«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΒΑΝΤΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΒΑΝΤΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2016

Απόδειξη ότι η συνείδηση δημιουργεί την πραγματικότητα



Καλώς ήλθατε στο Matrix του Steven Bancarz




Μήπως η συνείδηση δημιουργεί τον υλικό κόσμο; Πριν απαντήσουμε αυτή την ερώτηση, είναι σημαντικό να εξετάσουμε από τι αποτελείται ο υλικός κόσμος. Η ‘πραγματικότητα’ δεν αποτελείται από μικροσκοπικά κομμάτια ύλης. Τα μόρια της ύλης αποτελούνται από υποατομικά σωματίδια όπως τα πρωτόνια και τα ηλεκτρόνια τα οποία καταλαμβάνουν μόνο το 0,000000000001% της ‘πραγματικότητας’. 

Με άλλα λόγια το 99,99999999999% του ατόμου αποτελείται από κενό χώρο. Το μέρος που δεν είναι κενό αποτελείται από κουάρκς τα οποία είναι μέρος ενός πεδίου υπερχορδών που αποτελείται από δονούμενες χορδές οι οποίες δημιουργούν τα στοιχειώδη σωματίδια ανάλογα με την συχνότητα της δόνησής τους.

Αλληλεπιδρούμε σε έναν κόσμο φυσικών αντικειμένων αλλά αυτό συμβαίνει επειδή ο εγκέφαλός μας μεταφράζει αισθητηριακά δεδομένα με συγκεκριμένο τρόπο. Στην μικρότερη και πιο στοιχειώδης υλική κλίμακα η ιδέα της ‘φυσικής πραγματικότητας’ είναι ανύπαρκτη. Ο πατέρας της κβαντικής μηχανικής Neils Bohr έχει πει: «Αυτό που ονομάζουμε ‘πραγματικότητα’ δεν αποτελείται από πράγματα που μπορούμε να θεωρήσουμε πραγματικά. Αν η κβαντική φυσική δεν σας έχει σοκάρει μάλλον δεν την έχετε καταλάβει.» Όταν ακουμπάς τα χέρια σου μεταξύ τους αυτό που συμβαίνει είναι κενός χώρος να ακουμπάει κενό χώρο. Τα συστατικά της ύλης δεν έχουν υλική δομή.

Αυτό, είναι σημαντικό να το κατανοήσουμε γιατί αν σκεφτούμε τον υλικό κόσμο σαν ένα κόσμο που αποτελείται από μικρά σωματίδια σαν μπίλιες ή βόλους τότε η ιδέα της συνείδησης να δημιουργεί την πραγματικότητα δεν βγάζει κανένα νόημα. Όταν κατανοήσουμε ότι η πραγματικότητα είναι ένα κοσμικό κατασκεύασμα ενέργειας και κενού χώρου τότε γίνεται ξεκάθαρο ότι οι σκέψεις μας και τα σήματα που καταγράφονται στον εγκέφαλο έχουν και αυτά τις ίδιες ιδιότητες στην πιο στοιχειώδη τους μορφή. Οι σκέψεις μας είναι και αυτές μια δραστηριότητα του σύμπαντος και όλες οι δραστηριότητες συμβαίνουν μέσα στον κβαντικό χώρο πριν εκδηλωθούν στην πραγματικότητα.

Η συνείδηση είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχει να λύσει η επιστήμη. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να εξηγήσει πώς κάτι υλικό όπως μια χημική ή φυσική διαδικασία μπορεί να δημιουργήσει κάτι άυλο όπως την εμπειρία. Δεν υπάρχει κανένας λόγος για να υπάρχει υποκειμενική εμπειρία ή συνείδηση. Η φύση θα λειτουργούσε το ίδιο καλά χωρίς την υποκειμενικότητα και όταν προσπαθούμε να ερευνήσουμε επιστημονικά την απαρχή και την φύση της συνείδησης συναντάμε νύξεις ότι μάλλον η συνείδηση και η πραγματικότητα δεν είναι τόσο διαφορετικά πράγματα όσο η φυσική επιστήμη μας έχει κάνει να πιστεύουμε.

Παρακάτω δείτε κάποιες αρχές της κβαντικής μηχανικής που απαριθμούνται στο βιβλίο “The Self-Aware Universe” του καθηγητή θεωρητικής φυσικής, Dr. Amit Gozwami:

1) Κυματοσυνάρτηση
Ένα κβαντικό αντικείμενο (πχ. ηλεκτρόνιο) μπορεί να βρίσκεται σε περισσότερα από ένα μέρη την ίδια στιγμή. Μπορεί να παρατηρηθεί σαν κύμα που απλώνεται στον χώρο και μπορεί να βρεθεί ταυτόχρονα σε διαφορετικά σημεία του κύματος.

2) Ασυνέχεια
Ένα κβαντικό αντικείμενο μπορεί να σταματήσει να υπάρχει σε ένα σημείο και την ίδια στιγμή να εμφανιστεί κάπου αλλού χωρίς ποτέ να έχει διανύσει τον ενδιάμεσο χώρο. Αυτό είναι το κβαντικό άλμα. Τηλεμεταφορά.

3) Δράση από απόσταση
Η εκδήλωση ενός κβαντικού αντικειμένου που οφείλεται στην παρατήρησή μας επηρεάζει ταυτόχρονα το συσχετιζόμενο δίδυμο αντικείμενο, όσο μακριά κι αν βρίσκεται. Αν εκτοξεύσεις ένα ηλεκτρόνιο κι ένα πρωτόνιο ενός ατόμου, ό,τι πάθει το ηλεκτρόνιο, το ακριβώς ίδιο ή το ακριβώς αντίθετο τα πάθει το πρωτόνιο. Αυτή είναι η κβαντική δράση από απόσταση. Ο Einstein την ονόμασε ανατριχιαστική δράση.

4) Η επίδραση του παρατηρητή
Ένα κβαντικό αντικείμενο δεν μπορεί να θεωρηθεί εκδηλωμένο στην πραγματικότητα του χωροχρόνου μέχρι να μπορεί να παρατηρηθεί ως σωματίδιο. Ένα κβαντικό αντικείμενο υπάρχει συνέχεια σαν κύμα μέχρι να παρατηρηθεί άμεσα. Η συνείδηση μπορεί να κάνει την κυματοσυνάρτηση του σωματιδίου να καταρρεύσει. (the observer effect)

Αυτό το τελευταίο σημείο είναι πολύ ενδιαφέρον γιατί συνεπάγεται ότι χωρίς έναν παρατηρητή, δεν προκαλείται καμία κατάρρευση και παραμένει φυσικά μη- εκδηλωμένο, σε μια κατάσταση καθαρής πιθανότητας. Η παρατήρηση όχι μόνο διαταράσσει αυτό που πρόκειται να μετρηθεί αλλά παράγει το αποτέλεσμα. Αυτό έχει εξακριβωθεί στο πείραμα που είναι γνωστό ως το ‘πείραμα της διπλής σχισμής’. Σε αυτό το πείραμα η παρουσία ενός συνειδητού παρατηρητή άλλαζε την συμπεριφορά ενός ηλεκτρονίου από κυματική κατάσταση σε σωματιδιακή κατάσταση. Αυτό είναι γνωστό ως η ‘επίδραση του παρατηρητή’ και ταρακουνάει συθέμελα ό,τι υποθέσαμε μέχρι στιγμής ότι είναι αλήθεια για τον φυσικό κόσμο.

Δείτε παρακάτω μια πολύ απλή εξήγηση του πειράματος αυτού.







Τα αποτελέσματα αυτού του πειράματος δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Nature και αυτή είναι μια περίληψη των ευρημάτων: «Στο πείραμα αυτό, κατά το οποίο τα σωματίδια αναγκάζονται να περάσουν μέσα από μια διάταξη με δύο λεπτές παράλληλες σχισμές που είναι πολύ κοντά η μία στην άλλη, παίζει σημαντικό ρόλο η παρατήρηση. Στην προσπάθειά του παρατηρητή να δει από ποιά σχισμή περνά το κάθε σωματίδιο, αλλοιώνεται η συμπεριφορά που αυτά εμφανίζουν σε σχέση με όταν δεν τα παρατηρεί. Η προσπάθεια παρατήρησης τα κάνει να εκδηλώνουν ιδιότητες ύλης ενώ όταν δεν τα παρατηρεί εμφανίζουν κυματικές ιδιότητες. Αυτό σημαίνει ότι ο παρατηρητής επηρέασε την συμπεριφορά του σωματιδίου της ύλης.

Το πείραμα της διπλής σχισμής επαναλαμβάνεται
Ο επιστήμονας Dr. Dean Radin ανέφερε στην εργασία του αναπαραγωγής του ίδιου πειράματος: «Υποχρεώνουμε το ηλεκτρόνιο να καταλάβει μια συγκεκριμένη θέση. Εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε το αποτέλεσμα της μέτρησης.»

(Το πείραμα έχει διχάσει την επιστημονική κοινότητα για το τι ακριβώς συμβαίνει όταν το σωματίδιο διέρχεται από τη διάταξη των δύο σχισμών και οι εξηγήσεις που έχει επιχειρηθεί να δοθούν ξεπερνούν, όλες, τα όρια της μέσης ανθρώπινης λογικής. Για τον λόγο αυτό η «ορθόδοξη» άποψη της κβαντικής μηχανικής έχει τη θέση πως δεν υπάρχει ερμηνεία και δεν οφείλει κανείς να εξηγήσει τι ακριβώς συμβαίνει στο επίμαχο μέρος της πειραματικής διάταξης και πως πρέπει να δεχόμαστε πως απλώς συμβαίνει σύμφωνα με τον μαθηματικό φορμαλισμό που περιγράφει με επιτυχία το σύστημα.

Το 2002, η έκδοση του πειράματος των δύο σχισμών του Jönsson, με ηλεκτρόνια, ψηφίστηκε ως το πιο όμορφο πείραμα Φυσικής όλων των εποχών από τους αναγνώστες του Physics World)

Αυτό έχει οδηγήσει πολλούς επιστήμονες να αρχίσουν να πιστεύουν ότι χωρίς συνείδηση, το σύμπαν θα υπήρχε πάντα και παντού σε μια θάλασσα κβαντικής πιθανότητας. Με άλλα λόγια, ο φυσικός κόσμος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την υποκειμενικότητα. Χωρίς συνείδηση, δεν υπάρχει ύλη. Η συνείδηση δημιουργεί τον υλικό κόσμο.

Αυτά τα ευρήματα μας προμηθεύουν με νέες ιδέες για το πώς μπορούμε να κατανοήσουμε την διασυνδεσιμότητά μας με τον εξωτερικό κόσμο. Λέμε συχνά ότι «Εμείς δημιουργούμε την πραγματικότητά μας» και αναφερόμαστε στο γεγονός ότι οι σκέψεις μας δημιουργούν την αντίληψη που έχουμε για τον κόσμο, αλλά τώρα μπορούμε να έχουμε μια πιο χειροπιαστή και εμπεριστατωμένη κατανόηση αυτής της φράσης. Κυριολεκτικά δημιουργούμε το υλικό σύμπαν με την υποκειμενικότητά μας.

