«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΚΥΡΟΣ ΜΕΛΕΤΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΚΥΡΟΣ ΜΕΛΕΤΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

Σήμερα συμπληρώνονται τρία έτη, απο την εις oυρανόν εκδημίαν του Οσίου Γέροντος και πατρός ημών, Μελετίου Αρχιερέως





Σήμερα συμπληρώνονται τρία έτη, απο την εις ουρανόν εκδημίαν του Οσίου Γέροντος και πνευματικού Πατρός ημών, Μελετίου Αρχιερέως...

Ο Μακαριστός, εκοιμήθη στα 79 του χρόνια, την Πέμπτη 21η Ιουνίου 2012, 5.45΄ π.μ. Το κενό που άφησε είναι τεράστιο. Ήταν επι περίπου τριάντα έτη, για τον γράφοντα, αληθής πνευματικός πατήρ, απλούστατος, ασκητής Επίσκοπος, ανάργυρος, τίμιος, ηθικότατος, πατερικότατος, ευλαβούμενος πάρα πολύ τον Κύριο μας, την Παναγία Μητέρα Του, τους Αγίους Του...




Γέροντα, την αγία ευχούλα Σου.
Αιωνία η μνήμη Σου! Αμήν.




Διαβάστε περισσότερα... »

Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

Σήμερα συμπληρώνονται δύο έτη, απο την εις oυρανόν εκδημίαν του Οσίου Γέροντος και πατρός ημών, Μελετίου Αρχιερέως



Σήμερα συμπληρώνονται δύο έτη, 
απο την εις ουρανόν εκδημίαν του Οσίου Γέροντος 
και πνευματικού Πατρός ημών, Μελετίου Αρχιερέως...


Ο Μακαριστός, εκοιμήθη στα 79 του χρόνια, την Πέμπτη 21η Ιουνίου 2012, 5.45΄ π.μ. Το κενό που άφησε είναι τεράστιο. Ήταν επι περίπου τριάντα έτη, για τον γράφοντα, αληθής πνευματικός πατήρ, απλούστατος, ασκητής Επίσκοπος, ανάργυρος, τίμιος, ηθικότατος, πατερικότατος, ευλαβούμενος πάρα πολύ τον Κύριο μας, την Παναγία Μητέρα Του, τους Αγίους Του...





Γέροντά, την αγία ευχούλα Σου.
Αιωνία η μνήμη Σου! Αμήν.



Διαβάστε περισσότερα... »

Τρίτη 25 Μαρτίου 2014

Ομιλία στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, του Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυρού Μελετίου


Ομιλία στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου
(Λουκ. 1, 24-38)
του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου
Νικοπόλεως και Πρεβέζης
κ. Μελετίου


Ἡ ἀληθινή ἐλευθερία

Σήμερα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς ἐλευθερίας.

Ἡ ἐλευθερία, θεωρεῖται μιά ἀπό τίς ὡραιότερες λέξεις στό καθημερινό λεξιλόγιό μας,
γιατί εἶναι πολύ γλυκειά στήν καρδιά. Τό θεωροῦμε πολύ βαρύ, νά ζοῦμε σέ κατάσταση δουλείας, χωρίς τήν δυνατότητα νά κάνομε ὅτι θέλομε.

Ὅμως, τό πρῶτο πού πρέπει νά προσέξομε, εἶναι ὅτι ἡ ἐλευθερία εἶναι πρῶτα ἀπό μέσα, ἐσωτερική. Μετά ἀπ’ ἔξω. Γιατί ὅταν ἕνας εἶναι δοῦλος ἐσωτερικά, ὑποδουλώνεται εὔκολα καί στό θέλημα τοῦ ὅποιου ἀφεντικοῦ.

Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐσωτερικά ἐλεύθερος, ἔστω καί ἄν εἶναι δοῦλος τοῦ σουλτάνου καί ἁλυσοδεμένος στή χειρότερη φυλακή καί ὑποβεβλημένος στούς χειρότερους ἐξευτελισμούς, μπορεῖ νά εἶναι ὄχι μόνο ἐλεύθερος ἀλλά καί διδάσκαλος τῆς ἐλευθερίας. Ἔχει ἕνα μεγαλεῖο ἀσύλληπτο.

Αὐτή κυρίως τήν ἐλευθερία, ἀπό τήν ἁμαρτία, γιορτάζομε σήμερα.

Τό σημαντικότερο συμβόλαιο
Λέει ἕνα τροπάριο τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὅτι ὁ Θεός ἔκανε μέ τούς ἀνθρώπους ἕνα συμβόλαιο. «Ὁ Πατήρ ἄνωθεν εὐδοκεῖ». Ὁ Θεός Πατέρας δείχνει τήν καλωσύνη του. Ποιά καλωσύνη του;

Νά τά συγχωρήσει στόν ἄνθρωπο ὅλα. Νά τόν δεχθεῖ στήν Βασιλεία του, ὅτι καί ἄν ἔχει κάνει.

Ἀλλά μέ ἕνα ὅρο· μέ μιά προϋπόθεση...
Ὅταν ἐμεῖς ἑτοιμαζόμαστε γιά «δοῦναι καί λαβεῖν», θέτουμε ὅρους καί προϋποθέσεις. Καί λέμε: «κάνομε συμβόλαιο».

Τό τροπάριο αὐτό τῆς ἑορτῆς, λέει ὅτι ἔγινε ἕνα συμβόλαιο. Μόνο πού χρησιμοποιεῖ τήν παλαιά λέξη, ὅπως τό ἔλεγαν τότε πού ζοῦσαν οἱ μεγάλοι Πατέρες μας: «ἔγινε συναλλαγή, συνάλλαγμα».

Ποιό ἦταν τό συνάλλαγμα;
-Ἐγώ θά σᾶς συγχωρήσω, μᾶς εἶπε ὁ Θεός, μέ τήν προϋπόθεση ὅμως ὅτι... τό θέλετε.

Συμβόλαιο ἀπό τήν πλευρά ἑνός μόνο, δέν γίνεται.
Δωρεά καί προσφορά ἀπό τήν πλευρά ἑνός, γίνεται χωρίς τήν συγκατάθεση τοῦ ἄλλου, μόνο ὅταν ὁ ἄλλος εἶναι σίγουρο ὅτι ἔχει καλή γνώμη. Ὅτι ξέρει νά ἐκτιμᾶ αὐτό πού παίρνει.

Μά ὅταν ἐκεῖνο πού τοῦ δίνεις, τό ποδοπατεῖ καί τό φτύνει, δέν γίνεται οὔτε δωρεά, οὔτε συμβόλαιο. Ἀλλά στήν περίπτωση αὐτή, ἐκεῖνος πού ἔχει κάτι καί τό δωρίζει τελικά τό πετᾶ στά σκουπίδια.

Ὁ Θεός ὅμως, τήν Βασιλεία του δέν τήν ἔχει γιά τά σκουπίδια.

Οὔτε ἡ Βασιλεία του, οὔτε τό ἔλεός του εἶναι γιά τά σκουπίδια.
Καί πολύ περισσότερο, ὅταν σκεφθοῦμε, ὅτι γιά νά μᾶς δείξει πόσο ποθεῖ νά μᾶς ἔχει στή Βασιλεία του, ἔστειλε στόν κόσμο τόν Υἱόν του, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος τήν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί ἔλαβε σῶμα ἀπό τήν Θεοτόκο γιά νά τό προσφέρει θυσία γιά μᾶς πάνω στό Σταυρό.

Τό αἷμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι γιά τά σκουπίδια, ἀλλά εἶναι πολύτιμο. Οἱ ἀπόστολοι, ἡ Ἐκκλησία, καί ἐμεῖς τό ὀνομάζομε: «τό Τίμιο Αἷμα». Γιατί εἶναι πολύτιμο!

Πόσο πολύτιμο;

Ὅλος ὁ κόσμος δέν ἀξίζει ὅσο μιά σταγόνα ἀπό τό Αἷμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ!


Αὐτό τό πολύτιμο Αἷμα του εἶναι ἱκανό νά συγχωρήσει ὅλες τίς ἁμαρτίες μας. Νά μᾶς δώσει λάμψη καί δόξα ψυχῆς τέτοια, πού δέν ἔχουν οὔτε οἱ ἄγγελοι, οὔτε οἱ ἀρχάγγελοι, οὔτε τά χερουβίμ καί τά σεραφείμ.

Ἦταν δυνατό παίρναμε ὅλες αὐτές τίς δωρεές ἔτσι πρόχειρα, χωρίς συμβόλαιο; Ὄχι!

Γι’ αὐτό, ὁ πατέρας μας ὁ οὐράνιος τήν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἔκανε συμβόλαιο μέ συμβολαιογράφο, ἐγγυητή καί πληρεξούσιο νά ὑπογράψει τούς ὅρους του γιά μᾶς, τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο. Καί μεσολαβητή, τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ.

Ὑπέγραψε ἡ Θεοτόκος
Στήν Παναγία, τέθηκε τό ἐρώτημα:
-Δέχεσαι; Ἡ Παναγία ἐδέχθη, στάζοντας ἀπό τήν ψυχή της αἷμα. Καί ἐδῶ φαίνεται ἡ ταπείνωσή της. Μᾶς κοστίζει πιό πολύ νά ταπεινωθοῦμε, παρά νά χύσομε τό αἷμα μας. Εὔκολα ἀνοίγει κανείς τίς φλέβες του, νά τρέξει ἀπό πάνω του αἷμα –μιλᾶμε γιά αἷμα θυσίας- ἀλλά πολύ δύσκολα κόβει τό θέλημά του καί ταπεινώνεται.

Ἡ Παναγία ταπεινώθηκε ἐν ἐπιγνώσει στό δυσκολότερο καί πιό λεπτό θέμα τῆς ζωῆς της. Εἶχε ὑποσχεθεῖ στό Θεό νά ζήσει παρθένος, γιά τήν δόξα του. Καί τώρα τήν προσκαλεῖ ὁ Θεός διά τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ νά γίνει μητέρα.

Ρώτησε ἡ Παναγία:
-Εἶναι ποτέ δυνατόν ἐγώ, ψευδομένη στό Θεό καί ἀθετώντας τήν ὑπόσχεσή μου, νά γίνω συμβολαιογράφος καί ἐγγυητής γιά τούς ἀνθρώπους;

Ἀπάντησε ὁ ἀρχάγγελος:
-Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί σέ καί δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι. Καί τό γεννώμενον ἐκ σοῦ, δέν θά εἶναι υἱός τοῦ τάδε ἤ τοῦ τάδε, πού χάλασε τήν παρθενία γιά νά γεννηθεῖ, ἀλλά θά εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ.

Εἶπε ἡ ἁγία Θεοτόκος:
-Ὅσο καί νά μέ κατακρίνουν, ὅτι καί ἄν μοῦ στοιχίσει, σ’ ὅτι καί νά μέ καταδικάσουν οἱ ἄνθρωποι, ὅτι καί νά ἐπέλθει μετά ἀπό αὐτό, δέχομαι καί θέλω νά γίνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου.

Ἀλήθεια, τί θά ἔλεγαν οἱ ἱερεῖς τοῦ Ναοῦ τοῦ Σολομώντος, πού αὐτοί τοὐλάχιστον τό ἤξεραν ὅτι ἡ Θεοτόκος εἶχε ὑποσχεθεῖ νά μείνει Παρθένος;

Ἀξιοποίηση τῆς δωρεᾶς
Αὐτήν λοιπόν τήν μέρα πού μίλησε ὁ ἀρχάγγελος καί ἀπεδέχθη ἡ Παναγία τό «χαῖρε» τοῦ οὐράνιου Πατέρα μας, εἶναι ἡ ἀρχή τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου.

