«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΠΛΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΠΛΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

Τα σπίτια των Αθηναίων, κατά τους αρχαίους χρόνους



Τα σπίτια των Αθηνών ήταν χτισμένα ολωσδιόλου στην τύχη, αντίθετα με του Πειραιά, που είχαν οργανωθεί «γεωμετρικά» απο τον Ιππόδαμο τον Μιλήσιο. Σ΄αυτό συνέβαλε η ύπαρξη επτά λόφων – της Ακρόπολης, του Αγοραίου Κολωνού, των Νυμφών, της Πνύκας, των Μουσών, του Λυκαβηττού και του Αρδηττού – που καθιστούσαν δύσκολη την οικοδόμηση βάσει σχεδίου.

Οι δρόμοι ήταν μάλλον στενοί, δεν ήταν λιθόστρωτοι, και με τις βροχές μεταβάλλονταν σε λασπώδη τέλματα. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την ουσιαστική έλλειψη υπονόμων, ήταν μοιραίο για την υγιεινή της πόλης και εξηγεί τη γρήγορη επέκταση των επιδημιών, όπως η πανώλη, που είχε και ως θύμα και τον Περικλή, στην Αθήνα του 429. 


Φυσικά οι δρόμοι δεν φωτίζονταν τη νύχτα, όπως δείχνει το ανέκδοτο που διηγείται ο Πλούταρχος για τον Περικλή: Ένας χυδαίος άνθρωπος του είχε επιτεθεί με ύβρεις και κακολογίες στην Αγορά και ο Περικλής τον ανέχτηκε όλη την ημέρα. 

Το βράδυ τον ακολούθησε μέχρι το σπίτι του, εξακολουθώντας τις ύβρεις του, και ο Περικλής «επειδή είχε πια σκοτεινιάσει, διέταξε έναν απο τους υπηρέτες του να πάρει ένα φως και να συνοδέψει τον υβριστή του μέχρι το
σπίτι του».

Στους Σφήκες, επίσης, του Αριστοφάνους, οι ηλιαστές που σηκώνονται
μέσα στη νύχτα για να δικάσουν έχουν μαζί τους νεαρούς δούλους που τους φωτίζουν το δρόμο.
Τα αθηναϊκά σπίτια ήταν, ως επι το πλείστον, τόσο φτωχά και κακοφτιαγμένα (απο ξύλο, τούβλα ή λάσπη ανακατεμένη με χαλίκια), ώστε οι κλέφτες δεν είχαν ανάγκη να διαρρήξουν τις θύρες για να μπούν μέσα: Τρυπούσαν, απλούστατα, τους τοίχους – και τους έλεγαν τοιχωρύχους. 

Τα σπίτια αποτελούνταν συνήθως απο ένα ισόγειο που μοιράζονταν σε 2-3 δωμάτια. Τα παράθυρα ήταν απλοί φεγγίτες, γιατί δεν υπήρχαν διαφανή τζάμια, και σε περίπτωση κακοκαιρίας έκλειναν με συμπαγή παραθυρόφυλλα. Οι θύρες άνοιγαν προς τα έξω και ο Πλούταρχος λέει πως αναγκαζόταν κανείς να φωνάξει πριν βγεί έξω, απο φόβο μήπως χτυπήσει κανέναν διαβάτη. Οι στέγες είχαν ταράτσες. 

Όταν ο ιδιοκτήτης δεν έπαιρνε τακτικά το ενοίκιό του, έβγαζε την πόρτα του σπιτιού ή τα κεραμίδια ή έφραζε το πηγάδι. Πολλοί κάτοικοι των Αθηνών ήταν άστεγοι. Την εποχή του Περικλέους οι φτωχοί


Επίπλωση στην αρχαία Ελλάδα
  1. Οκλαδίας δίφρος 
2.Δίφρος 
3. Τράπεζα
 4. Ανάκλιντρο


κατέφευγαν, τον χειμώνα, στα δημόσια λουτρά για να βρουν λίγη ζέστη, με κίνδυνο να καούν απο τις θερμάστρες. Στον Πλούτο του Αριστοφάνους, ο Χρεμύλος ρωτάει τον Πενία: «Εσύ, τί καλό μπορείς να μας προσφέρεις εκτός απο τα εγκαύματα που έπαθες στα λουτρά;». 

Τα τρόφιμα μαγειρεύονταν στο ύπαιθρο, σε μια «φουφού», τουλάχιστον έως τον 4ο αιώνα, γιατί δεν υπήρχαν κουζίνες μέσα στα σπίτια. Το χειμώνα μόνο το άναμμα του φωτιάς γινόταν έξω, για να αποφεύγεται ο πολύς καπνός. 

