«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΒΑΝΤΙΚΗ ΜΝΗΜΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΒΑΝΤΙΚΗ ΜΝΗΜΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015

Η Κβαντική υπόσταση της Ψυχής







Δύο παγκοσμίου φήμης επιστήμονες της κβαντικής θεωρίας, μπορούν να αποδείξουν την ύπαρξη της ψυχής. Η επιθανάτια εμπειρία συμβαίνει όταν οι κβαντική ουσίες που αποτελούν την ψυχή, εγκαταλείψουν το νευρικό σύστημα και εισάγονται στο σύμπαν γενικότερα, σύμφωνα με μια αξιόλογη θεωρία που προτείνεται από τους δύο διαπρεπείς επιστήμονες.

Η ιδέα τους πηγάζει από την αντίληψη του εγκεφάλου που είναι σαν ένας βιολογικός υπολογιστής, “με 100 δισεκατομμύρια νευρώνες και τις συναπτικές συνδέσεις τους, που ενεργούν ως δίκτυα πληροφόρησης”, οι οποίες μπορούν να παραμείνουν στο σύμπαν, ακόμη και μετά το θάνατο, εξηγώντας τις αντιλήψεις εκείνων που είχαν σχεδόν μία εμπειρία θανάτου.



Ο Αμερικανός Dr Stuart Hameroff και ο Βρετανός φυσικός Sir Roger Penrose ανέπτυξαν την κβαντική θεωρία της συνείδησης υποστηρίζοντας ότι οι ψυχές μας περιέχεται μέσα σε δομές που ονομάζονται μικροσωληνίσκοι που ζουν μέσα στα κύτταρα του εγκεφάλου μας.






Σε μια επιθανάτια εμπειρία οι μικροσωληνίσκοι χάνουν την κβαντική τους κατάσταση, αλλά οι πληροφορίες στο εσωτερικό τους δεν καταστρέφονται. Ή σε απλούς όρους, η ψυχή δεν πεθαίνει αλλά επιστρέφει στο σύμπαν. Έτσι, είναι δεκτό ότι οι ψυχές μας είναι περισσότερο από την αλληλεπίδραση των νευρώνων στον εγκέφαλο. Στην πραγματικότητα κατασκευάζονται από την ίδια τη δομή του σύμπαντος – και μπορεί να υπάρχουν από την αρχή του χρόνου.

Ας πούμε ότι η καρδιά σταματά να χτυπά, το αίμα σταματά να ρέει, τότε οι μικροσωληνίσκοι χάνουν την κβαντική τους κατάσταση, αλλά η κβαντική πληροφορία εντός των μικροσωληνίσκων δεν καταστρέφεται, δεν μπορεί να καταστραφεί, διανέμεται και διαχέεται στο σύμπαν γενικότερα.





Εάν ο ασθενής έχει αναβιώσει, από αυτή την κατάσταση τότε οι κβαντικές πληροφορίες μπορεί να πάνε πίσω στους μικροσωληνίσκους και ο ασθενής λέμε ότι είχε μια εμπειρία κοντά στο θάνατο. 



Σε περίπτωση όμως θανάτου του ασθενούς, η κβαντική πληροφορία μπορεί να υπάρξει έξω από το σώμα του επ’ αόριστον – ως ψυχή.







Η κβαντική θεωρία θεωρείται γενικά σαν μια απ’ τις πιο επιτυχημένες επιστημονικές θεωρίες που διατυπώθηκαν ποτέ. Αλλά ενώ η μαθηματική περιγραφή του κβαντικού κόσμου επιτρέπει, οι πιθανότητες των πειραματικών αποτελεσμάτων να είναι υπολογίσιμες με υψηλό βαθμό ακρίβειας, δεν υπάρχει ομοφωνία στο τι σημαίνει σε εννοιολογικούς όρους.