«Θεωρώ την συνείδηση θεμελιώδη. Θεωρώ την ύλη παράγοντα της συνείδησης. Δεν μπορούμε να πάμε πέρα από την συνείδηση. Για οτιδήποτε μιλάμε, οτιδήποτε αντιλαμβανόμαστε ως αληθινό προϋποθέτει να υπάρχει συνείδηση» Max Planck.
Κβαντική Φυσική και Συνείδηση






Πηγή: spiritscience.gr
SpiritScience& Metaphysics
Μετάφραση Αγγελίνα Αγγελακοπούλου για την Επιστήμη του Πνεύματος


Διαβάστε περισσότερα... »

Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

Στον «νανόκοσμο» των κβάντων, ο χρόνος είναι συμμετρικός;




Ο χρόνος κυλάει πάντα μπροστά. Το ξέρουμε αυτό αρχαιόθεν, από τότε που οι άνθρωποι μιλούσαν για το «βέλος του χρόνου» που ταξιδεύει πάντα προς το μέλλον. Είναι, δηλαδή, ένα άνυσμα «μη συμμετρικό», που δεν μας επιτρέπει να γυρίσουμε πίσω και να αλλάξουμε τα λάθη του παρελθόντος. 

Αλλά τι θα συνέβαινε αν αποκαλυπτόταν πως αυτά ισχύουν μόνο για τον «μεγάκοσμο» της ύλης που αντιλαμβανόμαστε εμείς, ενώ στον «νανόκοσμο» των κβάντων ο χρόνος είναι συμμετρικός; 

Διότι αυτό ακριβώς ισχυρίστηκε στο Physical Review Letters της 13ης Φεβρουαρίου 2015 ένας φυσικός του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον στο Σεντ Λούις των ΗΠΑ - και μάλιστα με πειραματικές αποδείξεις.

Εκείνο που όλοι έχουμε ακούσει για τον μυστηριώδη κόσμο των κβάντων είναι ότι μπορούμε μόνο να εικάσουμε την κατάστασή τους καθώς κάθε απόπειρα μέτρησής της τη μεταβάλλει: η ίδια η πράξη της μέτρησης αναγκάζει το σωματίδιο να καταρρεύσει σε μια οριστική κατάσταση - ποιος δεν έχει ακούσει για τη νεκροζώντανη γάτα του Σρέντινγκερ; Είναι σαν να έχει ο Σέρλοκ Χολμς εμπρός του το θύμα ενός εγκλήματος αλλά να μην μπορεί να το αγγίξει διότι το άγγιγμά του μπορεί να το μεταβάλει από ζωντανό σε νεκρό και τούμπαλιν. Αρα είναι μάλλον απίθανο να εξιχνιάσει το έγκλημα και τον δράστη του.

Αυτή η παραδοξότητα δεν είναι πλέον απόλυτα αληθής: από τη δεκαετία του 1980 ως σήμερα οι επιστήμονες έχουν σκαρφιστεί διάφορες διατάξεις που επιτρέπουν τη διάγνωση της κατάστασης των κβάντων χωρίς να την «ταράξουν». Για παράδειγμα, η διάταξη που χρησιμοποίησε στο πείραμά του ο εν λόγω φυσικός του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον στο Σεντ Λιούις, ο Κέιτερ Μαρτς (Kater Murch), είναι ένα «τεχνητό άτομο που μπορεί να ακτινογραφηθεί με μικροκύματα». 

Στην πράξη, είναι ένα κύκλωμα που σε κατάσταση υπεραγωγιμότητας (ψυχόμενο σχεδόν στο απόλυτο μηδέν) εμφανίζει «κβαντισμένα ενεργειακά πεδία», όπως ένα άτομο. Οι δύο πόλοι της διάταξης αντιστοιχούν ο ένας στο κατώτερο ενεργειακό πεδίο (κατάσταση γείωσης, όπου τα ηλεκτρόνια σφιχταγκαλιάζουν τον πυρήνα ενός ατόμου) και ο άλλος σε ένα πεδίο διέγερσης (όπου τα ηλεκτρόνια κινούνται χαλαρά, σε απόσταση από τον πυρήνα). Ανάμεσα στις δύο αυτές ενεργειακές καταστάσεις υπάρχουν πάμπολλες ενδιάμεσες, οι λεγόμενες «υπερθέσεις» (superpositions).

Αν βάλεις αυτή τη διάταξη σε ένα κουτί και αφήσεις να διεισδύσει εντός του ένα φωτόνιο, η ενέργεια του φωτονίου θα συντονιστεί με κάποια από τα ενεργειακά πεδία των «φυλακισμένων» και θα τα διαταράξει. Αν όμως ρίξεις φωτόνιο με συχνότητα μικροκύματος, όπως κάνει ο Μαρτς, τότε το φωτόνιο διέρχεται από τη διάταξη χωρίς να συντονιστεί και εξέρχεται χωρίς να απορροφηθεί από τα κβάντα. Μετρώντας στην έξοδο την κυματοσυνάρτησή του, παίρνει κανείς την «ακτινογραφία» των ενεργειακών καταστάσεων που συνάντησε ως «αλλαγές φάσης» (μετατοπίσεις πλευρών και ακμών της κυματοσυνάρτησης του φωτονίου).




Τρελές ανακαλύψεις: στον κόσμο των κβάντων ο χρόνος είναι συμμετρικός και πιθανόν να συμβεί αυτό και στον δικό μας κόσμο!

Ο πιο απλός τρόπος για να κατανοήσει κανείς την ευαισθησία των κβάντων είναι να τα σκεφθεί σαν νόμισμα που στροβιλίζεται συνεχώς στον αέρα: έχει όλη την ώρα και «κορόνα» και «γράμματα», αλλά η μόνη στιγμή που «κάθεται» σε ένα από τα δύο είναι όταν το σταματήσεις (το μετρήσεις). Και βέβαια η πιθανότητα «να έλθει κορόνα ή γράμματα» είναι 50-50.

Ο Μαρτς και η ερευνητική ομάδα του έπαιξαν ένα παιχνίδι πρόβλεψης κρατώντας κρυφή την εκάστοτε «ακτινογραφία» που έβγαζε το όποιο μικροκυματικό φωτόνιο έριχναν στο κουτί. Χρησιμοποιώντας την εξίσωση Born έβρισκαν κάθε φορά την ενεργειακή υπέρθεση που θα «ακτινογραφούνταν» με πιθανότητα πρόβλεψης ακριβώς 50-50. 

Αλλά τότε ο Μαρτς είχε την ιδέα να αντιστρέψει τις εξισώσεις πιθανολογώντας το παρελθόν. «Μπορείς να υπολογίσεις προς τα πίσω» εξήγησε «αν χρησιμοποιήσεις κάτι που ονομάζεται μήτρα αποτελέσματος (effect matrix). Απλά παίρνεις όλες τις εξισώσεις και τις αναποδογυρίζεις. Εξακολουθούν να λειτουργούν και σου επιτρέπουν να ακολουθήσεις την τροχιά του φωτονίου προς τα πίσω».

Το συγκλονιστικό που προέκυψε είναι ότι αυτή η «εκ των υστέρων πρόβλεψη» (retrodiction) ήταν κατά 90% ακριβής. Δηλαδή, όταν τελικά διάβαζαν την «ακτινογραφία» της μέτρησης, αυτή ταυτιζόταν με την «εκ των υστέρων πρόβλεψη» εννέα στις δέκα φορές. 

Αλλά το ακόμη πιο συγκλονιστικό ήταν το επόμενο συμπέρασμα: στον κβαντικό κόσμο ο χρόνος τρέχει τόσο προς τα εμπρός όσο και προς τα πίσω. Η μετρούμενη κβαντική κατάσταση εμπεριέχει πληροφορίες τόσο από το παρελθόν, όσο και από το μέλλον της, πράγμα που αποδεικνύει ότι σε αυτόν τον «νανόκοσμο» των κβάντων, ο χρόνος είναι συμμετρικός και το «βέλος του χρόνου» δικέφαλο.

Αν δεχθούμε ότι αυτά τα πειραματικά δεδομένα ισχύουν πέραν πάσης αμφιβολίας, ορθώνονται τουλάχιστον τρία νέα μεγάλα ερωτήματα: 

κατά πρώτον, ποια είναι πλέον η πραγματική σχέση αιτίου - αιτιατού, κατά δεύτερον γιατί η «συμμετρία του χρόνου» εκδηλώνεται μόνο στις κβαντικές διαστάσεις και, κατά τρίτον, υπάρχουν προϋποθέσεις υπό τις οποίες το φαινόμενο θα μπορούσε να κλιμακωθεί, ώστε να ισχύσει και στον δικό μας «μεγάκοσμο»;

«Δεν είναι σαφές το γιατί στον πραγματικό κόσμο - τον κόσμο που αποτελείται από πολλά σωματίδια - ο χρόνος πηγαίνει μόνο προς τα εμπρός και η εντροπία πάντοτε αυξάνεται», δήλωσε ο Μαρτς, «αλλά πολλοί ερευνητές καταγίνονται με αυτό το πρόβλημα και περιμένω ότι σε λίγα χρόνια θα λυθεί». 

Προκειμένου να βρεθεί απάντηση στη σχέση αίτιο - αιτιατό, ο ίδιος σκέφτεται να δοκιμάσει ένα νέο πείραμα όπου η κβαντική διάταξη θα επαναλαμβάνεται με βρόγχους ανατροφοδότησης (κρίκοι αλυσίδας αιτίου - αιτιατού). 

Τρέχοντας το πείραμα μέσω των βρόγχων προς τα μπρος και προς τα πίσω ταυτόχρονα ελπίζει ότι θα βρει την απάντηση. Πότε; «Χρειάζεσαι 20-30 λεπτά της ώρας για να τρέξεις ένα τέτοιο πείραμα», λέει χαρακτηριστικά ο Μαρτς, «αρκετές εβδομάδες για την επεξεργασία όσων προκύπτουν και έναν χρόνο για να ξύνεις το κεφάλι σου ζυγιάζοντας, αν είσαι τρελός ή όχι».

Ως προς το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα, τα πράγματα δείχνουν να έχουν μια απλή απάντηση: η συμμετρία του χρόνου παρατηρήθηκε μόνο στα κβάντα, διότι μόνο σε αυτόν τον κυματικό νανόκοσμο, έχουμε την αστάθεια των ενεργειακών υπερθέσεων. 

Τελεία και παύλα, λοιπόν, ο χρόνος για μας, δεν γυρίζει πίσω. Σωστά;

«Οχι», απάντησαν προ δύο ετών, τέσσερις ερευνητές του Πανεπιστημίου της Βιέννης, με δημοσίευσή τους στο New Journal of Physics. 

