«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

...άνθρωποι, κτήνη, πόλεμος... Φρικτή φωτογραφία... αθώων παιδιών!!!

Ο πολιτισμός μας... Η ντροπή μας... 
Μην κλείσεις τα μάτια, δες την εικόνα...

Συμβαίνει τώρα...
Έτσι χτίζεται το κεφάλαιο..., αυτός είναι ο κόσμος μας...

Αυτά συμβαίνουν στη Συρία...

Αυτά είναι τα αποτελέσματα
των βομβαρδισμών, οι λεγόμενες "παράπλευρες απώλειες"... Θέλημα Θεού; Έργο ανθρώπων EINAI! Έγκλημα για το οποίο η πολιτισμένη Δύση τι κάνει; 

Διαβάστε περισσότερα... »

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Οι 3 κατήγοροι του Σωκράτη και η ερμηνεία των ονομάτων τους

Η κατηγορία κατά του Σωκράτους υπό του Μελήτου, Ανύτου και Λύκωνος έγινε το έτος - 399. Η δίκη/γραφή επεδόθη στον γραμματέα του άρχοντος βασιλέως και είχε ως εξής: 

"ΑΔΙΚΕΙ ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΟΥΣ Η ΠΟΛΙΣ ΝΟΜΙΖΕΙ ΘΕΟΥΣ
ΟΥ ΝΟΜΙΖΩΝ, ΕΤΕΡΑ ΔΕ ΚΑΙΝΑ ΔΑΙΜΟΝΙΑ ΕΙΣΗΓΟΥΜΕΝΟΣ. ΑΔΙΚΕΙ ΔΕ ΚΑΙ ΝΕΟΥΣ ΔΙΑΦΘΕΙΡΩΝ. ΤΙΜΗΜΑ ΘΑΝΑΤΟΣ...
"

Ο Μέλητος ανήκε στον δήμο Πιτθέος. Όταν κατηγόρησε τον Σωκράτη ήτο νεαρός και άσημος. Ο Σωκράτης με την λεπτή του ειρωνία περιπαίζει την απειρία του Μελήτου, ο οποίος δεν φρόντισε να μάθη τα της ανατροφής των νέων. Ο Μέλητος ήτο επίδοξος ποιητής, όπως και ο πατέρας του, πλην όμως αμφότεροι άσημοι και αδόκιμοι. Τον λόγο του Μελήτου λέγεται ότι τον έγραψε ο διάσημος Αθηναίος δεινός ρήτωρ και λογογράφος Πολυκράτης. 


Ο Άνυτος
ήτο υιός του Ανθεμιώνος και επήρε άριστη παιδεία, ώστε οι Αθηναίοι τον ανεβίβασαν στα ύπατα αξιώματα της πολιτείας. Ο πατέρας του ήτο βυρσοδέψης και ανήκε στην τάξι των τεχνητών. Εν τούτοις οι Αθηναίοι τον έκαμαν στρατηγόν και τον έστειλαν με 30 πλοία στην Πύλο το - 409, όταν αυτή επολιορκείτο από τους Λακεδαιμονίους. Η θαλασσοταραχή δεν του επέτρεψε να φθάση εγκαίρως και όταν επέστρεψε οι Αθηναίοι το εδίκασαν για προδοσία. 

Ο Άνυτος όμως εδέκασε τους δικαστάς και έφυγε από τας Αθήνας επί των Τριάκοντα. Είναι η πρώτη περίπτωσις δεκασμού των δικαστών και ίσως και η μοναδική. Αργότερα επέστρεψε με τούς δημοκρατικούς και κατηγόρησε τον Σωκράτη ως αντιπρόσωπος των χειροτεχνών. Η πολιτική δύναμις του Ανύτου ήτο μεγάλη και σ' αυτήν οφείλεται η καταδίκη του Σωκράτους. 

Ο Λύκων
ήτο δεινός ρήτωρ και με αυτήν του την ιδιότητα, εξ ονόματος των ρητόρων, κατηγόρησε τον Σωκράτη. Δεν γνωρίζομε τίποτα για την δράσι του. Μέλητος και Άνυτος εζήτησαν την συμμετοχή του Λύκωνος στην γραφή/δίκη, ώστε να ενισχύσουν την κατηγορία για να επιτύχουν την καταδίκη του Σωκράτους. Το μίσος του Ανύτου κατά του Σωκράτους πιθανόν να ωφείλετο στο γεγονός ότι ο Σωκράτης ήτο δεδηλωμένος κατά των δημοκρατικών. 

Στον διάλογο του Πλάτωνος "Γοργίας",
ο Σωκράτης έχει μακρά συνομιλία με τον Άνυτο. Όμως, αν και ο Άνυτος ήταν ο κύριος δημιουργός της καταγγελίας, την γραφή την επέδωσε ο Μέλητος στον άρχοντα βασιλέα. Διότι δεν ήτο καθόλου βέβαιο ότι θα εκέρδιζαν την δίκη. Εάν την έχαναν θα έπρεπε να καταβάλουν μεγάλο χρηματικό ποσό και έτσι απεφασίσθη να την υποβάλει μόνο ο Μέλητος. 

Η αλήθεια των ονομάτων των 3 κατηγόρων
Πρώτος ο Μέλητος: εκ του μελήμα-τος, της επι-μελείας της κατηγορίας, την οποία επέδωσε ο Μέλητος συνάγεται η ενδιαφέρουσα διαπίστωσις, ότι το όνομα δεν ήτο άσχετο προς το έργο, το οποίο ανέλαβε ο Μέλητος. Είχε την τύχη να μείνη στην ιστορία, ως θλιβερό αρνητικό στοιχείο, επι-μελούμενοςτην πλέον συγκλονιστική άδικο δίκη όλων των εποχών. 

Δεύτερος ο Άνυτος,
εκ του ρήματος ανύω ή ανύτω
επισημαίνει ότι ο Άνυ-τος ήνυσε/ωλοκλήρωσε το έργο, το οποίο είχε επι-μεληθεί ο Μέλητος. 

Και τρίτος ο ρήτωρ Λύκων, εκ του ρήματος λυκόω-ώ, που σημαίνει κατασπαράσσω, κατασπάραξε την δικαιοσύνη και τον Σωκράτη με το δημαγωγικό του εριστικό μένος. Σ' αυτό συνέτεινε και η γενικότερη απαιδευσία των δικαστών/Ηλιαστών.


Διαβάστε περισσότερα... »

Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Η Δίκη του Χριστού (B΄ Μέρος)



Επιμέλεια - έρευνα: Δρ Δημήτρης Περδετζόγλου


Το Α΄ Μέρος, εδώ


Η δίκη του Χριστού - Μια νομική ανάλυση
του Χρήστου Δερμοσονιάδη (Δικαστή)















Όταν ο Πιλάτος βεβαιώθηκε για την αθωότητα του Χριστού και θέλησε να τον απολύσει τότε οι Ιουδαίοι φώναξαν: "Ημείς νόμον έχομεν και κατά τον νόμον ημών οφείλει αποθανείν, ότι Θεού υιόν εαυτόν εποίησε." (Ιωάν.10', 7). 

Αυτή είναι και η σημερινή θέση των Εβραίων. Ισχυρίζονται ότι ο Χριστός παρέβη πράγματι το Μωσαϊκό Νόμο και δίκαια κατεδικάσθη σε θάνατο. Είναι δυνατόν όμως η ανθρώπινη Δικαιοσύνη να έφθασε σε τέτοια αντίθεση προς τη Θεία Δικαιοσύνη, ώστε να καταδικάσει σε θάνατο τον ίδιο το Θεό και εν ονόματι του Νόμου να θανατώσει το Δημιουργό; Το βασικό λοιπόν ερώτημα είναι αν η δίκη του Χριστού ήτανε μία δίκαιη δίκη, κατά το ανθρώπινο μέτρο, αν δηλαδή έγινε σύμφωνα με το νόμο και τη δικονομία.

Η δικαιοσύνη την εποχή του Χριστού βρισκόταν σε αρκετά ψηλό επίπεδο. Το Ρωμαϊκό Δίκαιο σε λίγα θέματα υστερούσε από το σημερινό ευρωπαϊκό δίκαιο και το εβραϊκό ήτανε ιεροκρατικό και στηριζόταν στο Μωσαϊκό Νόμο.

Τα εβραϊκά δικαστήρια ήτανε πολυμελή. Ανώτατο Δικαστήριο ήταν το Μέγα Συνέδριο που είχε και άλλες εξουσίες. ΄Εδρευε στην Ιερουσαλήμ, απετελείτο από 120 μέλη με πρόεδρο τον Αρχιερέα και είχε στη διαταγή του στρατιωτική δύναμη, την κουστωδία. Οι θανατικές καταδίκες των εβραϊκών δικαστηρίων έπρεπε να επικυρωθούν από τη Ρωμαϊκή εξουσία όπως αναφέρεται στο βιβλίο: "Η δίκη του Ιησού", του θεολόγου Δημήτριου Καππαή.

Η θανατική ποινή προβλεπόταν για αρκετά αδικήματα αλλά σύμφωνα με τις αντιλήψεις του λαού σπανίως επιβαλλόταν. Η εκτέλεση γινόταν με διάφορους τρόπους, από τους οποίους πιο βασανιστικός και εξευτελιστικός ήταν ο θάνατος επί του σταυρού, ο οποίος συνηθίζετο από τα Ρωμαϊκά δικαστήρια, τα οποία δεν είχαν ενδοιασμούς στην επιβολή θανατικής καταδίκης.

Κατά την εβραϊκή δικονομία,
η προανάκριση ήταν άγνωστη και δεν υπήρχε δημόσιος κατήγορος. Η απόφαση δεν μπορούσε να στηριχθεί στην παραδοχή του κατηγορουμένου αλλά μόνο στις μαρτυρίες. Η δίκη διεξαγόταν μέρα, με ανοικτές τις πόρτες, ενώπιον του λαού. 


Ξεκινούσε με τους μάρτυρες υπερασπίσεως και ακολουθούσαν δύο τουλάχιστον μάρτυρες κατηγορίας, που έπρεπε να δώσουν σαφή και πανόμοια μαρτυρία, κρατώντας το δεξί τους χέρι πάνω στο κεφάλι του κατηγορουμένου και σε περίπτωση θανατικής καταδίκης έπρεπε να συμμετέχουν στην εκτέλεση και να ρίξουν τις πρώτες πέτρες, εάν η θανάτωση θα γινόταν με λιθοβολισμό.

Ο Κατηγορούμενος εθεωρείτο αθώος, μέχρι την τελική του καταδίκη, εδικαιούτο να μιλήσει, να φέρει μάρτυρες και να τύχει καλής μεταχείρισης. Κατά τη γνώμη των συγγραφέων δεν ετηρούντο πρακτικά αλλά η ίδια η καταδίκη εκδιδόταν με γραπτό διάταγμα. (Κοντογόνη: Εβραϊκή Αρχαιολογία, Β'4). Πάντως διάταγμα καταδίκης του Χριστού δεν έχει βρεθεί.

Οι Δικαστές έπρεπε να είναι αμερόληπτοι, δίκαιοι και μερικοί απ' αυτούς να υπερασπίζουν τον κατηγορούμενο. Σε περίπτωση θανατικής καταδίκης ανεβάλλετο η τελική απόφαση για τη μεθεπόμενη μέρα και εάν επικυρωνόταν η θανατική καταδίκη η εκτέλεση έπρεπε να γίνει την άλλη μέρα και όχι αυθημερόν. Από την έναρξη της ακροάσεως μέχρι την εκτέλεση χρειαζόταν τουλάχιστον 4 μέρες.