Κβαντική αβεβαιότητα: Σύμφωνα με την αρχή της αβεβαιότητας, η θέση και η ορμή ενός υποατομικού σωματιδίου, δεν μπορούν να υπολογισθούν ταυτόχρονα, με ακρίβεια μεγαλύτερη απ’ αυτή που ορίζει η σταθερά του Plank. Κι αυτό επειδή, σε κάθε μέτρηση, ένα σωματίδιο πρέπει να αλληλεπιδράσει με ένα τουλάχιστον φωτόνιο ή κβάντα ενέργειας, το οποίο δρα και σαν σωματίδιο και σαν κύμα και το επηρεάζει με απρόβλεπτο και ανεξέλεγκτο τρόπο.









Μια ακριβή μέτρηση της θέσης ενός ηλεκτρονίου σε τροχιά, μέσω μικροσκοπίου για παράδειγμα, απαιτεί τη χρήση μικρού μήκους κύματος φωτός, με αποτέλεσμα να μεταφέρεται στο ηλεκτρόνιο μια μεγάλη αλλά απρόβλεπτη ορμή. 



Απ’ την άλλη μεριά, μια ακριβή μέτρηση της ορμής του ηλεκτρονίου, απαιτεί κβάντα φωτός πολύ χαμηλής ορμής (και γι’ αυτό μεγάλου μήκους κύματος), κάτι που οδηγεί σε μεγάλη γωνία περίθλασης στο φακό και κακό προσδιορισμό της θέσης.








Αλλά, σύμφωνα με τη συνηθισμένη ερμηνεία της κβαντικής φυσικής, όχι μόνο μας είναι αδύνατο να υπολογίσουμε ταυτόχρονα τη θέση και την ορμή ενός σωματιδίου με ίδια ακρίβεια, αλλά και ένα σωματίδιο δεν έχει καλά καθορισμένες ιδιότητες όταν δεν αλληλεπιδρά με ένα όργανο μέτρησης. Γι’ αυτό, η αρχή της αβεβαιότητας συνεπάγεται ότι, ένα σωματίδιο δεν μπορεί ποτέ να βρίσκεται σε ακινησία, αλλά υπόκειται σε σταθερές ταλαντώσεις ακόμα κι όταν δεν διεξάγεται κάποια μέτρηση και αυτές οι ταλαντώσεις υποτίθεται ότι δεν έχουν καθόλου αιτία.







Με άλλα λόγια, ο κβαντικός κόσμος πιστεύεται ότι χαρακτηρίζεται από πλήρη έλλειψη αιτιοκρατίας, εγγενή ασάφεια και αμείωτη ανομία. Όπως το θέτει ο σύγχρονος φυσικός David Bohm «υποτίθεται ότι σε κάθε πείραμα, το ακριβές αποτέλεσμα που θα επιτευχθεί, είναι εντελώς αυθαίρετο, με την έννοια ότι δεν έχει σχέση με οτιδήποτε άλλο που υπάρχει ή που έχει υπάρξει στον κόσμο.»

Ο Bohm (ibid, σελ. 95) θεωρεί ότι, η εγκατάλειψη της αιτιότητας υπήρξε πολύ βιαστική: «είναι αρκετά πιθανό, ενώ η κβαντική θεωρία και μαζί της και η αρχή της απροσδιοριστίας είναι έγκυρες με πολύ βαθμό προσέγγισης σε ένα συγκεκριμένο πεδίο παύουν και οι δύο να είναι έχουν αξία σε νέα πεδία κάτω απ’ αυτό το οποίο η σύγχρονη θεωρία είναι εφαρμόσιμη. Έτσι, το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει βαθύτερο επίπεδο αιτιατά καθορισμένης κίνησης, είναι απλά κυκλική αιτιολόγηση, αφού θα προκύψει μόνο αν υποθέσουμε προκαταβολικά ότι δεν υπάρχει τέτοιο επίπεδο.» Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι φυσικοί αρκούνται να δεχθούν την υπόθεση του απόλυτα τυχαίου. Θα επιστρέψουμε σ’ αυτό το θέμα αργότερα, σε συνδυασμό με την ελεύθερη βούληση.



Ένα κβαντικό σύστημα αναπαριστάται μαθηματικά με μια κυματοσυνάρτηση, που προκύπτει απ’ την εξίσωση Schrodinger. 

