως λύτρωση από τα βάσανα, και από την άθλια και μίζερη ζωή, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται ως η μόνη λύση στο συγκεκριμένο κοινωνικό πρόβλημα.

Ο φόβος είναι ένας από τους λόγους που το κορίτσι επέλεξε να μείνει στον παγωμένο δρόμο παρά να γυρίσει στο σπίτι της. Επίσης, στο σπίτι η κατάσταση μπορεί να ήταν χειρότερη από αυτή που βίωνε στο σπίτι. Πολλές φορές, η συναισθηματική, ψυχολογική, λεκτική και σωματική βία είναι χειρότερη από τις συνθήκες που επικρατούν λόγω του καιρού. Η βία για το κορίτσι μάλλον ήταν χειρότερη από το κρύο και την πείνα.

Το παραμύθι αυτό μπορεί να προκαλεί στον αναγνώστη θλίψη, μελαγχολία, αγανάκτηση και οργή για όσα βιώνει το κοριτσάκι. Ωστόσο, αν ήμασταν εκεί θα βρισκόμασταν ανάμεσα στους άλλους περαστικούς που δεν έδωσαν καμία σημασία. Ορισμένα κοινωνικά ζητήματα δεν θα ήταν τόσο έντονα, αν όλοι ήμασταν περισσότερο ευαισθητοποιημένοι. 

Η θυματοποίηση των παιδιών και άλλων κοινωνικά ευάλωτων ομάδων είναι συνήθως ένας φαύλος κύκλος, από τον οποίο τα άτομα δεν μπορούν να βγουν μόνα τους. Το ερώτημα είναι: που είναι όλοι οι υπόλοιποι; Είναι απλοί παρατηρητές ή ούτε καν παρατηρητές; Τις περισσότερες φορές ότι δεν μας αφορά άμεσα είτε το αγνοούμε είτε το παραβλέπουμε.

Πρόκειται για ένα παραμύθι που θίγει δύο βασικά κοινωνικά ζητήματα –την παιδική κακοποίηση και τη φτώχεια-, ενώ ταυτόχρονα φέρει και συμβολικά στοιχεία που συνάδουν με τη φύση των παραμυθιών. 

Το κοριτσάκι βλέπει οράματα, τα οποία λειτουργούν ως ένας τρόπος διαφυγής από την άθλια και τραγική κατάσταση, στην οποία είναι αναγκασμένο να ζει, υποφέροντας από το κρύο, την πείνα και τη δυστυχία.

Είναι ένα παραμύθι με κοινωνικό περιεχόμενο, που θέτει προβληματισμούς για σημαντικά κοινωνικά προβλήματα, αλλά δεν δίνει ή δεν προτείνει συγκεκριμένες λύσεις. Στόχος είναι περισσότερο ο προβληματισμός κυρίως μέσα από τις συνθήκες που βιώνει το κορίτσι, τις επιπτώσεις που έχει στην ίδια του τη ζωή, αλλά και τη συμπεριφορά των περαστικών.

Η ψυχρότητα των περαστικών για τη φτώχεια και την εξαθλίωση των συνανθρώπων του και κυρίως των μικρών, απροστάτευτων, παιδιών, είναι ένα ζήτημα προς προβληματισμό. Η κοινωνική αναλγησία και η έλλειψη κοινωνικού κράτους, καθώς και οι αντιθέσεις που φτάνουν στο έπακρο ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς αποτελούν τα κύρια στοιχεία που αναδύονται από το συγκεκριμένο παραμύθι.

Οι σπίθες φλόγας είναι απλά μια μικρή ελπίδα, η οποία όμως δεν έχει καμία βάση, δεν στηρίζεται σε κάτι πραγματικό. Ωστόσο, αυτό που απομένει στον εξαθλιωμένο ή φτωχό είναι μόνο η ελπίδα για μια αλλαγή, για κάτι καλύτερο, για τη σωτηρία. Η ελπίδα συντηρείται μέσα από τα οράματα, όμως όταν όλα αυτά δεν έχουν μια πραγματική βάση κάποια στιγμή οι ελπίδες εξανεμίζονται και τα οράματα καταρρέουν, με ολέθριες σε ορισμένες περιπτώσεις συνέπειες.

Το παραμύθι αυτό στοχεύει στο να συγκινήσει ή να ευαισθητοποιήσει τον αναγνώστη, τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά αλλά και ολόκληρη την κοινωνία, που είναι υπεύθυνη για την κοινωνική ανισότητα και την αδικία που επικρατεί στο κόσμο. Αν υπήρχε ένα άρτια σχεδιασμένο και εφαρμοσμένο κοινωνικό κράτος το κοριτσάκι, όπως και το κάθε άτομο που ανήκει σε μια ευάλωτη κοινωνική ομάδα, δεν θα έφτανε στο θάνατο ή ακόμη και στην καθημερινή εξαθλίωση. 

Στόχος του κοινωνικού κράτους είναι η ύπαρξη κοινωνικής ισότητας και δικαιοσύνης, χωρίς αυτό να σημαίνει πως θα φτάσουμε ποτέ στην εξάλειψη των ανισοτήτων.

Η αδιάφορη στάση της κοινωνίας, αλλά και όλων των πολιτών, είναι εμφανής και την ημέρα που το κοριτσάκι βρέθηκε πεθαμένο και κάποιοι σχολίασαν το πώς γίνεται να πίστεψε ότι θα μπορούσε να ζεσταθεί με τα σπίρτα. Ο κυνισμός της κοινωνίας και η έλλειψη κατανόησης ενός ατόμου που βρίσκεται σε απόγνωση κυριαρχούν σε αυτό το σημείο του παραμυθιού. 

Η απανθρωπιά ξεκινάει από την οικογένεια και φτάνει μέχρι την κοινωνία. Πρόκειται για μια ατομικιστική κοινωνία, στο επίκεντρο της οποίας βρίσκονται τα υλικά αγαθά, ενώ στόχος είναι η συσσώρευση αγαθών, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο να μοιραστούμε τα υλικά αγαθά με άλλους. 

Επίσης, τα προβλήματα που δεν είναι δικά μας και θεωρούμε ότι ποτέ δεν πρόκειται να γίνουν δικά μας, απλά δεν μας αγγίζουν. Κανείς από όλους αυτούς δεν μπήκε στη θέση αυτού του κοριτσιού, ούτε σκέφτηκε πως θα ένιωθε αν αυτό ήταν το δικό του παιδί. Η έλλειψη ενσυναίσθησης μας κάνει απόμακρους και σκληρούς.

Η κοινωνική αδιαφορία και η σκληρότητα που εκφράζουν οι πολίτες και η κοινωνία στο σύνολό της προς τους φτωχούς και τους δυστυχισμένους οδηγεί στην εξάπλωση της κοινωνικής αδικίας και της εξαθλίωσης. Ο θάνατος είναι η μόνη λύτρωση από τα βάσανα της ζωής, τη φτώχεια και την περιθωριοποίηση του ανθρώπου.

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα είναι ένα παραμύθι πολύ σύγχρονο, καθώς αναδύει κοινωνικά ζητήματα, τα οποία σήμερα βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Η φτώχεια είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό θέμα της σύγχρονης Ελλάδας της οικονομικής κρίσης, καθώς πολλά παιδιά στερούνται βασικά αγαθά για την ανάπτυξής τους, ενώ το κράτος δεν κάνει κάτι για αυτό.