Ἡ χαρά τοῦ κόσμου καί ἡ ἐγγύηση ὅτι τό ἔργο τῆς σωτηρίας μας προχωρεῖ καλά.

Πότε προχωρεῖ καλά;


Ἡ Παναγία, καλά ἔκανε τό ἔργο της. Καλά ἐνήργησε, καλά ὑπέγραψε· μά ὁ καθένας μας, πρέπει νά μείνει στή βάση, στό θεμέλιο, ἐκεῖ πού πάτησε ἡ Παναγία.

Δηλαδή στήν ὑπακοή της στό Θεό καί στήν ταπείνωσή της.
Ὅταν ἀξιωθοῦμε νά πᾶμε κοντά στόν Χριστό, θά εἴμαστε καί δίπλα στήν Παναγία. Καί θά τήν δοξάζομε γι’ αὐτό πού ἔκαμε. Ὅπως ἐδῶ τήν λέμε μέ μιά λέξη «εὐεργέτιδα» τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, ἐκεῖ θά τήν αἰσθανόμαστε. Γιατί τότε θά ἀπολαμβάνομε τά ἀγαθά τῆς ἐγγύησής της, τίς δωρεές ἀπό τό συνάλλαγμα πού ἐδέχθη καί ὑπόγραψε καί θά τήν εὐγνωμονοῦμε στούς αἰώνες τῶν αἰώνων.

Ἐδῶ μέ λέξεις-λόγια. Ἐκεῖ μέ οὐσία.
«Ὁ Πατήρ ἄνωθεν εὐδοκεῖ». Ἡ Παναγία δέχθηκε καί «τό συνάλλαγμα κατά κοινήν πραγματεύεται βούλησιν». Πραγματοποιήθηκε τό συνάλλαγμα μέ κοινή βούληση τοῦ Πατέρα καί τῆς Παναγίας.

Ἐκεῖνο πού τώρα πρέπει νά γίνει, εἶναι νά σταθοῦμε στόν πλοῦτο πού κέρδισε ἡ Παναγία γιά μᾶς.

Πῶς θά τό καταφέρομε;
Ἄς ἀναφερθοῦμε, σέ κάποιο περιστατικό ἀπό τή ζωή τοῦ Καραϊσκάκη, πού εἶχε καί τίς ἀδύνατες πλευρές του καί μερικές φορές τά ἔκανε «ἴσιωμα» καί κοιτοῦσε μόνο τό συμφέρον του. Ὅταν τόν ἔπιαναν τά πείσματα του, δέν ἤξερε μέ ποιόν εἶναι. Μέ τούς Ἕλληνες ἤ τούς Τούρκους.

Ἐνῶ λοιπόν συμπεριφερόταν ἔτσι, κάποιος εὐγενής ἄνθρωπος, μέ ποιό βαθύ τό ὅραμα γιά τήν ἀπελευθέρωση τοῦ λαοῦ ἀπό τούς Τούρκους, τοῦ εἶπε ἐπιτιμητικά: «Στρατηγέ, μέχρι τώρα, δέν τό ἔκανες τό χρέος σου. Ἀπό δῶ καί ἐμπρός, ὀφείλεις νά τό κάνεις».

Ἄν αὐτά τά λόγια ἴσχυαν γιά ἕνα σημαντικό μέν ἀλλά ἐπίγειο θέμα, ὅπως εἶναι ἡ ἀπελευθέρωση ἑνός λαοῦ ἀπό τήν σκλαβιά, πόσο πρέπει νά εἶναι σκληρή ἡ παρατήρηση σ’ ἐκεῖνον πού παίζει μέ τήν αἰώνια ἀπελευθέρωση του ἀπό τήν ἁμαρτία καί τήν προετοιμασία του γιά τήν ἄνω Βασιλεία καί γιά τήν αἰώνια Ἱερουσαλήμ;

Ὁ Καραϊσκάκης βέβαια, συνῆλθε καί ἀπάντησε:
-Τελεία καί παῦλα. Μέχρι τώρα τό ἔπαιζα, ποτέ διάβολος καί πότε ἄγγελος. Ἀπό δῶ καί πέρα, τό ὑπόσχομαι, θά εἶμαι ἄγγελος. Θά παλεύω καί θά ἀγωνίζομαι μέ ὅλες μου τίς δυνάμεις γιά τήν ἀπελευθέρωση τοῦ γένους μας.

Τό εἶπε καί τό ἔκανε. Ἀγωνίστηκε μέ τήν μεγαλύτερη αὐταπάρνηση γιά τήν ἐλευθερία. Δέν εἶναι ἅγιος, ἀλλά σ’ αὐτό τό σημεῖο εἶναι γιά μᾶς πρότυπο καί ἐμεῖς ἔτσι πρέπει νά τό ποῦμε.

-Μέχρι τώρα ἔπαιζα μέ τήν ψυχή μου. Δέν θά συνεχιστεῖ αὐτή ἡ κατάσταση.
Νά ζήσομε μέ περισσότερη συνέπεια γιά νά κερδίσομε τά κέρδη ἀπό τό συνάλλαγμα πού ἔκανε ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος γιά χάρη μας καί ἐγγυήθηκε καί ὑπέγραψε.

Σεβασμός στήν ὑπογραφή τῆς Παναγίας
Ἄς τό ἀποφασίσει ὁ καθένας μας:
-Ποτέ δέν θά ἐπιτρέψω στόν ἑαυτό μου, νά βγάλω μέ τήν ἀδιαφορία μου ψεύτικη τήν ὑπογραφή τῆς Παναγίας.

Καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ δέν θά τό θεωρήσω ὅτι εἶναι κοινό, πού σημαίνει στή γλώσσα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς «γιά τά σκουπίδια· γιά πέταμα».

Τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι Τίμιο. Καί ὅπως λέμε ὅταν πᾶμε νά κοινωνήσομε τό παίρνομε «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον».

Νά μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεός νά ἀγωνιζόμαστε καί νά πονοῦμε γιά τήν σωτηρία μας, περισσότερο ἀπό ὅτι γιά τά ἐπίγεια. Ἀμήν.


Διαβάστε περισσότερα... »

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

Ομιλία στο Ευαγγέλιο της Κυριακής της Ορθοδοξίας. Από τον Μακαριστό Μητροπολίτη Νικοπόλεως Κυρό Μελέτιο




Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ (Ἰω. 1, 44-52) 
Μή μένετε στά βλεπόμενα 

Σήμερα εἶναι ἡ Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Δηλαδή πανυγηρίζομε τόν θρίαμβο τῆς ἀληθινῆς πίστης. Θρίαμβο ἐναντίον τῶν ψεύτικων ἐντυπώσεων πού σχηματίζει ὁ ἄνθρωπος γιά τόν Χριστό καί γιά τήν Ἐκκλησία.

Κάθε αἵρεση καί κάθε καινούργια δοξασία καί θεωρία εἶναι ἕνα λάθος γιατί ἀποπλανᾶ ἀπό τήν ἀληθινή πίστη, ἀπό τήν μόνη ἀλήθεια, πού εἶναι ὅτι:

Τόν κόσμο τόν δημιούργησε ὁ Θεός. 

Ὅτι ὅλοι εἴμαστε πλάσματά του.

Ὅτι ὁ Θεός εἶναι πανάγαθος Πατέρας. 

Καί ὅτι γιά μᾶς, γιά νά μᾶς μαζέψει κοντά του, ἔστειλε στόν κόσμο τόν Υἱό του ὁμοούσιο καί συνάναρχο.
Ἐξ’ ἴσου Θεό μέ τόν Πατέρα Θεό. 

Ὀρθοδοξία εἶναι, νά πιστεύει κανείς ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, εἶναι σωτήρας τοῦ κόσμου. 
Ὅτι εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός. 

Γι' αὐτό σήμερα διαβάσαμε τό Εὐαγγέλιο πού λέγει: 

Πῆγε ὁ Φίλιππος, πού γνώριζε τόν Χριστό, στό Ναθαναήλ καί τοῦ εἶπε:

-Εὑρήκαμε τόν Ἰησοῦν τόν ἀπό Ναζαρέτ. Τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ.

-Ἀπό τήν Ναζαρέτ; Βγαίνει τίποτε καλό καί μεγάλο; Δέν εἶναι δυνατόν.

Ἔτσι ἔλεγε τό μυαλό τοῦ ἀνθρώπου, ἡ σκέψη τοῦ ἀνθρώπου, τά φιλοσοφήματα, τά ψευτοφιλοσοφήματα τῶν ἀνθρώπων.

Τοῦ ἀπαντάει ὁ Φίλιππος:

-Ἔρχου καί ἴδε.

Τί νά ρθεῖ νά δεῖ.
Ἕνα σχῆμα ἐξωτερικό. Καί τούς ἱερεῖς τούς βλέπομε. Ἀλλά ἅμα τούς βλέπομε χωρίς τήν ἱερωσύνη, τί βλέπομε; Τίποτε.

Καί τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ τήν βλέπομε. Ἅμα ὅμως δέν βλέπομε, διά τῆς εἰκόνας, τόν Θεό τῆς δόξης, τί τήν θέλομε καί τήν βλέπομε;

Ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, κέντρο τοῦ κόσμου

Πῆγε ὁ Ναθαναήλ καί στάθηκε μπροστά στόν Χριστό. Τοῦ λέει ὁ Χριστός:

-Καλώσ’ τόν καλό Ἰσραηλίτη, πού δέν ἔχει μέσα στήν καρδιά του δόλο.

Παραξενεύτηκε ὁ Ναθαναήλ καί τόν ρώτησε:

-Πόθεν μέ γινώσκεις; Ποῦ μέ ξέρεις;

-Σέ εἶδα πρίν ἀπό λίγο πού ἤσουν κάτω ἀπό μιά συκιά. Τί σκεπτόταν; Ὁ Θεός ξέρει.

Ἀλλά ὁ Χριστός τοῦ ἔδωσε νά καταλάβει μιά ἀλήθεια: Ὅτι ὅλα ὅσα σκεπτόταν ἐκείνη τήν στιγμή, τά ἤξερε. Τά ἤξερε καλύτερα ἀπό τόν ἴδιο.

Καί ὁμολόγησε ὁ Ναθαναήλ καί εἶπε:

-Σύ εἶσαι Κύριε, ὁ λυτρωτής τοῦ Ἰσραήλ, ὁ λυτρωτής τοῦ κόσμου.

Ὁ Χριστός τοῦ εἶπε τότε, τήν πιό παράξενη κουβέντα πού μπορεῖ νά φανταστεῖ κανείς:

-Καλά τό εἶπες, καί ἀπ' ἄρτι, ἀπ' αὐτή τήν ὥρα θά βλέπετε, ὄχι θά δεῖτε κάποια στιγμή, θά βλέπετε τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καί καταβαίνοντας ἐπί τόν Υἱό τοῦ ἀνθρώπου.

Μέ βλέπετε ἕναν ἄνθρωπο τώρα, ἐξωτερικό περίβλημα ἁπλό, συνηθισμένο, καταφρονεμένο. Πόσους ἀνθρώπους μπορεῖ νά ἐξολοθρεύσει μιά βόμβα; Πόσους ἕνας πυροβολισμός; Πόσους ἕνας ἄλλος τρόπος;

Τό πιό ἐξευτελισμένο
πράγμα σήμερα, παρόλα τά δικαιώματά του, κοντεύει νά καταντήσει ὁ ἄνθρωπος.