Η κυματοσυνάρτηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να υπολογίσουμε την πιθανότητα να βρεθεί ένα σωματίδιο σε κάποιο σημείο του χώρου. Όταν πραγματοποιείται μια μέτρηση, το σωματίδιο βρίσκεται φυσικά σε μία μόνο θέση, αλλά αν η κυματοσυνάρτηση υποτίθεται ότι παρέχει μια πλήρη και επακριβή περιγραφή της κατάστασης του κβαντικού συστήματος – όπως είναι στην συνηθισμένη ερμηνεία – αυτό θα σήμαινε ότι μεταξύ των μετρήσεων το σωματίδιο διαλύεται σε μια «επαλληλία κυμάτων πιθανοτήτων» και είναι δυναμικά παρόν σε πολλά διαφορετικά μέρη ταυτόχρονα.






Τότε, όταν πραγματοποιείται η επόμενη μέτρηση, αυτό το πακέτο κυμάτων υποτίθεται ότι «διαλύεται» ακαριαία, με κάποιο τυχαίο και μυστηριώδη τρόπο, ξανά σε ένα σωματίδιο σε ορισμένο χώρο.




Αυτή η ξαφνική και συνεχή «διάλυση» παραβιάζει την εξίσωση Schrodinger και δεν επεξηγείται περαιτέρω στην συνηθισμένη ερμηνεία.

Αφού η συσκευή μέτρησης που υποτίθεται ότι κάνει την κυματοσυνάρτηση ενός σωματιδίου να καταρρεύσει, είναι φτιαγμένη από υποατομικά σωματίδια, φαίνεται ότι η δική της κυματοσυνάρτηση θα έπρεπε να καταρρέει από άλλη συσκευή μέτρησης (η οποία θα μπορούσε να είναι το μάτι και το μυαλό ενός ανθρώπινου παρατηρητή), η οποία με τη σειρά της χρειάζεται να καταρρεύσει από μία ακόμα συσκευή μέτρησης κ.ο.κ., οδηγώντας σε μια άπειρη διαδρομή προς τα πίσω.

Στην πραγματικότητα, η κοινώς αποδεκτή ερμηνεία της κβαντικής θεωρίας συνεπάγεται ότι όλα τα μακροσκοπικά αντικείμενα που βλέπουμε γύρω μας υπάρχουν σε μια αντικειμενική, ευκρινή κατάσταση μόνο όταν μετριούνται ή παρατηρούνται. Ο Schrodinger επινόησε μια διάσημη ιδέα-πείραμα για να επιδείξει παράλογες συνέπειες αυτής της ερμηνείας. Μια γάτα τοποθετείται σ’ ένα κουτί που περιέχει μια ραδιενεργή ουσία, έτσι ώστε να υπάρχει πιθανότητα 50-50 ένα άτομο να διασπασθεί σε μία ώρα.

Αν ένα άτομο διασπασθεί, προκαλεί την απελευθέρωση ενός δηλητηριώδους αερίου, που σκοτώνει τη γάτα. Μετά από μια ώρα η γάτα υποτίθεται ότι είναι ταυτόχρονα νεκρή και ζωντανή (και καθετί ανάμεσα στα δύο), μέχρι κάποιος να ανοίξει το κουτί και ακαριαία να προκαλέσει την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης του, σε μια νεκρή ή ζωντανή γάτα.




Ποικίλες λύσεις έχουν προταθεί για το «πρόβλημα μέτρησης» που σχετίζεται με την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης. Κάποιοι φυσικοί υποστηρίζουν ότι ο κλασικός κόσμος ή μακρόκοσμος δεν πάσχει από την κβαντική ασάφεια, επειδή μπορεί να αποθηκεύσει πληροφορίες και υπόκειται σ’ ένα «βέλος του χρόνου», ενώ ο κβαντικός κόσμος ή μικρόκοσμος προβάλλεται ως αδύνατος να αποθηκεύσει πληροφορίες και χρονικά ανατρέψιμος (Pagels, 1983).