Το υπόλοιπο μαγείρεμα γινόταν μέσα και ο καπνός έφευγε απο υποτυπόδεις καπνοδόχους ή απλές «οπές» εξαερισμού.
Τον 4ο αιώνα υπήρχαν στην Αθήνα μεγάλες συλλογικές κατοικίες – ανάλογες με τις σημερινές πολυκατοικίες – αφού ο Αισχίνης λέει:«Ονομάζουμε συνοικία την κατοικία που μοιράζονται πολλοί ενοικιαστές και οικία την μονοκατοικία» («Κατά Τιμάρχου»). 

Δεν έχουν βρεθεί όμως στην Αθήνα λείψανα πολυτελών ιδιωτικών κατοικιών, όπως στη Χαλκιδική ή στη Δήλο. Μερικά σπίτια είχαν και δεύτερο πάτωμα, πάνω απο το ισόγειο. Τον 4ο αιώνα οι αυλές στο λίζονταν με περιστύλιο. Απ΄έξω οι τοίχοι ήταν βαμμένοι με ασβέστη.

Οι εσωτερικοί τοίχοι των πιο πλούσιων σπιτιών ήταν στρωμένοι με ταπετσαρίες και κεντήματα. Ο Αλκιβιάδης είχε αιχμαλωτίσει το ζωγράφο Αγάθαρχο τρεις μήνες μέσα στο σπίτι του για να τον υποχρεώσει να του το διακοσμήσει με τοιχογραφίες. (Πλούταρχος, Αλκιβιάδης,16). Εκτός απο κρεβάτια, τραπέζια, καρέκλες και σκαμνιά, η επίπλωση περιλάμβανε κυρίως κασέλες και κιβώτια, όπου έβαζαν τα ρούχα και τα κοσμήματα. Πολλά σπίτια ήταν διακοσμημένα με αγγεία. 

Αποχωρητήρια δεν υπήρχαν μέσα στα σπίτια, και γινόταν ευρεία χρήση του δοχείου νυκτός. Τα κρεβάτια ήταν ξύλινα, είχαν ψάθινα στρώματα και για σκέπασμα μόνο κουβέρτες. 

Οι Αθηναίοι έβγαζαν τον μανδύα τους κι έπεφταν να κοιμηθούν με το χιτώνα που χρησιμοποιούσαν την ημέρα ως κύριο ένδυμα. Στο νεκροταφείο του Κεραμεικού κάθε οικογένεια είχε τον τάφο της και υπήρχαν πολλά επιτύμβια μνημεία ή απλές στήλες με ανάγλυφες επιγραφές. 

Μαρμάρινα αγγεία, λήκυθοι ή λουτροφόροι στόλιζαν πολλούς τάφους. Οι εύποροι αστοί των Αθηνών είχαν εξοχικά σπίτια έξω απο τα τείχη της πόλης και υπήρχαν πανδοχεία για τους ξένους επισκέπτες, αλλά η καθαριότητά τους ήταν πολύ αμφίβολη.


Πηγή κειμένου: Ι. Λάμψας – ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, σελ. 157-158, εκδ. ΔΟΜΗ


Διαβάστε περισσότερα... »

Έπιπλα και σκεύη του βυζαντινού σπιτιού



Eσωτερικό βυζαντινού σπιτιού

Τα αντικείμενα ενός βυζαντινού σπιτιού ήταν κι αυτά σε άμεση σχέση με το κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο του ιδιοκτήτη.


Στη συντριπτική τους πλειοψηφία για το φτωχό λαό είναι από φτηνά υλικά, όπως ξύλο, γυαλί, χαλκός, τα όστρακα και ο πηλός.

Τα μεταλλικά αντικείμενα χρησιμοποιούνται από τους πλούσιους, ενώ η αριστοκρατία χρησιμοποιεί αντικείμενα από πολύτιμα μέταλλα όπως χρυσό, ελεφαντόδοντο. Στο παλάτι τα αντικείμενα κατασκευάζονται και από πολύτιμους λίθους.


Τα έπιπλα του σπιτιού
Το κρεβάτι, κλινάριον ή κρεβάτιον φτιάχνοταν μόνο από στρώματα γεμάτα άχυρα, βαμβάκι, κουρέλια ή πούπουλα, τα οποία απλώνονταν απευθείας στο πάτωμα ή πάνω σε κτιστούς πάγκους κατά μήκος των τοίχων του τρικλίνου. 