Επίσης, ένα αρκετά σύγχρονο θέμα είναι η παιδική κακοποίηση. Η παιδική κακοποίηση, με όποια μορφή και αν εκδηλωθεί, έχει σημαντικές συνέπειες στην ψυχοσωματική, συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη του ατόμου. 

Η παιδική κακοποίηση σε συνδυασμό με την παιδική εργασία αποτελούν ένα στοιχείο που εμφανίζεται κυρίως συνδεδεμένο με τη φτώχεια, ενώ όλα αυτά έχουν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη του παιδιού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μία από τις πιο εμφανείς μορφές κακοποίησης που φαίνεται πως υφίσταται το κοριτσάκι είναι η παραμέληση.

Η παραμέληση χαρακτηρίζεται από έλλειψη διατροφής, ιατρικής φροντίδας, ένδυσης, στέγασης, σχολικής φοίτησης ή παρακολούθησης και προσοχής του παιδιού. Η παραμέληση αφορά την έλλειψη ή την ανεπάρκεια των παραπάνω στοιχείων σε τέτοιο βαθμό ώστε να παραβλέπεται ή να τίθεται σε σοβαρό κίνδυνο η υγεία και η ανάπτυξη του παιδιού. 

Ένα παιδί θεωρείται παραμελημένο όταν έχει εγκαταλειφθεί ή όταν έχει αφεθεί χωρίς φροντίδα για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Η παιδική παραμέληση περιλαμβάνει διάφορους τύπους όπως σωματική, εκπαιδευτική, συναισθηματική ή ιατρική παραμέληση. 

Τα παραμελημένα παιδιά νιώθουν μια διαρκή πείνα και κόπωση, συνήθως δεν έχουν καμία επιτήρηση στο σπίτι, παρουσιάζουν κακή σωματική υγιεινή και κατάσταση ένδυσης, η φροντίδα τους είναι ανεπαρκής, εμφανίζουν χρόνια προβλήματα υγείας, καθώς και προβλήματα στο σχολείο, έλλειψη κοινωνικών σχέσεων, αντικοινωνική συμπεριφορά, χαμηλή αυτοεκτίμηση και αυτοκαταστροφικές τάσεις.

Ένα ακόμη είδος κακοποίησης που υφίσταται είναι η σωματική κακοποίηση, καθώς αναφέρεται ότι αν επιστρέψει στο σπίτι χωρίς να πουλήσει τα σπίρτα θα υπάρξουν ξυλοδαρμοί από τον πατριό της. 

Η σωματική κακοποίηση περιλαμβάνει τραυματισμούς ή κακώσεις του παιδιού, ενώ παρουσιάζονται διαφοροποιήσεις ως προς τη σοβαρότητα αλλά και ως προς την ηλικία του παιδιού. Οι κακώσεις μπορεί να είναι μία ή περισσότερες και η κακοποίηση να γίνεται συχνά ή σε τακτά χρονικά διαστήματα. Οι κακώσεις γίνονται συνήθως στο κεφάλι, τα άκρα και σε άλλα ακάλυπτα μέρη του παιδιού. 

Πρόκειται για κακώσεις που δεν γίνονται τυχαία στο παιδί, αλλά προκαλούνται από κάποιο άτομο, συνήθως από άτομο που έχει αναλάβει τη φροντίδα του παιδιού. Οι κακώσεις περιλαμβάνουν εκδορές, μώλωπες, εγκαύματα, κατάγματα, ενώ μπορεί να φτάσουν μέχρι σοβαρότερες καταστάσεις όπως αιματώματα ακόμη και πρόκληση θανάτου.

Ένα ακόμη είδος κακοποίησης του κοριτσιού είναι η ψυχολογική κακοποίηση που περιλαμβάνει ένα σύνολο πράξεων και συμπεριφορών που στοχεύουν στον ψυχισμό του παιδιού, με βασικά στοιχεία την απόρριψη, την απομόνωση, την εκμετάλλευση, την υποτίμηση, τη συναισθηματική κατάπτωση και άλλες κοινωνικά αποκλίνουσες πράξεις. 

Η ψυχολογική κακοποίηση του παιδιού περιλαμβάνει συνήθως τη συνεχή υποτίμηση ή απόρριψη του παιδιού, ή τον χαρακτηρισμό ή αντιμετώπιση του παιδιού ως ?αποδιοπομπαίου τράγου? από τα άτομα που το φροντίζουν. Επίσης, μπορεί να περιλαμβάνει υβριστική συμπεριφορά ή ψυχολογική τρομοκρατία, εγκλεισμό ή συνεχείς τιμωρίες του παιδιού που μπορεί να έχουν ολέθριες επιπτώσεις στη συναισθηματική και ψυχολογική ανάπτυξη του παιδιού.

Το συγκεκριμένο παραμύθι εστιάζει σε κοινωνικά θέματα και αναφέρεται σε μια πολύ παλαιότερη εποχή. Ωστόσο, το περιεχόμενο του παραμυθιού και τα κοινωνικά ζητήματα που θίγει είναι σύγχρονα περισσότερο από ποτέ, καθώς στη σημερινή εποχή είναι αρκετά τόσο τα περιστατικά της φτώχειας και της παιδικής εργασίας όσο και τα περιστατικά παιδικής κακοποίησης. 

Οι προβληματισμοί που δημιουργεί το παραμύθι είναι έντονοι και τουλάχιστον ευαισθητοποιούν τον αναγνώστη σε θέματα που μπορεί ο καθένας να συναντήσει μέσα στην καθημερινότητά του.

Παπαδοπούλου Ελένη – Ψυχολόγος

Διαβάστε περισσότερα... »

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2015

Οι άνθρωποι μπαίνουν στη ζωη μας για κάποιο λόγο





Κάποτε ήταν ένα αγοράκι που ήθελε να γνωρίσει τον Θεό…

Ήξερε ότι το ταξίδι ως το μέρος που ζούσε ο Θεός, θα ήταν μακρινό κι έτσι έβαλε στην βαλίτσα του μερικά σοκολατάκια και χυμους και ξεκίνησε το δρόμο του.

Αφού είχε περπατήσει λίγο, συνάντησε ένα ηλικιωμένο κύριο.
Ο άντρας καθόταν σε ένα παγκάκι στο πάρκο και τάιζε περιστέρια.

Ο μικρός έκατσε δίπλα του και άνοιξε τη βαλίτσα του για να πιει ένα χυμό.

Ακριβώς τότε παρατήρησε ότι ο ηλικιωμένος έμοιαζε πεινασμένος κι έτσι του προσέφερε ένα σοκολατάκι.

Ο ηλικιωμένος δέχτηκε με ευγνωμοσύνη και χαμογέλασε στο μικρό.

Το χαμόγελο του ήταν τόσο όμορφο, που το αγόρι, θέλοντας να το ξαναδεί, του προσέφερε και ένα χυμό.

Ο γέροντας χαμογέλασε ξανά στον μικρό .

Το παιδί ήταν τρισευτυχισμένο!

Πέρασαν μαζί όλο το απόγευμα, τρώγοντας και χαμογελώντας, μα χωρίς να ανταλλάξουν ούτε μία λέξη…

Όταν άρχισε να νυχτώνει, το αγόρι κατάλαβε πως έπρεπε να ξεκινήσει το δρόμο για το σπίτι του .