Στον τόπο της εκτέλεσης
συνόδευε τον κατηγορούμενο έφιππος δικαστής, που καλούσε το λαό να αναφέρει αμέσως στο Δικαστήριο, το οποίο συνεδρίαζε εκείνη την ώρα, οτιδήποτε ελαφρυντικό για τον κατηγορούμενο και τότε σταματούσε αμέσως η εκτέλεση.

Αυτά για τη Δικαιοσύνη στο Ισραήλ. Πρέπει όμως να αναφερθεί ότι στα χρόνια της ρωμαϊκής υποτέλειας υπήρχε μεγάλη φαυλότητα και ηθικός ξεπεσμός, με αποτέλεσμα οι άρχοντες να είναι πρόσωπα φαύλα, που εξασφάλιζαν τη θέση τους δωροδοκώντας τους Ρωμαίους ηγεμόνες. Οι Δικαστές δεν είχαν πλέον την εντιμότητα και την ανθρωπιά που είχαν οι προκάτοχοι τους. Ολόκληρο το έθνος βρισκόταν σε ξεπεσμό και αθλιότητα.


Μετά την ανάσταση του Λαζάρου πολλοί Ιουδαίου πίστεψαν στον Χριστό. "Συνήγαγον ουν οι αρχιερείς και οι Φαρισσαίοι συνέδριον και έλεγον. Τι ποιούμεν, ότι ούτος ο άνθρωπος πολλά σημεία ποιεί; …. Εις δε τις εξ αυτών Καϊάφας, αρχιερεύς ων του ενιαυτού εκείνου, είπεν αυτοίς …. ότι συμφέρει ημίν ίνα εις άνθρωπος αποθάνη υπέρ του λαού και μη όλον το έθνος απόληται." (Ιω. ΙΑ', 48-50)

"Εβουλεύσαντο δε οι αρχιερείς ίνα και τον Λάζαρον αποκτείνωσιν, ότι πολλοί δι' αυτόν υπήγον των Ιουδαίων και επίστευον εις τον Ιησούν." (Ιω. ΙΒ', 10)

Και η στρατιωτική κουστωδία, μαζί με ένοπλους υπηρέτες, όταν συνέλαβε τον Ιησούν δεν τον έφερε στο δικαστήριο αλλά στον πεθερό του αρχιερέα, τον ΄Αννα, που υπηρέτησε στο παρελθόν σαν αρχιερέας. Και ο ΄Αννας, χωρίς να έχει καμιά εξουσία άρχισε ανάκριση για να βρει αιτία εναντίον του συλληφθέντος. 


Κι ο Χριστός απαντά: "Επερώτησον τους ακηκοότας", "εν κρυπτώ ελάλησα ουδέν". (Ιω. ΙΗ',20). Η απάντηση δεν άρεσε και ένας υπηρέτης ερράπισε τον Ιησούν λέγοντας "ούτως αποκρίνη τω αρχιερεί;" 


Σε λίγη ώρα οδήγησαν τον Χριστό στο σπίτι του αρχιερέα Καϊάφα και μέχρις ότου μαζευτούν τα μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου οι υπηρέτες έδερναν, έβριζαν και κορόϊδευαν τον Χριστό. Το εβραϊκό δίκαιο απαγόρευε την ανάκριση και την κακοποίηση του κατηγορουμένου. (Mishna, Sotah 1,4).

Και άρχισε η συνεδρίαση του Ανωτάτου Εβραϊκού Δικαστηρίου με άλλες τρεις δικονομικές παραβάσεις. 

Το Μέγα Συνέδριο συνεδρίασε στο σπίτι του αρχιερέα και όχι στο κτίριο του Δικαστηρίου και συνεδρίασε νύκτα, πράγμα απαγορευμένο (Mishna, Sanhedrin IV,1), χωρίς να προϋπάρχει σαφής κατηγορία από δύο τουλάχιστον μάρτυρες, όπως απαιτούσε η δικονομία.

Μετά την έναρξη της δίκης, βρέθηκαν δύο ψευδομάρτυρες που διαστρέβλωσαν το λόγο του Κυρίου "λύσατε τον ναόν τούτον και εν τρισίν ημέρας εγερώ αυτόν" (Ιω. Β'19), που οπωσδήποτε ελέχθηκε για την Ανάσταση του ιδίου και όχι για το ναό του Σολομώντος. Οι μαρτυρίες όμως δεν ταίριαζαν μεταξύ τους, παρά το γεγονός ότι δόθηκαν αντικανονικά με την ταυτόχρονη παρουσία και των δύο μαρτύρων. 


΄Επρεπε λοιπόν να καταδικαστούν σε θάνατο οι ψευδομάρτυρες σύμφωνα με το Δευτερονόμιον (ΙΘ' 18-21). "και ιδού μάρτυς άδικος εμαρτύρησεν άδικα, αντέστη κατά του αδελφού αυτού, και ποιήσετε αυτώ ον τρόπον πονηρεύσατο ποιήσαι κατά του αδελφού αυτού …. Και οι επίλοιποι ακούσαντες φοβηθήσονται …."

Το Συνέδριο αποφάσισε ότι δε μπορεί να στηριχθεί σ' αυτούς τους μάρτυρες και ο Πρόεδρος του, ο αρχιερέας Καϊάφας, ερώτησε το Χριστό "συ ει ο Χριστός ο υιός του Θεού; λέγει αυτώ ο Ιησούς. Συ είπας …. Τότε ο αρχιερεύς διέρρηξε τα ιμάτια αυτού λέγων ότι εβλασφήμησε. Τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων;" (Ματθαίου ΚΣΤ' 63).



Η ομολογία του κατηγορούμενου, αν τέτοια θεωρηθεί η απάντησή Του, δεν αποτελούσε κατά το Μωσαϊκό Νόμο απόδειξη. Χρειαζόταν μάρτυρες "επί στόματος δύο μαρτύρων και επί στόματος τριών μαρτύρων στήσεται παν ρήμα" (Δευτερονόμιον ΙΘ'15).

Δεν υπήρξε καθόλου υπεράσπιση,
που εθεωρείτο απαραίτητο μέρος της δικαστικής διαδικασίας. (Sanhedrin IV,5). Την υπεράσπιση την ανελάμβανε ένας τουλάχιστον από τους δικαστές, για να μην μείνει κανένας κατηγορούμενος ανυπεράσπιστος.

Ο αρχιερέας "διέρρηξε τα ιμάτια του" πράγμα που απαγορεύει ο Μωσαϊκός νόμος στους ιερείς (Λευϊτικόν 6, ΚΑ', 10).

Και τα μέλη του Συνεδρίου απεκρίθησαν "ένοχος θανάτου εστί" (Ματθαίου ΚΣΤ', 67). Η ψηφοφορία έγινε ταυτόχρονα, ενώ έπρεπε να γίνει με τη σειρά, από το νεότερο δικαστή προς τους παλαιότερους, για να μην επηρεαστούν μεταξύ τους.

Μετά την καταδίκη,
άρχισαν άλλα έκτροπα "και ήρξαντο τινές εμπτύειν αυτώ και περικαλύπτειν το πρόσωπον αυτού και κολαφίζειν αυτόν και λέγειν αυτώ προφήτευσον ημίν τις εστίν ο παίσας σε. Και οι υπηρέται ραπίσμασιν αυτόν έβαλον" (Μάρκον ΙΔ' 65).

Για να τηρήσουν οι αρχιερείς και οι Φαρισσαίοι τα προσχήματα περίμεναν να ξημερώσει και συνεδρίασαν πάλιν για να επικυρώσουν την καταδίκη στο κτίριο του Μεγάλου Συνεδρίου, δίπλα στα τείχη της Ιερουσαλήμ. "Και ευθέως επί το πρωϊ συμβούλιον ποιήσαντες οι αρχιερείς μετά των πρεσβυτέρων και γραμματέων και όλον το συνέδριον, δήσαντες τον Ιησούν απήνεγκαν και παρέδωκαν τω Πιλάτω" (Μάρκον ΙΕ',1).

Ο Χριστός συνελήφθη την Πέμπτη το βράδυ και η επίσημη δίκη διεξήχθηκε, ολοκληρώθηκε και εκτελέστηκε η θανατική ποινή μέσα στην ίδια μέρα, την Παρασκευή, κατά παράβαση των κανόνων (Sanhedrin IV,I), ενώ έπρεπε να περάσουν 4 τουλάχιστον μέρες.

Γράφεται στην Ακολουθία των Αγίων Παθών πριν από το 12ο Ευαγγέλιο ότι: "΄Ηδη βάπτεται κάλαμος αποφάσεως παρά κριτών αδίκων και Ιησούς δικάζεται και κατακρίνεται Σταυρώ. Και πάσχει η κτίσις εν Σταυρώ καθορώσα τον Κύριον. Αλλ' ο φύσει σώματος δι' εμέ πάσχων, Αγαθέ, Κύριε, δόξα σοι."

Κατά το Μωσαϊκό Νόμο, η Θεοποίηση ανθρώπου αποτελούσε βλασφημία και αδίκημα. Ο κατηγορούμενος όμως εδικαιούτο υπεράσπιση.

Ο Χριστός έκανε αναρίθμητα θαύματα μπροστά στο λαό. Και οι ίδιοι οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ τον υποδέχτηκαν μερικές μέρες πριν από τη δίκη ψάλλοντας "Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο Βασιλεύς του Ισραήλ." (Ιω.ΙΒ'13).

Εξ άλλου η ανθρωπότητα περίμενε το Σωτήρα, "την προσδοκία των εθνών", "τον καθολικό διδάσκαλο" του Σωκράτη, το "Λόγο" του Πλάτωνα, τον "Άγνωστο Θεό" των Αθηναίων, τον "νέο Θεό" των 3 μάγων, τον "Άγιο" του Κομφούκιου και τον αναμενόμενο από όλους τους Προφήτες του Ισραήλ "Μεσσία". 


Οι μορφωμένοι εβραίοι γνώριζαν καλά όλες τις προφητείες, που συνέκλιναν και συμφωνούσαν ότι ο κατηγορούμενος Ιησούς ήταν ο ίδιος ο Μεσσίας - Χριστός όπως αναφέρεται και στο βιβλίο του Ιώσηπου Contra Apionem Lib. II 17. Η ζωή, η διδασκαλία Του και τα απειράριθμα θαύματα Του δεν χωρούσαν καμιά αμφιβολία. 

Το Μεγάλο Συνέδριο όμως απαξιεί να μελετήσει το θέμα και να εξετάσει μήπως ενώπιον του αντί Θεοποίηση ανθρώπου έχει ενανθρώπιση Θεού. Μάλλον δεν απαξιεί, αλλά σε γνώση του καταδικάζει το Μεσσία, εφ' όσον ο αρχιερέας είχε πει μετά την ανάσταση του Λαζάρου "ούτος ο άνθρωπος πολλά σημεία ποιεί …", όπως αναφέρεται και στο βιβλίο: "Η δίκη του Ιησού" του εισαγγελέα Χρήστου Τραπεζούντιου.