«Ἀπ' ἄρτι», εἶπε ὁ Χριστός, «ἀπ' αὐτή τήν στιγμή, θά βλέπετε τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ νά ἀνεβαίνουν καί νά κατεβαίνουν γύρω ἀπό αὐτόν τόν Υἱό τοῦ ἀνθρώπου. Θά βλέπετε, ὅτι ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι τό κέντρο ὄχι μόνο τῆς γῆς, ἀλλά καί τῶν ἄνω. Ὅλου τοῦ κόσμου».

Θά παραξενεύεται κανείς καί θά λέει:
-Ποῦ τό εἴδαμε ἐμεῖς ποτέ, ὅτι ἄνοιξαν οἱ οὐρανοί καί ὅτι οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἀνεβαίνουν καί νά κατεβαίνουν γύρω ἀπό τόν Υἱό τοῦ ἀνθρώπου;

Ἀδελφέ μου, σύ πού λές αὐτά τά πράγματα, πῶς περπατᾶς σ’ αὐτό τόν κόσμο; Μέ τό κεφάλι κάτω; Στηριγμένο στή γῆ; Στό δρόμο; Στό χῶμα;

Καί πῶς θέλεις νά δεῖς «τούς οὐρανούς ἀνεωγότας»;

-Ὄχι τό σηκώνω τό κεφάλι μου!


-Τά μάτια σου σηκώνεις. Τά μάτια αὐτοῦ τοῦ σώματος τά σήκωσες γιά μιά στιγμή πρός τά ἄνω. Ὅπως τά σηκώνουν ὅλα τά ζῶα καί τά ζωΰφια. Καί νόμισες ὅτι σήκωσες τά μάτια σου πρός τόν οὐρανό; Γιά νά τόν ἰδεῖς ἄν ἄνοιξε; Καί ἄν ἀρχίζουν οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ νά ἀνεβαίνουν καί νά κατεβαίνουν ἐπί τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου;

Ἀλλιῶς ἀνοίγουν τά μάτια
Ἀλλιῶς ἀνοίγομε τά μάτια, ὅταν κοιτάζομε κατά τόν οὐρανό. Ἀλλιῶς πρέπει, καί ἄλλα μάτια πρέπει νά ἀνοίξουν μέσα σου, γιά νά δεῖς «τόν οὐρανό ἀνεωγότα καί τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ νά ἀνεβαίνουν καί νά κατεβαίνουν ἐπί τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου».

Πῶς γίνεται αὐτό;

Ἄς ἀκούσομε μιά ἁπλή ἀληθινή ἱστορία, ὅπως τήν περιγράφει ἕνας κληρικός.


Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος, τόν ὁποῖο ἄν ἤθελες νά τόν περιγράψεις θά τόν ἔλεγες: «παχύδερμο» ἀπό ἐκεῖνα πού περιγράφει ὁ Ἰονέσκο.

Οὔτε σέ φιλοσοφίες ἔδινε σημασία, οὔτε σέ θρησκεῖες, οὔτε σέ πίστη, οὔτε σέ πνευματική ζωή, οὔτε σέ τίποτε ἄλλο παρά μόνο στήν τσέπη του καί στό σαρκίο του. Βέβαια τήν τσέπη του τήν ἤθελε γεμάτη μόνο γιά τό σαρκίο του.

Τί ἦταν; Μόνο ἕνα κομμάτι γῆς. Ἕνα ρυπαρό κομμάτι τῆς γῆς. Μόλυσμα καί ἑστία μολυσμοῦ. Πρόκληση γιά τούς ἄλλους γιά νά καταντήσουν σάν κι’ αὐτόν.

Καί λοιπόν τί ἔγινε; Τοῦ ἦλθε μιά ἐπίσκεψη. Ποιά ἦταν ἡ ἐπίσκεψη; Ὁ καρκίνος. Καί ἄρχισε ἡ ἀντίστροφη μέτρηση. Τότε ἐκεῖνα πού δέν τά ὑπολόγιζε καθόλου ὅσο ἦταν γερός, ἄρχισε νά τά ὑπολογίζει.

Καί ζήτησε, γιά πρώτη φορά, ἐπικοινωνία μέ ἱερέα. Τήν δεύτερη φορά ζήτησε μιά εὐχή. Ἕνα σταύρωμα. Καί τήν τρίτη, ζήτησε νά ἐξομολογηθεῖ. Ἔπειτα θέλησε νά τόν μάθουν καμιά προσευχή, τί πρέπει νά λέει στό Θεό. Τέλος ζήτησε νά κοινωνήσει τά ἄχραντα Μυστήρια.

Ἀπό κεῖ καί πέρα ἔζησε ἕνα χρονικό διάστημα κατά τό ὁποῖο συνεχῶς προσευχόταν καί συνεχῶς ἔκλαιγε.
Ὅσο ἦταν καλά, ἡ ζωή του ἦταν ἕνας ἀγώνας νά ἀποτραβήξει τό παιδί του ἀπό τήν πορεία πρός τόν Χριστό, καί νά τό σπρώξει νά χαρεῖ τόν κόσμο καί τά ἀγαθά πού ἐκεῖνος εἶχε μαζέψει.

Μά στό τέλος ἔλεγε καί ἐπαναλάμβανε: -Νά πᾶς παιδί μου, μέ ὅλη μου τήν ψυχή καί μέ τήν εὐχή μου, νά ἀφιερωθεῖς στόν Χριστό γιά νά σωθεῖς. Νά μήν καταντήσεις ὅπως κατάντησα ἐγώ. Πού σώζομαι μόνον χάρις εἰς τό ἀπέραντο ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καί ἄς ἔχει δόξα πού μοῦ ἄνοιξε τά μάτια.

Ἔτσι ἀνοίγουν τά μάτια. Ἤ μᾶλλον ἔτσι ἀνοίγουν οἱ οὐρανοί. Γιατί μόνον τότε ἀνοίγουν οἱ οὐρανοί, ὅταν ἀνοίξουν τά μάτια τοῦ ἀνθρώπου καί βλέπει ὅτι ὁ Χριστός εἶναι σωτήρας τοῦ κόσμου.

Ὅσο ὁ ἴδιος δέν αἰσθάνεται τόν Χριστό σωτήρα καί εὐεργέτη του, πηγή τῆς ζωῆς, πηγή τοῦ ἁγιασμοῦ, αἰτία καί πρόξενο τῆς αἰώνιας ζωῆς, οἱ οὐρανοί γι’ αὐτόν εἶναι κλειστοί. Καί οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, οὔτε «ἀναβαίνουν», οὔτε «καταβαίνουν ἐπί τόν Υἱό τοῦ ἀνθρώπου».

Βέβαια οἱ ἄγγελοι κάνουν τό ἔργο τους καί «ἀναβαίνουν καί καταβαίνουν ἐπί τούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων».

Καί στούς ἁγίους καί ἀγωνιστές, γιά νά τούς δοξάσουν καί νά τούς ἐνισχύσουν.


Καί στούς ἀδύνατους καί ἀμελεῖς, γιά νά τούς παρακινήσουν σέ μετάνοια καί νά τούς δείξουν τόν δρόμο πρός τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.


Ἡ ἐπέμβαση τῆς μάνας

Γράφει ὁ περίφημος ρῶσσος ἱερέας, π. Δημήτριος Ντοῦτκο:

Μιά ἡμέρα, ἦλθε μιά γριούλα στό σπίτι μου καί μοῦ εἶπε:

-Ἔλα πάτερ, ὁ γυιός μου πεθαίνει. Νά τόν ἐξομολογήσεις, νά κοινωνήσει. Νά μήν φύγει ἔτσι.

Ἑτοιμάστηκε καί πῆγαν.

Ἔφτασαν στό σπίτι, ἄνοιξε ἡ γριά, μπῆκαν μέσα καί τοῦ λέει:

-Ἄνοιξε αὐτή τήν πόρτα καί μπές. Εἶναι ὁ γυιός μου, κατάκοιτος. Ἑτοιμοθάνατος. Σέ περιμένει. Ἐγώ περιμένω ἀπ' ἔξω.

Ἀνοίγει ὁ παπάς τήν πόρτα, μπαίνει μέσα, ἀλλά νά· πετιέται ὅσο ἦταν δυνατό νά πεταχθεῖ ὁ ἑτοιμοθάνατος ἐπάνω καί ρωτᾶ ἀγριεμένος:

-Ποιός εἶναι;

-Ἐγώ.

-Ποιός εἶσαι σύ;

-Ὁ παπάς εἶμαι.

-Ὁ παπάς; Τί θέλει ὁ παπάς στό σπίτι μου; Καί ἄρχισε τίς βλαστήμιες.

-Συγγνώμη, τοῦ λέει. Δέν ἦλθα μόνος μου. Μέ φώναξες.

-Ἐγώ;

-Δέν ξέρω ἄν ἐσύ. Μιά γριούλα μέ ἔφερε ἐδῶ. Ἕνας δικός σου ἄνθρωπος μ’ ἔφερε. Ποῦ τὄξερα ἐγώ;


-Ποιός ἄνθρωπος ἦταν αὐτός, πού σέ ἔφερε ἐδῶ;

Κοιτάζει ὁ παπάς, πάνω ἀπό τό προσκέφαλό του ἦταν ἡ φωτογραφία μιᾶς γυναίκας. Καί λέει:

-Νά ἐκείνη μέ φώναξε.

-Καί ποῦ εἶναι ἐκείνη;

-Ἀπ’ ἔξω. Περιμένει. Στό ἄλλο δωμάτιο.

-Τί λές; Ξέρεις τί λές;

-Πῶς δέν ξέρω. Αὐτή μέ ἔφερε.


-Αὐτή εἶναι ἡ μάνα μου. Ἔχει πεθάνει δεκαπέντε χρόνια τώρα. Καί λέγοντας αὐτά ὁ ἄρρωστος καί βλέποντας τόν παπά νά τοῦ λέει τήν ἀλήθεια, αἰσθάνθηκε κάτι τό ἐντελῶς διαφορετικό. Τί αἰσθάνθηκε;


-Ἐκείνη τήν στιγμή, ἄνοιξαν οἱ οὐρανοί καί κατάλαβε ὅτι ἀπό τόν οὐρανό κατέβηκε ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἡ μητέρα του καί πῆγε νά βρεῖ τόν παπά, νά τόν πάει κοντά του, γιά νά ἐξομολογηθῆ καί νά σωθῆ.

Καί εἶδε τόν Υἱό τοῦ ἀνθρώπου νά ἔχεται ἐν δόξῃ γιά νά τόν παραλάβει. Ἐξομολογήθηκε, ζήτησε συγγνώμη, ζήτησε τήν Θεία Κοινωνία καί ἔφυγε γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πῶς καί πότε;

Ὄχι ἐπειδή τοῦ βάλαμε ἕνα κομματάκι ἀπό τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ στό στόμα του, ἐνῶ ἦταν πεθαμένος σωματικά καί ψυχικά.

Ἀλλά γιατί γι' αὐτόν ἄνοιξαν οἱ οὐρανοί, κατέβηκε ἄγγελος καί τόν ἔσπρωξε σέ μετάνοια.




Αὐτή εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία

Αὐτή εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Δέν εἶναι λεπτομέρειες.
Δέν εἶναι τό λιβανάκι. Δέν εἶναι τά ὄμορφα προσκυνηταράκια. Αὐτά εἶναι λεπτομέρειες τῆς πίστεως. Ἀλλά ὄχι αὐτή ἡ πίστη.