Σηκώθηκε κι αφού έκανε μόλις λίγα βήματα, γύρισε πίσω, έτρεξε προς το μέρος του ηλικιωμένου και τον αγκάλιασε σφιχτά.

Κι ο γέροντας του χάρισε το πιο όμορφο χαμόγελό του!

Όταν το παιδί έφτασε σπίτι του, η μητέρα του παρατήρησε το βλέμμα χαράς στο πρόσωπό του.

Το ρώτησε: ”Τι έκανες σήμερα και είσαι τόσο χαρούμενος;”

Ο μικρός είπε: ” Έφαγα σοκολατάκια στο πάρκο με το Θεό!”

Και πριν η μαμά προλάβει να απαντήσει ο μικρός πρόσθεσε:

Και ξέρεις κάτι; Ο Θεός έχει το πιο όμορφο χαμόγελο που έχω δει !”

Εν τω μεταξύ, ο ηλικιωμένος ακτινοβολώντας και ο ίδιος από χαρά, επέστρεψε στο σπίτι του.

Ο γιος του, παρατηρώντας το βλέμμα ευτυχίας και αγαλλίασης στο πρόσωπό του τον ρώτησε:

Πατέρα , τι έκανες σήμερα και είσαι τόσο χαρούμενος;”
Κι ο γέροντας είπε:

Έφαγα σοκολατάκια στο πάρκο με τον Θεό!”

Και πριν ο γιος του προλάβει να απαντήσει , ο γέροντας πρόσθεσε:

Και ξέρεις κάτι; Είναι πολύ νεότερος απ΄όσο πίστευα!”

Πολύ συχνά υποτιμάμε τη δύναμη ενός αγγίγματος, ένα χαμόγελο, μια καλή κουβέντα, ένα αυτί έτοιμο να μας ακούσει, ένα ειλικρινές κοπλιμέντο, ή την πιο μικρή πράξη ενδιαφέροντος όλα εκ των οποίων μπορούν να αλλάξουν ριζικά τη ζωή μας.

Οι άνθρωποι μπαίνουν στη ζωή μας για κάποιο λόγο, για λίγο ή για μια ζωή.

Ας τους δεχτούμε με τον ίδιο ενθουσιασμό!


Διαβάστε περισσότερα... »

Σφύριξε χαρούμενα... μπορείς! Δες τη φωτεινή πλευρά της ζωής... Μπορείς!




Ο χρόνος περνά και χάνεται… Αυτή τη ζωή έχουμε να ζήσουμε, ας την ζήσουμε όσο καλύτερα μπορούμε…

Αν αντιμετωπίζουμε τα προβλήματά μας θετικά και δεν παραδινόμαστε στον πανικό, στην πικρία και κυρίως στην αυτολύπηση, μπορούμε να ξεπεράσουμε το πιο ανυπέρβλητο εμπόδιο που θα μας παρουσιαστεί.

Ήταν κάποτε ένας αγρότης που είχε ένα γέρικο μουλάρι.

Το μουλάρι μια μέρα έπεσε μέσα στο πηγάδι του αγρότη.

Ο αγρότης άκουγε το μουλάρι να χλιμιντρίζει απελπισμένο μέσα από το πηγάδι… Αφού εξέτασε προσεκτικά την κατάσταση, ο αγρότης λυπήθηκε το μουλάρι και αφού δεν έβρισκε τρόπο να το ανασύρει στην επιφάνεια, κάλεσε τους γείτονες και τους ζήτησε να τον βοηθήσουν και να γεμίσουν με χώμα το πηγάδι για να θαφτεί ζωντανό το γέρικο μουλάρι, αφού δεν υπήρχε τρόπος να το βγάλουν από εκεί ζωντανό!

Αρχικά, το μουλάρι έπαθε υστερία, βλέποντας να γεμίζουν με χώμα το πηγάδι. Αλλά στη συνέχεια, καθώς ο αγρότης και οι γείτονές του έριχναν φτυαριές με χώμα πάνω του, μια σκέψη πέρασε από το μυαλό του… Σκέφτηκε πως, κάθε φορά που έπεφτε μια φτυαριά χώμα στην πλάτη του, θα την τίναζε και θα πατούσε πάνω της για να ανέβει πιο ψηλά!

Αυτό έκανε.. φτυαριά τη φτυαριά… Τίναζε το χώμα από πάνω του και ανέβαινε πιο ψηλά… τίναζε το χώμα από πάνω του και ανέβαινε πιο ψηλά.. τίναζε το χώμα από πάνω του και ανέβαινε πιο ψηλά! συνέχιζε να επαναλαμβάνει στον εαυτό του…

Δεν το ένοιαζε πόσο πονούσαν οι φτυαριές με το χώμα που έπεφταν στην πλάτη του, ή πόσο απελπιστική φαινόταν η κατάσταση…

Το γέρικο Μουλάρι πολέμησε τον πανικό του και απλά συνέχιζε ναΤΙΝΑΖΕΙ ΤΟ ΧΩΜΑ ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΤΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ ΠΙΟ ΨΗΛΑ!

Έτσι, δεν άργησε το γέρικο μουλάρι καταβεβλημένο και εξουθενωμένο, να βγει από το στόμιο του πηγαδιού θριαμβευτικά!!! 

Αυτό που φάνηκε πως θα το έθαβε, ουσιαστικά το βοήθησε… και όλο αυτό συνέβη επειδή διαχειρίστηκε τις αντιξοότητες με σωστό τρόπο.

****************************************

Γι’ αυτό… ΚΑΝΕ ΣΗΜΕΡΑ αυτό που οι άλλοι δε θέλουν, για να μπορείς να κάνεις αύριο αυτό που οι άλλοι δε θα μπορούν…

ΕΜΠΙΣΤΕΨΟΥ την προσωπική σου δύναμη, άσχετα αν νομίζεις ότι αυτήείναι μικρή ή τεράστια…

Γιατί, στο τέλος, αυτό για το οποίο μετανιώνουμε περισσότερο είναι ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΚΑΝΑΜΕ...

Διαβάστε περισσότερα... »

Μια ανιδιοτελή αγάπη...





Ένα αγόρι 16 χρονών ρωτάει τον πατέρα του: 

"Μπαμπά άμα γίνω 18 ετών τι δώρο θα μου κάνεις; 

Ο πατέρας απαντάει: "Γιέ μου είναι μεγάλη διαδρομή μέχρι τότε, κάνε υπομονή ..." 

Πέρασε ένας χρόνος και το αγόρι έγινε 17 χρονών αλλά τα πράγματα δεν πήγαν και τόσο καλά. Μετά από φωτιά που πήραν στο σπίτι το παιδί έπεσε σε κώμα. Οι γιατροί είπαν στους γονείς του ότι η καρδιά του παιδιού είναι πολύ αδύνατη και είναι πολύ... δύσκολο να ζήσει. 

Ο πατέρας ξέσπασε σε λυγμούς. Πέρασε ένας χρόνος και την ημέρα των γενεθλίων του, που έκλεινε τα δεκαοκτώ του χρόνια, το παιδί γίνεται καλά και του επιτρέπουν οι γιατροί και γυρνάει στο σπίτι του. 