Πρεσβύτεροι και Αρχιερείς κατεδίκασαν σε θάνατο το Θεό τους και δέσμιο τον οδηγούν στον ρωμαίο Πιλάτο για να επικυρώσει τη θανατική καταδίκη.

Μια νέα δίκη, Ρωμαϊκή, ξεκινά.


Ήτανε πρωϊ της Παρασκευής, της προηγούμενης μέρας του εβραϊκού Πάσχα, που έφεραν οι εβραίοι τον Ιησούν έξω από το Πραιτώριο. Οι εβραίοι δεν ήθελαν να μπουν στην κατοικία ειδωλολάτρη για να μη μολυνθούν πριν από το Πάσχα και στην επιμονή τους ο ρωμαίος ηγεμόνας διέταξε και τοποθέτησαν στο λιθόστρωτο μπροστά από το Πραιτώριο τη δικαστική του έδρα για να δικάσει εκεί τον κατηγορούμενο. Κατά το τυπολατρικό ρωμαϊκό δίκαιο η δικαστική εξουσία ήταν απόλυτα συνδεδεμένη με την έδρα, την τήβεννο και τη σφραγίδα του δικαστή παρά με το άτομο του.

Με την έναρξη της δίκης παρατηρείται η πρώτη δικονομική παράβαση. Ο κατηγορούμενος ήτανε δέσμιος κατά τη διάρκεια της δίκης ενώ έπρεπε να θεωρείται ο κατηγορούμενος αθώος μέχρι την καταδίκη. Και αρχίζει η δίκη με την ερώτηση του Πιλάτου: "τίνα κατηγορίαν φέρετε κατά του ανθρώπου τούτου;"

Έπρεπε λοιπόν οι εβραίοι να κατηγορήσουν τον Ιησούν. Αλλά κατηγορία για βλασφημία δε θα ενδιέφερε τον ρωμαίο ηγεμόνα. Ούτε θα επέφερε θανατική καταδίκη. Ο αρχιερέας Καϊάφας διετύπωσε ενώπιον του λαού νέα, εντελώς ψευδή, κατηγορία λέγοντας "τούτον εύρομεν διαστρέφοντα το έθνος και κωλύοντα Καίσαρι φόρους διδόναι, λέγοντα εαυτόν Χριστόν Βασιλέα είναι". (Λουκά ΚΓ',2)

Η απάντηση του Καϊάφα ήτανε εντελώς ψευδής γιατί το Μέγα Συνέδριο καταδίκασε τον Ιησούν με άλλη κατηγορία, την βλασφημία. ΄Ητανε ψέμα όμως και το περιεχόμενό της, γιατί ο Χριστός είχε δώσει διαφορετική απάντηση στους μαθητές των Φαρισσαίων, όταν τον ρώτησαν για τη ρωμαϊκή φορολογία "απόδοτε ουν τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ" (Ματθ. ΚΒ',21)

΄Επρεπε βάσει του Ρωμαϊκού Δικαίου να γίνει γραπτή αίτηση για εισαγωγή σε δίκη. ΄Επρεπε να αναφερθεί το όνομα και τα στοιχεία του κατηγορούμενου και να διατυπωθεί ακριβώς η κατηγορία. ΄Επρεπε να συνταχθεί πρωτόκολλη κατηγορίας. 


΄Επρεπε να καθοριστεί η μέρα της δίκης και να κληθούν και να ακουστούν, εκείνη τη μέρα, οι μάρτυρες. (Δημαρά: Ιστορία Ρωμαϊκού Δικαίου, Β 132). Εάν όμως θεωρηθεί ότι δεν επρόκειτο για πρωτόδικη υπόθεση αλλά για επικύρωση της θανατικής καταδίκης του εβραϊκού δικαστηρίου τότε η εισαγωγή στη δίκη έπρεπε να γίνει με καταχώριση γραπτής αίτησης μαζί με την πρωτόδικη απόφαση.

Ο Πιλάτος δεν έκανε τίποτε απ' αυτά. Κατέβη από την έδρα του, πράγμα που κατά το Ρωμαϊκό Δίκαιο σήμαινε ότι δεν έχει πλέον δικαστική εξουσία, μπήκε στο Πραιτώριο και εκεί συνομίλησε με τον κατηγορούμενο, μακριά από το μαινόμενο πλήθος των εβραίων, ενεργώντας κάποιας μορφής ανάκριση.

"Συ ει ο βασιλεύς των Ιουδαίων;" (Λουκά ΚΓ'3), ρώτησε ο Πιλάτος τον Ιησούν, ο οποίος απεκρίθη "η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου …. εγώ …. εις τούτο ελήληθα εις τον κόσμον, ίνα μαρτυρήσω τη αληθεία". (Ιω. ΙΗ', 35 επ.)

Την απάντηση του Ιησού την κατάλαβε ο Πιλάτος. Ο Χριστός ήτανε πνευματικός ηγέτης και όχι κοσμικός άρχοντας. ΄Εκρινε αμέσως ότι δεν ευσταθούσε η κατηγορία και δεν υπήρξε ο Ιησούς ένοχος αντιποίησης εξουσίας. Ο Πιλάτος επιβεβαίωσε τη θέση του με τη φράση που εξεστόμισε "τι έστιν αλήθεια;" Μια ερώτηση που δεν περίμενε απάντηση, γιατί η αλήθεια ήτανε κατ' εκείνον μια φιλοσοφική ουτοπία. 


Με το πρακτικό ρωμαϊκό πνεύμα που τον χαρακτήριζε ο Πιλάτος βγήκε από το Πραιτώριο και αθώωσε αμέσως τον κατηγορούμενο λέγοντας στους Ιουδαίους "εγώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω εν αυτώ". (Ιω. ΙΗ' 38).΄Επρεπε ο Ιησούς να αφεθή αμέσως ελεύθερος.

Ο όχλος όμως δημιουργούσε μεγάλο θόρυβο μπροστά στο ανάκτορο επιμένοντας στη θανατική καταδίκη. Μέσα από τις φωνές ο Πιλάτος ξεχώρισε ότι ο Ιησούς ήτανε Γαλιλαίος. Και η Γαλιλαία ήταν έξω από τη δικαιοδοσία του Πιλάτου. Η Γαλιλαία είχε άρχοντα, τετράρχη, τον εξηρτημένο βασιλιά Ηρώδη τον Αντύπα.

Ο Πιλάτος λοιπόν παρά το γεγονός ότι είχε αμέσως προηγουμένως αθωώσει τον Ιησούν, επικαλέστηκε την τοπική αρμοδιότητα του Ηρώδη. Και για να απαλλαγεί από κάθε ευθύνη έστειλε τον Ιησούν στον Ηρώδη, που βρισκόταν εκείνες τις μέρες στην Ιερουσαλήμ. (Λουκά ΚΓ' 6-7)

Ο Ιησούς δεν απάντησε σε καμιά από τις ερωτήσεις του Ηρώδη, που αποκεφάλισε τον ΄Αγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο.

Ο πανούργος Ηρώδης δεν θέλησε να ξαναβάψει τα χέρια του με άγιο αίμα και απεφάσισε ότι δεν έχει αρμοδιότητα γιατί το αδίκημα του Ιησού και η εβραϊκή καταδίκη του έγιναν έξω από τα δικά του σύνορα της Γαλιλαίας.

Ο Χριστός λοιπόν αθωώθηκε για δεύτερη φορά από τη Ρωμαϊκή εξουσία, με την απόφαση του Ηρώδη. Αντί όμως να αφεθεί ελεύθερος οδηγείται και πάλιν δέσμιος στον Πιλάτο, αφού ο Ηρώδης και οι στρατιώτες του τον εξευτέλισαν και του φόρεσαν βασιλικό μανδύα (Λουκά ΚΓ' 11) πράγματα εντελώς απαράδεκτα με την απαλλαγή του κατηγορούμενου, έστω και για έλλειψη τοπικής αρμοδιότητας.

Ο Πιλάτος βγήκε στον εξώστη του Πραιτωρίου και αθώωσε γι' άλλη μια φορά τον Ιησούν λέγοντας "ιδού εγώ ενώπιον υμών ανακρίνας ουδέν εύρον εν τω ανθρώπω τούτω αίτιον ων κατηγορείτε κατ' αυτού. Αλλ' ουδέ Ηρώδης. Ανέπεμψα γαρ υμάς προς αυτόν. Και ιδού ουδέν άξιον θανάτου εστί πεπραγμένον αυτώ". (Λουκά ΚΓ' 15-16)

Οι Ιουδαίοι φώναζαν περισσότερο και στο δίλημμα του Πιλάτου προστέθηκε και το μήνυμα της γυναίκας του Πρόκλας "μηδέν σοι και τω δικαίω εκείνω. Πολλά γαρ έπαθον σήμερον κατ' όναρ δι' αυτόν" (Ματθαίου ΚΖ'20). Αξίζει να σημειωθεί ότι η Πρόκλα βαφτίστηκε Χριστιανή και εορτάζεται η μνήμη της σαν αγίας στις 27 Οκτωβρίου.

Ο Πιλάτος παρουσίασε το Χριστό και το ληστή Βαρραβά μπροστά στο λαό και ρώτησε ποιόν από τους δύο να απολύση για τη γιορτή του Πάσχα. Και ακούγονταν ακόμη δυνατότερες οι φωνές του όχλου που ζητούσε την απόλυση του Βαρραβά και τη θανάτωση του Ιησού.

Ο σκληρός τύρρανος, που ήτανε ταυτόχρονα άβουλος και αναποφάσιστος, διέταξε να μαστιγωθεί ο Ιησούς. Η μαστίγωση ήτανε σκληρή ποινή που συνόδευε την έσχατη ποινή της σταυρώσεως. Μπορούσε να επιβληθεί και σαν αυτοτελής ποινή. Σε καμιά περίπτωση όμως δε μπορούσε να επιβληθεί σε πρόσωπο που αθωώθηκε ή έστω σε κατηγορούμενο πριν από την τελική καταδίκη του. 


Η νομοθεσία του Ιουλίου Καίσαρος (Τίτλος Ι θέμα 1ον και τίτλος 6ος θέμα 7ον) ήτανε σαφής και παρεβιάσθη κατάφορα.

Σκηνές που θα ντροπιάζουν την ανθρωπότητα και ειδικότερα την ανθρώπινη δικαιοσύνη ακολούθησαν. Μετά από το βάναυσο φραγγέλωμα στην αυλή του Πραιτωρίου έντυσαν το ματωμένο σώμα του ενανθρωπίσαντος Θεού με βασιλική χλαμίδα, στεφάνωσαν την κεφαλή του αιώνιου Βασιλέα με ακάνθινο στεφάνι και βασάνισαν και εξευτέλισαν τον αμνό του Θεού τον αίροντα την αμαρτία του κόσμου. (Ιω. ΙΘ' 1-3)

Ο εκπρόσωπος της ανθρώπινης δικαιοσύνης, ο Πιλάτος, βγήκε πάλι από το Πραιτώριο, κάθισε στην δικαστική έδρα στο ύψωμα του Λιθόστρωτου και απευθυνόμενος στους αρχιερείς και τον όχλο: "λέγει αυτοίς. Ιδε ο άνθρωπος. Ότε ουν είδον αυτόν οι αρχιερείς και οι υπηρέται, εκραύγασαν λέγοντες. Σταύρωσον σταύρωσον αυτόν. Λέγει αυτοίς ο Πιλάτος. Λάβετε αυτόν υμείς και σταυρώσατε. Εγώ γαρ ουχ ευρίσκω εν αυτώ αιτίαν. Απεκρίθησαν αυτώ οι Ιουδαίοι: ημείς νόμον έχομεν, κατά τον νόμον ημών οφείλει αποθανείν, ότι εαυτόν Θεού υιόν εποίησεν." (Ιω.ΙΘ' 6-7)

Ο Πιλάτος αθώωσε το Χριστό για άλλη μια φορά, αλλά πάλε δεν τον απέλυσε. Και οι Ιουδαίοι παραδέχθηκαν ότι ο κατηγορούμενος βρέθηκε από το Μέγα Συνέδριο ένοχος θανάτου κατά το Μωσαϊκό δήθεν Νόμο γιατί απεκάλεσε τον εαυτό του υιό Θεού, πράγμα που απέκρυψαν από τον Πιλάτο μέχρι τη στιγμή αυτή.