Ἡ πίστη εἶναι ὅτι ὁ Χριστός εἶναι σωτήρας τοῦ κόσμου. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι γιά νά θυμίζουν ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου.

Καί μέ τόν Χριστό ἑνώνεται ὁ ἄνθρωπος πῶς;

Ὅταν θά δεῖ τόν οὐρανό νά ἀνοίγει γι' αὐτόν. Καί τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ
νά ἀνεβαίνουν καί νά κατεβαίνουν εἰς τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου. Δηλαδή στόν καθένα μας σάν «υἱό ἀνθρώπου».


Ἑνώνομαι δηλαδή μέ τόν Χριστό, τότε πού θά δῶ, νά ἀνοίγει ὁ ποταμός τῆς χάριτος ἀπό τόν οὐρανό καί νά ἔρχεται νά πλημμυρίζει τό σῶμα μου καί τήν ψυχή μου.

Αὐτό εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, στόν ἀπόστολό του τόν Ναθαναήλ, γιά νά τό ἀκοῦμε ὅλοι.

Αὐτή εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη πίστη.

Νά μᾶς φωτίζει ὁ Θεός νά ψάχνομε γιά τήν Ὀρθόδοξη πίστη καί προπαντός
γιά τόν ἀρχηγό τῆς πίστεως τόν Κύριο καί σωτήρα μας Ἰησοῦν Χριστό. Ἀμήν.-


Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου
(διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στίς 29/2/2004 στόν Ἅγιο Χαράλαμπο Πρεβέζης)


Διαβάστε περισσότερα... »

Σάββατο 20 Ιουλίου 2013

Ο άγιος και ένδοξος προφήτης Ηλίας

Oμιλία, του μακαριστού 
Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυρού Μελετίου




Ὁ ἅγιος καί ἔνδοξος προφήτης Ἠλίας τόν ὁποῖο ἤλθαμε σήμερα νά πανηγυρίσομε, εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ἀδάμ μέχρι τήν ἐποχή τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. 

Ὁ ἁγιώτερος, ὁ πιό ἀφοσιωμένος, ἐκεῖνος πού δοξάστηκε ἀπό τόν Θεό περισσότερο ἀπό ὅλους τούς ἄλλους προφῆτες, ἀφοῦ ἔστειλε πύρινο ἅρμα καί τόν παρέλαβε στή Βασιλεία του ζωντανό. Ἀνελήφθη στόν οὐρανό μέ τό σῶμα του χωρίς νά γευθῆ τόν ἐπίγειο σαρκικό θάνατο.

Μιλώντας γι’ αὐτόν τόν ἐπίγειο ἀρχάγγελο,
καί ὄχι ἁπλῶς ἄγγελο, τόν μεγάλο προφήτη Ἠλία, ὁ ἅγιος ἀπόστολος Ἰάκωβος, λέγει:

«Ὑπόδειγμα λάβετε ἀδελφοί, τῆς κακοπαθείας καί τῆς μακροθυμίας τούς προφήτας οἵ ἐλάλησαν τῷ ὀνόματι Κυρίου. Ἰδού μακαρίζομεν τούς ὑπομένοντας» (Ἰακ. 5, 10).



Διαβάστε λέγει ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος τήν ἱστορία τοῦ προφήτη Ἠλία καί θά δεῖτε ὅτι ἡ ζωή του πέρασε στήν κακοπάθεια καί στήν μακροθυμία. Καί θά διαπιστώσετε ὅτι τόν δόξασε ὁ Θεός. Γι’ αὐτό καί ἐμεῖς μακαρίζομε, τιμᾶμε καί θαυμάζομε τόν προφήτη Ἠλία καί ἐκείνους πού ξέρουν νά ὑπομένουν.

Τό μυστικό τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ μακροθυμία καί ἡ ὑπομονή. Ὅλοι μας, ἔχομε μυαλό καί καρδιά. Σκεπτόμαστε πολλά πράγματα, δικά μας καί ξένα. Ἀλλά περισσότερο ἀπό ὅλα τό μυαλό μας καί τήν καρδιά μας, τά ἀπασχολοῦμε γιά νά σκεπτόμαστε τούς φόβους μας, τά παθήματά μας, τόν πόνο μας, τίς ταλαιπωρίες μας, τίς δυστυχίες μας καί γενικά ὅτι πικρό φαρμάκι δοκιμάζομε πού μᾶς κάνει νά σκεπτόμαστε: «Θεέ μου, εἶναι ζωή αὐτή; Γλύκανέ μας Κύριε, λίγο τόν πόνο. Στεῖλε μας λίγο ἀπό τό ἔλεός σου. Ἔλα κοντά μας. Παιδιά σου εἴμαστε, σέ σένα πιστεύομε, μήν μᾶς ἐγκαταλείπεις, μήν μᾶς ἀφήνεις στά χέρια τοῦ διαβόλου καί τῶν κακῶν ἀνθρώπων».




Νομίζομε ὅτι σ’ αὐτό τόν πόνο, σ’ αὐτά τά αἰσθήματα ἴσως εἴμαστε –αὐτό νομίζει ὁ καθένας- ὁ πιό ἀδικημένος ἄνθρωπος τοῦ κόσμου. Γιατί τόν δικό μας πόνο, τόν βλέπομε καί τόν αἰσθανόμαστε περισσότερο ἀπό ὅλων τῶν ἄλλων.

Τῶν ἄλλων, προσπαθοῦμε νά τόν φαντασθοῦμε καί συνήθως, δέν τόν φανταζόμαστε καλά καί δέν τόν ζυγίζομε καλά. Ἐνῶ τόν δικό μας, τόν ζυγίζομε καί μάλιστα τόν ἀκριβοζυγίζομε· γιατί μᾶς πονάει.

Ὑπάρχει πόνος, πού προέρχεται ἀπό τό σῶμα.

Πονᾶ τό χέρι, τό πόδι, τά κόκκαλα, ὁτιδήποτε ἄλλο…


Μά ὑπάρχει καί ἕνας ἄλλος πόνος, πιό πικρός ἀπό αὐτόν. Πικρός καί ἀνυπόφορος. Εἶναι ὁ πόνος πού δοκιμάζομε γιά τά προβλήματα τῶν δικῶν μας. Ἕνας πατέρας γιά τά προβλήματα τῶν παιδιῶν του. Μιά μητέρα γιά τά προβλήματα ἐκείνων πού γέννησε καί πόνεσε. Εἶναι βαρύτερος, ἀσήκωτος.

Καί λέγει ὁ γονιός: «Θεέ μου, γύρισε πάνω σέ μένα ὅτι θέλεις. Νά μή μείνει τίποτε στό σῶμα μου, πού νά μήν πονάει. Μόνο πᾶρε μου αὐτό τόν πόνο τόν ψυχικό. Τήν ταλαιπωρία μου ἀπό τά παιδιά μου».

Ὅποιος δέν ἔχει νοιώσει, τί σημαίνει στοργή καί ἀγάπη πατέρα καί μητέρας, ἐκεῖνος δέν καταλαβαίνει τί λέμε αὐτή τήν στιγμή.

Ὑπάρχει ὅμως καί ἕνας ἄλλος πόνος, πού εἶναι μερικές φορές, μεγαλύτερος. Καί αὐτός εἶναι ὁ πόνος νά αἰσθάνεται ἕνας ἄνθρωπος πού ζεῖ στόν κόσμο ἀπομονωμένος. Ἀπομονωμένος ἀπό τήν στοργή· ἀπομονωμένος ἀπό τήν ἀγάπη. Ἀπομονωμένος ἀπό τό ἐνδιαφέρον τῶν ἄλλων. Νά αἰσθάνεται καί ἐγκαταλελειμένος ἀπό τόν Θεό. Νά αἰσθάνεται ὅτι εἶναι ἰδεολογικά, μέσα σ’ αὐτή τήν ἀπεραντωσύνη τοῦ κόσμου -ἕξι δισεκατομμύρια ἄνθρωποι- ὁλομόναχος.

Εἶναι μεγάλο τό παράπονο, βαθύς ὁ πόνος. Γιατί ἡ ἀγάπη, ἡ στοργή, ἡ συμπαράσταση, τό χαμόγελο, ἡ καλωσύνη, ἁπαλύνει τά πάντα.

Ὁ ἅγιος προφήτης Ἠλίας, δοκίμαζε στό διάστημα τῆς ζωῆς του, αὐτό τόν τραγικό πόνο. Καί ἔλεγε καί τό ξανάλεγε: «Ζηλῶν, ἐζήλωκα τῷ Κυρίῳ τῷ παντοκράτορι».

Προσπάθησα νά γνωρίσω τόν ἀληθινό τόν Θεό. Νά τόν ἀγαπήσω. Νά τόν προσκυνήσω μέ ὅλη μου τήν δύναμη. Καί αἰσθάνομαι μόνος. Ὁλομόναχος. Μονώτατος. Καί νά ἦταν μόνο ἡ μοναξιά; Ἐπειδή πιστεύω στό Θεό «ζητοῦσι τήν ψυχή μου». Θέλουν νά μέ σκοτώσουν. Χιλιάδες ἄνθρωποι θέλουν τό κακό μου. Καί ζητοῦν νά μέ σκοτώσουν.

Ἐάν ἐξετάσει κανείς αὐτά πού λέει ὁ ἅγιος προφήτης Ἠλίας καί τά ὅσα γράφει ἡ Παλαιά Διαθήκη στή διήγηση τοῦ βίου του καί τῶν θαυμάτων του, καταλαβαίνει ὅτι ὁ ἅγιος προφήτης Ἠλίας πέρασε τή ζωή του μέ πόνο.

«Ὑπόδειγμα λάβετε κακοπαθείας». Ὄχι μόνο κακοπαθείας, ἀλλά καί μακροθυμίας, τούς προφήτας. Κακοπαθοῦσε ὁ προφήτης Ἠλίας, ἀλλά ποτέ δέν ἐγόγγυζε. Ὑπέμενε καί περίμενε. Ποιόν περίμενε; Τόν Θεό.

Καί ὅπως λέμε ἐμεῖς στήν παράκληση πρός τήν Παναγία: «τήν δέησιν ἐκχεῶ πρός Κύριον…», ἔτσι καί ὁ προφήτης Ἠλίας τίς θλίψεις του, τίς ἔλεγε μόνο στό Θεό. 

«Τήν δέησιν του ἐξέχεε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου». Καί ὁ Κύριος τί μᾶς λέγει;

Μᾶς λέγει πρῶτα ἀπ’ ὅλα, ἐκεῖνο πού εἶπε στόν προφήτη Ἠλία ὅταν τοῦ παραπονέθηκε.

-Ἔμεινα μόνος μου Κύριε!


-Λάθος Ἠλία, λάθος! Τά μάτια τά δικά σου, δέν βλέπουν τόσο καλά. Μήν εἶσαι τόσο ἀπαισιόδοξος καί τόσο στενόκαρδος. Δέν εἶσαι μοναχός σου. Εἶναι 7.000 ἀκόμη.


Γιά φαντασθεῖτε! Μονώτατος ἔλεγε. Ἕνας, ὁλομόναχος. Καί ὁ Θεός τοῦ λέγει: Εἶναι ἄλλοι 7.000. Γιά μάζεψέ τους ὅλους μαζί νά δεῖς τί εἶναι. Λαοθάλασσα, εἶναι 7.000 ἄνθρωποι. Καί εἶναι σάν καί σένα. 