Πάνω στο κρεβάτι του βρίσκει μια επιστολή: 

"Γιέ μου, αν διαβάζεις σήμερα αυτό το γράμμα, σημαίνει ότι όλα έχουν πάει καλά. Θυμήθηκα την μέρα που με ρώτησες τι δώρο θα σου κάνω στα 18α γενέθλια σου αλλά δεν θυμάμαι τι ακριβώς ήθελες να σου αγοράσω, έτσι και εγώ σου έδωσα την καρδιά μου για να μπορέσεις να ζήσεις ... Τώρα που έγινε με επιτυχία η μεταμόσχευση να ξέρεις ότι δεν θα πάψω ποτέ να σ΄ αγαπώ ... ασχέτως κι΄ αν δεν είμαι εκεί δίπλα σου. 

Χρόνια πολλά παιδί μου!!!"

Διαβάστε περισσότερα... »

M' αγαπούσε έλεγε....




Ήταν ένας γεωργός που αγαπούσε πολύ τις ελιές του, αλλά πιο πολύ μια ελιά, μια μικρούλα ελιά που του θύμιζε την πρώτη του αγάπη κοντή και στρουμπουλή. Της είχε φτιάξει ένα λευκό περιδέραιο με πέτρες, είχε μια παλιά πολυθρόνα από κάτω, καθότανε τα βράδια και κουβέντιαζε τις αναμνήσεις και τα όνειρά του. 

Η ελιά για πρώτη χρονιά φορτώθηκε καρπό. Ομόρφυνε, λύγισε τα κλαδιά της. Κάποια στιγμή τον Νοέμβρη, έρχεται ο γεωργός, βάζει από κάτω τα πανιά, παίρνει μια βέργα, ανεβαίνει πάνω..πάνε οι ελιές .. πάνε τα φύλλα..πάει η ομορφιά…

Εκείνη άρχισε να κλαίει…

-Μα πως εννοεί ο άνθρωπος την αγάπη;

-Μ’ αγαπούσε έλεγε… και με χάλασε ;

Τότε ακούει μια μαργαρίτα από κάτω να της λέει …

-Τον άνθρωπο μην τον παρεξηγείς.

Είναι ο μόνος … είναι ο μόνος , που δεν ξέρει την αγάπη.

Κοίταξε έμενα, που μια ζωή με μαδάει για να μάθει…!


Διαβάστε περισσότερα... »

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015

Μια στάλα στη φωτιά… Αφρικάνικο παραμύθι





(Το κολιμπρί είναι το μικρότερο πουλί στον κόσμο. Το μήκος του σώματός του φτάνει μόλις τα 2,5 εκατοστά)

Στη διάρκεια μιας πυρκαγιάς στο δάσος, όλα τα ζώα τρέχουν για να σωθούν, εκτός από ένα κολιμπρί, το οποίο παίρνει μια στάλα νερό στο ράμφος του και πετάει προς τη φωτιά…

– “Τι νομίζεις ότι κάνεις; Είσαι τρελό; Δεν θα σταματήσεις την φωτιά!”, του φωνάζει ένας ελέφαντας.

– “Το ξέρω”, απαντά το κολιμπρί, “κάνω όμως αυτό που μου αναλογεί”.

Μπορεί να νομίζεις ότι εσύ δεν μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα για να αλλάξει αυτός ο κόσμος. Κάνεις όμως μεγάλο λάθος. 

Εσύ μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο αλλάζοντας απλά τον εαυτό σου. Κάνε εσύ αυτό που σου αναλογεί και μην έχεις καμία προσδοκία να κάνουν και οι άλλοι το ίδιο. Δεν χρειάζεται να κηρύττεις τίποτα. Απλά γίνε ένα παράδειγμα και ο κόσμος θα ακολουθήσει. Τόσο μεγάλη είναι η δύναμή σου!

Διαβάστε περισσότερα... »

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Ώρα για ένα εκπληκτικό παραμύθι







Εκείνη την πόλη δεν την κατοικούσαν άνθρωποι, όπως όλες τις άλλες πόλεις του πλανήτη.

Σ’ εκείνη την πόλη κατοικούσαν πηγάδια. Πηγάδια ζωντανά… αλλά πηγάδια.

Τα πηγάδια διέφεραν μεταξύ τους όχι μόνο ως προς τον τόπο όπου είχαν ανοιχτεί, αλλά και ως προς το στόμιο (το άνοιγμα που τα συνέδεε με τον εξωτερικό κόσμο).

Υπήρχαν πηγάδια ευκατάστατα και πολυτελή, με στόμιο από μάρμαρο και όμορφα μέταλλα, πηγάδια ταπεινά από τούβλα και ξύλο, και άλλα πιο φτωχά, απλές γυμνές τρύπες που ανοίγονταν στη γη.

Η επικοινωνία μεταξύ των κατοίκων της πόλης γίνονταν από στόμιο σε στόμιο, και οι ειδήσεις έφταναν γρήγορα απ’ άκρη σε άκρη.

Μια μέρα, έφτασε στην πόλη μια «μόδα» που μάλλον είχε γεννηθεί σε κάποιο ανθρώπινο χωριό.




Η νέα ιδέα ήταν ότι κάθε ζωντανό ον που εκτιμούσε τον εαυτό του, θα έπρεπε να φροντίσει πολύ περισσότερο το εσωτερικό, παρά το εξωτερικό. Το σημαντικό δεν ήταν η επιφάνεια, αλλά το περιεχόμενο.

Έτσι έγινε, και τα πηγάδια άρχισαν να γεμίζουν με αντικείμενα.

Μερικά γέμισαν με κοσμήματα, χρυσά νομίσματα και πολύτιμες πέτρες. Άλλα, πιο πρακτικά, γέμισαν με ηλεκτρικές συσκευές και μηχανές. Μερικά άλλα επέλεξαν την τέχνη και γέμισαν με πίνακες ζωγραφικής, πιάνα με ουρά και εξεζητημένα μεταμοντέρνα γλυπτά. Τέλος, τα διανοούμενα γέμισαν με βιβλία, ιδεολογικά μανιφέστα και εξειδικευμένα περιοδικά.

Πέρασε ο καιρός.

Τα περισσότερα πηγάδια γέμισαν σε τέτοιο σημείο, ώστε τίποτε άλλο δεν χωρούσε.

Τα πηγάδια δεν ήταν όλα ίδια, οπότε κάποια συμβιβάστηκαν, ενώ άλλα σκέφτηκαν πως έπρεπε να κάνουν κάτι για να συνεχίσουν να συσσωρεύουν πράγματα στο εσωτερικό τους…

Ένα από αυτά έκανε την αρχή. Αντί να συμπιέσει το περιεχόμενο, σκέφτηκε να αυξήσει την χωρητικότητά του διευρύνοντας τον χώρο του.

Δεν πέρασε πολύς καιρός, κι άρχισαν και τα υπόλοιπα να μιμούνται την καινούργια ιδέα.

Όλα τα πηγάδια δαπανούσαν μεγάλο μέρος της ενέργειας τους για να επεκταθούν και να αποκτήσουν περισσότερο χώρο στο εσωτερικό τους. Ένα πηγάδι, μικρό και απόκεντρο, άρχισε να βλέπει τους συντρόφους του να επεκτείνονται χωρίς μέτρο. 