Ο Πιλάτος παρέβη τη βασική νομική αρχή του Ρωμαϊκού Δικαίου "non bis in idem" (όχι δις επί της αυτής υποθέσεως) και ξαναμπήκε στο Πραιτώριο για να ανακρίνει και πάλε τον Ιησούν. Η νέα απροσδόκητη κατηγορία ότι "εαυτόν υιόν Θεού εποίησε", η επιβλητική προσωπικότητα του Κυρίου, η γαλήνη που ακτινοβολούσε, το μήνυμα της γυναίκας του Πιλάτου και ο θρησκευτικός φανατισμός των Ιουδαίων συγκλόνισαν και σύγχισαν τον Πιλάτο.

Ο Πιλάτος συνομίλησε πάλε με τον Κύριο. Ο κατηγορούμενος δεν ήτανε συνηθισμένος άνθρωπος και μιλούσε σαν να είχε θεϊκή εξουσία. Ο κατηγορούμενος ήτανε ανώτερος από το δικαστή του. "Εκ τούτου εζήτει ο Πιλάτος απολύσαι αυτόν." (Ιω. ΙΘ'13)

Ξανακάθησε ο Πιλάτος στη δικαστική έδρα και άνοιξε νέα συζήτηση με τον όχλο σε μια τελευταία προσπάθεια να αποφύγει τη σταύρωση του Ιησού. "οι δε Ιουδαίοι έκραζον λέγοντες. εάν τούτον απολύσης ουκ ει φίλος του Καίσαρος. πας ο βασιλέα εαυτόν ποιών αντιλέγει το Καίσαρι" (Ιω.ΙΘ'13).

Το τελευταίο τέχνασμα των εβραίων συγκλόνισε τον Πιλάτο γιατί βρισκόταν σε κάποια δυσμένεια του αυτοκράτορα Τιβερίου (Ιωσήπου Lib. XIII, Cap. III, p.1) και αποφάσισε αμέσως να σώσει το τομάρι του παρά να υπερασπιστεί τη δικαιοσύνη. 


Για να αποφύγει το βάρος της άδικης καταδίκης δεν εξέδωσε δικιά του απόφαση αλλά "λαβών ύδωρ απενίψατο τας χείρας απέναντι του όχλου λέγων. Αθώος ειμί από του αίματος του δικαίου τούτου. Υμείς όψεσθε. Και αποκριθείς πας ο λαός είπε. Το αίμα αυτού εφ' ημάς και επί τα τέκνα υμών. Τότε απέλυσεν αυτοίς τον Βαρραβάν, τον δε Ιησούν φραγγελλώσας παρέδωκεν ίνα σταυρωθή." (Ματθ. ΚΖ' 24)

Εάν θεωρηθεί ότι η πράξη του Πιλάτου να νήψει τα χέρια του και να επιτρέψει στους Εβραίους να σταυρώσουν το Χριστό ισοδυναμεί με θανατική καταδίκη τότε πρέπει να θεωρήσουμε ότι κατεδικάσθη ο Ιησούς σε θάνατο επί εσχάτη προδοσία επειδή παρουσιαζόταν σαν βασιλέας, πράξη αντίθετη προς την Lex Julia Majestatis και τα Crimina Imminutae Majestatis.

Και ακολούθησε η εκτέλεση. Οι άνθρωποι σταύρωσαν τον ίδιο το Θεό τους. Και στάθηκαν οι Εβραίοι απέναντι από τον Σταυρό και έβριζαν και κορόϊδευαν. (Μάρκον ΙΕ΄31) "Ομοίως δε και οι αρχιερείς εμπαίζοντες προς αλλήλους μετά των γραμματέων έλεγον άλλους έσωσεν, εαυτόν ου δύναται σώσαι." Παραδεχόταν δηλαδή και ενώπιον του Σταυρού ότι ο Χριστός έκανε θαύματα και έσωσε άλλους.

Σταυρώθηκε λοιπόν ο Χριστός και απέθανε και την τρίτη ημέρα ανεστήθη. Τι απέγιναν όμως οι άνθρωποι που ήταν υπόλογοι για την άδικη καταδίκη Του;

Ο προδότης Ιούδας επέστρεψε στον Ναό, έριξε πίσω τα τριάκοντα αργύρια και κρεμάστηκε σε δένδρο έξω από την Ιερουσαλήμ και αυτοκτόνησε.

Στο βίο της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής (Μέγας Συναξαριστής, ΄Εκδοση Ε, Τόμος 7ος, σελ. 425) αναφέρεται ότι πήγε στη Ρώμη και κατήγγειλε στον Τιβέριο Καίσαρα τον Πόντιο Πιλάτο και τους αρχιερείς. Ο Καίσαρας ακούοντας για τα θαύματα του Χριστού και γνωρίζοντας ότι κατά τον χρόνο της σταύρωσης, έγινε σκότος σε ολόκληρη την οικουμένη διέταξε την προσαγωγή του Πιλάτου, του ΄Αννα και του Καϊάφα στη Ρώμη. 


Ο Καϊάφας πέθανε κατά το ταξίδι και ο Άννας εκτελέστηκε στη Ρώμη. Ο Πιλάτος φυλακίστηκε έξω από τη Ρώμη και πέθανε στην φυλακή. Αντίθετα στα "χρονικά" του Ζωναρά, βιβλίο Στ', γράφεται ότι ο διάδοχος του Τιβερίου ο Καλλιγούλας εξόρισε τον Πιλάτο στην Γαλλία και στο Γ' βιβλίο της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Ευσέβιου γράφεται ότι ο Πιλάτος όταν ήταν εξόριστος στην Γαλλία ήρθε σε απόγνωση και αυτοκτόνησε.

Αυτά λοιπόν για τη δίκη του Χριστού και για τη δίκη των δικαστών Του, στην οποία ο Αυτοκράτορας κατεδίκασε τους δικαστές και κατά συνέπεια αυτή η απόφαση αποτελεί την έβδομη και τελική αθώωση του Χριστού.

Στην εβραϊκή δίκη του Μεγάλου Συνεδρίου σημειώσαμε 16 από τις παραβάσεις του Μωσαϊκού Νόμου. Στη δίκη του Πιλάτου σημειώσαμε άλλες 16 σοβαρές παραβάσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου. 


Η όλη όμως διεξαγωγή των δικών, από τη βραδινή σύλληψη μέχρι την μεσημβρινή Σταύρωση, οι ψευδείς και εναλλασσόμενες κατηγορίες, η συνεχής εναλλαγή της δίκης και της ανάκρισης, η μεταφορά του Χριστού από τα σπίτια των αρχιερέων στο Πραιτώριο, στο λιθόστρωτο, στον Ηρώδη, οι βασανισμοί του κατηγορουμένου και η Σταύρωση Του, ενώ βρέθηκε 6 φορές αθώος από τον Πιλάτο και τον Ηρώδη, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν σαν δίκη, ούτε σαν παρωδία δίκης, αλλά σαν το μεγαλύτερο κακούργημα της ανθρωπότητας και την αιώνια ντροπή που βαρύνει τον κόσμο όλο. Μεγαλύτερο έγκλημα δε μπορούσε να διαπράξει ο άνθρωπος. 

Και όμως τον Σταυρό του θανάτου μετέτρεψε ο Κύριος σε ξύλο της ζωής και το μέγα έγκλημα το μετέτρεψε σε Θείο Σχέδιο Σωτηρίας για μας, τους δήμιούς Του. Τίποτε αντάξιο της θυσίας Του δεν έχουμε να του αντιπροσφέρουμε και περιοριζόμαστε στο μυστήριο της Θείας Μεταλήψεως. Το Αίμα του Χριστού δεν είναι "εφ' υμάς και επί τα τέκνα ημών" αλλά μας προσφέρεται για να σωθούμε εμείς και τα παιδιά μας...

ΚΕΙΜΕΝΟ



Η Δίκη του Χριστού και η αναψηλάφησή της


Ο Μωσαϊκός και ο Ρωμαϊκός Nόμος 
και ποιός είχε (τελικά) την ευθύνη
 για το μαρτύριο και τον θάνατο Του


Του Παναγιώτη Ι. Μπούμη 
Ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Ειδικότητα Κανονικό Δίκαιο)


Περίπου από το 33 μ.Χ. και μετά γίνεται λόγος για μια δίκη και καταδίκη σε σταυρικό θάνατο του Ιησού Χριστού. Άλλοι μιλούν για (κατά)δίκη βάσει του μωσαϊκού νόμου και άλλοι βάσει του ρωμαϊκού δικαίου. Και οι δύο όμως πλευρές δεν ικανοποιούν, γιατί ο Ιησούς Χριστός ήταν τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος και επομένως ήταν αναμάρτητος. Δεν ήταν παράνομος ούτε ως προς το ένα ούτε ως προς το άλλο δίκαιο. 

Παρά ταύτα, επειδή γύρω στο 33 μ.Χ. έλαβε χώρα αυτή η (κατά)δίκη του Ιησού στα Ιεροσόλυμα, πολλοί επιχειρούν να ανατρέψουν το «δόγμα» περί της αθωότητας Του. Και στον ισχυρισμό τους αυτό επιμένουν από το ότι δήθεν όλος ο ιουδαϊκός λαός ανέλαβε την ευθύνη για την (καταδίκη αυτή (πρβλ. Ματθ.27,25).

Οπότε εδώ ανακύπτουν
τα εξής ουσιαστικά ερωτήματα: Τι ήταν πράγματι ο Ιησούς, ένοχος ή αθώος; Και, δεύτερον, ποιος τον καταδίκασε; Και ειδικότερα: Ποιος έχει την ευθύνη για τον σταυρικό Του θάνατο;

Οι πληροφορίες οι οποίες προσφέρονται γι' αυτήν την (κατά)δίκη είναι καταγεγραμμένες κυρίως στα τέσσερα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης. Αυτά αποτελούν τις αυθεντικότερες πηγές του κοσμοϊστορικού αυτού γεγονότος.


Τα δεδομένα
Βάσει, λοιπόν, αυτών των μαρτυριών έχουμε τα εξής δεδομένα: Από πλευράς του ρωμαϊκού δικαίου δεν υπάρχει θέμα ενοχής του Ιησού Χριστού, γιατί έχουμε την επίσημη-κατηγορηματική διαβεβαίωση του Ρωμαίου ηγεμόνα της Παλαιστίνης Ποντίου Πιλάτου, ο οποίος έπειτα από ανάκριση απεφάνθη λέγοντας «εγώ ουδεμίαν ευρίσκω εν αυτώ αιτίαν» (Ιω. 18,38. Πρβλ. καιΛουκ.23,21).