Συγκεκριμένα οι Michele Sclafani, Thomas Juffmann, Christian Knobloch και Markus Arndt, κατόρθωσαν να επιτύχουν «κβαντική συνεκτική διάδοση» φθαλοκυανίνης (phthalocyanine) μέσα από τους σκελετούς χλωροπλαστικών διατόμων (του θαλασσινού φύκους Amphipleura pellucida). 

Δηλαδή, πήραν κβαντική συμπεριφορά από... μοριακές δομές! Μήπως, λοιπόν, η κλιμάκωση είναι εφικτή;

Επειδή οι εκπλήξεις μάλλον τώρα μόλις άρχισαν, έχετε τον νου σας στα «προσεχώς»: ένας εντελώς αλλιώτικος φυσικός κόσμος μπορεί να μας προκύψει στον αιώνα τούτο. 

Στο μεταξύ, μην ακούσω κανέναν να λέει: «ποιος ο λόγος να ζαλίζουμε τα παιδιά στο λύκειο με κβαντομηχανικές θεωρίες;».

Διαβάστε περισσότερα... »

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015

Συνείδηση, Αιτιότητα και Κβαντική Φυσική


Η Κβαντική θεωρία είναι ανοικτή σε διαφορετικές ερμηνείες και η εργασία αυτή επανεξετάζει κάποια απ’ τα σημεία τριβής. Η συνηθισμένη ερμηνεία της κβαντικής φυσικής δέχεται ότι, ο κβαντικός κόσμος χαρακτηρίζεται από απόλυτη αιτιοκρατία και ότι τα κβαντικά συστήματα υπάρχουν αντικειμενικά μόνο όταν μετρούνται ή παρατηρούνται. Η οντολογική ερμηνεία της κβαντικής θεωρίας του David Bohm, απορρίπτει και τις δύο αυτές 
υποθέσεις.



Η κβαντική θεωρία θεωρείται γενικά σαν μια απ’ τις πιο επιτυχημένες επιστημονικές θεωρίες που διατυπώθηκαν ποτέ. Αλλά ενώ η μαθηματική περιγραφή του κβαντικού κόσμου επιτρέπει, οι πιθανότητες των πειραματικών αποτελεσμάτων να είναι υπολογίσιμες με υψηλό βαθμό ακρίβειας, δεν υπάρχει ομοφωνία στο τι σημαίνει σε εννοιολογικούς όρους

Η θεωρία του Bohm ότι τα κβαντικά συμβάντα καθορίζονται εν μέρει από ανεπαίσθητες δυνάμεις, που λειτουργούν σε βαθύτερα επίπεδα της πραγματικότητας, συνδέεται στενά με τη θεωρία του John Eccle ότι, οι διάνοιές μας υπάρχουν έξω από τον υλικό κόσμο και αλληλεπιδρούν με άλλες διάνοιες στο κβαντικό επίπεδο. Τα παραφυσικά φαινόμενα υποδεικνύουν ότι οι διάνοιές μας επικοινωνούν με άλλες διάνοιες και επηρεάζουν μακρινά φυσικά συστήματα με ασυνήθιστους τρόπους. Είτε τέτοια φαινόμενα μπορούν να εξηγηθούν ικανοποιητικά με όρους μη-τοπικότητας και κβαντωμένου κενού είτε περιλαμβάνουν υπερφυσικές δυνάμεις και καταστάσεις της ύλης άγνωστες ακόμα στους επιστήμονες, αποτελεί ακόμα μια ανοικτή ερώτηση η οποία αξίζει επιπλέον πειραματικής μελέτης. 


Κβαντική αβεβαιότητα
Σύμφωνα με την αρχή της αβεβαιότητας, η θέση και η ορμή ενός υποατομικού σωματιδίου, δεν μπορούν να υπολογισθούν ταυτόχρονα, με ακρίβεια μεγαλύτερη απ’ αυτή που ορίζει η σταθερά του Plank. Κι αυτό επειδή, σε κάθε μέτρηση, ένα σωματίδιο πρέπει να αλληλεπιδράσει με ένα τουλάχιστον φωτόνιο ή κβάντα ενέργειας, το οποίο δρα και σαν σωματίδιο και σαν κύμα και το επηρεάζει με απρόβλεπτο και ανεξέλεγκτο τρόπο. Μια ακριβή μέτρηση της θέσης ενός ηλεκτρονίου σε τροχιά, μέσω μικροσκοπίου για παράδειγμα, απαιτεί τη χρήση μικρού μήκους κύματος φωτός, με αποτέλεσμα να μεταφέρεται στο ηλεκτρόνιο μια μεγάλη αλλά απρόβλεπτη ορμή. Απ’ την άλλη μεριά, μια ακριβή μέτρηση της ορμής του ηλεκτρονίου, απαιτεί κβάντα φωτός πολύ χαμηλής ορμής (και γι’ αυτό μεγάλου μήκους κύματος), κάτι που οδηγεί σε μεγάλη γωνία περίθλασης στο φακό και κακό προσδιορισμό της θέσης.

Αλλά, σύμφωνα με τη συνηθισμένη ερμηνεία της κβαντικής φυσικής, όχι μόνο μας είναι αδύνατο να υπολογίσουμε ταυτόχρονα τη θέση και την ορμή ενός σωματιδίου με ίδια ακρίβεια, αλλά και ένα σωματίδιο δεν έχει καλά καθορισμένες ιδιότητες όταν δεν αλληλεπιδρά με ένα όργανο μέτρησης. Γι’ αυτό, η αρχή της αβεβαιότητας συνεπάγεται ότι, ένα σωματίδιο δεν μπορεί ποτέ να βρίσκεται σε ακινησία, αλλά υπόκειται σε σταθερές ταλαντώσεις ακόμα κι όταν δεν διεξάγεται κάποια μέτρηση και αυτές οι ταλαντώσεις υποτίθεται ότι δεν έχουν καθόλου αιτία. Με άλλα λόγια, ο κβαντικός κόσμος πιστεύεται ότι χαρακτηρίζεται από πλήρη έλλειψη αιτιοκρατίας, εγγενή ασάφεια και αμείωτη ανομία. Όπως το θέτει ο σύγχρονος φυσικός David Bohm (1984, σελ. 87): "υποτίθεται ότι σε κάθε πείραμα, το ακριβές αποτέλεσμα που θα επιτευχθεί, είναι εντελώς αυθαίρετο, με την έννοια ότι δεν έχει σχέση με ο,τιδήποτε άλλο που υπάρχει ή που έχει υπάρξει στον κόσμο."

Ο Bohm (ibid, σελ. 95) θεωρεί ότι, η εγκατάλειψη της αιτιότητας υπήρξε πολύ βιαστική: "είναι αρκετά πιθανό, ενώ η κβαντική θεωρία και μαζί της και η αρχή της απροσδιοριστίας είναι έγκυρες με πολύ βαθμό προσέγγισης σε ένα συγκεκριμένο πεδίο παύουν και οι δύο να είναι έχουν αξία σε νέα πεδία κάτω απ’ αυτό το οποίο η σύγχρονη θεωρία είναι εφαρμόσιμη. Έτσι, το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει βαθύτερο επίπεδο αιτιατά καθορισμένης κίνησης, είναι απλά κυκλική αιτιολόγηση, αφού θα προκύψει μόνο αν υποθέσουμε προκαταβολικά ότι δεν υπάρχει τέτοιο επίπεδο." Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι φυσικοί αρκούνται να δεχθούν την υπόθεση του απόλυτα τυχαίου. Θα επιστρέψουμε σ’ αυτό το θέμα αργότερα, σε συνδυασμό με την ελεύθερη βούληση.


Συντρίβοντας την κυματοσυνάρτηση
Ένα κβαντικό σύστημα αναπαριστάται μαθηματικά με μια κυματοσυνάρτηση, που προκύπτει απ’ την εξίσωση Schrodinger. Η κυματοσυνάρτηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να υπολογίσουμε την πιθανότητα να βρεθεί ένα σωματίδιο σε κάποιο σημείο του χώρου. 

Όταν πραγματοποιείται μια μέτρηση, το σωματίδιο βρίσκεται φυσικά σε μία μόνο θέση, αλλά αν η κυματοσυνάρτηση υποτίθεται ότι παρέχει μια πλήρη και επακριβή περιγραφή της κατάστασης του κβαντικού συστήματος – όπως είναι στην συνηθισμένη ερμηνεία – αυτό θα σήμαινε ότι μεταξύ των μετρήσεων το σωματίδιο διαλύεται σε μια "επαλληλία κυμάτων πιθανοτήτων" και είναι δυναμικά παρόν σε πολλά διαφορετικά μέρη ταυτόχρονα. Τότε, όταν πραγματοποιείται η επόμενη μέτρηση, αυτό το πακέτο κυμάτων υποτίθεται ότι "διαλύεται" ακαριαία, με κάποιο τυχαίο και μυστηριώδη τρόπο, ξανά σε ένα σωματίδιο σε ορισμένο χώρο. Αυτή η ξαφνική και συνεχή "διάλυση" παραβιάζει την εξίσωση Schrodinger και δεν επεξηγείται περαιτέρω στην συνηθισμένη ερμηνεία.

Αφού η συσκευή μέτρησης που υποτίθεται ότι κάνει την κυματοσυνάρτηση ενός σωματιδίου να καταρρεύσει, είναι φτιαγμένη από υποατομικά σωματίδια, φαίνεται ότι η δική της κυματοσυνάρτηση θα έπρεπε να καταρρέει από άλλη συσκευή μέτρησης (η οποία θα μπορούσε να είναι το μάτι και το μυαλό ενός ανθρώπινου παρατηρητή), η οποία με τη σειρά της χρειάζεται να καταρρεύσει από μία ακόμα συσκευή μέτρησης κ.ο.κ., οδηγώντας σε μια άπειρη διαδρομή προς τα πίσω. Στην πραγματικότητα, η κοινώς αποδεκτή ερμηνεία της κβαντικής θεωρίας συνεπάγεται ότι όλα τα μακροσκοπικά αντικείμενα που βλέπουμε γύρω μας υπάρχουν σε μια αντικειμενική, ευκρινή κατάσταση μόνο όταν μετριούνται ή παρατηρούνται. Ο Schrodinger επινόησε μια διάσημη ιδέα-πείραμα για να επιδείξει παράλογες συνέπειες αυτής της ερμηνείας. Μια γάτα τοποθετείται σ’ ένα κουτί που περιέχει μια ραδιενεργή ουσία, έτσι ώστε να υπάρχει πιθανότητα 50-50 ένα άτομο να διασπασθεί σε μία ώρα. 

Αν ένα άτομο διασπασθεί, προκαλεί την απελευθέρωση ενός δηλητηριώδους αερίου, που σκοτώνει τη γάτα. Μετά από μια ώρα η γάτα υποτίθεται ότι είναι ταυτόχρονα νεκρή και ζωντανή (και καθετί ανάμεσα στα δύο), μέχρι κάποιος να ανοίξει το κουτί και ακαριαία να προκαλέσει την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης του, σε μια νεκρή ή ζωντανή γάτα.