Σκέφτηκε ότι αν συνέχιζαν να διευρύνονται με αυτό τον τρόπο, σύντομα θα μπέρδευαν τα όρια τους και το κάθε ένα θα έχανε την ταυτότητα του…




Ίσως, ξεκινώντας από αυτήν την ιδέα, σκέφτηκε ότι ένας διαφορετικός τρόπος για να αυξήσει την χωρητικότητα του ήταν να μεγαλώσει όχι φαρδαίνοντας, αλλά βαθαίνοντας. 

Να επεκταθεί σε βάθος, αντί για πλάτος. Σύντομα συνειδητοποίησε ότι όλα όσα είχε στο εσωτερικό του έκαναν αδύνατη την διαδικασία της εκβάθυνσης. Αν ήθελε να γίνει πιο βαθύ, όφειλε να ξεφορτωθεί ολόκληρο το περιεχόμενο του…

Στην αρχή, το κενό τον τρόμαξε. Αλλά αργότερα, όταν είδε πως δεν είχε άλλη επιλογή, το έκανε.

Χωρίς τίποτα στην κατοχή του, το πηγάδι άρχισε να βαθαίνει, ενώ τα υπόλοιπα άρπαζαν τα αντικείμενα που είχε πετάξει…

Μια μέρα, κάτι ξάφνιασε το πηγάδι που μεγάλωνε προς τα κάτω. Κάτω, πολύ κάτω, πολύ στο βάθος… βρήκε νερό !

Ποτέ πριν άλλο πηγάδι δεν είχε ξαναβρεί νερό.

Το πηγάδι ξεπέρασε την έκπληξή του κι άρχισε να παίζει με το νερό καταβρέχοντας τα τοιχώματά του, πιτσιλώντας το στόμιο του και , τέλος, βγάζοντας το νερό προς τα έξω.




Η πόλη δεν είχε ποτέ βραχεί από τίποτε άλλο πέρα από την βροχή η οποία, εκ των πραγμάτων, ήταν αρκετά σπάνια. Έτσι, η γη τριγύρω από το πηγάδι, αναζωογονημένη από το νερό, άρχισε να ξυπνά.

Οι σπόροι βλάστησαν παίρνοντας τη μορφή χλόης, τριφυλλιών, λουλουδιών και αδύναμων κορμών που μετατράπηκαν αργότερα σε δέντρα…

Μια έκρηξη χρωμάτων και ζωής απλώθηκε γύρω από το απομακρυσμένο πηγάδι, το οποίο άρχισαν να αποκαλούν : «το Περιβόλι».

Όλοι το ρωτούσαν πως είχε καταφέρει αυτό το θαύμα.

«Δεν είναι κανένα θαύμα», απαντούσε το Περιβόλι. «Πρέπει να σκάψεις στο εσωτερικό, προς τα μέσα».


Πολλοί θέλησαν να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Περιβολιού, αλλά αποδοκίμασαν την ιδέα όταν συνειδητοποίησαν ότι, για να βαθύνουν, θα έπρεπε πρώτα να αδειάσουν.

Συνέχισαν να διευρύνονται όλο και πιο πολύ, για να γεμίσουν με περισσότερα ακόμα πράγματα…

Στην άκρη της πόλης, ένα άλλο πηγάδι αποφάσισε κι αυτό να πάρει το ρίσκο να αδειάσει…

Κι άρχισε κι αυτό να βαθαίνει…

Κι έφτασε κι αυτό στο νερό…

Και το έριξε κι αυτό προς τα έξω δημιουργώντας μια δεύτερη όαση στο χωριό…

«Τι θα κάνεις όταν θα τελειώσει το νερό;», το ρωτούσαν.

«Δεν ξέρω τι θα συμβεί», απαντούσε. «Αλλά, προς το παρόν, όσο περισσότερο νερό βγάζω, τόσο περισσότερο νερό βρίσκω.»



Πέρασαν μερικοί μήνες μέχρι τη μεγάλη ανακάλυψη.

Μια μέρα, σχεδόν κατά τύχη, τα δυο πηγάδια κατάλαβαν ότι το νερό που είχαν βρει στο βάθος τους, ήταν το ίδιο…

Ότι το ίδιο υπόγειο ποτάμι που περνούσε από το ένα, γέμιζε και το βάθος του άλλου. Κατάλαβαν ότι ξεκινούσε γι’ αυτά μια καινούργια ζωή.

Όχι μόνο μπορούσαν να επικοινωνούν από στόμιο σε στόμιο, επιφανειακά, όπως όλοι οι άλλοι, αλλά η αναζήτησή τους, τους είχε προσφέρει ένα νέο και μυστικό σημείο επαφής.

Είχαν ανακαλύψει τη βαθιά επικοινωνία που πετυχαίνουν μόνον εκείνοι που έχουν το θάρρος να αδειάσουν από κάθε περιεχόμενο και να ψάξουν στο βάθος της ύπαρξής τους για να βρουν τι έχουν να δώσουν…

πηγή-nekthlΑναρτήθηκε από delta
Διαβάστε περισσότερα... »

Παραμύθι




Το παραμύθι μας είναι η ιστορία για ένα φύλλο δέντρου, του «Φρέντυ», που μαζί με τον «Ντάνιελ» και άλλα συντροφικά του φύλλα παρακολουθούσαν την αλλαγή τους, καθώς η μια εποχή διαδεχόταν την άλλη.

Το φύλλο που το έλεγαν Φρέντυ είχε μεγαλώσει. Είχε εμφανιστεί για πρώτη φορά την Άνοιξη, σαν ένας μικρός βλαστός, σε ένα μεγάλο κλωνάρι στην κορυφή ενός πανύψηλου δέντρου. Ο Φρέντυ περιβαλλόταν από εκατοντάδες άλλα φύλλα, ίδια σαν κι αυτόν, ή τουλάχιστον έτσι φαίνονταν. Δεν άργησε όμως να ανακαλύψει, ότι κανένα φύλλο, δεν ήταν εντελώς όμοιο με κάποιο άλλο, παρόλο που βρισκόταν στο ίδιο δέντρο. Είχαν μεγαλώσει όλα μαζί. 

Ήταν το μεγαλύτερο φύλλο στο κλωνάρι και φαίνεται ότι βρισκόταν εκεί, πριν από όλα τα άλλα φύλλα. Στο Φρέντυ φάνηκε μάλιστα, ότι ο Ντάνιελ δεν ήταν μόνο το πιο παλιό φύλλο, αλλά και το πιο σοφό. Ο Ντάνιελ ήταν αυτός που τους είχε εξηγήσει, ότι όλα τα φύλλα αποτελούσαν ένα μέρος του δέντρου. Κι ακόμα, τους είχε πει, ότι το δέντρο τους, είχε γερές ρίζες, κρυμμένες βαθιά μέσα στο χώμα. Τους είχε μιλήσει για τα πουλιά που κάθονταν πάνω στα κλαδιά και τιτίβιζαν εκεί τα πρωινά τους τραγούδια. Τους εξήγησε για τον ήλιο, το φεγγάρι, τα αστέρια και τις εποχές …




… Το καλοκαίρι ήταν ιδιαίτερα όμορφο. Πολλοί άνθρωποι περνούσαν την ώρα τους στο πάρκο αυτό το καλοκαίρι. Συχνά κάθονταν κάτω από το δέντρο του Φρέντυ. Ο Ντάνιελ εξήγησε στον Φρέντυ, ότι το να προσφέρει τον ίσκιο του στους ανθρώπους, ήταν ένα μέρος από τον σκοπό του.