Και ερχόμαστε
να ερευνήσουμε αν υφίσταται θέμα από πλευράς του ιουδαϊκού νόμου: Η βασική κατηγορία στην οποία στηρίχθηκαν ο αρχιερέας Καϊάφας και το Ιουδαϊκό Συνέδριο για να καταδικάσουν τον Ιησού ήταν «ότι εποίησεν εαυτόν Υιόν Θεού» (Βλ. Ματθ. 26,65-66).

Τούτο όμως δεν μπορεί κανείς
να ισχυρισθεί ότι βρίσκει έρεισμα στον Νόμο της Π. Διαθήκης, γιατί αυτός λέει να μη χρησιμοποιείται το όνομα του Θεού επί ματαίω, ασκόπως, και να μη βλασφημείται (Πρβλ. Εξοδ. 20,7, Λευιτ. 24,16), και όχι ότι απαγορεύεται κάποιος να λέει ότι είναι υιός του Θεού. 


Εξάλλου και πολλοί Ιουδαίοι είχαν διακηρύξει ότι «έναν πατέρα έχομεν, τον Θεόν» (Ιω. 8,41) και όμως δεν κατηγορήθηκαν από τους γραμματείς ως ένοχοι βλασφημίας. Άλλωστε δεν ήταν και αντίθετη προς τη διδασκαλία της Π. Διαθήκης μια τέτοια αυτομαρτυρία. Ήδη στον Ψαλμ. 2,7 λέγεται: «Κύριος είπεν προς με• Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγένηκάσε».

Πάντως φαίνεται ότι ούτε οι αρχιερείς ήταν βέβαιοι για τη βασιμότητα αυτής της κατηγορίας. Και τούτο γίνεται αντιληπτό από το ότι, αντί να χρησιμοποιήσουν εξαρχής αυτήν την κατηγορία, προσπάθησαν με άλλες κατηγορίες να τον καταδικάσουν. Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι θέλησαν να ενοχοποιήσουν τον Ιησού ακόμη και με ψευδομάρτυρες (Μάρκ. 14,56 και 59).

Έτσι όμως όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, το γεγονός είναι ότι είτε από άγνοια, είτε από φθόνο, παρασύρθηκαν και παραπλανήθηκαν πρώτα οι ίδιοι οι αρχιερείς και οι γραμματείς της τότε εποχής.Ύστερα παραπλάνησαν και όλο το Ιουδαϊκό Συνέδριο και μέρος του λαού που τους ακολουθούσε πιστά. 


Ακόμη και τον Πιλάτο παρέσυραν, τον οποίον επιπροσθέτως εκφόβησαν τεχνηέντως, για να ενδώσει στη θέληση τους και να δώσει την εντολή στους στρατιώτες του να σταυρώσουν τον Ιησού Χριστό.

Τα συμπεράσματα
Μετά την παράθεση των ανωτέρω μαρτυριών μπορούμε να διατυπώσουμε επιγραμματικούς και τα εξής:

1) Οι τότε θρησκευτικοί άρχοντες του ιουδαϊκού λαού ήταν εκείνοι που καταδίκασαν τον Ιησού Χριστό σε θάνατο (πρβλ. Ματθ. 20,18-19, Μάρκ. 10.33-34 και Λουκ. 18,32-33).


2) Δεν ήταν όλος ο λαός εκείνος που σταύρωσε τον Χριστό ή που απαίτησε να σταυρωθεί. Ποια ευθύνη μπορούσαν να έχουν εκείνοι οι οποίοι δεν παροικούσαν στην Ιερουσαλήμ αλλά σε άλλες πόλεις της Ιουδαίας;


3) Αλλά και εκείνοι από τον λαό που απαίτησαν τότε να σταυρωθεί το έπραξαν εν αγνοία, παραπλανηθέντες δολίως από τους θρησκευτικούς ηγέτες τους. Και τούτο ενισχύεται και από το ότι δεν ήταν λογικό να (αυτό)καταδικάσουν τους ίδιους τους εαυτούς τους και τα παιδιά τους με το φρικτό εκείνο ανάθεμα «το αίμα αυτού εφ' ημάς και επί τα τέκνα ημών» (Ματθ. 27,25), αν γνώριζαν τα πράγματα.

***

Η συλλογική «ενοχή» των εθνών, 
ο ρόλος των Ιουδαίων και ο (αυτό)αναθεματισμός
Είναι σημαντικό να προσθέσουμε ότι με αυτή τους την (αυτοκαταδίκη εμφανίζονται ότι αντιπροσωπεύουν και τις επερχόμενες γενεές των Ιουδαίων, τους απογόνους τους, και ότι υπάρχει μια συλλογική ευθύνη. Αλλά το ερώτημα είναι αν πράγματι τους αντιπροσωπεύουν. Η απάντηση μπορεί να είναι θετική μόνον εάν λάβουμε υπόψη ότι ο Χριστός σταυρώθηκε για τις αμαρτίες όλων και όχι ότι συναίνεσαν τα «τέκνα» τους στη σταύρωση του Ιησού.

Αλλά μήπως τότε αντιπροσωπεύουν όχι μόνο τους Ισραηλίτες, αλλά κατ' επέκταση όλη την ανθρωπότητα; Οι λόγοι του Κυρίου στο Ματθ. 20,18-19, Μάρκ. 10,33-34 και Λουκ. 18,32-33, ενώ την ευθύνη για την απόφαση της καταδίκης Του την περιορίζουν στους αρχιερείς, αντιθέτως την πράξη της σταυρώσεως την επεκτείνουν στα έθνη. Ήδη και ο προφήτης Ησαΐας είχε προείπει: «Ούτος τας αμαρτίας ημών φέρει και περί ημών οδυνάται» (Ησ. 53,4)• Άρα και για τη σταυρική οδύνη του Κυρίου έχουμε όλοι οι άνθρωποι τη σχετική ευθύνη.

Συνεπώς έχει δίκαιο και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ. Ιερώνυμος που μιλάει για «ταπείνωση και μετάνοια σε όσα η ανθρωπότητα τότε και σήμερα "μελετά" εναντίον του Χριστού».

Τέλος, ειδικότερα και οι σημερινοί Ισραηλίτες μπορούν σαν αντιπρόσωποι και των τότε προγόνων τους κατ' αντίστροφο τρόπο να αποτινάξουν τον παλαιό εκείνο επιβληθέντα βαρύ αυτοαναθεματισμό και την αυτοκαταδίκη τους με μια επιτυχημένη (ανά) θεώρηση των γενομένων.






ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ, ΕΔΩ:
Διαβάστε περισσότερα... »

Η Δίκη του Χριστού (Α΄ Μέρος)



Επιμέλεια - έρευνα: Δρ Δημήτρης Περδετζόγλου


Το Β΄ Μέρος, εδώ




Γράφει ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΩΛΗΣ 

Στις ημέρες του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τιβέριου, έπαρχος της Ρώμης στην Ιουδαία ήταν ο Πόντιος Πιλάτος, και αρχιερέας στα Ιεροσόλυμα ο Καϊάφας. Τότε συνέβησαν στην ιερή αυτή πόλη τα συγκλονιστικά γεγονότα της θανατικής καταδίκης του Ιησού Χριστού, της Σταύρωσής Του, αλλά και το μέγιστο γεγονός της Ανάστασής Του, που άλλαξε τη ροή της ιστορίας του κόσμου. 

Τα κύρια πρόσωπα, που έχουν συνδεθεί με το στυγερό έγκλημα της θανατικής καταδίκης του Θεανθρώπου είναι ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, μαθητής και προδότης του διδασκάλου του, ο μέγας αρχιερέας και πρόεδρος του Συνεδρίου Καϊάφας, ο πρώην αρχιερέας Άννας, που ασκούσε μεγάλη επιρροή στο ιερατείο και ήταν πεθερός του Καϊάφα και τέλος ο Ρωμαίος ηγεμόνας της Ιουδαίας Πόντιος Πιλάτος.





Ας δούμε, όμως, συνοπτικά τα συγκεκριμένα αυτά πρόσωπα, στον ένοχο ρόλο τους, που μαζί με τους αρχιερείς και πρεσβύτερους, τους γραμματείς και φαρισαίους, επεδίωκαν επίμονα τη θανατική καταδίκη του Χριστού.





Ιούδας ο Ισκαριώτης
Ήταν ο δωδέκατος μαθητής του Χριστού που εκλήθη στο αποστολικό αξίωμα και ανέλαβε τα καθήκοντα του διαχειριστή. Στους αποστολικούς καταλόγους μνημονεύεται πάντοτε τελευταίος και τον συνοδεύει ο ατιμωτικός χαρακτηρισμός του προδότη. 

Ο Κύριος, ως παντογνώστης, γνώριζε από την αρχή ότι αυτός θα τον κατέδιδε. Τον συμπεριελάμβανε εν τούτοις στους μαθητές Του, να ζήσει κοντά Του, να ακούσει τη διδασκαλία Του και να δει τα θαύματά Του. Δεν μπορούσε συνεπώς ο μελλοντικός προδότης Του να επικαλεσθεί άγνοια και να έχει ελαφρυντικά για την πράξη του. Με τους προσδιορισμούς, άλλωστε, «διάβολος» και «υιός της απωλείας», αναφερόταν ο Χριστός αόριστα στον Ιούδα. 

Άτομο με αυξημένη φιλαργυρία στρέφεται με δολιότητα κατά του διδασκάλου Του. Για λίγα αργύρια περιφρονεί την αγάπη και τη στοργή του Χριστού και γίνεται σύμμαχος εκείνων που θέλουν τον θάνατό Του. Διαπραγματεύεται με μικρό οικονομικό αντάλλαγμα την παράδοσή Του στους αρχιερείς και στους πρεσβύτερους. 


Ζει και κινείται ως κατάσκοπος στον όμιλο των «δώδεκα». Συμμετέχει τυπικά ως τις τελευταίες ώρες σε όλες τις εκδηλώσεις. Είναι παρών στον Μυστικό Δείπνο και ακούει ατάραχος τον συγκλονιστικό λόγο του Κυρίου προς τους μαθητές Του που τους λέει ότι ένας απ' αυτούς θα είναι ο προδότης. 

Κι αυτός, που από καιρό μεθοδεύει την προδοσία, ψυχρός και αμίλητος, τρέχει προς «το δεινόν βουλευτήριον των ανόμων» που έχει αποφασίσει να θανατώσει τον Αναμάρτητον, επειδή δεν γινόταν όργανό τους. Περιφρονεί τον νόμο της φιλίας που δεν επιτρέπει αγνωμοσύνη και έχθρα προς εκείνους που μας αγαπούν. Δόλια και πονηρά τρέχει να παραδώσει Εκείνον που πριν λίγο έπλυνε τα πόδια του! 

Η εκκλησιαστική υμνογραφία της Μ. Εβδομάδας καταγγέλλει τον Ιούδα με βαρύτατους χαρακτηρισμούς. Εικονίζει με μελανά χρώματα την κακοποιό δράση του, τη μιαρή συμπεριφορά του και σημειώνει ότι «κινείται, βουλεύεται, μελετά την παράδοσιν... συμφωνεί την πράσιν, πωλεί τον ατίμητον», αντί τριάκοντα αργυρίων! 