Για τους εύπορους υπήρχαν κρεβάτια που αποτελούνταν από σανίδες μέσα σε πλαίσιο που στηριζόταν σε δύο τρίποδα ή σε τέσσερα πόδια, ενίοτε επαργυρωμένα ή επιχρυσωμένα. Πάνω τους έριχναν τα στρωσίδια (κρεββατοστρώσια ή κρεββατοστρώμνια), τα μαξιλάρια (ή προσκεφάλαια), και τα σεντόνια, που ήταν φτιαγμένα από λινό ύφασμα ή μαλλί, ή ακόμη και από μετάξι, βαμμένα, κεντημένα ή υφασμένα με χρυσοκλωστές στην πάνω τους άκρη. 

Τα τραπέζια είχαν κύριο υλικό κατασκευής το ξύλο. Στα συμπόσια η αριστοκρατία της εποχής δειπνούσε σε τραπέζια από ασήμι, χρυσό ή με επένδυση από ελεφαντόδοντου. Τα χαμηλά τραπέζια (τάβλες) δεν χρησίμευαν μόνο για το σερβίρισμα του φαγητού, αλλά και ως πάγκοι εργασίας ή γραφεία. Ως καθίσματα αναφέρονται οι καρέκλες (θρονία) και τα σκαμνιά (σκάμνοι ή σελλία), χαμηλά καθίσματα με δύο ή τέσσερα πόδια. 

Τα μακροσκάμνια ήταν μάλλον πάγκοι μικρού ή μεγάλου μεγέθους, όπου μπορούσαν να καθίσουν περισσότερα άτομα.
Ο θρόνος ήταν το επίσημο κάθισμα του αυτοκράτορα, του πατριάρχη, των επισκόπων και των ηγουμένων των μονών, και συνήθως συνοδεύονταν με υποπόδιο. Για να μην φθείρονται τα έπιπλα τα κάλυπταν με υφάσματα (σκαμνάλια). 

Τα ανάκλιντρα ήταν το αγαπημένο έπιπλο των πλουσίων και των παλατιανών, ιδιαίτερα κατά τα συμπόσιά τους.΄Ήταν φταιγμένα από ξύλο με μεταλλικές επενδύσεις, διακοσμημένα με ελεφαντόδοντο και είχαν κάλυψη με ακριβά υφάσματα.
Tα σινδούκια ή σεντούκια, που χρησίμευαν για αποθήκευση, όπως και τα εντοιχισμένα ντουλάπια (ερμάρια) των δωματίων. 

Τα κιβώτια αυτά κλείδωναν για ασφάλεια και χρησιμοποιούνταν για τη φύλαξη: ψωμιού ή άλλων φαγώσιμων ειδών, υφασμάτων και ρούχων χρημάτων,χρυσών και αργυρών σκευών, κοσμημάτων, μπορεί και βιβλίων. Τα ρούχα τα φυλούσαν σε υφασμάτινους ή δερμάτινους σάκους, τους τσαμαντάδες. Τα ειδικά κιβώτια για τη φύλαξη διάφορων φαρμάκων και ιατρικών ειδών ονομάζονταν πανδέκτες.

Τα δάπεδα συχνά καλύπτονταν από χαλιά (επεύχια ή υπεύχια) διαφόρων μεγεθών και πάχους.
Επίσης, βαριέςκουρτίνες (βήλα) κρέμονταν από την οροφή και διαχώριζαν τους χώρους του σπιτιού. Τα βήλα κατασκευάζονταν από λινό ή από μετάξι, ήταν μονόχρωμα ή πολύχρωμα, και είχαν παραστάσεις κεντημένες ή υφασμένες, ενώ στα ανάκτορα υπήρχαν και χρυσοΰφαντα βήλα. 

Στους τοίχους συχνά ήταν κρεμασμένες εικόνες, ενώ από τα αρχοντικά δεν απουσίαζαν τα τόξα, τα σπαθιά και διάφορα άλλα όπλα, καθώς και οι καθρέπτες.