Μια πιο εξωφρενική προσέγγιση, είναι η υπόθεση των πολλαπλών συμπάντων, η οποία ισχυρίζεται ότι το σύμπαν διχάζεται κάθε φορά που εκτελείται μια μέτρηση (ή μια αλληλεπίδραση παρόμοια με μέτρηση), έτσι ώστε όλες οι πιθανότητες που αναπαριστούνται απ’ την κυματοσυνάρτηση (π.χ. μια ζωντανή γάτα και μια νεκρή γάτα) υπάρχουν αντικειμενικά, αλλά σε διαφορετικά σύμπαντα. 

Η Συνείδηση μας, υποτίθεται ότι διαιρείται σταθερά σε διαφορετικούς εαυτούς, που κατοικούν αυτούς τους πολλαπλασιαζόμενους, μη-επικοινωνούντες κόσμους.

Άλλοι θεωρητικοί υποθέτουν ότι, είναι η Συνείδηση που προκαλεί την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης και έτσι δημιουργεί την πραγματικότητα. Στην άποψη αυτή, ένα υποατομικό σωματίδιο δεν προσλαμβάνει συγκεκριμένες ιδιότητες όταν αλληλεπιδρά με μια συσκευή μέτρησης, αλλά μόνο όταν η ανάγνωση της συσκευής μέτρησης καταγράφεται στο μυαλό ενός παρατηρητή (το οποίο μπορεί φυσικά να συμβεί, πολύ μετά αφού έχει πραγματοποιηθεί η μέτρηση).




Σύμφωνα με την πιο ακραία, ανθρωποκεντρική εκδοχή αυτής της θεωρίας, μόνο τα ενσυνείδητα όντα, όπως εμείς, μπορούν να προκαλούν την κατάρρευση μιας κυματοσυνάρτησης. Αυτό σημαίνει ότι, όλο το σύμπαν πρέπει να υπήρχε πρωταρχικά σε λανθάνουσα κατάσταση σε μια υποθετική σφαίρα κβαντικών πιθανοτήτων, μέχρι που ενσυνείδητα όντα εξελίχθηκαν βαθμιαία και προκάλεσαν την κατάρρευση του εαυτού τους και του υπόλοιπου του τμήματος της πραγματικότητάς τους στον υλικό κόσμο και τα αντικείμενα παραμένουν σε μια κατάσταση πραγματικότητας, μόνο όσο παρατηρούνται απ’ τους ανθρώπους (Goswami, 1993).

Παρ’ όλα αυτά, άλλοι θεωρητικοί πιστεύουν ότι, μη ενσυνείδητες οντότητες, συμπεριλαμβανομένων γατών και πιθανόν ακόμα και ηλεκτρονίων, μπορούν ίσως να προκαλέσουν την κατάρρευση των κυματοσυναρτήσεων τους (Herbert, 1993).

Η θεωρία της κατάρρευσης της κυματοσυνάρτησης (ή κατάρρευση των ανυσμάτων κατάστασης, όπως αποκαλείται μερικές φορές), εγείρει το ερώτημα, πώς τα «κύματα πιθανότητας» που η κυματοσυνάρτηση θεωρείται ότι αναπαριστά, μπορούν να καταρρεύσουν σε ένα σωματίδιο, αν δεν είναι τίποτα άλλο παρά αφηρημένα μαθηματικά δημιουργήματα.

Αφού η ιδέα των πακέτων κυμάτων που απλώνονται και καταρρέουν δεν βασίζεται σε αυστηρά πειραματικά δεδομένα, αλλά μόνο σε ιδιαίτερες ερμηνείες της κυματοειδούς συνάρτησης, αξίζει να ρίξουμε μια ματιά σε μια απ’ τις κύριες εναλλακτικές ερμηνείες, αυτή του David Bohm και των συνεργατών του, που παρέχει μια κατανοητή εκτίμηση του τι μπορεί να συμβαίνει στο κβαντικό επίπεδο.

Η οντολογική ερμηνεία της κβαντικής φυσικής του Bohm, απορρίπτει την υπόθεση ότι η κυματοσυνάρτηση δίνει την πιο σωστή περιγραφή της δυνατής πραγματικότητας και έτσι αρνείται την ανάγκη να εισάγει μια άρρωστα-ορισμένη και μη ικανοποιητική έννοια της κατάρρευσης της κυματοσυνάρτησης (και όλων των παραδόξων που την συνοδεύουν).