Και ενώ ο Χριστός με τους μαθητές Του βρίσκεται στον κήπο της Γεθσημανής και ζει στιγμές αγωνίας, ο προδότης καθοδηγεί τη σπείρα και τους υπηρέτες των αρχιερέων και φαρισαίων οι οποίοι «μετά φανών, λαμπάδων και όπλων», φτάνουν κοντά στον Χριστό. 

Εκεί ο Ιούδας υποδεικνύει με φίλημα τον διδάσκαλό του. «Ιούδας ο προδότης, δόλιος ων, δολίω φιλήματι παρέδωκε τον Σωτήρα Κύριον τον Δεσπότην των απάντων ως δούλον πέπρακε τοις παρανόμοις...», τονίζει ο υμνωδός της Εκκλησίας. 





   


Όταν όμως βλέπει τις τραγικές συνέπειες του αμαρτήματός του κλονίζεται και απογοητευμένος επιστρέφει τα αργύρια, αναγνωρίζοντας ότι έχει διαπράξει έγκλημα. Δεν τρέχει όμως να ζητήσει συγγνώμη από το διδάσκαλό Του, που Τον εμπαίζουν και Τον βασανίζουν αλλά «απελθών απήγξατο», πήγε και κρεμάστηκε από τύψεις. Και ο υμνογράφος σημειώνει ότι η αγχόνη είναι η αμοιβή των πράξεών του: «Όθεν αγχόνην, αμοιβήν ώνπερ έδρα, ευρίσκει ο άθλιος και επώδυνον θάνατον».

Ο πρώην αρχιερέας Άννας. Ο Άννας, πρώην αρχιερέας των Ιουδαίων, ήταν το πρώτο πρόσωπο ενώπιον του οποίου οδηγήθηκε χειροδέσμιος ο Χριστός μετά τη σύλληψή Του στον κήπο της Γεθσημανής. Αυτός, εχθρός αμείλικτος του Χριστού, τον προανέκρινε προκειμένου να προετοιμάσει την καταδίκη Του. 


Άφησε μάλιστα έναν από τους υπηρέτες του να Τον χαστουκίσει. Είχε διατελέσει αρχιερέας το 6 ή 7 μ.Χ. αλλά απομακρύνθηκε από το αξίωμά του από τον Ρωμαίο επίτροπο Βαλέριο Γράτο, μολονότι ο Εβραϊκός νόμος τον ήθελε ισόβιο. 

Περιγράφεται από τους ιστορικούς ως «πλεονέκτης, θησαυριστής, δοξομανής, φίλαρχος, ραδιούργος και επιτήδειος». Κατάφερε να αναδείξει αρχιερείς και τα τέσσερα παιδιά του καθώς και τον γαμπρό του Καϊάφα. 

Ο ευαγγελιστής Λουκάς τον θεωρεί αρχιερέα, ίσως διότι είχε μεγάλη επιρροή και πρωτεύοντα ρόλο σε κάθε ζήτημα. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ο Χριστός προσάγεται δεμένος πρώτα στον Άννα και έπειτα στον Καϊάφα. 

Διέθετε τρομερή δύναμη ως «νονός» του ιερατείου το οποίο εκμεταλλευόταν μονοπωλιακά τα πλούσια, αμύθητα έσοδα του Ναού των Ιεροσολύμων. 

Ο Ιώσηπος αναφέρει ότι είχε όχι τέσσερα, αλλά πέντε παιδιά «και τούτους πάντας συνέβη αρχιερατεύσαι τω Θεώ...». 

Ήταν πάντα δραστήριος σε δολοπλοκίες και πρωταγωνίστησε με πάθος, για να πετύχει την καταδίκη του Χριστού. Όταν μάλιστα βρέθηκε μπροστά στον Πιλάτο όπου το πλήθος ζήτησε την απελευθέρωση του Βαραββά, και εκείνος ρώτησε τι να κάνει με τον Χριστό, βροντοφώναξε: «Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν». 

Είχε όμως και αυτός τραγικό τέλος. Όταν με απόφαση του αυτοκράτορα Τιβέριου οι ένοχοι του εγκλήματος της Σταύρωσης του Χριστού οδηγήθηκαν στη Ρώμη, τότε τον αρχιερέα Άννα τον τύλιξαν γυμνό σε δέρμα βοδιού και τον άφησαν στον «καυτερόν ήλιον όπου, ξηρανθέντος του δέρματος, λόγω της συστολής αυτού εύρε οικτρόν θάνατον...».


Ο μέγας αρχιερέας Καϊάφας
Ο Καϊάφας (ή Ιωσήφ), ήταν μέγας αρχιερέας των Ιουδαίων τον καιρό της Σταύρωσης του Χριστού και επεδίωξε με πείσμα να πετύχει την καταδίκη Του. Σαδδουκαίος στο δόγμα νυμφεύθηκε την κόρη του προκατόχου του Άννα. Προήδρευσε του παράνομου Συνεδρίου αρχιερέων και πρεσβυτέρων που συνεδρίασαν για να δικάσουν τον Χριστό και τελικά Τον έκριναν ένοχο θανάτου. 

Ήταν δουλοπρεπής, πιστό όργανο των Ρωμαίων, και γι' αυτό έμεινε πολλά χρόνια στο αξίωμά του. Όταν, όμως, μετά το έγκλημα κατά του Χριστού ενοχοποιήθηκε από τον αυτοκράτορα Τιβέριο ο Πιλάτος, τότε παύθηκε και αυτός. 



"ΚΛΙΚ" ΕΔΩ, ΓΙΑ ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Σύμφωνα με κρητική παράδοση, ενώ ο Καϊάφας μεταφερόταν στη Ρώμη μαζί με άλλους κατηγορούμενους, προκειμένου να δικαστεί για τον άδικο θάνατο του Ιησού, το καράβι ναυάγησε κοντά στις ακτές του νησιού και ο μέγας αρχιερέας κατάφερε να σωθεί βγαίνοντας στη στεριά. Ασθένησε έπειτα και σε λίγες μέρες πέθανε και ενταφιάστηκε. 

Δεν τον δέχτηκε όμως η γη, όπως λέει η παράδοση. Λέγεται, μάλιστα, ότι αυτό έγινε επτά φορές. Τον έθαβαν και η γη τον απέρριπτε. Τελικά, οι Κρητικοί τον κατέχωσαν με πέτρες και χώματα, με κατάρες και βλαστήμιες. Ο τόπος της ταφής του, έξω από την Κνωσό ονομάστηκε από τότε «Μνήμα του Καϊάφα». Πρόκειται για παλιά παράδοση γραμμένη σε απόκρυφο βιβλίο που τιτλοφορείται «Τα πεπραγμένα τω Πιλάτω».



Ο Πόντιος Πιλάτος 
Από τα κορυφαία πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν στην καταδίκη του Χριστού είναι και ο Ρωμαίος επίτροπος της Ιουδαίας Πόντιος Πιλάτος. Εκείνος, με την υπογραφή του, επικύρωσε την απόφαση του σταυρικού θανάτου του Κυρίου. Το έπραξε μάλιστα αυτό μολονότι, όπως προκύπτει από τις διηγήσεις των ευαγγελιστών, είχε πεισθεί για την αθωότητά Του. 

Ο Πιλάτος, αποκαλούμενος «Πόντιος», πιθανόν λόγω του τόπου καταγωγής του, ήταν ο πέμπτος κατά σειράν επίτροπος μετά την καθαίρεση του προκατόχου του Αρχέλαου. Πληροφορίες σχετικές με αυτόν διέσωσαν, εκτός από την Κ. Διαθήκη, και οι ιστορικοί Ιώσηπος, Φίλων και Τάκιτος. 


Ο Ιώσηπος τον χαρακτηρίζει σκληρό ηγεμόνα, αλλά και αδιάφορο για την ηθική και το δίκαιο. Το όνομα του Πιλάτου συνδέεται άμεσα με τη δίκη του Χριστού στο Πραιτώριο και με την άδικη απόφασή του κατά του Χριστού που έχει καταγραφεί μάλιστα και στο Σύμβολο της Πίστεως, το «Πιστεύω» των Χριστιανών, που λέει: «Σταυρωθέντα τε υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου...».

   
Ο Χριστός οδηγήθηκε στον Πιλάτο μετά τη νυχτερινή παράνομη δίκη του από τον Καϊάφα διότι το Συνέδριο των Ιουδαίων δεν είχε δικαίωμα να τον καταδικάσει σε θάνατο χωρίς την έγκρισή του. Οι Ρωμαίοι είχαν παραχωρήσει βέβαια τέτοιο δικαίωμα, «ίνα θανατώσωσι χωρίς αδείας ηγεμόνος», με βάση τον δικό τους νόμο, γεγονός που συνέβη και με τον πρωτομάρτυρα Στέφανο, αλλά αυτό δεν ίσχυε σε «πολιτικά» και «εγκληματικά» κακουργήματα. 

Το κατηγορητήριο κατά του Χριστού, όπως ιστορεί και ο μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος, ανήκε στα πολιτικά: αιτίαν δε του Ιησού επαράστησαν, ότι είπεν εαυτόν βασιλέα, μηδεμίαν άλλην αιτίαν ευρόντες, διά τούτο είπαν τω Πιλάτω «ημίν ουκ έξεστιν ουδένα αποκτείναι» (Ιω. ιη' 31). 

Σύμφωνα με τις διηγήσεις των Ευαγγελίων ο Πιλάτος παρουσιάζεται σαν να θέλει και να προσπαθεί να απαλλάξει τον Χριστό από τη θανατική καταδίκη. Ομολογεί, μάλιστα, μετά την ανάκρισή Του ότι δεν βρίσκει τίποτε επιλήψιμο εναντίον Του. Η επιμονή όμως των κατηγόρων του Ιησού Χριστού είναι ασφυκτική. 


Απορρίπτουν κάθε προσπάθειά του Πιλάτου να Τον απαλλάξει ακόμη και κατά τα καθιερωμένα με το δικαίωμα δηλαδή που είχε ως ηγεμόνας να ελευθερώνει, λόγω της γιορτής του Πάσχα, έναν κατάδικο. Γι' αυτό, όταν τους ρωτάει αν προτιμούν ν' αφήσει ελεύθερο τον Χριστό ή τον Βαραββά, εκείνοι επιλέγουν τον Βαραββά. 


Έπειτα, στο ερώτημά του τι να κάνει με τον Χριστό, κραυγάζουν: «Σταυρωθήτω!». Τον απειλούν μάλιστα ότι, αν δεν καταδικάσει εκείνον που παριστάνει τον βασιλέα, σημαίνει πως δεν είναι φίλος του καίσαρα!... 



Ο Ματθαίος διηγείται το όνειρο της γυναίκας του Πιλάτου, Πρόκουλας ή Πρόκλης, η οποία το ερμήνευσε ως μήνυμα για την αθωότητα του Χριστού και γι' αυτό τρέχει στο Πραιτώριο να αποτρέψει τον σύζυγό της από οποιαδήποτε ένοχη πράξη εναντίον Του. 

Σύμφωνα, μάλιστα, με παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας η σύζυγος του Πιλάτου έγινε χριστιανή και η μνήμη της γιορτάζεται στις 27 Οκτωβρίου. Τελικά ο Πιλάτος παίρνει νερό και πλένει επιδεικτικά τα χέρια του μπροστά στον όχλο δηλώνοντας: «αθώος ειμί από του αίματος του δικαίου τούτου». Συγχρόνως, όμως, υποκύπτει στις πιέσεις των εχθρών του Χριστού και Τον παραδίδει σ' αυτούς για να Τον σταυρώσουν.