Δυνατοί, ἀκλόνητοι, δέν τούς ἐπηρέασαν· οὔτε τά διατάγματα τοῦ Ἀχαάβ, οὔτε ἡ εἰδωλολατρεία πού πλημμύρισε, οὔτε ἡ ἁμαρτία πού καταμαγάρισε τήν οἰκουμένη. Τίποτε δέν τούς ἐπηρέασε. Στέκουν ἐπί τήν πέτραν. Τήν πέτραν τῆς πίστεως. Ἐπί τήν πέτραν τήν ἀσάλευτον. Καί μένουν ἀμετακίνητοι.

Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ πρός τόν προφήτη Ἠλία, κρύβει καί κάτι ἀκόμη γιά μᾶς. Ξέρετε τί;

Μή κοιτάζεις μόνο ἔξω, γύρω σου. Νά γυρίσεις καί νά ρίξεις ἕνα βλέμμα μέσα σου. Νά ἐξετάσεις:

Ποιό εἶναι τό ψυχικό σου περιεχόμενο;

Πῶς εἶναι ἡ ζωή σου;


Μήπως αὐτά πού σοῦ συμβαίνουν χρειάζονται, γιά νά βάλλεις μυαλό καί νά διορθωθεῖς; Μήπως ἔχεις κάνει λάθη καί γιά τά ὅσα σου συμβαίνουν φταῖς ἐσύ καί ὄχι οἱ ἄλλοι. Μήπως τό κατάντημά σου, προέρχεται ἀπό δικές σου πράξεις; Μήπως φταῖς μέ τίς ἁμαρτίες σου;

Καί εἶναι ἀνάγκη νά σέ πιάσει ὁ Θεός λίγο ἀπό τό ἀφτί, γιά νά σοῦ γυρίσει τό νοῦ, τήν καρδιά, τήν σκέψη σέ κάτι τό ἀνώτερο ἀπό τό πῶς πᾶνε τά οἰκονομικά, τό σπίτι καί ἡ ὑγεία;

Πόσο θά μᾶς ὠφελοῦσε νά κάναμε ποτέ-πότε αὐτή τήν σκέψη!

Καί τό τρίτο: Λέει ὁ Θεός στόν προφήτη Ἠλία:

-Ἄνοιξε τά μάτια σου καί κοίταξε ὄχι μόνο τό παρόν, ἀλλά τό μέλλον. Κοίταξε τό μέλλον, ὄχι ἕνα χρόνο οὔτε δέκα χρόνια μετά. Κοίταξε στό ἀπέραντο μέλλον.

Ποτέ τοῦ τό εἶπε αὐτό ὁ Θεός; Τότε πού κατέβηκε τό πύρινο ἅρμα καί τόν παρέλαβε στόν οὐρανό. Ἦταν σάν νά τοῦ ἔλεγε:

-Τώρα τί λές Ἠλία, μόνος σου εἶσαι στόν κόσμο; Δέν ὑπάρχει κανένας δίπλα σου; Μήπως Ἐκεῖνος πού ἤσουν δίπλα του, καί Κεῖνος δίπλα σου, ἀξίζει περισσότερο ἀπό ὅλο τόν κόσμο; Γιά φαντασθεῖτε· πύρινο ἅρμα παρέλαβε τόν προφήτη Ἠλία καί ἀνέβαινε στόν οὐρανό. Πῶς ἀνέβαινε;


Θά λέγαμε ὅπως ἀνέβηκε ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός. «Ἐν δόξῃ». Καί βλέποντάς τον ὁ ἅγιος μαθητής του, ὁ προφήτης Ἐλισαῖος ἀπό κάτω, ἔκλαιε καί φώναζε:

-Πατέρα μου, πατέρα μου, ἅρμα τοῦ Ἰσραήλ καί ἱππεύς αὐτοῦ.


Σάν νά ἔλεγε:

-Τό ὅπλο μας, ἡ παρηγοριά μας… Γιατί σκεπτόμαστε πῶς εἴχαμε κοντά μας ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο τόν ὁποῖο ὁ Θεός ἀγάπησε τόσο καί τόν πῆρε μέ τέτοιο τρόπο στήν αἰώνια ζωή.

Ποιός δέν θά θυσίαζε τά πάντα γιά νά φτάσει ἐκεῖ πού ἔφτασε ὁ προφήτης Ἠλίας;

Ἀλλά ἐκεῖνα πού ἔγιναν στόν προφήτη Ἠλία, μποροῦν ὅταν τό θέλομε νά γίνουν καί σέ μᾶς. Ὁ Θεός δέν εἶχε ἰδιαίτερες συμπάθειες στόν προφήτη Ἠλία. Ἀλλά εἶναι γενικά φιλάνθρωπος, οἰκτίρμων καί ἐλεήμων. Ἀνάλογα στόν καθένα μας, μέ τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό, τήν πίστη στό Θεό, μέ τήν ἀφοσίωση στό Θεό, μέ τήν κακοπάθεια καί μέ τήν μακροθυμία. 

 Δηλαδή μέ τόν τρόπο πού ἀντιμετωπίζομε τήν κακοπάθεια, τήν φυσική κακοπάθεια στή ζωή μας. 

Παράδειγμα: Τώρα στεκόμαστε ὄρθιοι στήν Ἐκκλησία, γιά νά παρακολουθήσομε τήν ἀκολουθία καί νά ἀκούσομε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, πού φαινομενικά βγαίνει ἀπό τό στόμα τοῦ ἱερέως, ἀλλά στήν πραγματικότητα τό θέλομε καί τό ἐπιθυμοῦμε νά μιλάει διά μέσου τοῦ στόματος τοῦ ἱερέως, τοῦ ταπεινοῦ ἀνθρώπου, ὁ ἴδιος ὁ σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ ὁποῖος λέγει: «Ἅπλωσα τά χέρια μου, καί ἁπλώνω τά χέρια μου, ἀπό τό πρωί μέχρι τό βράδυ. Καί παρακαλῶ τό λαό μου μέσῳ τῶν δούλων μου νά γυρίσουν κοντά μου».

Νά μιά κακοπάθεια, πού θέλει μακροθυμία. Καί γι’ αὐτή θά ἔχομε τόν μισθό τῆς κακοπάθειας καί τῆς μακροθυμίας τοῦ ἁγίου καί δικαίου προφήτη Ἠλία. Μέ τό χαμόγελο λοιπόν στήν Ἐκκλησία. Ὄχι μέ πικρή καρδιά.

Λέει ὁ προφήτης Ἠλίας: «Ζηλῶν ἐζήλωκα τῷ Κυρίῳ παντοκράτορι». Καί ζητᾶνε νά μέ σκοτώσουν. Ἔμεινα μόνος. Θεέ μου μέ ξέχασες…

Καί τί κάνει ὁ Θεός; Τοῦ λέει:
-Πές νά μήν βρέξει τριάμισυ χρόνια στή γῆ, νά δεῖς ποιός εἶναι κοντά σου καί ποιός δέν εἶναι. Καί πόσο ἀξίζει νά εἶναι κανείς κοντά στό Θεό.
Εἶπε ὁ προφήτης Ἠλίας:

-Τριάμισυ χρόνια, νά μήν βρέξει.
Καί δέν πέφτει σταγόνα. Μετά τοῦ λέει ὁ Θεός:

-Πήγαινε σ’ αὐτό τόν βασιλιά τόν Ἀχαάβ καί πές του. Νά μαζευτεῖ ὅλος ὁ κόσμος στό Καρμήλιο. Νά κάνετε θυσία. Καί νά φανεῖ τί Θεό λατρεύει ὁ καθένας.

Τούς μάζεψε ὅλους ὁ βασιλιάς στό Καρμήλιο. Ὁ προφήτης Ἠλίας καλεῖ τούς ἱερεῖς τοῦ Βάαλ καί τούς λέει:

-Δέν πιστεύετε στό Θεό. Πιστεύετε στά δαιμόνια καί στά μάγια.

Λατρεύανε τόν Δία, τήν Ἀφροδίτη, λατρεύανε τόν Βάαλ. Δηλαδή κάτι δαιμόνια τῆς πορνείας. Τῆς αἰσχρότητας.

Ὁ Ἠλίας, ἔβαλε τούς ἱερεῖς νά προσευχηθοῦν. Αἶσχος θρησκεία, αἶσχος ἱερεῖς, αἶσχος προσευχή.

Καί φυσικά μηδέν τό ἀποτέλεσμα.

-Κάνετε θυσία στό Θεό σας τούς εἶπε. Ἄν ἀνάψει μόνος του φωτιά καί κάψει τή θυσία σας, ὅλα δικά σας· καί ἐγώ μαζί σας. Ἄν ὅμως ὁ Θεός, δέν σᾶς ἀπαντήσει καί ἀκούσει ἐμένα, νά ἀκολουθήσετε ἐσεῖς τόν Θεό τοῦ Ἰσραήλ.


Φώναζαν ἀπό τό πρωί μέχρι τό μεσημέρι, 850 ἱερεῖς τοῦ ψεύτικου θεοῦ Βάαλ, ἑνός δαιμονίου «καί οὐκ ἦν φωνή οὐκ ἦν ἀκρόασις». Σιωπή ἀπό τόν θεό τους.

Καί ἀντί νά ἔχουν εὐλογία ἀπό τήν προσευχή, νά τό ποῦμε ἁπλᾶ, ὁ ἀληθινός Θεός τούς ἔλεγε:

-Τέτοιοι πού εἴσαστε, τέτοια σᾶς χρειάζονται καί χειρότερα!
Δέν τόν ἄκουγαν τόν Θεό νά τούς μιλᾶ, ἀλλά τελικά κατάλαβαν τί λατρεύουν. Ἀφοῦ «οὐκ ἦν φωνή καί οὐκ ἦν ἀκρόασις».

Ὅταν κουράστηκαν νά φωνάζουν, προφήτης Ἠλίας τούς ἔκανε πέρα. Πῆρε 12 πέτρες καί ἀνόρθωσε στό ὄνομα τοῦ Κυρίου ἕνα παλαιό κατεστραμένο θυσιαστήριο πού ὑπῆρχε ἐκεῖ, ἀφιερωμένο στόν Θεό τοῦ Ἰσραήλ. Ἔβαλε τήν θυσία πάνω στό θυσιαστήριο τήν κατάβρεξε τρεῖς φορές μέ κουβάδες νερό, ὥστε νά μήν ὑπάρχει δυνατότητα νά ἀνάψει ἄνθρωπος φωτιά καί εἶπε δυό ἁπλᾶ λόγια:

-Κύριε, ἐπάκουσόν μου ἐν πυρί. Ρίξε φωτιά ἀπό τόν οὐρανό καί κάψε τήν θυσία. Γιά νά ἀνοίξουν τά ἀφτιά καί οἱ καρδιές αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, νά καταλάβει τήν ἀλήθεια καί νά σωθεῖ.
Μέ τό πού τό εἶπε, ἔπεσε φωτιά ἀπό τόν οὐρανό καί κατέκαψε ὄχι μόνο τήν θυσία καί τά ξύλα· μά καί τίς πέτρες καί τό χῶμα γύρω ἀπό τό θυσιαστήριο. Τέτοια φωτιά κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό.

Ὅλοι ἔπεσαν μέ τό πρόσωπο στή γῆ, καί εἶπαν:

-Δόξα σοι Κύριε, δόξα σοι Θεέ μας. Μᾶς ἀποκάλυψες τήν ἀλήθεια.