Ποικίλες λύσεις έχουν προταθεί για το "πρόβλημα μέτρησης" που σχετίζεται με την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης. Κάποιοι φυσικοί υποστηρίζουν ότι ο κλασικός κόσμος ή μακρόκοσμος δεν πάσχει από την κβαντική ασάφεια, επειδή μπορεί να αποθηκεύσει πληροφορίες και υπόκειται σ’ ένα "βέλος του χρόνου", ενώ ο κβαντικός κόσμος ή μικρόκοσμος προβάλλεται ως αδύνατος να αποθηκεύσει πληροφορίες και χρονικά ανατρέψιμος (Pagels, 1983). Μια πιο εξωφρενική προσέγγιση, είναι η υπόθεση των πολλαπλών συμπάντων, η οποία ισχυρίζεται ότι το σύμπαν διχάζεται κάθε φορά που εκτελείται μια μέτρηση (ή μια αλληλεπίδραση παρόμοια με μέτρηση), έτσι ώστε όλες οι πιθανότητες που αναπαριστούνται απ’ την κυματοσυνάρτηση (π.χ. μια ζωντανή γάτα και μια νεκρή γάτα) υπάρχουν αντικειμενικά, αλλά σε διαφορετικά σύμπαντα. Η Συνείδηση μας, υποτίθεται ότι διαιρείται σταθερά σε διαφορετικούς εαυτούς, που κατοικούν αυτούς τους πολλαπλασιαζόμενους, μη-επικοινωνούντες κόσμους.

Άλλοι θεωρητικοί υποθέτουν ότι, είναι η Συνείδηση που προκαλεί την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης και έτσι δημιουργεί την πραγματικότητα. Στην άποψη αυτή, ένα υποατομικό σωματίδιο δεν προσλαμβάνει συγκεκριμένες ιδιότητες όταν αλληλεπιδρά με μια συσκευή μέτρησης, αλλά μόνο όταν η ανάγνωση της συσκευής μέτρησης καταγράφεται στο μυαλό ενός παρατηρητή (το οποίο μπορεί φυσικά να συμβεί, πολύ μετά αφού έχει πραγματοποιηθεί η μέτρηση). Σύμφωνα με την πιο ακραία, ανθρωποκεντρική εκδοχή αυτής της θεωρίας, μόνο τα ενσυνείδητα όντα, όπως εμείς, μπορούν να προκαλούν την κατάρρευση μιας κυματοσυνάρτησης. 

Αυτό σημαίνει ότι, όλο το σύμπαν πρέπει να υπήρχε πρωταρχικά σε λανθάνουσα κατάσταση σε μια υποθετική σφαίρα κβαντικών πιθανοτήτων, μέχρι που ενσυνείδητα όντα εξελίχθηκαν βαθμιαία και προκάλεσαν την κατάρρευση του εαυτού τους και του υπόλοιπου του τμήματος της πραγματικότητάς τους στον υλικό κόσμο και τα αντικείμενα παραμένουν σε μια κατάσταση πραγματικότητας, μόνο όσο παρατηρούνται απ’ τους ανθρώπους (Goswami, 1993). Παρ’ όλα αυτά, άλλοι θεωρητικοί πιστεύουν ότι, μη ενσυνείδητες οντότητες, συμπεριλαμβανομένων γατών και πιθανόν ακόμα και ηλεκτρονίων, μπορούν ίσως να προκαλέσουν την κατάρρευση των κυματοσυναρτήσεων τους (Herbert, 1993).

Η θεωρία της κατάρρευσης της κυματοσυνάρτησης (ή κατάρρευση των ανυσμάτων κατάστασης, όπως αποκαλείται μερικές φορές), εγείρει το ερώτημα, πώς τα "κύματα πιθανότητας" που η κυματοσυνάρτηση θεωρείται ότι αναπαριστά, μπορούν να καταρρεύσουν σε ένα σωματίδιο, αν δεν είναι τίποτα άλλο παρά αφηρημένα μαθηματικά δημιουργήματα. Αφού η ιδέα των πακέτων κυμάτων που απλώνονται και καταρρέουν δεν βασίζεται σε αυστηρά πειραματικά δεδομένα, αλλά μόνο σε ιδιαίτερες ερμηνείες της κυματοειδούς συνάρτησης, αξίζει να ρίξουμε μια ματιά σε μια απ’ τις κύριες εναλλακτικές ερμηνείες, αυτή του David Bohm και των συνεργατών του, που παρέχει μια κατανοητή εκτίμηση του τι μπορεί να συμβαίνει στο κβαντικό επίπεδο.


Η ενυπάρχουσα τάξη
Η οντολογική ερμηνεία της κβαντικής φυσικής του Bohm, απορρίπτει την υπόθεση ότι η κυματοσυνάρτηση δίνει την πιο σωστή περιγραφή της δυνατής πραγματικότητας και έτσι αρνείται την ανάγκη να εισάγει μια άρρωστα-ορισμένη και μη ικανοποιητική έννοια της κατάρρευσης της κυματοσυνάρτησης (και όλων των παραδόξων που την συνοδεύουν). 

Αντίθετα υποθέτει την πραγματική ύπαρξη των σωματιδίων και των πεδίων: τα σωματίδια έχουν μια περίπλοκη εσωτερική δομή και συντροφεύονται πάντα από ένα κβαντικό κυματικό πεδίο· επηρεάζονται όχι μόνο από κλασικές ηλεκτρομαγνητικές δυνάμεις, αλλά και από μια λεπτότερη δύναμη, το κβαντικό δυναμικό, που ορίζεται απ’ το κβαντικό τους πεδίο, το οποίο υπακούει στην εξίσωση Schrodinger (Bohm & Hiley, 1993, Bohm & Peat, 1989, Hiley & Peat, 1991).

Το κβαντικό δυναμικό μεταφέρει πληροφορίες απ’ όλο το περιβάλλον και παρέχει άμεσες, μη-τοπικές συνδέσεις μεταξύ κβαντικών συστημάτων. Κατευθύνει τα σωματίδια με τον ίδιο τρόπο που κατευθύνουν τα ραδιοφωνικά κύματα ένα πλοίο με αυτόματο πιλότο – όχι με την έντασή τους, αλλά με τη μορφή τους. Είναι εξαιρετικά ευαίσθητο και περίπλοκο, ώστε οι σωματιδιακές τροχιές εμφανίζονται χαοτικές. 

Αντιστοιχούν σ’ αυτό που ο Bohm ονομάζει ενυπάρχουσα τάξη, η οποία μπορεί να θεωρηθεί, σαν ένας αχανής ωκεανός ενέργειας στον οποίο ο φυσικός ή αναπτυσσόμενος κόσμος είναι ένας απλός κυματισμός. Ο Bohm δείχνει ότι η ύπαρξη μιας δεξαμενής ενέργειας αυτού του είδους αναγνωρίζεται, αλλά της δίνεται μικρή εκτίμηση, απ’ την κοινώς αποδεκτή κβαντική θεωρία, η οποία αξιώνει ένα καθολικό κβαντικό πεδίο – το κβαντικό κενό ή πεδίο μηδενικού σημείου – που αποτελεί τη βάση του υλικού κόσμου. Πολύ λίγα είναι σήμερα γνωστά για το κβαντικό κενό, αλλά η ενεργειακή του πυκνότητα εκτιμάται στο αστρονομικό 10108 J/cm3 (Forward, 1996, σελ. 328-37).

Στην συμπεριφορά της θεωρίας του για το κβαντικό πεδίο, ο Bohm προτείνει ότι, το κβαντικό πεδίο (η ενυπάρχουσα τάξη) υπόκειται στη διαμορφωτική και οργανωτική επιρροή ενός υπερ-κβαντικού δυναμικού, που εκφράζει τη δράση μιας υπερ-ενυπάρχουσας τάξης. Το υπερ-κβαντικό δυναμικό κάνει τα κύματα να συγκλίνουν ή να αποκλίνουν, παράγονταν ένα είδος συμπεριφοράς όμοιας με των σωματιδίων. 

Οι φαινομενικά διαφορετικές μορφές που βλέπουμε γύρω μας είναι συνεπώς μόνο σχετικά σταθερά και ανεξάρτητα μοτίβα, που δημιουργούνται και υποστηρίζονται από μια ακατάπαυστη και βασική κίνηση τυλίγματος και ξετυλίγματος, με τα σωματίδια να διαλύονται σταθερά σε μια ενυπάρχουσα τάξη και μετά να κρυσταλλοποιούνται ξανά. Αυτή η διαδικασία πραγματοποιείται ακατάπαυστα και με μια εκπληκτική γρηγοράδα και δεν εξαρτάται από κάποια μέτρηση που γίνεται.

Στο μοντέλο του Bohm, ο κβαντικός κόσμος υπάρχει όταν δεν παρατηρείται και μετριέται. Απορρίπτει την θετικιστική άποψη, ότι κάτι που δεν μπορεί να μετρηθεί ή να γίνει γνωστό με ακρίβεια, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι υπάρχει. Με άλλα λόγια δεν συγχέει την επιστημολογία με την οντολογία, τον χάρτη με την περιοχή. Για τον Bohm, οι πιθανότητες που υπολογίζονται για την κυματοσυνάρτηση, υποδεικνύουν τις πιθανότητες ενός σωματιδίου να βρίσκεται σε διαφορετικές θέσεις, άσχετα από το αν γίνεται μια μέτρηση, ενώ στην κοινά αποδεκτή ερμηνεία, υποδεικνύουν τις πιθανότητες ενός σωματιδίου να δημιουργείται σε διαφορετικές θέσεις όταν γίνεται μια μέτρηση. Το σύμπαν αυτοπροσδιορίζεται συνεχώς μέσα απ’ τις ακατάπαυστες αλληλεπιδράσεις του – απ’ τις οποίες η μέτρηση είναι μόνο ένα συγκεκριμένο παράδειγμα – και γι’ αυτό δεν μπορούν να προκύπτουν παράλογες καταστάσεις, όπως νεκρο-ζωντανές γάτες.

Έτσι, αν και ο Bohm απορρίπτει την άποψη ότι η ανθρώπινη συνείδηση δημιουργεί τα κβαντικά συστήματα και δεν πιστεύει ότι οι διάνοιές μας έχουν φυσιολογικά σημαντική επίδραση στο αποτέλεσμα μιας μέτρησης (εκτός με την έννοια ότι επιλέγουμε τη διευθέτηση του πειράματος), η ερμηνεία του ανοίγει το δρόμο για τη λειτουργία βαθύτερων, λεπτότερων και περισσότερο νοητικών επιπέδων της πραγματικότητας.