Η καταδικαστική απόφαση του Πιλάτου κατά του Ιησού ΧριστούΣε χειρόγραφο της Μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά, που μνημονεύει και ο Αθανάσιος Υψηλάντης στο περισπούδαστο έργο του «Τα μετά την Άλωσιν» (1453-1789), αναγράφεται ότι στην Ακυληία της Ιταλίας βρέθηκε γραπτό κείμενο της καταδικαστικής απόφασης του ηγεμόνα της Ιερουσαλήμ κατά του Ιησού. 


Σύμφωνα με την απόφαση, ο Χριστός, ύστερα από επίμονη απαίτηση του Ιουδαϊκού Συνεδρίου, καταδικάστηκε σε σταυρικό θάνατο. Στο κείμενο της απόφασης αναγράφονται στην αρχή στοιχεία που προσδιορίζουν τον χρόνο της έκδοσής της. Αναφέρεται έπειτα σε συγκεκριμένα ονόματα των κρατούντων τον καιρό εκείνο.


      

Το κείμενο της καταδικαστικής απόφασης εισέρχεται στο ουσιαστικό μέρος, που «κρίνει και καταψηφίζει» τον Χριστό «εις θάνατον». Τον χαρακτηρίζει ως επαναστάτη, ταραχοποιό, «άνθρωπον στασιώδη» εναντίον του μωσαϊκού νόμου και εναντίον του αυτοκράτορα Τιβέριου. Καθορίζει τη θανάτωσή Του διά σταυρώσεως με καρφιά. 

Δικαιολογεί την απόφαση αυτή με κατηγορίες κατά του Χριστού ότι τάχα προκαλούσε εξέγερση όχλου, πολλών πλουσίων και φτωχών στην Ιουδαία και κυρίως διότι εμφανιζόταν ως Υιός του Θεού και βασιλεύς του Ισραήλ. Επισημαίνει ακόμη, ως τόλμημα τη θριαμβευτική είσοδο και υποδοχή Του στα Ιεροσόλυμα, από πλήθος λαού, που τον επευφημεί ως άρχοντα νόμιμης εξουσίας. 

Δίνει επίσης εντολές για τη μαστίγωσή Του και τον εμπαιγμό Του, όπως να του φορέσουν πορφύρα, να τον στεφανώσουν με ακάνθινο στεφάνι και τέλος, να τον οδηγήσουν στον Γολγοθά προς τον οποίο θα πορεύεται κουβαλώντας ο ίδιος τον Σταυρό του μαρτυρικού θανάτου Του! 

Ας δούμε όμως πώς είναι διατυπωμένα όλα αυτά στην απόφαση του Ποντίου Πιλάτου: 

[...] εν μηνί Μαρτίω ΚΓ' εγώ Πόντιος Πιλάτος, ο ηγεμών διά της βασιλείας των Ρωμαίων ένδοθεν του Πραιτωρίου της ηγεμονίας κρίνω και καταψηφίζω εις θάνατον Ιησούν τον λεγόμενον υπό του πλήθους Χριστόν Ναζωραίον και από πατρίδος Γαλιλαίας, άνθρωπον στασιώδη του νόμου του Μωσαϊκού, εναντίον του μεγαλοπρεπούς βασιλέως Τιβερίου καίσαρος. Καθορίζω και αποφασίζω διά τούτο, ότι ο θάνατος αυτού να είναι εις τον σταυρόν, όμως μετά των ήλων κατά το σύνηθες των υποδίκων, επεί συνηθροίσθη αυτός μετά πολυανθρώπων πλουσίων και πτωχών και ούτε έπαυσε συνέχειν θορύβους εν όλη τη Ιουδαία, ποιών εαυτόν Υιόν Θεού και βασιλέα του Ισραήλ, απειλών χαλασμόν της Ιερουσαλήμ και του Ιερού Ναού απαρνούμενος τον φόβον του καίσαρος, έχων έτι, τόλμην εισελθείν μετά βαΐων και θριάμβων μετά μέρους του πλήθους ώσπερ ρηξ εντός της πόλεως Ιερουσαλήμ, εις τον Ιερόν Ναόν όθεν ορίζομεν τον πρώτον τον ημέτερον εκατόνταρχον Κόιντον τον Κορνήλιον συνάγειν παρρησία εις την χώραν Ιερουσαλήμ δεδεμένον, μαστιγούμενον, ενδεδυμένον πορφύραν, εστεφανωμένον μετά ακανθίνου στεφάνου, βαστάζοντα τον ίδιον σταυρόν επί του ώμου, ίνα η παράδειγμα τοις πάσι κακοποιοίς, μεθ' ου βούλομαι συνάγεσθαι δύο ληστάς φονείς, και εξελθείν διά της πύλης Γκαπαρόλα, νυν δε Αντωνιάδα, συνάξει δε αυτόν τον Χριστόν παρρησία εις το όρος των κακούργων ονόματι Καλβάριον1, όθεν εσταυρωμένον και θανατωμένον κατά το σώμα αυτού εν τω σταυρώ εις κοινόν θέαμα πάντων των κακούργων και άνωθεν του σταυρού τεθήτω τίτλος γεγραμμένος τρισί γλώσσεσιν, Ελληνική, Ρωμαϊκή και Εβραϊστί, Ελληνιστί μεν «Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς Ιουδαίων», Ρωμαϊστί, «Γιέζους Ναζωραίους Ρεξ Γιουδεόρουμ» και Εβραϊστί «Γιεσονά Νογρή Μέλεγ-Γελουντίμ», ορίζομεν δε ότι ουδείς οστιούν τάξεως, ποιότητος τολμήση απερισκέπτως να εμποδίση την τοιαύτην δίκην υπ' εμού ωρισμένην και διοικημένην και επιτελουμένην μετά πάσης σεμνότητος κατά τα ψηφίσματα και νόμους των Ρωμαίων ως Εβραίος εις ποινήν αυτομολίας τής των Ρωμαίων Βασιλείας... Ακολουθούν τα ονόματα των μαρτύρων και του νομικού «της παρούσης ποινής διά των εγκλημάτων. Νομικός Μπετάν».


«Ήδη βάπτεται κάλαμος αποφάσεως...». Προτού αναγνωσθεί το 12ο Ευαγγέλιο τη νύχτα της Μεγάλης Πέμπτης, ψάλλεται ο ύμνος που αναφέρεται στην καταδικαστική απόφαση κατά του Ιησού και αξίζει να τον περιλάβουμε εδώ: Ήδη βάπτεται κάλαμος αποφάσεως παρά κριτών αδίκων, και Ιησούς δικάζεται και κατακρίνεται Σταυρώ και πάσχει η κτίσις εν Σταυρώ καθορώσα τον Κύριον. Αλλ' ο φύσει σώματος δι' εμέ πάσχων, αγαθέ, Κύριε, δόξασοι. 

Δηλαδή: Ήδη ο κονδυλοφόρος βουτιέται στο μελάνι και γράφεται η απόφαση από άδικους δικαστές με την οποία ο Χριστός, καταδικάζεται στον διά Σταυρού θάνατο. Και η Δημιουργία πάσχει καθώς αντικρίζει τον Κύριο και Δημιουργό της στον Σταυρό. Αλλά δόξα ανήκει σ' Εσένα, αγαθέ Κύριε, που κατά την ανθρώπινη φύση Σου υφίστασαι παθήματα για τη σωτηρία μου...




Επιστολή του Πιλάτου,
 στον αυτοκράτορα Τιβέριο
Ο Πόντιος Πιλάτος, μετά τα συγκλονιστικά γεγονότα που συνέβησαν στα Ιεροσόλυμα κατά τη δίκη του Χριστού και κυρίως όσα, θαυμαστά και τρομερά, επακολούθησαν μετά το «τετέλεσται» Εκείνου επί του Σταυρού, απευθύνει εμπεριστατωμένη επιστολή-αναφορά προς τον καίσαρα της Ρώμης Τιβέριο, στην οποία του εκθέτει όλα όσα είχαν συμβεί. Ομολογεί, μάλιστα, κυνικά ότι ο ίδιος διέταξε να σταυρωθεί ο Χριστός μολονότι ήταν βέβαιος για την αθωότητά Του! 

Αναφέρεται ακολούθως στις ψεύτικες κατηγορίες κατά του Ιησού εκείνων που Τον οδήγησαν ενώπιόν του και σημειώνει ότι καίτοι δε πολλά κατ' Αυτού λέγοντες, ουκ ηδυνήθησαν όμως ευρείν τι βέβαιον έγκλημα κατ' Αυτού....

Εγώ διέταξα τη Σταύρωσή Του. Στην πραγματικότητα ο Ιησούς ήταν ευεργέτης του ιουδαϊκού λαού αφού αγαθοεργούσε, όπως βεβαιώνει και ο Πιλάτος, με «ιάσεις και θαύματα... των οποίων καγώ ειμί μάρτυς τυφλούς, χωλούς, λεπρούς, παραλύτους και δαιμονιζομένους, εθεράπευε, μόνο τω λόγω νεκρούς ανίστα ως εξ ύπνου, και εν μιά τεταρταίον τινά, ονόματι Λάζαρον, ανέστησε, λόγω μόνω καλέσας αυτόν κατ' όνομα..». 


Ομολογεί στη συνέχεια ο Πιλάτος ότι διαπίστωσε την αθωότητα του Χριστού, αλλά υπέκυψε στις πιέσεις των κατηγόρων Του και διέταξε να σταυρωθεί.



Δριμύτατο «κατηγορώ» του Τιβέριου,
κατά του Ποντίου Πιλάτου
Όταν ο Τιβέριος πληροφορείται όλα αυτά τα παράνομα που είχαν συμβεί στα Ιεροσόλυμα ελέγχει δριμύτατα τον Πιλάτο. Τον χαρακτηρίζει ανάξιο, βέβηλο και πορωμένο «επειδή άδικον εψήφισε θάνατον κατά του Ιησού» και τον κατηγορεί ότι συντάχθηκε με τους εχθρούς Του από τους οποίους, όπως τονίζει, «έλαβε δώρα». Για τους λόγους αυτούς, λοιπόν, διατάζει να προσαχθεί ενώπιόν του δέσμιος για ν' απολογηθεί. 

Γράφει ότι είναι αποφασισμένος να απονείμει γρήγορα δικαιοσύνη. Επισημαίνει ακόμη ο Τιβέριος, ότι ο Πιλάτος ενήργησε αυθαίρετα, χωρίς να ζητήσει τη γνώμη του σ' ένα τόσο σοβαρό θέμα, αλλά τον ενημέρωσε εκ των υστέρων για τα τετελεσμένα... 

Ο αυτοκράτορας, που είχε, όπως φαίνεται, και άλλες πληροφορίες για τις θαυματουργικές θεραπείες του Χριστού στην Ιουδαία, αγανακτεί για το έγκλημα της Σταύρωσής Του, διότι και αν ακόμη δεν τον πίστευαν ως Θεό θα μπορούσαν να Τον έχουν κρατήσει ζώντα ως γιατρό, θεραπευτή. 

Διατυπώνει τέλος ο Τιβέριος την κρίση του ότι Εκείνος δεν είναι μόνο Άνθρωπος, αλλά και Θεός.