Αντίθετα υποθέτει την πραγματική ύπαρξη των σωματιδίων και των πεδίων: τα σωματίδια έχουν μια περίπλοκη εσωτερική δομή και συντροφεύονται πάντα από ένα κβαντικό κυματικό πεδίο· επηρεάζονται όχι μόνο από κλασικές ηλεκτρομαγνητικές δυνάμεις, αλλά και από μια λεπτότερη δύναμη, το κβαντικό δυναμικό, που ορίζεται απ’ το κβαντικό τους πεδίο, το οποίο υπακούει στην εξίσωση Schrodinger (Bohm & Hiley, 1993, Bohm & Peat, 1989, Hiley & Peat, 1991).




Το κβαντικό δυναμικό μεταφέρει πληροφορίες απ’ όλο το περιβάλλον και παρέχει άμεσες, μη-τοπικές συνδέσεις μεταξύ κβαντικών συστημάτων. Κατευθύνει τα σωματίδια με τον ίδιο τρόπο που κατευθύνουν τα ραδιοφωνικά κύματα ένα πλοίο με αυτόματο πιλότο – όχι με την έντασή τους, αλλά με τη μορφή τους. Είναι εξαιρετικά ευαίσθητο και περίπλοκο, ώστε οι σωματιδιακές τροχιές εμφανίζονται χαοτικές. Αντιστοιχούν σ’ αυτό που ο Bohm ονομάζει ενυπάρχουσα τάξη, η οποία μπορεί να θεωρηθεί, σαν ένας αχανής ωκεανός ενέργειας στον οποίο ο φυσικός ή αναπτυσσόμενος κόσμος είναι ένας απλός κυματισμός.

Ο Bohm δείχνει ότι η ύπαρξη μιας δεξαμενής ενέργειας αυτού του είδους αναγνωρίζεται, αλλά της δίνεται μικρή εκτίμηση, απ’ την κοινώς αποδεκτή κβαντική θεωρία, η οποία αξιώνει ένα καθολικό κβαντικό πεδίο – το κβαντικό κενό ή πεδίο μηδενικού σημείου – που αποτελεί τη βάση του υλικού κόσμου. Πολύ λίγα είναι σήμερα γνωστά για το κβαντικό κενό, αλλά η ενεργειακή του πυκνότητα εκτιμάται στο αστρονομικό 10108 J/cm3 (Forward, 1996, σελ. 328-37).




Στην συμπεριφορά της θεωρίας του για το κβαντικό πεδίο, ο Bohm προτείνει ότι, το κβαντικό πεδίο (η ενυπάρχουσα τάξη) υπόκειται στη διαμορφωτική και οργανωτική επιρροή ενός υπερ-κβαντικού δυναμικού, που εκφράζει τη δράση μιας υπερ-ενυπάρχουσας τάξης. Το υπερ-κβαντικό δυναμικό κάνει τα κύματα να συγκλίνουν ή να αποκλίνουν, παράγονταν ένα είδος συμπεριφοράς όμοιας με των σωματιδίων.




Οι φαινομενικά διαφορετικές μορφές που βλέπουμε γύρω μας είναι συνεπώς μόνο σχετικά σταθερά και ανεξάρτητα μοτίβα, που δημιουργούνται και υποστηρίζονται από μια ακατάπαυστη και βασική κίνηση τυλίγματος και ξετυλίγματος, με τα σωματίδια να διαλύονται σταθερά σε μια ενυπάρχουσα τάξη και μετά να κρυσταλλοποιούνται ξανά. Αυτή η διαδικασία πραγματοποιείται ακατάπαυστα και με μια εκπληκτική γρηγοράδα και δεν εξαρτάται από κάποια μέτρηση που γίνεται.

Στο μοντέλο του Bohm, ο κβαντικός κόσμος υπάρχει όταν δεν παρατηρείται και μετριέται. Απορρίπτει την θετικιστική άποψη, ότι κάτι που δεν μπορεί να μετρηθεί ή να γίνει γνωστό με ακρίβεια, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι υπάρχει. Με άλλα λόγια δεν συγχέει την επιστημολογία με την οντολογία, τον χάρτη με την περιοχή. 