Ἔπειτα εἶπε ὁ Ἠλίας:


-Τώρα, φευγᾶτε ὅσο μπορεῖτε πιό γρήγορα γιατί ἔφτασε ἡ βροχή.
Καί ὅσο νά ξεκινήσουν, τούς ἔπιασε ἡ μπόρα. Ὁ προφήτης Ἠλίας πῆρε τό καπίστρι τοῦ ἀλόγου τοῦ βασιλιά τοῦ Ἰσραήλ, τοῦ ἀποστάτη Ἀχαάβ, πήγαινε μπροστά καί τοῦ ἔλεγε:

-Μή φοβᾶσαι βασιλιά μου. Μόνο ἕνα νά φοβᾶσαι, τόν ἀληθινό Θεό. Σταγόνα δέν θά πέσει πάνω σου.
Καί ὅπως συνέβη στά θαύματα τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, ἔτσι συνέβη καί τότε. Ὅπου περπάταγε ὁ προφήτης Ἠλίας μέ τόν Ἀχαάβ, κρατώντας τό καπίστρι τοῦ μουλαριοῦ του, σταγόνα δέν ἔπεσε ἐπάνω του. Γύρω τους γινόταν κατακλυσμός. Γιατί;

Γιατί ὁ Θεός εἶναι Κύριος καί τῆς φωτιᾶς καί τοῦ νεροῦ. Καί τοῦ τόπου καί τῶν πάντων. Κάνει ἐκεῖνο πού θέλει καί δείχνει τήν προστασία του, τήν ἐκτίμησή του, τήν ἀγάπη του μέ χίλιους δυό τρόπους.

Ἐμεῖς, ἔχομε χρέος νά διερωτώμαστε:

«Στέκομε καλά κοντά στό Θεό; Εἴμαστε ἄξιοι νά ἀσχοληθεῖ μέ τό ἔλεός του, μέ τήν ἀγάπη του καί μέ τήν στοργή του μαζί μας ὁ Θεός»;

Τά ἔμαθε ὅλα ἡ βασίλισσα Ἰεζάβελ, ἡ γυναίκα τοῦ Ἀχαάβ. Δέν συγκινήθηκε καθόλου. Οὔτε μετάνοια ἔδειξε. Ἀλλά ὀργίσθηκε καί ἀποφάσισε νά ἐκδικηθεῖ.

-Αὔριο ὁ Ἠλίας πρέπει νά εἶναι πεθαμένος, εἶπε.

Καί ὁ Ἀχαάβ, ἀντί νά τόν σεβαστεῖ ἐστράφη πάλι ἐναντίον του.

Ὁ προφήτης Ἠλίας τό ἔμαθε καί φοβήθηκε. Αὐτός πού δέν ὑπολόγισε κανένα καί εἶχε τήν αἴσθηση ὅτι ὁ Θεός εἶναι κοντά του, φοβήθηκε τήν Ἰεζάβελ καί ἔφυγε στήν ἄλλη ἄκρη τοῦ κόσμου.

-Θεέ μου, τόσα ἔγιναν καί πάλι τήν ψυχή μου γυρεύουν. Ποῦ νά πάω;

Παίρνει τά μάτια του καί ξεκινάει γιά τό Σινά. Ἦταν τόσο ἀπογοητευμένος, πού ὅταν βρῆκε ἕνα δένδρο μέ ἀγκάθια κρύφτηκε ἐκεῖ, ξάπλωσε στόν ἴσκιο, καί κοιμήθηκε.

Μά ἄγγελος Κυρίου τόν σκουντᾶ:

-Ξύπνα Ἠλία. Ξύπνα νά φᾶς κάτι. Σοῦ ἔχω φαγητό ἕτοιμο. Μή φοβᾶσαι.

Τοῦ ἔδειχνε τό φαγητό.

-Φάε.

Καί δεύτερη φορά τό ἴδιο. Γιατί ὁ προφήτης Ἠλίας ἔλεγε: -Δέν ἔχω ὄρεξη οὔτε βῆμα νά κάνω.

Ξαναξάπλωνε καί κοιμόταν.

Καί τόν ξύπναγε ὁ ἄγγελος:

-Φάε προφήτη μου, ἔχεις δρόμο νά κάνεις.

Ἔφαγε τρεῖς φορές, περπάτησε καί ἔφτασε στό Σινά.

Τί τόν ἤθελε ὁ Θεός στό Σινά;

Ὅταν ἔφτασε ἐκεῖ, τοῦ λέει ὁ Θεός:

-Ἠλία, τί θέλεις ἐδωπέρα;

-Νά σωθῶ. Θέλουν νά μέ σφάξουν. Μακρύτερα ἀκόμη νά πάω.


Τοῦ λέει ὁ Θεός:

-Μή φοβάσαι. Στάσου. Πρόσεξε σ’ αὐτό πού θά δεῖς.

Θά γίνει πρῶτα ἕνας φοβερός σεισμός. Μή φοβηθεῖς. Μήν τόν πάρεις στά σοβαρά. Θά πέφτουν τά ὄρη, θά τρέμει ἡ γῆ, δέν θά μένει τίποτε ὄρθιο· ἀλλά μή φοβᾶσαι. Δέν εἶναι τίποτε. Οὔτε εἶναι δουλειά τοῦ Θεοῦ αὐτός ὁ σεισμός. Τίποτε δέν εἶναι. Θά περάσει.

Μετά θά πέσει μιά φωτιά πού θά καίει τά πάντα. Ὅπως μπορεῖ ὅταν θέλει ὁ Θεός, νά στείλει φωτιά νά κάψει κάθε ἁμαρτία καί κάθε κακό. Μή φοβᾶσαι. Οὔτε σ’ αὐτή τήν φωτιά θά εἶναι ὁ Θεός.

Ἔπειτα θά φυσήξει ἕνα δροσερό ἀεράκι. Αὔρα λεπτή. Ἕνα ἐντελῶς δροσερό ἀεράκι πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά λέει: «Ἄχ, τί ὡραῖα πού εἶναι μετά τήν ζέστη καί τόν καύσωνα». Τίποτε ἄλλο. Ἐκεῖ μέσα θά εἶμαι!

Στάθηκε ὁ προφήτης Ἠλίας μέσα σ’ ἕνα βράχο, ἔνοιωσε τόν σεισμό, εἶδε καί τήν φωτιά.

Καί μετά, ὅταν πέρασαν τά δυό μεγάλα σημεῖα, φύσηξε τό δροσερό ἀεράκι.

Βγῆκε ἀπό τόν βράχο ὁ προφήτης Ἠλίας σήκωσε τήν μηλωτή του καί σκέπασε τό πρόσωπό του, γιατί τοῦ εἶπε ὁ Θεός: «Ἐκεῖ μέσα θά εἶμαι».

Ἔλεγε ὁ προφήτης: «Εἶμαι ἄξιος ἐγώ, νά δῶ τόν Θεό»;

Καί μέ τό πρόσωπό του σκεπασμένο, στάθηκε μέσα στό δροσερό ἀεράκι. Τοῦ φώναξε ὁ Θεός:

-Ἠλία γύρισε στήν Ἱερουσαλήμ καί στή Σαμάρεια. Νά βρεῖς τόν μαθητή σου τόν Ἐλισαῖο, νά τόν εὐλογήσεις. Νά τόν χρίσεις προφήτη. Διάδοχό σου. Νά κηρύττει τήν ἀλήθεια.

Καί μετά θά πᾶς νά βρεῖς τόν Ἰηοῦ.

Νά τόν χρίσεις βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ.

Κατόπιν θά βρεῖς τόν Ἄδερ.

Καί θά τόν χρίσεις βασιλέα τῆς Συρίας.

Ὅποιος γλυτώσει ἀπό τόν Ἐλισαῖο θά τόν τιμωρήσει ὁ Ἰηοῦ. Καί ὅποιος γλυτώσει ἀπό τόν Ἰηοῦ, θά τόν τιμωρήσει ὁ βασιλιάς τῆς Συρίας. Θά διορθωθεῖ ὁ κόσμος. Ἐγώ εἶμαι αὔρα λεπτή. Δροσιά γιά τόν κόσμο, ὄχι φωτιά, ὄχι σεισμός.



Τά ἔκανε ὅλα ὁ προφήτης Ἠλίας, ὅπως τά εἶπε ὁ Θεός. Ἔχρισε τούς τρεῖς αὐτούς ἀνθρώπους καί μετά τόν παρέλαβε ὁ Θεός στόν οὐρανό.


Καί τί ἔγινε;

Ὁ προφήτης Ἐλισαῖος σέ ὅλη του τή ζωή ἐκήρυττε. Καί ἐκεῖνο πού δέν πέτυχε ὁ Ἠλίας τό πέτυχε ὁ μαθητής του. Γύρισε ὅλος ὁ λαός στήν ἀληθινή πίστη τοῦ Χριστοῦ! Ναί, σωστά τό εἴπαμε. Πρίν ἀκόμη ἔλθει «ἐν σαρκί», μέ τήν σάρκα του, πρίν ἀκόμη γεννηθεῖ ἀπό τήν ἁγία Παρθένο.

Ὅσους δέν θέλησαν νά πιστεύσουν, ὁ ζηλωτής τῆς πίστεως βασιλιάς Ἰηοῦ, τούς ἔδιωξε. Τούς ἐτιμώρησε.

Καί ὅσοι δέν πίστευσαν οὔτε μέ τήν τιμωρία, οὔτε μέ τά ἄλλα μέτρα τοῦ ἐνάρετου καί εὐσεβοῦς βασιλιά Ἰηοῦ, ἔκανε ἐπιδρομή ὁ βασιλιάς τῆς Συρίας καί τούς ἐξολόθρευσε. Καί ἐπεκράτησε ἡ ἀληθινή πίστη, καί ἔμειναν στή γῆ τοῦ Ἰσραήλ οἱ ἐκλεκτοί τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἑτοιμάζουν τήν ἔλευση τοῦ σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Θεός μέ τόν δικό του τρόπο, διώρθωσε τά πάντα.


Μακάρι καί σέ μᾶς, στόν καθένα μας, νά συμβεῖ αὐτό τό μεγαλεῖο τῆς πίστεως, πού συνέβη στό πρόσωπο τοῦ ἁγίου καί μεγάλου προφήτη Ἠλία.

Ὁ Θεός μέ τήν δύναμή του καί μέ τήν σοφία του,
παρεμβαίνει καί ἀμείβει τήν πίστη καί τήν ὑπομονή, τήν ταπείνωση καί τήν ἀφωσίωση τῶν δούλων του.

Ἀνακουφίζει τή ζωή τους καί τήν γεμίζει μέ τήν παρουσία του καί τήν χάρη του. Μέ τό ἔλεός του, τήν ἀγάπη του καί τήν προστασία του.

Καί ἀκολουθώντας τον, νά ἀξιωθοῦμε νά ἔχομε τήν μεγάλη προστασία τοῦ Κυρίου μας. Ἀμήν.




Διαβάστε περισσότερα... »

Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

Ἡ ἀληθινή μεγαλωσύνη




ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ*
Συνήθως, δέν θέλομε νά ἀκοῦμε καί δέν μᾶς ἀρέσει νά μᾶς προβάλουν ἥρωες, ἁγίους καί σοφούς. Ὅλοι μας ὅταν ἀκοῦμε νά γίνεται λόγος γιά ἥρωες, γιά ἁγίους καί γιά σοφούς νευριάζομε λίγο. Οὔτε γιά τόν μέγα Ἀλέξανδρο θέλομε νά ἀκοῦμε πολλά καί μάλιστα ὅτι «εἶναι παράδειγμα γιά μᾶς», οὔτε γιά τόν Πλάτωνα, οὔτε γιά τόν ἅγιο Ἀντώνιο, οὔτε γιά τόν ἀπόστολο Πέτρο, οὔτε γιά τήν ἁγία Παρασκευή.