Υποστηρίζει ότι η συνείδηση ριζώνει βαθιά στην ενυπάρχουσα τάξη και γι’ αυτό είναι παρούσα σε κάποιο βαθμό σε όλες τις υλικές μορφές. Προτείνει, ότι ίσως υπάρχει μια άπειρη σειρά από ενυπάρχουσες τάξεις, με την καθεμιά να έχει ταυτόχρονα μια υλική πλευρά και μια συνειδησιακή πλευρά: "καθετί υλικό είναι επίσης και νοητικό και καθετί νοητικό είναι επίσης υλικό, αλλά υπάρχουν ακόμα λεπτότερα επίπεδα ύλης απ’ όσα γνωρίζουμε" (Weber, 1990, σελ. 151). Η έννοια του ενυπάρχοντος πεδίου θα μπορούσε να ειδωθεί σαν μια εκτεταμένη μορφή υλισμού, αλλά, λέει, "θα μπορούσε εξίσου να αποκαλείται ιδεαλισμός, πνεύμα, Συνείδηση. Ο διαχωρισμός των δύο – ύλης και πνεύματος – αποτελεί μία αφαίρεση. Το έδαφος είναι πάντα ένα." (Weber, 1990, σελ. 101)


Νους και ελεύθερη βούληση
Η κβαντική απροσδιοριστία είναι ξεκάθαρα ανοικτή σε ερμηνεία: είτε σημαίνει κρυμμένες (για μας) αιτίες, ή πλήρη απουσία αιτιών. Η θέση πως κάποια γεγονότα "μόλις συμβαίνουν" για κανένα λόγο δεν είναι δυνατό να αποδειχθούν, επειδή η ανικανότητά μας να αναγνωρίσουμε μια αιτία, δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι δεν υπάρχει αιτία. Η έννοια της απόλυτης πιθανότητας συνεπάγεται ότι τα κβαντικά συστήματα μπορούν να δράσουν εντελώς αυθόρμητα, εντελώς απομονωμένα και ανεπηρέαστα από καθετί άλλο στο σύμπαν. 

Η αντίθετη άποψη είναι ότι, όλα τα συστήματα συμμετέχουν συνεχώς σε ένα περίπλοκο δίκτυο αιτιατών αλληλεπιδράσεων και διασυνδέσεων, σε πολλά διαφορετικά επίπεδα. Μεμονωμένα κβαντικά συστήματα συμπεριφέρονται σίγουρα απρόβλεπτα, αλλά παρ’ όλα αυτά αν δεν υπόκεινταν σε κάποιους αιτιατούς παράγοντες, θα ήταν δύσκολο να καταλάβουμε, γιατί η ομαδική τους συμπεριφορά παρουσιάζει στατιστικές κανονικότητες.

Η θέση ότι, καθετί έχει μια αιτία, ή μάλλον πολλές αιτίες, δεν συνεπάγεται απαραίτητα ότι όλα τα γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων και των επιλογών μας, είναι αυστηρά προκαθορισμένα από καθαρά φυσικές διαδικασίες – μια άποψη που συχνά αποκαλείται "αυστηρή αιτιοκρατία" (Thornton, 1989). Η έλλειψη αιτιοκρατίας στο κβαντικό επίπεδο, παρέχει ένα άνοιγμα για δημιουργικότητα και ελεύθερη βούληση. Αλλά αν αυτή η έλλειψη αιτιοκρατίας ερμηνεύεται σαν απόλυτη πιθανότητα, θα σήμαινε ότι οι επιλογές και οι δράσεις μας απλά "ξεφυτρώνουν" με εντελώς τυχαίο και αυθαίρετο τρόπο, κατά την οποία περίπτωση μετα βίας θα αποκαλούνταν δικές μας αποφάσεις και έκφραση της δικιάς μας ελεύθερης βούλησης.

Εναλλακτικά, η έλλειψη κβαντικής αιτιοκρατίας θα μπορούσε να ερμηνευθεί σαν αιτιότητα από λεπτότερα, μη-φυσικά επίπεδα, έτσι ώστε οι πράξεις της ελεύθερης βούλησής μας έχουν αιτία – αλλά αυτή των αυτοσυνείδητων διανοιών μας. Απ’ αυτή την προοπτική – που μερικές αποκαλείται "ήπια αιτιοκρατία" – η ελεύθερη βούληση περιλαμβάνει την ενεργή, αυτό-συνείδητη αυτό-αιτιοκρατία.

Σύμφωνα με τον ορθόδοξο επιστημονικό υλισμό, οι διανοητικές καταστάσεις είναι πανομοιότυπες με τις καταστάσεις του εγκεφάλου· οι σκέψεις μας και τα συναισθήματά μας και η αίσθηση του εαυτού μας, γεννιούνται από ηλεκτροχημική δραστηριότητα στον εγκέφαλο. Αυτό θα σήμαινε είτε ότι ένα μέρος του εγκεφάλου ενεργοποιεί ένα άλλο, το οποίο ενεργοποιεί μετά ένα άλλο κ.λπ. ή ότι μια ιδιαίτερη περιοχή του εγκεφάλου ενεργοποιείται αυτόματα, χωρίς κάποια αιτία και είναι δύσκολο να δούμε πώς καθεμία απ’ τις εναλλακτικές λύσεις θα παρείχε μια βάση για ένα συνειδητό εαυτό και μια ελεύθερη βούληση. Ο Francis Crick (1994), για παράδειγμα, που πιστεύει ότι η συνείδηση είναι βασικά ένα πακέτο νεύρων, λέει ότι η κύρια έδρα της ελεύθερης βούλησης είναι πιθανόν μέσα ή κοντά σε ένα κομμάτι του εγκεφαλικού φλοιού γνωστό σαν anterior cingulate sulcus, αλλά υπαινίσσεται ότι η αίσθηση της ελευθερίας μας είναι σε μεγάλο μέρος, αν όχι ολοκληρωτικά, μια παραίσθηση.

Εκείνοι που μειώνουν τη συνείδηση σε ένα υποπροϊόν του εγκεφάλου διαφωνούν για τη σπουδαιότητα των κβαντο-μηχανικών απόψεων των νευρωνικών δικτύων: για παράδειγμα, ο Francis Crick, ο αείμνηστος Roger Sperry (1994), και ο Daniel Dennett (1991), τείνουν να αγνοήσουν την κβαντική φυσική, ενώ ο Stuart Hameroff (1994) πιστεύει ότι η συνείδηση προέρχεται από κβαντική συνοχή στους μικροσωληνίσκους πρωτοπλάσματος μέσα στους νευρώνες του εγκεφάλου. Μερικοί ερευνητές βλέπουν μια σχέση μεταξύ της συνείδησης και του κβαντικού κενού: για παράδειγμα, ο Charles Laughlin (1996) υποστηρίζει ότι οι νευρωνικές δομές που μεσολαβούν για την συνείδηση ίσως να αλληλεπιδρούν μη-τοπικά με το κενό (ή κβαντική θάλασσα), ενώ ο Edgar Mitchell (1996) πιστεύει ότι, τόσο η ύλη όσο και η συνείδηση απορρέουν απ’ το ενεργειακό δυναμικό του κενού.

Ο Νευροεπιστήμονας Sir John Eccles απορρίπτει την υλιστική άποψη σαν "πρόληψη" και υποστηρίζει τη δυαδική διαδραστικότητα: υποστηρίζει ότι υπάρχει ένας ψυχικός κόσμος μαζί με τον υλικό κόσμο, και ότι ο νους μας ή ο εαυτός μας ενεργεί στον εγκέφαλο (ειδικά η συμπληρωματική κινητήρια περιοχή του νευροφλοιού) στο κβαντικό επίπεδο, αυξάνοντας την πιθανότητα της πυροδότησης επιλεγμένων νευρώνων (Eccles, 1994, Giroldini, 1991). 

Υποστηρίζει ότι ο νους όχι μόνο δεν είναι φυσικός, αλλά απολύτως μη υλικός και μη στερεός. Παρ’ όλα αυτά, αν δεν σχετίζονταν με κάποιο είδος ενέργειας-ουσίας, θα ήταν μια φτωχή αφαίρεση και γι’ αυτό ανήμπορος να ασκήσει οποιαδήποτε επιρροή στο φυσικό κόσμο. Αυτή η αντίρρηση, εφαρμόζεται επίσης σε αυτούς που είναι αντίθετοι στην ελάττωση, οι οποίοι κρατιούνται μακριά από τη λέξη "δυαδικός" και περιγράφουν την ύλη και τη συνείδηση σαν συμπληρωματικές ή δυαδικές όψεις της πραγματικότητας, και ακόμα αρνούνται στη συνείδηση κάθε ενεργητική και πραγματική φύση, υποδηλώνοντας έτσι ότι είναι κατ’ ουσία διαφορετική απ’ την ύλη και στην πράξη μια απλή αφαίρεση.

Μια εναλλακτική τοποθέτηση είναι αυτή που αντηχεί σε πολλές μυστικιστικές και πνευματικές παραδόσεις: αυτή η φυσική ύλη είναι μόνο μια "οκτάβα" σε ένα άπειρο φάσμα ύλης-ενέργειας ή συνείδησης-ουσίας και όπως ο φυσικός κόσμος οργανώνεται και συντονίζεται κατά μεγάλο μέρος από εσωτερικούς κόσμους (αστρικό, νοητικό και πνευματικό), έτσι το φυσικό σώμα ενεργοποιείται και ελέγχεται κατά μεγάλο μέρος από λεπτότερα σώματα ή ενεργειακά πεδία, συμπεριλαμβανομένου ενός αστρικού σώματος-ομοιώματος και ενός νου ή ψυχής (βλ. Purucker, 1973). 

Σύμφωνα με την άποψη αυτή, η φύση γενικά, και όλες οι οντότητες που την αποτελούν, σχηματίζονται και οργανώνονται κυρίως από μέσα προς τα έξω, από βαθύτερα επίπεδα της δομής τους. Αυτός ο εσωτερικός προσανατολισμός είναι κάποτε αυτόματος και παθητικός, κάνοντας να εμφανίζονται οι αυτόματες σωματικές λειτουργίες μας και η συνήθης και ενστικτώδης συμπεριφορά και τακτικά, οι νομιμοφανείς λειτουργίες της φύσης γενικά, και κάποτε είναι ενεργός και αυτοσυνείδητος, όπως στις σκόπιμες και βουλητικές πράξεις μας. 

Ένα φυσικό σύστημα που υπόκειται σε τέτοιες λεπτότερες επιρροές δεν δέχεται τόσο επιδράσεις από έξω, όσο κατευθύνεται από μέσα. Εκτός του ότι επηρεάζουν τους εγκεφάλους και τα σώματά μας, οι διάνοιές μας φαίνεται επίσης ότι μπορούν να επηρεάσουν άλλες διάνοιες και σώματα και άλλα φυσικά αντικείμενα σε απόσταση, όπως φαίνεται στα παραφυσικά φαινόμενα.