Για τον Bohm, οι πιθανότητες που υπολογίζονται για την κυματοσυνάρτηση, υποδεικνύουν τις πιθανότητες ενός σωματιδίου να βρίσκεται σε διαφορετικές θέσεις, άσχετα από το αν γίνεται μια μέτρηση, ενώ στην κοινά αποδεκτή ερμηνεία, υποδεικνύουν τις πιθανότητες ενός σωματιδίου να δημιουργείται σε διαφορετικές θέσεις όταν γίνεται μια μέτρηση.

Το σύμπαν αυτοπροσδιορίζεται συνεχώς μέσα απ’ τις ακατάπαυστες αλληλεπιδράσεις του – απ’ τις οποίες η μέτρηση είναι μόνο ένα συγκεκριμένο παράδειγμα – και γι’ αυτό δεν μπορούν να προκύπτουν παράλογες καταστάσεις, όπως νεκρο-ζωντανές γάτες.

Έτσι, αν και ο Bohm απορρίπτει την άποψη ότι η ανθρώπινη συνείδηση δημιουργεί τα κβαντικά συστήματα και δεν πιστεύει ότι οι διάνοιές μας έχουν φυσιολογικά σημαντική επίδραση στο αποτέλεσμα μιας μέτρησης (εκτός με την έννοια ότι επιλέγουμε τη διευθέτηση του πειράματος), η ερμηνεία του ανοίγει το δρόμο για τη λειτουργία βαθύτερων, λεπτότερων και περισσότερο νοητικών επιπέδων της πραγματικότητας.




Υποστηρίζει ότι η συνείδηση ριζώνει βαθιά στην ενυπάρχουσα τάξη και γι’ αυτό είναι παρούσα σε κάποιο βαθμό σε όλες τις υλικές μορφές. Προτείνει, ότι ίσως υπάρχει μια άπειρη σειρά από ενυπάρχουσες τάξεις, με την καθεμιά να έχει ταυτόχρονα μια υλική πλευρά και μια συνειδησιακή πλευρά: «καθετί υλικό είναι επίσης και νοητικό και καθετί νοητικό είναι επίσης υλικό, αλλά υπάρχουν ακόμα λεπτότερα επίπεδα ύλης απ’ όσα γνωρίζουμε» (Weber, 1990, σελ. 151).

Η έννοια του ενυπάρχοντος πεδίου θα μπορούσε να ειδωθεί σαν μια εκτεταμένη μορφή υλισμού, αλλά, λέει, «θα μπορούσε εξίσου να αποκαλείται ιδεαλισμός, πνεύμα, Συνείδηση. Ο διαχωρισμός των δύο – ύλης και πνεύματος – αποτελεί μία αφαίρεση. Το έδαφος είναι πάντα ένα.» (Weber, 1990, σελ. 101)

Η κβαντική απροσδιοριστία είναι ξεκάθαρα ανοικτή σε ερμηνεία: είτε σημαίνει κρυμμένες (για μας) αιτίες, ή πλήρη απουσία αιτιών. Η θέση πως κάποια γεγονότα «μόλις συμβαίνουν» για κανένα λόγο δεν είναι δυνατό να αποδειχθούν, επειδή η ανικανότητά μας να αναγνωρίσουμε μια αιτία, δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι δεν υπάρχει αιτία. Η έννοια της απόλυτης πιθανότητας συνεπάγεται ότι τα κβαντικά συστήματα μπορούν να δράσουν εντελώς αυθόρμητα, εντελώς απομονωμένα και ανεπηρέαστα από καθετί άλλο στο σύμπαν.




Η αντίθετη άποψη είναι ότι, όλα τα συστήματα συμμετέχουν συνεχώς σε ένα περίπλοκο δίκτυο αιτιατών αλληλεπιδράσεων και διασυνδέσεων, σε πολλά διαφορετικά επίπεδα. Μεμονωμένα κβαντικά συστήματα συμπεριφέρονται σίγουρα απρόβλεπτα, αλλά παρ’ όλα αυτά αν δεν υπόκεινταν σε κάποιους αιτιατούς παράγοντες, θα ήταν δύσκολο να καταλάβουμε, γιατί η ομαδική τους συμπεριφορά παρουσιάζει στατιστικές κανονικότητες.