Νευριάζομε γιατί εἴμαστε μικροί. Καί τό βλέπομε πῶς εἴμαστε μικροί. Καί ἐμεῖς μικροί καί τά ἔργα μας μικρά καί τιποτένια.

Καί σκεπτόμαστε τί σχέση ἔχομε ἐμεῖς μέ αὐτούς τούς μεγάλους ἀνθρώπους.

Ἀλλά ἔχομε καί ἐμεῖς μία μεγαλωσύνη, ἡ ὁποία ὅμως δέν εἶναι δική μας. Εἶναι ἡ μεγαλωσύνη τοῦ Χριστοῦ. Μᾶς τήν ἔδωσε ὁ Χριστός. Γι' αὐτή τήν μεγαλωσύνη μᾶς μίλησε σήμερα τό Εὐαγγέλιο.

Ὁ Χριστός, μέ τό ἴδιο του τό στόμα μᾶς λέγει: «Ὑμεῖς ἐστέ τό φῶς τοῦ κόσμου». Σεῖς εἴσαστε τό φῶς τοῦ κόσμου.

Ἐκεῖνα πού λέει ὁ Χριστός εἶναι ἀλήθεια πάντοτε. Καί ἰσχύουν γιά πάντα. Ὁ Πλάτων, δέν ἦταν φῶς. Ὁ μέγας Ἀλέξανδρος δέν ἦταν φῶς. Καί μερικοί ἄλλοι μεγάλοι δέν ἦταν φῶς. Ἐκεῖνον γιά τόν ὁποῖον λέει ὁ Χριστός ὅτι εἶναι φῶς, εἶναι φῶς. Καί πρέπει νά μένει καί νά γίνεται συνεχῶς περισσότερο, «φῶς τοῦ κόσμου».

Ὀνόμασε Κύριος φῶς τοῦ κόσμου τούς ἀποστόλους του.

Τότε πού ἦταν μικροί. Σάν καί ἐμᾶς μικροί. Καί πιό μικροί ἀκόμη. Καί πιό ἀνάξιοι. Καί πιό ταπεινοί. Καί μέ ἔργα τιποτένια.

Ἀλλά οἱ ἀπόστολοι κατάλαβαν ὅτι ἀφοῦ τό λέει ὁ Χριστός, πρέπει νά γίνουν «κάτι» καί νά κάνουν «κάτι». Σύμφωνα μέ τό θέλημά του. Καί ἔγιναν ὄχι ἁπλῶς φῶς ἀλλά οἱ μεγάλοι φωστῆρες τῆς οἰκουμένης. Πιό μεγάλοι, ἀπό ὅτι εἶναι στό φυσικό στερέωμα ὁ ἥλιος καί τό φεγγάρι, ἔγιναν οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι καί ἐκεῖνοι πού ἐπίστευσαν στόν Χριστό, ἀπό πνευματικῆς σκοπιᾶς.




Ὁ χωριάτης καί ὁ βασιλιάς 
Ἐγώ, τί εἶμαι; Ἕνα τιποτένιο πλασματάκι. Καί τί μεγάλο ἔχω μέσα μου;

Μόνο τό φῶς τοῦ Χριστοῦ.

Ποῖο εἶναι τό μεγάλο αὐτό φῶς τοῦ Χριστοῦ;

Ἡ πίστη μου ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ σωτήρας τοῦ κόσμου. Αὐτό εἶναι τό μεγάλο. Ἡ μοναδική μου μεγαλωσύνη. Ἀλλά μιά μεγαλωσύνη πού ἔχει ἀπέραντη ἀξία καί γιά πάντα. Ἀφοῦ τήν ἀναγνωρίζει ὁ Κύριος καί κριτής τοῦ κόσμου. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί ὁ ἄναρχος Πατέρας του.

Μία φορά, ἕνας βασιλιάς συνάντησε ἕνα χωρικό πού ἔσκαβε τήν γῆ. Ἦταν καταϊδρωμένος. Τόν πλησίασε καί τοῦ λέει:

-Τί κάνεις ἐκεῖ;

-Σκάβω, τοῦ λέει ἐκεῖνος.

-Καί τί κερδίζεις μέ μιά τόσο σκληρή δουλειά;

-Ὅτι καί ἡ μεγαλειότητά σου.

-Τί; Ξέρεις ποιός εἶμαι ἐγώ;

-Τό ξέρω βασιλιά μου.

-Ξέρεις τί ἔχω ἐγώ;

-Ἄχ βασιλιά μου. Δέν ἀξίζουν αὐτά. Μέ ρώτησες τί κερδίζω. Καί σοῦ ἀπάντησα, ὅτι καί σύ.

-Δηλαδή, τί ἐννοεῖς;

-Νά, βασιλιά μου. Προσπαθῶ νά κάνω καλά τήν δουλειά μου, γιατί δουλεύω γιά τό σπίτι μου. Παρακαλῶ καθημερινά τόν Κύριο νά μέ ἔχει καλά, νά ἀνταποκριθῶ στό καθῆκον μου. Νά βοηθήσω τά παιδιά μου νά γίνουν καλοί ἄνθρωποι. Καί νά εἶμαι ἔντιμος καί εἰρηνικός.

Πιστεύω ὅτι ἔτσι ὁ Κύριος θά μέ ἐλεήσει καί θά μοῦ δώσει μισθό τήν Βασιλεία του, τόν Παράδεισο. Καί σύ βασιλιά μου, ὅ,τι καί νά κάνεις, ὅσο μεγάλα καί ἄν εἶναι τά ἔργα σου στά μάτια τῶν ἀνθρώπων, τό πιό μεγάλο πού μπορεῖς νά κατορθώσεις, εἶναι νά πᾶς καί σύ στόν Παράδεισο. Ἄν πᾶς, ὅλα ὅσα ἔκανες, καλά καί ὡραῖα. Ἄν δέν πᾶς, τί νά τά κάνεις τά μεγάλα ἔργα, τά χρυσᾶ πού φορᾶς καί τήν κορώνα;

Ἐκείνη τήν στιγμή, ὁ χωριάτης πού ἔσκαβε τήν γῆ, ἔγινε διδάσκαλος τοῦ βασιλιά, ὁ ὁποῖος ἔσκυψε τό κεφάλι καί τοῦ εἶπε:

-Ἔχεις δίκιο. Προσευχήσου γιά μένα, νά κάνω καί ἐγώ τήν δουλειά μου, μέ τήν ἴδια καλή συνείδηση πού τήν κάνεις ἐσύ. Γιά νά ἀξιωθῶ καί ἐγώ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.




Δίνοντας φῶς
Ξέρετε τί μεγάλο πράγμα εἶναι νά πιστεύει κανείς στόν Χριστό; Αὐτό εἶναι τό φῶς. Ὁ Χριστός ἄναψε ἕνα φῶς, ὅταν ἦλθε στόν κόσμο. Καί ἀπό αὐτό τό φῶς παίρνομε ἐμεῖς καί φωτιζόμαστε. Πῶς παίρνομε; Μέ τήν πίστη.

Ποῦ τήν βρίσκομε; Κάποιος μᾶς τήν λέει.

Ὁ ὁποῖος τί ἦταν;

Ἦταν ὁ ἴδιος φῶς. Εἶχε πάρει ἀπό τόν Χριστό. Καί μᾶς ἔδωσε καί ἐμᾶς. Παράδειγμα:

Μία μητέρα εἶναι φτωχή. Μερικές φορές δυσκολεύεται νά βρεῖ ψωμάκι γιά τόν ἑαυτό της καί γιά τά παιδιά της. Ἀλλά κάθε πρωί παίρνει τά παιδιά της καί λέει:

-Ἐλᾶτε παιδάκια μου, κάνετε τόν Σταυρό σας. Γιατί ὁ Χριστός κυβερνάει τόν κόσμο. Καί ὅταν θέλει μᾶς δίνει καί ἔχομε. Καί νά γίνετε μέ τό θέλημά του καλοί ἄνθρωποι.

Καί ὅταν ἔρχεται Παρασκευή, τούς λέει:

-Σήμερα παιδιά μου, ἡμέρα Παρασκευή, σταυρώθηκε ὁ Χριστός. Καί ἐμεῖς τόν τιμᾶμε. Ἐγώ, σέ ὅλη μου τή ζωή, Παρασκευή δέν ἔβαλα στό στόμα μου ἀρτύσιμο. Γιά νά τιμάω καί νά δοξάζω τόν Χριστό. Καί σεῖς μήν τρῶτε. Δείξετε ὅτι πιστεύετε στόν Χριστό.

Τά παιδιά, βλέποντας τήν μητέρα τους φῶς καί φωτεινή, ἀπό τά ἔργα της, ἀπό τήν σταθερότητά της, ἀπό τήν συνέπειά της, ἀπό τό περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς της, ἀκολουθοῦν. Καί γίνονται καλά παιδιά.

Ἦταν σ’ ἕνα πανεπιστήμιο, κάποιο νεαροί φοιτητές πού στήν ἡλικία τῆς τρέλλας σκέπτονταν ὅτι ἡ ζωή εἶναι διασκέδαση. Καί τό μεγαλύτερο ἐπίτευγμά τους θά ἦταν νά ἔχουν τήν δυνατότητα νά κάνουν ὅσα τέρπουν τήν σάρκα. Ἀλλά μία μέρα βλέπουν τόν σοφότερο καθηγητή τους, μέσα στήν Ἐκκλησία γονατιστό νά προσεύχεται. Καί τότε διερωτήθηκαν: "Τί γίνεται ἐδῶ; Ἄν αὐτός ἔχει λύσει τό θέμα τόσο καλά καί προσεύχεται στό Θεό, μήπως ἐδῶ εἶναι τό φῶς, ἡ ἀλήθεια; Ἐμεῖς σκεπτόμαστε σωστά; Δουλεύει καλά τό μυαλό μας ἔτσι ὅπως ζοῦμε;"

Καί ἄρχισε νά φωτίζεται ἡ καρδιά τους.

Ἔτσι φωτίζεται ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλο.

Ἕνας μεγάλος σοφός τῆς Εὐρώπης, λέει:

«Ξέρετε τί εἶμαι; Μή μέ περνᾶτε γιά σπουδαῖο. Εἶμαι ἕνα φαναράκι. Τό φαναράκι μέ τούς τσίγκους καί μέ τά γυαλάκια του, δέν ἀξίζει τίποτε. Δέν προσφέρει τίποτε. Δέν ὠφελεῖ κανένα. Δέν τό χρειάζεται σέ τίποτε κανένας, ὅταν εἶναι σβυστό. Ἀλλά ὅταν τό ἀνάψομε ἔχει φῶς. Καί γίνεται πολύτιμο. Ὁδηγητικό. Θυμηθεῖτε τήν παλαιότερη ἐποχή, παίρναμε τό φαναράκι μας καί περπατούσαμε μέσα στή νύχτα, γιά νά βλέπομε ποῦ πᾶμε. Ἐγώ εἶμαι ἕνα φαναράκι. Ἀπό τόν ἑαυτό μου, δέν εἶμαι τίποτε. Τό φῶς τοῦ Χριστοῦ μέ ὁδηγεῖ καί παρακαλῶ, νά ὁδηγεῖ καί ὅλους τούς ἀνθρώπους, πού ἔρχονται σέ ἐπικοινωνία μέ ἐμένα».