EPR και ESP
Ήταν ο David Bohm και ένας απ’ τους υποστηρικτές του, ο John Bell απ’ το CERN, που έθεσαν το μεγαλύτερο μέρος του θεωρητικού υπόβαθρου για τα πειράματα ERP που πραγματοποιήθηκαν απ’ τον Alain Aspect το 1982 (το πρώτο πείραμα-σκέψης προτάθηκε απ’ τους Einstein, Podolsky, και Rosen το 1935). Αυτά τα πειράματα έδειξαν ότι, αν δύο κβαντικά συστήματα αλληλεπιδράσουν και κατόπιν διαχωριστούν, η συμπεριφορά τους, συσχετίζεται με ένα τρόπο που δεν μπορεί να εξηγηθεί με όρους σημάτων που ταξιδεύουν ανάμεσά τους με την ταχύτητα του φωτός ή χαμηλότερη.* Αυτό το φαινόμενο είναι γνωστό ως μη-εντοπισμός και δέχεται δύο βασικές ερμηνείες: είτε συνεπάγεται άμεση, ακαριαία δράση από απόσταση, ή συνεπάγεται μεταβίβαση σημάτων ταχύτερη του φωτός.

* Τα πειραματικά αποτελέσματα δεν είναι τόσο σαφή όσο παρουσιάζονται προς τα έξω και εφαρμόζονται ρυθμίσεις με μεγάλη ασάφεια δεδομένων. Βλ. C.H. Thompson, ‘Behind the scenes at the EPR magic show’, εκδ. F. Selleri, ‘Open Questions in Relativistic Physics’, Montreal: Apeiron, 1998, σελ. 351-9; C.H. Thompson, ‘The tangled methods of quantum entanglement experiments’,http://users.aber.ac.uk/cat/Tangled/tangled.html. (η σημείωση προστέθηκε στον Νοέμβριο του 2000).

Αν οι μη-τοπικοί συσχετισμοί είναι απόλυτα ακαριαίοι, θα ήταν ουσιαστικά μη αιτιατοί· αν δύο γεγονότα συμβαίνουν εντελώς ταυτόχρονα, "αιτία" και "αποτέλεσμα" θα ήταν δυσδιάκριτα, και δεν θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το ένα απ’ τα γεγονότα προκαλεί το άλλο μέσω μεταφοράς δύναμης ή ενέργειας, επειδή καμιά τέτοια μετάδοση δεν θα μπορούσε να γίνει απείρως γρήγορα. Γι’ αυτό δεν θα μπορούσε να υπάρξει αιτιατός μηχανισμός μετάδοσης που να εξηγείται, και οι όποιες έρευνες θα περιορίζονταν στις συνθήκες που επιτρέπουν να συμβαίνουν γεγονότα συσχέτισης σε διαφορετικά μέρη.

Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι το φως και άλλα είδη ηλεκτρομαγνητισμού θεωρήθηκαν επίσης κάποτε ότι διαδίδονταν ακαριαία, έως ότου τα δεδομένα της παρατήρησης απέδειξαν το διαφορετικό. Είναι αδύνατον να επιβεβαιωθεί η υπόθεση ότι, οι μη-τοπικές συνδέσεις είναι απόλυτα ακαριαίες, καθώς θα χρειάζονταν δύο τέλεια συγχρονισμένες μετρήσεις, οι οποίες θα απαιτούσαν άπειρη ακρίβεια. Παρ’ όλα αυτά, καθώς έδειξαν ο David Bohm και ο Basil Hiley (1993, σελ. 293-4, 347), αυτό θα μπορούσε να είναι πειραματικά πλαστογραφημένο. 

Επειδή, αν οι μη-τοπικές συνδέσεις δεν διαδίδονται με άπειρες ταχύτητες, αλλά με την ταχύτητα του φωτός ή μεγαλύτερες μέσω ενός "κβαντικού αιθέρα" – ένα υποκβαντικό πεδίο όπου η σύγχρονη κβαντική θεωρία και η θεωρία της σχετικότητας θα κατέρρεαν – τότε οι συσχετίσεις που προβλέπονται απ’ την κβαντική θεωρία θα εξαφανίζονταν, αν οι μετρήσεις γίνονταν σε περιόδους μικρότερες απ’ αυτές που απαιτούνται για τη μετάδοση των κβαντικών συνδέσεων μεταξύ των σωματιδίων. Τέτοια πειράματα είναι πέρα απ’ τις δυνατότητες της παρούσας τεχνολογίας, αλλά ίσως να είναι δυνατά στο μέλλον. Αν υπάρχουν αλληλεπιδράσεις υπεράνω του φωτός, θα ήταν "μη-τοπικές" μόνο με τη λογική του μη-φυσικού.

Η μη-τοπικότητα έχει επικαλεστεί σαν εξήγηση για την τηλεπάθεια και τη διόραση, αν και μερικοί ερευνητές πιστεύουν ότι ίσως να περιλαμβάνει ένα βαθύτερο επίπεδο μη-τοπικότητας ή αυτό που ο Bohm ονομάζει "υπερ – μη-τοπικότητα" (ίσως όμοια με τον "μορφικό συντονισμό" ("morphic resonance") του Sheldrake). Όπως ήδη έχει δειχθεί, αν η μη-τοπικότητα ερμηνεύεται ως ικανότητα ακαριαίας σύνδεσης, θα συνεπάγονταν ότι οι πληροφορίες θα "λαμβάνονταν" σε απόσταση, ακριβώς την ίδια στιγμή που γεννιούνται, δίχως να υφίστανται κάποιο είδος μετάδοσης. Κυρίως, κάποιος θα προσπαθούσε τότε να καταλάβει τις συνθήκες που επιτρέπουν την άμεση εμφάνιση της πληροφορίας.

Η εναλλακτική θέση είναι ότι η πληροφορία – που είναι βασικά ένας τύπος ενέργειας – χρειάζεται πάντα κάποιο χρόνο για να ταξιδέψει από την πηγή σε κάποιο άλλο τόπο, ότι η πληροφορία αποθηκεύεται σε κάποιο παραφυσικό επίπεδο και ότι, μπορούμε να έχουμε πρόσβαση σ’ αυτή την πληροφορία ή να ανταλλάξουμε πληροφορίες με άλλες διάνοιες, αν υπάρχουν οι απαραίτητες συνθήκες της "συμπαθητικού συντονισμού". 

Όπως και με το EPR, η υπόθεση ότι η τηλεπάθεια είναι απόλυτα ακαριαία είναι αναπόδεικτη, αλλά ίσως θα ήταν δυνατό να επινοήσουμε πειράματα που θα μπορούσαν να το ανασκευάσουν. Επειδή, αν τα φαινόμενα ESP περιλαμβάνουν λεπτότερους τύπους ενέργειας που ταξιδεύει με πεπερασμένες αλλά κάτω του φωτός ταχύτητες διαμέσου υπερφυσικών σφαιρών, ίσως είναι δυνατόν να ανιχνεύσουμε μια καθυστέρηση μεταξύ της μετάδοσης και της λήψης και επίσης κάποια εξασθένιση της επίδρασης από πολύ μακρινές αποστάσεις, αν και ήδη αποτελεί στοιχείο ότι κάθε εξασθένιση πρέπει να δοκιμαστεί πολύ λιγότερο απ’ την ηλεκτρομαγνητική ενέργεια, η οποία υπόκειται στον νόμο του αντίστροφου-τετραγώνου.

Όσο για την πρόγνωση, την τρίτη κατηγορία του ESP, μια πιθανή εξήγηση είναι ότι, περιλαμβάνει άμεση, "μη-τοπική" πρόσβαση στο πραγματικό μέλλον. Εναλλακτικά, ίσως να περιλαμβάνει την διορατική αντίληψη ενός πιθανού μελλοντικού σεναρίου, που ξεκινάει να παίρνει μορφή με βάση τις τωρινές τάσεις και προθέσεις, σε συμφωνία με την παραδοσιακή ιδέα ότι τα επερχόμενα γεγονότα ρίχνουν τη σκιά τους πριν απ’ αυτά. Ο Bohm λέει ότι, τέτοια προσκίαση συμβαίνει "βαθιά στην ενυπάρχουσα τάξη" (Talbot, 1992, σελ. 212) – την οποία κάποιες μυστικιστικές παραδόσεις αποκαλούν αστρικές ή ακασικές σφαίρες.


Ψυχοκίνηση και ο αόρατος κόσμος
Η μικρο-ψυχοκίνηση περιλαμβάνει την επιρροή της συνείδησης στα ατομικά σωματίδια. Σε κάποια πειράματα μικρο-ψυχοκίνησης που διεξήχθησαν από τον Helmut Schmidt, ομάδες αντικειμένων μπορούσαν τυπικά να αλλάξουν τις πιθανότητες των κβαντικών γεγονότων από 50% σε 51% και μερικά άτομα κατάφεραν πάνω από 54% (Broughton, 1991, σελ. 177). Πειράματα στο εργαστήριο PEAR στο Πανεπιστήμιο του Princeton απέφεραν μικρότερες μετακινήσεις ενός δεκάκις χιλιοστού (Jahn & Dunne, 1987). 

Μερικοί ερευνητές έχουν επικαλεστεί τη θεωρία της κατάρρευσης της κυματοσυνάρτησης εξαιτίας της συνείδησης, για να εξηγήσουν τέτοια αποτελέσματα. Υποστηρίζεται ότι, στην μικρο-ψυχοκίνηση, σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη, το παρατηρούμενο αντικείμενο βοηθάει να καθορίσουμε ποιο θα είναι το αποτέλεσμα της κατάρρευσης της κυματοσυνάρτησης, ίσως με κάποιο τύπο της πληροφοριακής διαδικασίας. (Broughton, 1991, σελ. 177-81). 

Ο Eccles ακολουθεί παρόμοια προσέγγιση για να εξηγήσει πώς οι διάνοιές μας ενεργούν πάνω στους εγκεφάλους μας. Παρ’ όλα αυτά, η έννοια της κατάρρευσης της κυματοειδούς συνάρτησης δεν είναι απαραίτητη για να εξηγήσουμε την αλληλεπίδραση πνεύματος-ύλης. Θα μπορούσε ισοδύναμα να υιοθετήσουμε την άποψη ότι, τα υποατομικά σωματίδια πηγαινοέρχονται συνέχεια μέσα και έξω από την φυσική ύπαρξη και ότι, το αποτέλεσμα της διαδικασίας είναι μετατρέψιμο από τη βούλησή μας – μια φυσική δύναμη.

Η μικρο-ψυχοκίνηση περιλαμβάνει την κίνηση σταθερών, φυσιολογικά αμετακίνητων αντικειμένων με νοητική προσπάθεια. Σχετικά φαινόμενα περιλαμβάνουν την κίνηση poltergeist, τις υλοποιήσεις και αποϋλοποιήσεις, την τηλεμεταφορά και την αιώρηση. Αν και έχει συλλεχθεί απ’ τους ερευνητές εντυπωσιακός όγκος μαρτυριών τέτοιων φαινομένων τα τελευταία 150 χρόνια (Inglis, 1984, 1992· Milton, 1994), η μικρο-ψυχοκίνηση είναι ένα θέμα ταμπού και προκαλεί μικρό ενδιαφέρον, παρ’ όλο το δυναμικό του για να ανατρέψει το σύγχρονο υλιστικό παράδειγμα και να προκαλέσει επανάσταση στην επιστήμη – ή ίσως αυτή να είναι η αιτία. Τέτοια φαινόμενα περιλαμβάνουν καθαρά πολλά περισσότερα από την μεταβολή της πιθανολογικής συμπεριφοράς των ατομικών σωματιδίων και αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν ένδειξη δυνάμεων, καταστάσεων της ύλης και μη-φυσικών ζώντων οντοτήτων, ακόμα άγνωστων στην επιστήμη. Μια ακόμα ένδειξη θα παρείχε διαβεβαίωση ότι αυτά τα πράγματα υπάρχουν· το ότι μέσα στην ενότητα της φύσης που περικλείει τα πάντα, υπάρχει ατέλειωτη ανομοιότητα.