- «Τι είναι ο σκοπός ;» ζήτησε να μάθει ο Φρέντυ.

- «Ένας λόγος για να υπάρχεις» απάντησε ο Ντάνιελ. «Ένας λόγος για να υπάρχουμε, είναι να κάνουμε τα πράγματα πιο ευχάριστα για τους άλλους. Ένας λόγος για να υπάρχουμε είναι να δίνουμε τον ίσκιο μας στους γέρους που έρχονται εδώ. Ένας λόγος για να υπάρχουμε, είναι να βρίσκουν τα παιδιά ένα δροσερό μέρος για να παίζουν. Όλοι αυτοί οι λόγοι είναι για να υπάρχουμε.»

… Όμως το καλοκαίρι του Φρέντυ πέρασε γρήγορα. Χάθηκε μια νύχτα του Οκτώβρη. Ποτέ ο Φρέντυ δεν είχε νιώσει τόση παγωνιά. Όλα τα φύλλα έτρεμαν από το κρύο. Και πάλι ήταν ο Ντάνιελ που τους εξήγησε, ότι αυτό που ένοιωσαν, ήταν ο πρώτος παγετός, το σημάδι ότι ήταν κιόλας Φθινόπωρο, ότι ό Χειμώνας δε θα αργούσε να έρθει.

Μια μέρα ένα πολύ παράξενο πράγμα συνέβηκε. Η ίδια αύρα, το ίδιο αεράκι, που σε άλλη εποχή έκανε τα φύλλα να χορεύουν, τώρα τα φυσούσε δυνατά πάνω στο κοτσάνι τους και τα τράνταζε αγριεμένα. Μερικά φύλλα δεν άντεξαν το ανεμόδαρμα, κόπηκαν από τα κλαράκια τους και βρέθηκαν να πετούν ψηλά στον αέρα. Στο τέλος έπεφταν μαλακά πάνω στη γη.

Όλα τα φύλλα φοβήθηκαν.

«Τι συμβαίνει ;» ρωτούσαν ψιθυριστά μεταξύ τους.

«Είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει κάθε Φθινόπωρο» τους εξήγησε ο Ντάνιελ. «Είναι καιρός για τα φύλλα να αλλάξουν κατοικία. Μερικοί άνθρωποι το αποκαλούν αυτό θάνατο».

«Θα πεθάνουμε όλοι ;» ρώτησε ο Φρέντυ.

«Ναι» αποκρίθηκε ο Ντάνιελ.

«Όλα πεθαίνουν. Δεν έχει σημασία πόσο μεγάλα, ή πόσο μικρά είναι, πόσο αδύνατα ή πόσο δυνατά. Πρώτα επιτελούμε το καθήκον μας. Ζούμε τον ήλιο και το φεγγάρι, τον άνεμο και την βροχή. Μαθαίνουμε να χορεύουμε και να γελάμε. Έπειτα πεθαίνουμε.»

«Εγώ δε θα πεθάνω!» είπε αποφασιστικά ο Φρέντυ. «Εσύ Ντάνιελ ;»

«Ναι» απάντησε ο Ντάνιελ. «Όταν έρθει η ώρα μου».

«Πότε θα είναι αυτό ;», ρώτησε ο Φρέντυ.

«Κανένας δεν είναι σίγουρος», αποκρίθηκε ο Ντάνιελ.



Εκείνο τα απόγευμα στο χρυσό φως του δειλινού, ο Ντάνιελ κόπηκε από το κλωνάρι του. Έπεσε χωρίς καμιά προσπάθεια. Καθώς έπεφτε φαινόταν να χαμογελάει ειρινικά. «Αντίο προς το παρόν Φρέντυ» είπε.

Τώρα ο Φρέντυ ήταν ολομόναχος. Το μόνο φύλλο που είχε απομείνει στο κλαδί.

Την άλλη μέρα το πρωί έπεσε το πρώτο χιόνι. Ελάχιστα φάνηκε ο ήλιος την ημέρα εκείνη που ήταν πολύ σύντομη.

Τα χαράματα ο άνεμος πήρε τον Φρέντυ από το κλωνάρι του. Καθόλου δεν πόνεσε. Ένοιωσε να πλέει ήρεμα, απαλά και αθόρυβα μέσα στο κενό, όλο προς τα κάτω.

Καθώς έπεφτε, είδε ολόκληρο το δέντρο για πρώτη φορά. Πόσο δυνατό και σταθερό ήταν! Ήταν σίγουρος, ότι το δέντρο θα ζούσε για πολύ καιρό ακόμα. Κι ακόμα ήξερε, ότι ο ίδιος ήταν μέρος από τη ζωή αυτού του δέντρου. Η γνώση αυτή τον έκανε υπερήφανο.

Ο Φρέντυ έπεσε πάνω σε ένα χώρο από χιόνι. Σ’ αυτή τη νέα του θέση έκλεισε τα μάτια του και κοιμήθηκε. Δεν ήξερε ότι ο ξερός και άχρηστος εαυτός του, όπως τον νόμιζε τώρα, θα γινόταν ένα με το νερό και θα χρησίμευε να γίνει το δέντρο πιο δυνατό. Πιο πολύ απ’ όλα δεν ήξερε ότι εκεί, κοιμισμένα μέσα στο δέντρο και τη γη, υπήρχαν κιόλας σχέδια για να βγουν νέα φύλλα την Άνοιξη.

Γρήγορα το δέντρο έμεινε σχεδόν γυμνό.



«Φοβάμαι να πεθάνω» είπε ο Φρέντυ στον Ντάνιελ. «Δεν ξέρω τι υπάρχει εκεί κάτω.»

«Όλοι φοβόμαστε εκείνο που δεν ξέρουμε Φρέντυ. Είναι φυσικό αυτό», τον διαβεβαίωσε ο Ντάνιελ. «Δεν φοβόσουν όταν η Άνοιξη έγινε Καλοκαίρι. Δεν φοβόσουν όταν το καλοκαίρι έγινε Φθινόπωρο. Ήταν φυσικές αλλαγές. Γιατί πρέπει να φοβάσαι την εποχή του θανάτου ;»

«Πεθαίνει ακόμα και το δέντρο ;» ρώτησε ο Φρέντυ.

«Κάποια μέρα. Υπάρχει όμως κάτι πιο δυνατό από το δέντρο. Είναι η Ζωή που διαρκεί για πάντα. Όλοι είμαστε μέρος της Ζωής»

«Που θα πάμε όταν πεθάνουμε ;»

«Κανένας δε ξέρει με βεβαιότητα. Αυτό είναι το μεγάλο μυστήριο»

«Θα γυρίσουμε πίσω την Άνοιξη;»

«Εμείς ίσως όχι. Η Ζωή όμως ναι».

«Τότε ποιος ο λόγος για όλα αυτά ;», συνέχισε να ρωτά ο Φρέντυ. 