Το τέλος του Πιλάτου
Σχετικά με το τέλος της ζωής του Πόντιου Πιλάτου αναφέρονται διάφορες εκδοχές, χωρίς σαφείς ιστορικές μαρτυρίες, όλες όμως συμφωνούν ότι είχε οικτρό θάνατο. Σε μια από αυτές καταγράφεται ότι αφού με διαταγή του Τιβέριου, του αυτοαποκαλούμενου Δεσπότη ανίκητου και φοβερού, οδηγήθηκε δέσμιος στη Ρώμη, εκτελέστηκε εκεί από τον ίδιο τον καίσαρα. 

Κατά τον Ευσέβιο («Εκκλησιαστική Ιστορία») εξορίστηκε στη Βιέννη της Γαλλίας όπου σε σύντομο χρονικό διάστημα
αυτοκτόνησε και έτσι τιμωρήθηκε από τη θεία δίκη για την ενοχή του. Αλλού αναφέρεται ότι αφού τον σκότωσαν στη Ρώμη πέταξαν το πτώμα του στον Τίβερι όπου προκάλεσε πλημμύρες... 

Ο μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος γράφει στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» του (Τόμος Α' εν Βιέννη 1783) τα εξής:
"Ο δε Βιτέλλιος λαβών την ηγεμονίαν της Συρίας, διορίζει επίτροπον της Ιουδαίας τον Μάρκελλον, τον δε Πιλάτον πέμπει εις Ρώμην, και τότε ην αποθαμένος ο Τιβέριος, του οποίου ο διάδοχος Γάιος Καλλιγόλας εξωρίζει τον Πιλάτον εις Βιένναν της Γαλλίας, όπου, εις τοσαύτας συμφοράς, λέγουσι, περιέπεσεν όπου απελπισμένος μόνος του εθανατώθη". 


Σημειώνει επίσης ότι από τον Βιτέλλιο παύθηκε και ο Καϊάφας του αρχιερατικού αξιώματος και αυτοκτόνησε: "μόνος του εθανατώθη... καθώς λέγει Κλήμης ο Ρωμαίος. Έτι δε και Άννας ο πενθερός αυτού κακώς απωλέσθη, και ηύρεν η Θεία Δίκη τους παρανόμους, κατά τον Ιώσηπον και Νικηφόρον Κάλλιστον."
Σημειώσεις 1. Ο λόφος αυτός είναι ο Γολγοθάς, που ονομάστηκε και Κρανίου Τόπος, διότι ήταν εκεί διεσπαρμένα κρανία αποκεφαλιζομένων κακούργων. Καθώς δε αναφέρει ο μοναχός Επιφάνιος σε σύγγραμμά του περί Συρίας και Ιερουσαλήμ εκεί βρισκόταν και η κάρα του Αδάμ. Γι' αυτό και «κρανίου τόπος εκλήθη». 

2. Σε μια περίπτωση κάποιον
που είχε πεθάνει προ τετραημέρου, δηλαδή τον Λάζαρο, τον ανέστησε φωνάζοντας απλά το όνομά του...

ΠΗΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ



Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Χ. ΔΡΕΜΠΕΛΑΣ, συγγραφέας του βιβλίου: «ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ», αναφερόμενος εις την περίφημον Δίκην του Χριστού, λέει ότι η δίκη αυτή συνεκλόνισε την Ρώμην και τον αυτοκράτορα Τιβέριον Ιούλιον Καίσαρα, ο οποίος μάλιστα είχε ζητήσει να πληροφορηθή από τον προηγούμενον διοικητήν της Ιουδαίας Πούπλιον Λέντουλον με μίαν έκθεσιν περί Χριστού.

Ας δούμε, τι αναφέρει αυτή η έκθεσις του Πούπλιου Λέντουλου: 73:


«Ηκουσα, ω Καίσαρ, ότι επιθυμείς να μάθης ότι σοι γράφω νυν περί ανθρώπου τινός ενάρετου, καλουμένου Ιησού Χριστού, ος είναι υιός Θεού Δημιουργού των Ουρανών, της γης και παντός ό,τι υπάρχει. Αλήθεια ω Καίσαρ, καθ’ ημέραν ακούονται θαυμάσια πράγματα δια μιας λέξεως και μόνης.

Είναι ανήρ μετρίου αναστήματος. Καλός την όψιν, περιβεβλημένος με μεγαλοπρέπειαν, ιδίως κατά το πρόσωπον, ώστε όσοι τον κοιτάζουν αναγκάζονται να τον αγαπούν και να τον σέβωνται. Έχει την κόμην χρώματος καρύου ωρίμου, εξικνουμένην μέχρι των ώμων και εκείθεν μέχρι των ωμοπλατών του˙ διχάζεται δε αύτη εν τω μέσω άνωθεν κατά το σύστημα των Ναζαρηνών. 

Το μέτωπόν του είναι λείον και γαλήνιον, το πρόσωπόν του άνευ ρυτίδος, η ρις και τα χείλη κανονικώτατα. Το γένειόν του είναι πυκνόν και του αυτού χρώματος της κόμης, διχάζεται δε εις το μέσον. Το βλέμμα του είναι σοβαρόν και εμπνέει φόβον, έχει δε ηλιακής ακτίνος δύναμιν. Ουδείς δύναται να τον παρατηρήση ατενώς.

Όταν επιτιμά φοβίζει, όταν δε πράττει τούτο κλαίει. Έχει ωραίας τας χείρας και τους βραχίονας. Εν τη συνομιλία ευχαριστεί πάντας, δυσκόλως όμως φαίνεται, όταν δε φανή που είναι μετριόφρων και έχει το ωραιότερον παράστημα του κόσμου. Είναι ωραίος ως η μητέρα του, ήτις είναι η ωραιοτέρα γυνή ταύτα.

Εάν όμως η Ση μεγαλειότης, ω Καίσαρ, ποθή να ιδή αυτόν, πληροφόρησόν με διότι θα Σοι τον στείλω πάραυτα. Πάντες εν Ιερουσαλήμ θαυμάζουσι την σοφίαν του, καίτοι ουδέποτε εσπούδασέ τι και όμως είναι κάτοχος πάσης επιστήμης.


Περπατεί ανυπόδητος και ασκεπής. Πολλοί βλέποντες αυτόν, γελώσιν, αλλά όταν ευρίσκονται προ αυτού τρέμουσι και θαυμάζουσιν αυτόν.

Λέγουσιν ότι ουδέποτε άνθρωπος ως αυτός εφάνη εις τα μέρα ταύτα.Τη αληθεία ως μοι λέγουσιν οι Εβραίοι, ουδέποτε εκηρύχθη διδασκαλία ως η ιδική του.

Άλλοι πάλιν μοι λέγουσιν ότι είναι εχθρός της Σης μεγαλειότητος, ω Καίσαρ. Πολλαχώς με ενοχλούσιν οι μοχθηροί αυτοί Εβραίοι. Λέγεται ότι αυτός ουδέποτε δυσηρέστησέ τινα, αλλά ότι μάλλον εποίησε το αγαθόν.

Όλοι όσοι εγνώρισαν αυτόν ευηργετήθησαν παρ’ αυτού.

Όμως εις την Σην μεγαλειότητα, ω Καίσαρ, εις την προς Σε υπακοήν, ειμί πρόθυμος, ό,τι διατάξεις θέλει εκτελεσθή.

Εν Ιερουσαλήμ Ινδικτιώνος 7 Σελήνη 11.

Τη Ση μεγαλειότητι πιστότατος και ευπειθέστατος


ΠΟΥΠΛΙΟΣ ΛΕΝΤΟΥΛΟΣ
Κυβερνήτης της Ιουδαίας
»


Περί της επιστολής αυτής, διΐστανται οι απόψεις των ειδικών, ενώ εις χείρας του γράφοντος υπάρχει και άλλη παρόμοιος επιστολή, ήτις μεταξύ άλλων αναφέρει ότι ο Ιησούς «ουδέποτε ώφθη γελών αλλά πάντοτε κλαίων».

Ο αυτοκράτωρ Τιβέριος (42 π.Χ.–37 μ.Χ.)
ηξίωσε και από τον Πόντιον Πιλάτον έκθεσιν περί των γεγονότων της Δίκης και Σταυρώσεως του Χριστού.

Αξίζει εδώ να είπωμεν ότι όπως αναφέρει και ο Αλέξανδρος Δρεμπέλας4 εις το βιβλίο του,
ο Άννας και ο Καϊάφας απέφευγον να δικάσουν τον Ιησούν Χριστόν μη όντα φυλετικώς Ιουδαίον! Και ο Πόντιος Πιλάτος (ασφαλώς ελληνικής καταγωγής, όπως δείχνει το όνομά του) προσεσπάθησε, όσο ήταν δυνατόν, να σώση τον Κύριον Ημών Χριστόν από την καταδίκην ένεκεν και μόνον της ιδέας της δικαιοσύνης την οποίαν μετά πάθους υπηρετούσε.

Ο Κώστας Πλεύρης, γνωστός Αθηναίος δικηγόρος, εις μίαν μελέτην του περί Πόντιου Πιλάτου, 74 γράφει ότι: «Αι συνομιλίαι μεταξύ Ιησού και Πιλάτου ανήκουν εις τους αθανάτους διαλόγους»! 

Και παρακάτω: «Τι θα έχανε ο Πιλάτος αν συγκατένευε στον φόνον του Ιησού; Τίποτε. Καθαρώς λοιπόν δια λόγους δικαιοσύνης δεν εδέχετο να θανατωθή ο Χριστός, αφού δεν εύρισκε κάτι εις βάρος του. Αποδεικνύεται επομένως ότι ο Πιλάτος ήτο δίκαιος, αλλά και γενναίος, επειδή χάριν της δικαιοσύνης προτίμησε να συγκρουσθή με το φανατικό εβραϊκό ιερατείο και με ολόκληρο τον ιουδαϊκό λαό».

«Νίπτω τας χείρας μου», λοιπόν. Και αν η ιστορική αυτή φράσις του Πιλάτου,
που ήλθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Χριστόν, έμεινε διαχρονική, θα πρέπει να μη λησμονήσωμεν και ένα άλλο γεγονός, που αφορά τον Πιλάτον, έτσι όπως το καταγράφει ο Λεων. Ιω. Φιλιππίδης:

«Επίσης ( ο Πιλάτος) εφόνευσε Γαλιλαίους, καθ’ ην ώραν προσέφερον θυσίας εν Ιερουσαλήμ, όπου είχον έλθει χάριν της εορτής του Πάσχα, εξ’ ου διεκόπησαν εχθρικώς οι σχέσεις μεταξύ Πιλάτου και του Τετράρχου της Γαλιλαίας Ηρώδου Αντύπα, η δε Καινή Διαθήκη υπαινίσσεται και άλλας τινάς σχετικάς ταραχάς, δι’ ας είχε συλληφθή ο Βαρραβάς επί συμμετοχή εις στάσιν και φόνον». 

Αλήθεια, γιατί τους Γαλιλαίους; Μήπως γιατί ορισμένοι εξ αυτών είχαν… αλλαξοπιστήσει
με προσφοράν θυσιών εις την Ιερουσαλήμ καίτοι αλλόφυλοι και ετερόδοξοι όπως ήσαν; Ιδού το ερώτημα…

Διαβάστε περισσότερα... »