Η πιθανή ύπαρξη λεπτότερων πεδίων που αλληλοδιαπερνούν το φυσικό πεδίο εν πάσει περιπτώσει ανοικτή σε έρευνα (βλ. Tiller, 1993) και αυτό είναι κάτι παραπάνω απ’ ό,τι μπορεί να ειπωθεί για τις υποθετικές πρόσθετες διαστάσεις που απαιτεί η θεωρία των υπερχορδών, οι οποίες λέγεται ότι περιπλέκονται σε μια περιοχή δισεκατομμυριοστού-τρισεκατομμυριοστού του τρισεκατομμυριοστού του εκατοστού και γι’ αυτό είναι εντελώς απλησίαστες ή των υποθετικών "συμπάντων-μωρών" και των "συμπάντων-φυσαλίδων" που απαιτούν κάποιοι κοσμολόγοι, τα οποία λέγεται ότι υπάρχουν σε κάποια εξίσου απροσπέλαστη "διάσταση".

Η υπόθεση των υπερφυσικών κόσμων δεν φαίνεται να ευνοείται από πολλούς ερευνητές. Ο Edgar Mitchell (1996), για παράδειγμα, πιστεύει ότι όλα τα φυσικά φαινόμενα περιλαμβάνουν μη-τοπικό συντονισμό ανάμεσα στον εγκέφαλο και το κβαντωμένο κενό και επακόλουθη πρόσβαση σε ολογραφικές, μη-τοπικές πληροφορίες. Κατά την άποψή του, αυτή η υπόθεση θα μπορούσε να εξηγήσει όχι μόνο την ψυχοκίνηση και το ESP, αλλά επίσης τις εξωσωματικές εμπειρίες και τις εμπειρίες κοντά στο θάνατο, τα οράματα και τα φαντάσματα και στοιχεία που παραθέτονται συνήθως υπέρ της μετενσάρκωσης της ψυχής. Παραδέχεται ότι αυτή θεωρία είναι υποθετική, ανεπιβεβαίωτη και ίσως απαιτεί μια νέα φυσική.

Περαιτέρω πειραματικές μελέτες φαινομένων που σχετίζονται με τη συνείδηση, φυσικών και παραφυσικών, θα επέτρεπαν να δοκιμαστούν με πιθανότητες επιτυχίας τα υπέρ και τα κατά των διάφορων συγκρουόμενων θεωριών. Τέτοιες έρευνες θα μπορούσαν να βαθύνουν τη γνώση μας των λειτουργιών τόσο του κβαντικού κόσμου όσο και των διανοιών μας και της σχέσης ανάμεσά τους και να αποκαλύψουν αν το κβαντικό κενό είναι πραγματικά το κατώτερο σημείο της ύπαρξης ή αν υπάρχουν βαθύτεροι κόσμοι στη φύση που αναμένουν να εξερευνηθούν.

David Pratt (www.esoterica.gr)


Παραπομπές
Bohm, D. (1984). Causality and Chance in Modern Physics. London: Routledge & Kegan Paul. First published in 1957. 
Bohm, D. & Hiley, B.J. (1993). The Undivided Universe: An ontological interpretation of quantum theory. London and New York: Routledge. 
Bohm, D. & Peat, F.D. (1989). Science, Order & Creativity. London: Routledge. 
Broughton, R.S. (1991). Parapsychology: The Controversial Science. New York: Ballantine Books. 
Crick, F. (1994). The Astonishing Hypothesis: The Scientific Search for the Soul. London: Simon & Schuster. 
Dennett, D.C. (1991). Consciousness Explained. London: Allen Lane/Penguin. 
Eccles, J.C. (1994). How the Self Controls Its Brain. Berlin: Springer-Verlag. 
Forward, R.L. (1996). Mass Modification Experiment Definition Study, Journal of Scientific Exploration, 10:3, 325. 
Giroldini, W. (1991). Eccles’s Model of Mind-Brain Interaction and Psychokinesis: A Preliminary Study, Journal of Scientific Exploration, 5:2, pp. 145-61. 
Goswami, A. with Reed, R.E. & Goswami, M. (1993). The Self-Aware Universe: How consciousness creates the material world. New York: Tarcher/Putnam. 
Hameroff, S.R. (1994). Quantum coherence in microtubules: A neural basis for emergent consciousness? Journal of Consciousness Studies, 1:1, 91. 
Herbert, N. (1993). Elemental Mind: Human Consciousness and the New Physics. New York: Dutton. 
Hiley, B.J. & Peat, F.D. (eds.) (1991). Quantum Implications: Essays in honour of David Bohm. London and New York: Routledge. 
Inglis, B. (1984). Science and Parascience: A history of the paranormal, 1914-1939. London: Hodder and Stoughton. 
Inglis, B. (1992). Natural and Supernatural: A History of the Paranormal from the Earliest Times to 1914. Bridport/Lindfield: Prism/Unity. First published in 1977. 
Jahn, R.G. & Dunne, B.J. (1987). Margins of Reality: The Role of Consciousness in the Physical World. New York: Harcourt Brace. 
Laughlin, C.D. (1996). Archetypes, Neurognosis and the Quantum Sea. Journal of Scientific Exploration, 10:3, 375. 
Milton, R. (1994). Forbidden Science: Suppressed research that could change our lives. London: Fourth Estate. 
Mitchell, E. with Williams, D. (1996). The Way of the Explorer: An Apollo Astronaut’s Journey Through the Material and Mystical Worlds. New York: Putnam. 
Pagels, H.R. (1983). The Cosmic Code: Quantum Physics as the Language of Nature. New York: Bantam. 
Purucker, G. de (1973). The Esoteric Tradition. Pasadena, California: Theosophical University Press. 2nd ed. first published in 1940. 
Sheldrake, R. (1989). The Presence of the Past: Morphic Resonance and the Habits of Nature. New York: Vintage. 
Sperry, R.W. (1994). Holding Course Amid Shifting Paradigms. In New Metaphysical Foundations of Modern Science, edited by W. Harman with J. Clark. Sausalito, California: Institute of Noetic Sciences. 
Talbot, M. (1992). The Holographic Universe. New York: HarperPerennial. 
Thornton, M. (1989). Do we have free will? Bristol: Bristol Classical Press. 
Tiller, W.A. (1993). What Are Subtle Energies? Journal of Scientific Exploration, 7:3, 293. 
Weber, R. (1990). Dialogues with Scientists and Sages: The Search for Unity. London: Arkana.


Διαβάστε περισσότερα... »

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Νέα θεωρία για τα παράλληλα σύμπαντα, εξηγεί τα παράδοξα κβαντικά φαινόμενα



Πανεπιστημιακοί από το πανεπιστήμιο Γκρίφιθ και της Καλιφόρνια δίνουν μια ριζοσπαστική νέα ερμηνεία της κβαντικής φυσικής, προτείνοντας μια θεωρία για την ύπαρξη ενός μεγάλου αλλά πεπερασμένου πλήθους από παράλληλα σύμπαντα, τα οποία μάλιστα αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.



Έτσι, η καινούρια θεωρία των «πολλαπλών κόσμων που αλληλεπιδρούν» προσφέρει μια εντελώς νέα και παράτολμη προσέγγιση σε αυτό το πεδίο

Στο άρθρο που δημοσίευσαν στο περιοδικό Physical Review X, οι φυσικοί προτείνουν ότι τα παράλληλα σύμπαντα όχι μόνο υπάρχουν, αλλά και ότι κάθε ένα από αυτά, δεν εξελίσσεται εντελώς ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα. 

Αντίθετα, οι «πλησιέστεροι» κόσμοι αλληλεπιδρούν με μία ασθενή απωθητική δύναμη, η οποία θα μπορούσε να εξηγήσει όλα τα παράδοξα φαινόμενα που περιγράφει η κβαντική φυσική.

Η κβαντομηχανική είναι η μοναδική φυσική θεωρία που περιγράφει τον τρόπο λειτουργίας του σύμπαντος σε μικροσκοπική κλίμακα. Η ερμηνεία ωστόσο που δίνει σε αυτό τον τρόπο λειτουργίας είναι εξίσου παράδοξη με αυτά τα φαινόμενα, καθώς για παράδειγμα παραβιάζει τη σχέση αιτίου και αιτιατού.

Όπως είχε πει κάποτε χαρακτηριστικά ο διάσημος θεωρητικός φυσικός Ρίτσαρντ Φέινμαν: «Νομίζω πως μπορώ να πως με βεβαιότητα πως κανείς δεν καταλαβαίνει την κβαντική μηχανική».

Έτσι, η καινούρια θεωρία των «πολλαπλών κόσμων που αλληλεπιδρούν», προσφέρει μια εντελώς νέα και παράτολμη προσέγγιση σε αυτό το πεδίο.

«Η ιδέα των παράλληλων συμπάντων έχει διατυπωθεί ήδη από το 1957», λέει στο σάιτ του πανεπιστημίου του Γκρίφιθ ο καθηγητής του ιδρύματος Χάουαρντ Γουάισμαν, ο οποίος συμμετείχε στη διατύπωσή της. «Στη γνωστή “ερμηνεία των πολλαπλών κόσμων”, κάθε σύμπαν γίνεται η “μήτρα” για νέα σύμπαντα, κάθε φορά που πραγματοποιείται μια καινούρια μέτρηση. Έτσι, σε αυτό το πολυσύμπαν, υλοποιούνται όλα τα πιθανά σενάρια – σε κάποιους από αυτούς τους κόσμους, για παράδειγμα, η Αυστραλία αποικίστηκε από τους Πορτογάλους».

«Αρκετοί όμως επιστήμονες αμφισβητούν την ιδέα, από τη στιγμή που κάθε σύμπαν, δεν αλληλεπιδρά με τα υπόλοιπα. Σε αυτό το σημείο είναι που η θεωρία μας διαφέρει εντελώς απ’ ό,τι ανάλογο έχει προταθεί έως σήμερα», προσθέτει.

Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, το σύμπαν μας είναι ένα απλώς από τους πολυάριθμους κόσμος, κάποια από τους οποίους είναι σχεδόν παρόμοιοι με τον δικό μας, ενώ οι υπόλοιποι είναι πολύ διαφορετικοί. Όλοι αυτοί οι κόσμοι είναι εξίσου υπαρκτοί και διέπονται από αυστηρά καθορισμένους νόμους.