Ο φωτισμός των σπιτιών γινόταν με κεριά και λυχνάρια. Τα κεριά φτιάχνονταν αποκλειστικά
από μελισσοκέρι, ενώ τα λυχνάρια ήταν πήλινα ή μεταλλικά, γέμιζαν με λάδι ή λίπος και στην άκρη τους έκαιγε φυτίλι. Κατά κανόνα ήταν φορητά ή στηρίζονταν σε μόνιμους λυχνοστάτες. Σε μεγάλους χώρους, όπως των ανακτόρων και των εκκλησιών,κρέμονταν με αλυσίδες από την οροφή μεταλλικά κυκλικά πολυκάνδηλα που είχαν πολλά γυάλινα κανδήλια. Για το φωτισμό το βράδυ εκτός σπιτιού χρησιμοποιούσαν επίσης φανάρια (φανούς). 

Να σημειωθεί ότι η Πόλη ήταν η πρώτη πόλη στον κόσμο που φωτιζόταν τη νύχτα. 

Τα επιτραπέζια σκεύη ανήκαν επίσης στον εξοπλισμό του σπιτιού. 

Τα πιάτα (σκουτέλια ή πινάκια), οι δίσκοι, οι γαβάθες, τα ποτήρια, τα κύπελλα (καύκοι ή σκυφία), οι κανάτες (οινοχόοι) και οι αλατιέρες (αλατοδοχεία) ήταν πήλινα ή ξύλινα και σπανιότερα μεταλλικά. 

Ωστόσο, στα πλουσιότερα τραπέζια οι πηγές αναφέρουν χάλκινα σκεύη, ακόμη και αργυρά ή επίχρυσα, διακοσμημένα με πολύτιμους λίθους(διάλιθα) ή αχάτη, σαρδόνυχα, αλάβαστρο ή ορεία κρύσταλλο. Η ελίτ της βυζαντινής κοινωνίας από τον 9ο αιώνα έτρωγε κυριολεκτικά με χρυσά κουτάλια, μια συνήθεια που πέρασε στη Βενετία και στην Ευρώπη. 

Ορισμένα τέτοια σκεύη βρίσκονται στα θησαυροφυλάκια ναών της Δύσης, όπου κατέληξαν μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204.

Τα σκεύη της κουζίνας ήταν πολλά, όσο και τα σημερινά. Σ’ αυτά ανήκαν οι πυροστάτες,
οι σιδερένιοι τρίποδες που πάνω τους τοποθετούνταν οι πήλινες χύτρες και τα τσουκάλια για το μαγείρεμα των καθημερινών γευμάτων. 

Οι μεταλλικές, κυρίως χάλκινες, κατσαρόλες για το ζέσταμα του νερού, το πλύσιμο των χεριών, και για άλλες χρήσεις ονομάζονταν κούκουμοι ή κουκούμια. Η σχάρα ήταν μόνιμα πάνω στην εστία.

Μικρά και μεγάλα τηγάνια χρησίμευαν για το σωτάρισμα και το μαγείρεμα, ενώ το φαγητό ανακάτευαν με μικρές και μεγάλες κουτάλες που φυλάσσονταν σε ειδικό μικρό κιβώτιο, την κουταλίστρα (κουταλοθήκη). Λίθινα γουδιά χρησίμευαν στο άλεσμα των μπαχαρικών, σιτηρών ή οσπρίων, ενώ δεν έλειπαν και οι πιπεροτρίφτες για το τρίψιμο του πιπεριού. 

Τέλος, πήλινες λεκάνες ή λεκανίδες προορίζονταν για το πλύσιμο των επιτραπέζιων σκευών ή για το πλύσιμο των χεριών.

Στο κελάρι του σπιτιού υπήρχαν πήλινα αγγεία (συνήθως πιθάρια μικρά και μεγάλα) για την αποθήκευση του λαδιού, του κρασιού, των σιτηρών και των οσπρίων. Για λόγους καλύτερης μόνωσης από το εξωτερικό περιβάλλον (διατήρηση σταθερής θερμοκρασίας)αυτά τα αγγεία ήταν σφηνωμένα μέσα στο έδαφος.

Μικρά πιθάρια (βυτίνια ή βυτινάρια) χρησίμευαν για την αποθήκευση του βουτύρου, του τυριού και των διατηρημένων με αλάτι τροφίμων. Για τη μεταφορά και την αποθήκευση του νερού χρησιμοποιούσαν πήλινες στάμνες (σταμνία ή κεράμια). Τα πήλινα δοχεία που χρησίμευαν για την επιτραπέζια χρήση νερού, κρασιού ή λαδιού τα έλεγαν λαγήνια. Τέλος, ειδικά σκεύη, τα κρυαντήρια, που ήταν κατασκευασμένα από κράματα μολύβδου κρατούσαν το νερό δροσερό.

πηγή-vizantinonistorika
Διαβάστε περισσότερα... »