Δέν εἴμαστε ἥρωες. Δέν ἔχομε καμιά μεγαλωσύνη. Οὔτε πρέπει νά ψάχνομε γιά μεγαλωσύνες. Ἀλλά ἔχομε τήν μεγαλωσύνη τοῦ φωτός τοῦ Χριστοῦ. Τό φῶς τοῦ Χριστοῦ πρέπει νά τό κρατᾶμε. Καί νά τό διαδίδομε. Μέ τόν λόγο μας, καί μέ τό παράδειγμά μας.




Ἡ παγωνιά, δέν τό σβύνει
Τό φῶς καί μάλιστα τό φῶς τοῦ Χριστοῦ ὄχι μόνο φωτίζει ἀλλά καί ζεσταίνει.

Ὅταν βγαίνει ὁ ἥλιος ζεσταίνει τήν γῆ. Ὅταν φεύγει ὁ ἥλιος καί νυχτώνει ἀρχίζει ἡ παγωνιά. Ὅπου τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, ζεσταίνονται οἱ ψυχές. Καί ὅταν φύγει τό φῶς τοῦ Χριστοῦ ἔρχεται ἡ παγωνιά στίς ψυχές. Ἡ παγωνιά αὐτή, κάνει τόν κάθε ἄνθρωπο πού πλησιάζει ἕναν ἄλλο καί βλέπει τήν παγωνιά πάνω του, νά τρέμει. Νά παγώνει καί ὁ ἴδιος. Γιατί;

Γιατί ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τόν Θεό εἶναι κάτι τό τρομακτικό.

Ἐμπιστεύεσαι σέ ἄνθρωπο ἄθεο;

Καί ἅμα ἐμπιστεύεσαι εἶσαι ἀνόητος. Γιατί ὁ ἄνθρωπος πού δέν πιστεύει στό Θεό, οὔτε καλή συνείδηση μπορεῖ νά ἔχει, οὔτε συνέπεια σέ τίποτε. Καί προπαντός εἶναι ἔκδοτος σέ ὅλα τά πάθη. Νά ἁρπάξει, νά ψευδορκήσει, νά κάνει ὁποιαδήποτε ἀσχήμια καί αἰσχρότητα.

Ὅταν βρίσκομε ἄνθρωπο πού δέν πιστεύει στό Θεό νοιώθουμε ἕνα κομμάτι πάγο πάνω μας. Καί δέν ξέρομε πῶς νά περιφρουρήσομε τόν ἑαυτό μας.

Ἡ πίστη στόν Χριστό εἶναι ζεστασιά.


Ἡ Ἁγία Γραφή μιλᾶ γιά μία χωριάτισσα γυναίκα τήν «χαναναία». Εἶχε ἕνα κορίτσι ἄρρωστο. Πῆγε στόν Χριστό καί φώναζε:

-Λυπήσου με Χριστέ μου, λυπήσου με Χριστέ μου, σῶσε τό κορίτσι μου.

Πλησίασε, γονάτισε μπροστά του.

-Λυπήσου με Χριστέ μου, γιά τό κορίτσι μου.

Ὁ Χριστός θέλοντας νά τήν δοκιμάσει τῆς ἀπάντησε:

-Δέν εἶναι καλό πράγμα, νά πάρει κανείς τό ψωμί τῶν παιδιῶν του, νά τό πετάξει στά σκυλιά.


Τί ἔκανε ὁ Χριστός; Τῆς ἔρριξε ἕνα καζάνι παγωμένο νερό.

Ἤ μήπως δέν εἶναι ἕνα καζάνι παγωμένο νερό, νά παρακαλάει γονατιστή καί νά τῆς λέει: «Δέν πετᾶνε τό ψωμί τῶν παιδιῶν στά σκυλιά»;

Ἐκείνη τοῦ ἀπάντησε:

-Ναί, Κύριε, καί τά σκυλιά τρῶνε ἀπό τά ψίχουλα.

Τότε ὁ Χριστός εἶπε:
-Ὤ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις. Γενηθήτω σοι ὡς θέλεις.

Τί σημαίνει «Ὤ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις»;

Ἐσύ ἔχεις τήν ζεστασιά τῆς πίστεως τέτοια πού ἡ δοκιμασία πού σοῦ ἔκανα, παγωμένο νερό ἐπάνω σου, δέν σέ πάγωσε. Ἀλλά ἔμεινες ζεστή.

Ἐμεῖς, ὅταν αἰσθανθοῦμε δοκιμασία παγώνουμε στήν πίστη; Ἄν ναί, τί κρίμα!

Ἐάν μείνεις σταθερός καί ζεστός, μέ τό φῶς τῆς πίστεως λέει ὁ Χριστός: «Μεγάλη σου ἡ πίστις. Γενηθήτω σοι ὡς θέλεις».

Ὅταν κάνομε προσευχή, παρακαλοῦμε τόν Χριστό καί τοῦ λέμε: «Πάτερ ἡμῶν ... γενηθήτω τό θέλημά σου». Ὄχι τό δικό μου Χριστέ μου. Τό δικό σου.

Ὅταν ἐμεῖς δείχνομε τήν ζεστασιά τῆς πίστης, ἀλλάζει ὁ Χριστός τά λόγια. Καί λέει:

«Ὄχι τό δικό μου. Τό δικό σου παιδί μου θά γίνει. Αὐτή τήν στιγμή».

Ἅμα δέν ποθοῦμε νά ἀκούσομε αὐτά τά λόγια τοῦ Χριστοῦ ἔχομε κουκούτσι μυαλό; Ὅταν δέν βλέπομε τήν μεγαλωσύνη τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καί τήν μεγαλωσύνη τῆς ζεστασιᾶς τῆς γνώσεως καί τοῦ φωτός τοῦ Χριστοῦ, ἔχομε κουκούτσι μυαλό;

Γιατί τί μεγαλύτερο θά κερδίσεις σέ ὅλη σου τή ζωή, ὅσο καί νά ἀγωνιστεῖς, ἀπό τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ;




Τό φῶς μᾶς ξυπνᾶ, μᾶς προστατεύει
Ἀλλά ὅποιος πιστεύει στόν Θεό, δέν ἔχει μόνο φῶς καί ζεστασιά. Ἔχει καί κάτι ἀκόμη. Τήν παρηγοριά καί τήν χαρά τῆς πίστεως.

Ἀκόμη τό φῶς τοῦ Θεοῦ μᾶς ξυπνάει. Ὅταν εἶναι σκοτάδι κοιμόμαστε. Ὅταν φωτίσει ξυπνᾶμε. Καί ὅταν θέλομε νά κοιμηθοῦμε σβύνομε τό φῶς.

Συνεπῶς τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, εἶναι γιά μᾶς μία εὐεργεσία. Γιατί; Γιατί μᾶς δημιουργεῖ τήν αἴσθηση τῆς εὐθύνης.

Τήν παλαιότερη ἐποχή, στά ἀκρωτήρια, ἔβαζαν ἕνα φάρο. Στήν κορυφή του ἄναβαν φῶς. Γιά νά βλέπουν τά καράβια ποῦ εἶναι θάλασσα καί ποῦ εἶναι στεριά. Γιατί ὅταν δέν ὑπῆρχε φάρος ἀναμμένος, κινδύνευαν τά καράβια νά πέσουν στά βράχια καί νά καταστραφοῦν.

Μία φορά ρώτησε κάποιος τόν φαροφύλακα:

-Αὐτό καίει πάντοτε;

-Τήν νύχτα συνεχῶς, λέει ὁ φύλακας.

-Δέν σβύνει ποτέ;

-Ὄχι. Δέν κάνει νά σβύσει. Δέν τό ἀφήνομε νά σβύσει.

-Μά γιατί; Καί ἄν σβύσει;

Ἀπάντησε ὁ φαροφύλακας:

-Ξέρεις τί λές ἀδελφέ μου; Ἅμα ὁ φάρος σβύσει, τό καράβι πού ἔρχεται δέν βλέπει καί θά πέσει ἐπάνω στά βράχια. Θά γίνει σανίδες. Πολλοί ἄνθρωποι θά πνιγοῦν. Καί ἐκεῖνοι πού θά ζοῦν, θά καταριοῦνται ἐκεῖνον πού φρόντιζε τόν φάρο. Ἐγώ, δέν θέλω νά μέ καταριέται κανένας. Γιατί ἡ κατάρα εἶναι φοβερό πράγμα.

Γι' αὐτό δέν ἀφήνω νά σβύσει τό φῶς τοῦ φάρου ποτέ.



Τό χειρότερο ναυάγιο
Μεγάλο κακό νά πνιγεῖ ἕνα καράβι καί νά σέ καταριοῦνται μερικοί ἄνθρωποι. Φοβερό κακό. Ἀλλά ὑπάρχει καί κάτι χειρότερο. Νά τό ποῦμε πιό εἶναι;

Ἕνας πατέρας, μία μητέρα, δέν φρόντισε νά διδάξει τά παιδιά του νά πᾶνε στόν Παράδεισο, νά γίνουν ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ μέ φῶς τοῦ Χριστοῦ μέσα τους. Καί τί ἔγινε; Κάποια ἡμέρα θά τελειώσουν. Ξέρετε τί λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες;

Τήν ἡμέρα πού θά γίνει ἡ δευτέρα Παρουσία καί πολλοί ἄνθρωποι θά ἀκούσουν «πορεύεσθε ἀπ' ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τό σκότος τό ἐξώτερον», οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἐκείνη τήν ἡμέρα θά καταραστοῦν τόν πατέρα τους καί τήν μητέρα τους. Μπορεῖτε νά τό φαντασθεῖτε; Στήν πιό πικρή στιγμή· καί δικαιολογημένα. Στήν πιό πικρή στιγμή στόν κόσμο θά ὑπάρξουν ἄνθρωποι πού θά καταραστοῦν τόν πατέρα τους καί τήν μητέρα τους καί τούς γνωστούς τους.

Νά προσθέσομε: Καί τούς κληρικούς πού ἀμέλησαν καί δέν τούς βοήθησαν νά ἀποκτήσουν καί νά βροῦν τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, γιά νά πᾶνε στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Κάθε Πάσχα, παίρνομε τό φῶς ἀπό τήν Ἐκκλησία καί τό πᾶμε στό σπίτι μας γιά νά ἀνάψομε τό καντήλι μας. Τί κάνομε; Μεταφέρομε τό φῶς τοῦ Χριστοῦ στό σπίτι μας.

Αὐτό συμβολίζει ἡ πράξη μας αὐτή.

Πρέπει νά μεταφέρομε καί νά κρατᾶμε τό φῶς τοῦ Χριστοῦ στό σπίτι μας. Τό φῶς τοῦ καντηλιοῦ, συμβολίζει τό φῶς τοῦ Χριστοῦ. Καί κρατώντας ἀναμένο τό καντήλι, ἐπιμένομε ὅτι φῶς ἀληθινό εἶναι ὁ Χριστός καί ἡ πίστη στόν Χριστό.


Αὐτή εἶναι ἡ μεγαλωσύνη τῶν φτωχῶν πού πιστεύουν στόν Χριστό. Μεγαλωσύνη ἀνώτερη ἀπό τήν μεγαλωσύνη τῶν μεγάλων, τῶν ἰσχυρῶν, τῶν σοφῶν καί τῶν ἡρώων.


Νά μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεός αὐτή τήν μεγαλωσύνη, νά τήν ζητᾶμε καί νά τήν κρατᾶμε, μέσα στήν ταπεινότητα τῆς ὑπάρξεώς μας καί τῶν ἔργων μας. Ἀμήν.-



* ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ(†), διασκευασμένη ὁμιλία, πού ἔγινε στίς 17/7/2005,
 στή Μυρσίνη
Διαβάστε περισσότερα... »