Έτσι, όλα τα κβαντικά φαινόμενα, οφείλονται σε μια ασθενή απωθητική δύναμη ανάμεσα σε «γειτονικούς» (δηλαδή παρόμοιους) κόσμους, οι οποία τείνει να τους διαφοροποιήσει ακόμη περισσότερο.

Το καταλυτικό της καινούριας θεωρίας είναι ότι περιλαμβάνει υποθέσεις που δίνουν τη δυνατότητα να ελεγχθεί πειραματικά η ύπαρξη άλλων συμπάντων πέρα από το δικό μας. «Το ελκυστικό της προσέγγισής μας είναι πως, αν υπάρχει ένας μόνο κόσμος, αυτή ανάγεται στη Νευτώνεια μηχανική, ενώ μετασχηματίζεται στην κβαντική μηχανική στην περίπτωση ύπαρξης ενός τεράστιου αριθμού πολλαπλών κόσμων», επισημαίνει. 

Όταν ο αριθμός αυτός είναι περιορισμένος, τότε η θεωρία προβλέπει κάτι εντελώς καινούρια, που δεν είναι ούτε η νευτώνεια μηχανική, ούτε η κβαντική φυσική.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες, πέρα από την αξία της για τη θεωρητική φυσική, η νέα θεωρία αν επιβεβαιωθεί θα μπορούσε να εξηγήσει καλύτερα φαινόμενα που έχουν να κάνουν με χημικές αντιδράσεις, όπως και με τη δράση διάφορα φαρμάκων.


Διαβάστε περισσότερα... »

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

Κβαντομηχανική και DNA







Να λοιπόν που τα λεγόμενα κβαντικά άλματα και γενικότερα η κβαντική φυσική,
έρχονται να συμπληρώσουν το πάζλ της δομής του DNA με μια νέα ματιά...

Μια ομάδα επιστημόνων στην Σιγκαπούρη,
ανακάλυψε κάτι που υποδηλώνει, ότι στην κβαντική διεμπλοκή οφείλεται η διατήρηση του DNA.

Στην κβαντική εμπλοκή, δύο αντικείμενα συνδέονται μαζί με ένα αόρατο κύμα, τέτοιο, που τους επιτρέπει να μοιράζονται ουσιαστικά την ίδια ύπαρξη. Αν συμβεί κάτι σε ένα αντικείμενο, αυτό συμβαίνει αμέσως και στο άλλο, ανεξάρτητα από την απόσταση τους.

Η Elisabeth Rieper και οι συνεργάτες της στο Πανεπιστήμιο της Σιγκαπούρης λένε, ότι αυτό το φαινόμενο μπορεί να κρατήσει ενωμένη την διπλή έλικα του DNA.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ένα θεωρητικό μοντέλο του DNA στο οποίο κάθε νουκλεοτίδιο αποτελείται από ηλεκτρόνια που κινούνται γύρω από έναν θετικά φορτισμένο πυρήνα. Η κίνηση του αρνητικού νέφους είναι ένας αρμονικός ταλαντωτής. 



Όταν τα νουκλεοτίδια συνδέονται για να σχηματίσουν ένα ζεύγος βάσεων, τα ηλεκτρονιακά νέφη πρέπει να ταλαντώνονται σε αντίθετες κατευθύνσεις (spin) αλλιώς η δομή δεν θα είναι σταθερή. Η Rieper αναρωτήθηκε τι θα συμβεί με τις ταλαντώσεις όταν τα ζεύγη των βάσεων στοιβάζονται σε ένα διπλό έλικα.

Ο έλικας κανονικά πρέπει να δονείται και να καταρρέει ξεχωριστά, αλλά αυτό δεν συμβαίνει, καθόσον οι ταλαντώσεις εμφανίζονται ως μια υπέρθεση των καταστάσεων – που σημαίνει ότι ταλαντώνονται σε όλες τις δυνατές καταστάσεις ταυτόχρονα. 


Μια κβαντική εμπλοκή είναι αυτή που διατηρεί με αποτελεσματικό τρόπο, τα πάντα ενωμένα.


Η Rieper και οι συνεργάτες της λένε ότι με μία τυπική ανάλυση, δεν υπάρχει αρκετή ενέργεια για να κρατήσει μαζί το DNA, αλλά η κβαντική θεωρία έρχεται αρωγός σε αυτό το σημείο. 

Θα πρέπει όμως να ακολουθήσει μια απόδειξη, ώστε να επιβεβαιώσουν τη θεωρία τους.










Εδώ η σχετική εργασία.







Στο σημείο αυτό αξίζει να έχουμε στο νου μας πως η κβαντική φυσική αποτελεί μια συνέχεια, ή μια σύνδεση της μεταφυσικής με την επιστήμη της φυσικής. 

Ουσιαστικά οι σύγχρονες παρατηρήσεις των επιστημόνων προσφέρουν μια σειρά από απαντήσεις σε γνώσεις που οι μύστες από αρχαιοτάτων χρόνων ήδη γνώριζαν. Αυτός ο συνδετικός κρίκος της κβαντικής φυσικής έρχεται να ξανασυνδέσει την ύλη με το πνεύμα...

Δεν έλεγαν τυχαία πως οφείλουμε να είμαστε φιλόσοφοι, επιστήμονες και μύστες ταυτόχρονα,
οι αρχαίοι μας πρόγονοι... και επίσης ας μην ξεχνάμε πως οι μεγάλες ανακαλύψεις σήμερα έγιναν από ανθρώπους-επιστήμονες σε κατάσταση πνευματικής μέθεξης...

Τίποτε δεν είναι τυχαίο και όλα συνδέονται...



πηγή-vickytoxotis
Διαβάστε περισσότερα... »

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Σκουληκότρυπες και κβαντική σύμπλεξη



Μια σκουληκότρυπα συνδέει δύο μαύρες τρύπες.
 (Credit: Alan Stonebraker / American Physical Society)

H κβαντική σύμπλεξη είναι ένα από τα πιο περίεργα φαινόμενα που μελετά η κβαντική μηχανική – τόσο παράξενο που ανάγκασε τον Einstein να αναφέρεται σ’ αυτό ως η «στοιχειωμένη δράση από απόσταση».

Όταν δύο σωματίδια βρίσκονται σε κβαντική σύμπλεξη, συν-πλέκονται μεταξύ τους ακόμα και αν βρίσκονται εκατομμύρια έτη φωτός μακριά. Η μέτρηση ενός σωματιδίου αλλάζει ταυτόχρονα την κατάσταση του κβαντικά συζευγμένου ζεύγους του, ανεξάρτητα από την απόσταση.

Ας υποθέσουμε ότι ένα σωματίδιο με σπιν μηδέν διασπάται σε δυο σωματίδια.

Τότε το σύστημα των νέων δυο σωματιδίων υποχρεωτικά θα έχει συνολικό σπιν μηδέν και εξαιτίας των νόμων διατήρησης θα πρέπει συνεχώς να είναι μηδέν.


Συνεπώς αν το ένα σωματίδιο έχει σπιν «πάνω» ως προς μια τυχούσα κατεύθυνση, τότε υποχρεωτικά το σπιν του δεύτερου σωματιδίου θα πρέπει να είναι «κάτω», ας το έχουμε μεταφέρει έτη φωτός μακριά από το ταίρι του.
Για την κβαντομηχανική το σπιν του κάθε σωματιδίου είναι απροσδιόριστο.

Όμως όταν το σπιν του ενός σωματιδίου σε μια τυχούσα κατεύθυνση μετρηθεί και βρεθεί να έχει την μία από τις δυνατές τιμές του, τότε το σπιν του άλλου σωματιδίου – που ενδεχομένως βρίσκεται έτη φωτός μακριά – θα «αποκτήσει» ακαριαία την αντίθετη κατεύθυνση κατά μήκος του ίδιου άξονα. Και αυτός είναι ο λόγος που ο Einstein μιλούσε για «στοιχειωμένη δράση από απόσταση».

Αλλά τι είναι αυτό που επιτρέπει τα σωματίδια να «επικοινωνούν» ακαριαία σε τόσο μεγάλες αποστάσεις;

Πριν από κάποιους μήνες οι Juan Maldacena και Leonard Susskind στην εργασία τους με τίτλο «Cool horizons for entangled black holes» εξέταζαν τις λύσεις, που προκύπτουν από την γενική σχετικότητα, στις οποίες δυο απομακρυσμένες μαύρες τρύπες συνδέονται διαμέσου μιας σκουληκότρυπας ή γέφυρας Einstein-Rosen.

Στην ουσία πρότειναν την «εξίσωση»:


Σύμπλεξη = Σκουληκότρυπες (διαβάστε σχετικά ΕΔΩ)
Τώρα έρχονται ο Julian Sonner από το ΜΙΤ, και ανεξάρτητα οι Kristan Jensen και Andreas Karch [Holographic Dual of an Einstein-Podolsky-Rosen Pair has a Wormhole], oι οποίοι μέσα από το πρίσμα της θεωρίας χορδών εξετάζουν μια παρόμοια ιδέα, τον σχηματισμό σκουληκότρυπας μεταξύ δυο κουαρκ που βρίσκονται σε κβαντική σύμπλεξη.



Δυο κουάρκ (τα στοιχειώδη σωματίδια από τα οποία συνίστανται τα πρωτόνια και τα νετρόνια), μπορούν να αναδυθούν από το κενό σύμφωνα με το φαινόμενο Schwinger. Το φαινόμενο αυτό που αποκαλείται επίσης και «δημιουργία ζεύγους» , περιγράφει την δημιουργία δυο σωματιδίων από το τίποτα ή ενός συνόλου φευγαλέων σωματιδίων.

Σύμφωνα με τον Sonner,
χρησιμοποιώντας ένα ηλεκτρικό πεδίο μπορεί κανείς να «συλλάβει ένα ζεύγος» τέτοιων σωματιδίων πριν εξαφανιστούν πίσω στο κενό.

Άπαξ και διατηρηθούν, αυτά τα σωματίδια θεωρούνται συν-πλεγμένα.
Χρησιμοποιώντας τις πολλές διαστάσεις και τις έννοιες, όπως η ολογραφική δυαδικότητα, που εμφανίζονται στην θεωρία των χορδών, φαίνεται ότι τα κουάρκ που βρίσκονται σε σύμπλεξη συνδέονται διαμέσου μιας σκουληκότρυπας.

Βάσει αυτής της θεώρησης η βαρύτητα αναδύεται από την κβαντική σύμπλεξη. Η γεωμετρία που περιγράφει την συγκεκριμένη κατάσταση, αντιμετωπίζει με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο τη βαρύτητα και θα μπορούσε ίσως να οδηγήσει σε μια νέα θεωρία ενοποίησης, αλλά σύμφωνα με τον Sonner υπάρχει πολύς δρόμος ακόμα να διανυθεί (ως συνήθως)….

Διαβάστε περισσότερα... »