«Τι χρειαζόταν να βρεθούμε εδώ, αφού ήταν να πέσουμε και να πεθάνουμε ;»

Ο Ντάνιελ απάντησε με το σίγουρο ύφος του: «Ο λόγος ήταν για τον ήλιο και το φεγγάρι. Ήταν για τις ωραίες στιγμές που περάσαμε μαζί. Ήταν για τον ίσκιο, τους γέρους και τα παιδιά. Ήταν για τα χρώματα του Φθινοπώρου. Ήταν για τις εποχές. Δεν είναι όλα αυτά αρκετά;»


πηγή-nekthlΑναρτήθηκε από delta
Διαβάστε περισσότερα... »

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

Ο «τρελός» βασιλιάς που έχτισε το κάστρο της Ωραίας Κοιμωμένης



Διέγνωσαν ότι ήταν παρανοϊκός και τον απομάκρυναν απ’ τον θρόνο. Λίγες ημέρες μετά, ο Βασιλιάς Λουδοβίκος Β΄ της Βαυαρίας βρέθηκε πνιγμένος στη λίμνη, κοντά στο ψυχιατρείο που νοσηλευόταν. 

Πιο πέρα, επέπλεε και το πτώμα του γιατρού, που είχε βγάλει το κρίσιμο ιατρικό πόρισμα. Σήμερα, τόσο η διάγνωση όσο και η αιτία θανάτου του Λουδοβίκου, τίθενται υπό αμφισβήτηση. Πρόσφατη μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό « Ιστορία της Ψυχιατρικής» και αναδημοσιεύει το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel, αμφισβητεί την πρώτη διάγνωση και υποστηρίζει ότι δεν υπήρξαν αξιόπιστα στοιχεία, που να τεκμηριώνουν την υποτιθέμενη ψυχική ασθένεια του βασιλιά.

Ο Βασιλιάς Λουδοβίκος Β´ της Βαυαρίας (1845-1886), ήταν ανιψιός του Όθωνα της Ελλάδας και ο Μονάρχης , ο οποίος ενέπνευσε τον Κλάους Μαν να γράψει το μυθιστόρημά του «Λούντβιχ, Σιδερόφραχτο παράθυρο». 

Έχει μείνει στην ιστορία, τόσο για το παρατσούκλι του «ο τρελός Βασιλιάς», όσο και για τη μανία που είχε με την κατασκευή μεσαιωνικών κάστρων με ανάμεικτους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς, που ακόμη και σήμερα εντυπωσιάζουν όσους τα επισκέπτονται στη νότια Γερμανία. 

Μεταξύ αυτών και το περίφημο κάστρο Νόισβανσταϊν στις Βαυαρικές Άλπεις, που αποτέλεσε και την έμπνευση για το Κάστρο της Ωραίας Κοιμωμένης, στην κινηματογραφική ταινία του Ουόλτ Ντίσνεϊ. Αν και τα κατασκευαστικά έργα του Λουδοβίκου χρηματοδοτούνταν από το προσωπικό του κεφάλαιο, η μεγαλομανία γι’ αυτά κόντεψε να φαλιρίσει το βασίλειο, επειδή δημιούργησε τεράστιο χρέος.

Παραμελούσε τα βασιλικά του καθήκοντα και ασχολούνταν ολοένα και περισσότερο με την εμμονή του να ανοικοδομεί εντυπωσιακότερα παλάτια, με ξενόφερτες αρχιτεκτονικες λεπτομέρειες, τις οποίες ανακάλυπταν για λογαριασμό του οι απεσταλμένοι του στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. 

Η αντίστροφη μέτρηση για τον βασιλιά άρχισε, όταν κάποιοι υπουργοί άρχισαν να γκρινιάζουν για την οικονομική του πολιτική και τον αμφισβήτησαν. Ο Λουδοβίκος έγινε έξαλλος και προσπάθησε να τους αντικαταστήσει. Αυτοί όμως, τον κατηγόρησαν ως παράφρονα και μέσα σε λίγο καιρό, ο βασιλιάς θεωρήθηκε ακατάλληλος να διαχειρίζεται τις τύχες του κράτους.

Το ψυχιατρικό πόρισμα βγήκε από τις καταθέσεις των υπηρετών Ο βασιλιάς έχασε την εξουσία του στις 10 Ιουνίου του 1886, μετά το πόρισμα τεσσάρων ψυχιάτρων. Επικεφαλής ήταν ο μεγαλογιατρός Bernhard van Gutten, που είχε τεράστια φήμη στον ταχύτατα αναπτυσσόμενο κλάδο της ψυχιατρικής. 

Η διάγνωση δεν στηρίχθηκε στην εξέταση του βασιλιά, όπως θα ήταν το λογικό, αλλά σε συνεντεύξεις με μερικούς από τους συμβούλους του! Οι συναντήσεις μαζί τους έγιναν μυστικά κατά τη διάρκεια της νύχτας. Οι γιατροί πήραν καταθέσεις ακόμα και από τους υπηρέτες, που εξέφρασαν τα παράπονά τους.

Έφτασαν στο σημείο να συντάξουν ακόμα και λίστα με τις παράξενες συνήθειες που είχε και δεν ήταν λίγες. Ο Λουδοβίκος, έχοντας μια υπερβολική αγάπη για τον φανταστικό κόσμο των μουσικών έργων του Βάγκνερ, του οποίου ήταν μέγας θαυμαστής, ντυνόταν όπως οι μυθικοί ήρωες στις οπερέτες, ενώ άρχισε να κοιμάται τη μέρα και να κυκλοφορεί μόνο τα βράδια. 

Φέρεται ότι είχε απειλήσει έναν ανάγωγο υπηρέτη με απέλαση στην Αμερική, ενώ σε άλλον είχε απαγορεύσει να βάζει γάλα στον καφέ του. Δεν ήταν λίγες οι φορές, που αυτή η ιδιαίτερη συμπεριφορά του, καθώς και οι περίεργες σεξουαλικές του προτιμήσεις, εξέθεταν τη βασιλική οικογένεια, φέρνοντάς την σε δύσκολη θέση.

Ο μυστηριώδης πνιγμός tον Ιούνιο του 1886, ο Λουδοβίκος κλείνεται, με διαταγή της βαυαρικής κυβέρνησης, σε μια ψυχιατρική κλινική, στις όχθες της λίμνης Στάρνμπεργκ. Η εκθρόνισή του φέρνει στην εξουσία τον θείο του Λεοπόλδο, μέχρι πρότινος αντιβασιλέα. 

Τρεις ημέρες αργότερα, ο Λουδοβίκος βρέθηκε πνιγμένος στη λίμνη. Περιέργως, λίγα μέτρα πιο πέρα, βρίσκεται πνιγμένος και ο γιατρός, που με τη διάγνωσή του, του στέρησε τον θρόνο. Σύμφωνα με τα στοιχεία των αρχών, οι δύο άντρες είχαν ξεκινήσει για έναν περίπατο στις όχθες του ποταμού, το απόγευμα γύρω στις 7 παρά τέταρτο και θα επέστρεφαν μία ώρα μετά.

Όταν ανασύρθηκαν τα δύο πτώματα, το ρολόι του βασιλιά ήταν σταματημένο στις 7, κάτι που οδήγησε στο συμπέρασμα ότι πέθανε εκείνη την ώρα, ενώ το ρολόι του ψυχίατρου είχε σταματήσει λίγο μετά τις 8. Αυτόπτες μάρτυρες δεν υπήρξαν, ενώ η επίσημη εκδοχή θανάτου του Λουδοβίκου ήταν ο πνιγμός, χωρίς ωστόσο να είχε βρεθεί νερό στους πνεύμονές του. 

Η ιστορία ακόμα γράφεται και κανείς σήμερα δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο μια πολιτικής δολοφονίας. Το σίγουρο είναι, ότι τα εντυπωσιακά κάστρα που κατασκεύασε στη Γερμανία ο αποκαλούμενος «παρανοϊκός» βασιλιάς, αποτελούν σήμερα πολύ σημαντικό τουριστικό και πολιτιστικό προορισμό όλης της Ευρώπης

Δείτε το βίντεο με τις παραμυθένιες εικόνες που ενέπνευσαν τον Ουόλτ Ντίσνεϊ να σχεδιάσει το ιδανικό κάστρο για την θρυλική Σταχτοπούτα!















πηγή-grizosgatos











Διαβάστε περισσότερα... »

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

Θα σας διηγηθώ ένα παραμύθι… παραμύθι αληθινό…





Μια φορά και έναν καιρό και ακόμα περισσότερο, υπήρχε μια όμορφη και μεγάλη πόλη χτισμένη στα ανατολικά της Ονειροχώρας. Εκεί ζούσε ένας παιχνιδοποιός που έφτιαχνε τις ωραιότερες κούκλες του κόσμου.

Όλες ήταν αψεγάδιαστες. Φτιαγμένες με τα καλύτερα υλικά. Ντυμένες με τα ακριβότερα υφάσματα. Συνοδευόμενες από τα πιο φανταχτερά ονόματα. Όλοι οι άρχοντες και οι ευγενείς της χώρας ερχόντουσαν στον παιχνιδοποιό και έδιναν χρήματα πολλά για να αποκτήσουν τις τόσο υπέροχες και τέλειες κούκλες που έφτιαχνε. 

Μια μέρα, καθώς ο παιχνιδοποιός κρατούσε στα χέρια του το τελευταίο του δημιούργημα και του έδινε πνοή, ακούστηκε ένας δυνατός κρότος έξω από την πόρτα του. Τρόμαξε.

Το χέρι του κουνήθηκε. Και.. Τι τρομερό! Μια σταγόνα χρώματος ξέφυγε από το πινέλο δημιουργώντας ένα μικρό σημαδάκι ακριβώς κάτω από το μάτι της όμορφης κούκλας του. Προσπάθησε να το διορθώσει αλλά ήταν πια αργά. Το σημάδι φαινόταν σαν δάκρυ στο πρόσωπο της. Ποιος θα ήθελε μια κούκλα που δακρύζει; Οι άνθρωποι θέλουν να βλέπουν χαμογελαστά πρόσωπα. Χαρούμενα. Να καλύπτουν την δικιά τους μελαγχολεία. Η κούκλα δεν μπορούσε να πουληθεί έτσι. Ήταν παντελώς άχρηστη.

Της έδωσε το όνομα Αδιαφορία και την παράτησε με έναν μορφασμό στο περβάζι του παραθύρου του. Ο χρόνος περνούσε. Ο παιχνιδοποιός συνέχισε να φτιάχνει και να πουλάει όμορφες και χαμογελάστες κούκλες. Η Αδιαφορία σιωπήλη στεκόταν πάντα στο περβάζι του παραθύρου. Ποτέ δεν της έδινε σημασία. Ήταν η απόδειξη ότι είχε κάνει λάθος. Και δεν του άρεσε αυτό.

Σε ποιον αρέσει άλλωστε να παραδέχεται τα λάθη του και να τα κοιτάει κατάματα; Ένα πρωινό, ο παιχνιδοποιός πετάχτηκε στο διπλανό μαγαζί να αγοράσει λίγο κόκκινο χρώμμα που του τελείωσε, αφήνοντας στο μαγαζί μόνο του τον Σταχτύ, τον γάτο του. Ο Σταχτύς άλλο που δεν ήθελε να σεργιανίζει χωρίς ενόχληση στο πολύχρωμο εργαστήρι του αφεντικού του. Μ’; ένα πήδο φτάνει στο ανοιχτό παράθυρο και πλησιάζει την Αδιαφορία. Ποτέ δεν την συμπάθησε αυτή την κούκλα. Είχε κάτι.

Κάτι που τον ενοχλούσε. Χώνοντας τα μουστάκια του στα μαλλιά της και με μια ελαφριά κίνηση του κεφαλιού του, ρίχνει την Αδιαφορία στο χώμα. Μακριά από τα δικά του εδάφη. Εκείνη την ώρα, έτυχε να περνάει με το καφασάκι του ο κ. Αντρέας. Ένας άντρας φτωχός, που έφτιαχνε τα παπούτσια των περαστικών. Η γυναίκα του είχε φύγει στην γέννα και αυτός έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να μην λείψει η φροντίδα και η τροφή στην κορούλα του.

Καθώς λοιπόν έψαχνε τόπο να αράξει τα εργαλεία του, βλέπει κάτι να γυαλίζει μέσα από μια λακούβα λάσπη. Βάζει τα χέρια του μέσα, το σηκώνει και το σκουπίζει προσεκτικά. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. 

Ήταν μια κούκλα. Ποτέ δεν μπόρεσε να πάρει κάποιο παιχνίδι στην κόρη του. Και τώρα; Κρατάει στα χέρια του το πιο όμορφο που είχε δει ποτέ του. Την καλύπτει με το παλτό του και τρέχει χαρούμενος σπίτι. Σήμερα θα είχαν γιορτή.

Ο παιχνιδοποιός επέστρεψε στο εργαστήρι του και συνέχισε να φτιάχνει τις παραγγελίες του. Ξαφνικά κρύωσε. Σαν ένας παγωμένος αέρας να έχει καταλάβει όλο τον χώρο. Έριξε μερικά ακόμα ξύλα στην φωτιά και κάθισε στην μεγάλη πολυθρόνα του. Και όμως. Δεν μπορούσε να ζεσταθεί. Αισθανόταν την απώλεια να του καίει τα ρουθούνια και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί. Πήγαινε πάνω -κάτω στο δωμάτιο προσπαθώντας να βρει την λύση. Μέρες ολόκληρες. Δεν είχε διάθεση να φτιάξει άλλες κούκλες.

Ούτε να ακούει τα φιλοφρονήματα των ευγενών. Ήθελε μόνο να διώξει αυτό το περίεργο και πρωτόγνωρο συναίσθημα από μέσα του. Ώσπου. Το κατάλαβε. Γύρισε αργά προς το μέρος του παραθύρου και έμεινε ακούνητος. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του. Την είχε χάσει. Για πάντα.

Ο κ. Αντρέας μπαίνει φουριόζος μέσα στο σπίτι και σηκώνει ψηλά το ξανθό κοριτσάκι του που έπαιζε με ένα κουτάλι και μια μικρή κατσαρολίτσα. Την αφήνει κάτω. Κάνει μια βαθία υπόκλιση βγάζοντας το φθαρμένο του καπέλο. Και της παρουσιάζει με μια θεατρινίστικη φιγούρα το απόκτημα του. 

Η μικρή νόμιζε ότι έβλεπε όνειρο. Δάκρυα χαράς άρχισαν να τρέχουν στο πρόσωπο της. 

Αγκάλιασε με δέος την όμορφη κούκλα της. Και την ονόμασε αγαπη... αγαπη αληθινη...


Διαβάστε περισσότερα... »