Η θέση ότι, καθετί έχει μια αιτία, ή μάλλον πολλές αιτίες, δεν συνεπάγεται απαραίτητα ότι όλα τα γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων και των επιλογών μας, είναι αυστηρά προκαθορισμένα από καθαρά φυσικές διαδικασίες – μια άποψη που συχνά αποκαλείται «αυστηρή αιτιοκρατία» (Thornton, 1989). 

Η έλλειψη αιτιοκρατίας στο κβαντικό επίπεδο, παρέχει ένα άνοιγμα για δημιουργικότητα και ελεύθερη βούληση.

Αλλά αν αυτή η έλλειψη αιτιοκρατίας ερμηνεύεται σαν απόλυτη πιθανότητα, θα σήμαινε ότι οι επιλογές και οι δράσεις μας απλά «ξεφυτρώνουν» με εντελώς τυχαίο και αυθαίρετο τρόπο, κατά την οποία περίπτωση μετα βίας θα αποκαλούνταν δικές μας αποφάσεις και έκφραση της δικιάς μας ελεύθερης βούλησης.

Εναλλακτικά, η έλλειψη κβαντικής αιτιοκρατίας θα μπορούσε να ερμηνευθεί σαν αιτιότητα από λεπτότερα, μη-φυσικά επίπεδα, έτσι ώστε οι πράξεις της ελεύθερης βούλησής μας έχουν αιτία – αλλά αυτή των αυτοσυνείδητων διανοιών μας. Απ’ αυτή την προοπτική – που μερικές αποκαλείται «ήπια αιτιοκρατία» – η ελεύθερη βούληση περιλαμβάνει την ενεργή, αυτό-συνείδητη αυτό-αιτιοκρατία.

Σύμφωνα με τον ορθόδοξο επιστημονικό υλισμό, οι διανοητικές καταστάσεις είναι πανομοιότυπες με τις καταστάσεις του εγκεφάλου· οι σκέψεις μας και τα συναισθήματά μας και η αίσθηση του εαυτού μας, γεννιούνται από ηλεκτροχημική δραστηριότητα στον εγκέφαλο. Αυτό θα σήμαινε είτε ότι ένα μέρος του εγκεφάλου ενεργοποιεί ένα άλλο, το οποίο ενεργοποιεί μετά ένα άλλο κ.λπ. ή ότι μια ιδιαίτερη περιοχή του εγκεφάλου ενεργοποιείται αυτόματα, χωρίς κάποια αιτία και είναι δύσκολο να δούμε πώς καθεμία απ’ τις εναλλακτικές λύσεις θα παρείχε μια βάση για ένα συνειδητό εαυτό και μια ελεύθερη βούληση.




Ο Francis Crick (1994), για παράδειγμα, που πιστεύει ότι η συνείδηση είναι βασικά ένα πακέτο νεύρων, λέει ότι η κύρια έδρα της ελεύθερης βούλησης είναι πιθανόν μέσα ή κοντά σε ένα κομμάτι του εγκεφαλικού φλοιού γνωστό σαν anterior cingulate sulcus, αλλά υπαινίσσεται ότι η αίσθηση της ελευθερίας μας είναι σε μεγάλο μέρος, αν όχι ολοκληρωτικά, μια παραίσθηση.

Εκείνοι που μειώνουν τη συνείδηση σε ένα υποπροϊόν του εγκεφάλου διαφωνούν για τη σπουδαιότητα των κβαντο-μηχανικών απόψεων των νευρωνικών δικτύων: για παράδειγμα, ο Francis Crick, ο αείμνηστος Roger Sperry (1994), και ο Daniel Dennett (1991), τείνουν να αγνοήσουν την κβαντική φυσική, ενώ ο Stuart Hameroff (1994) πιστεύει ότι η συνείδηση προέρχεται από κβαντική συνοχή στους μικροσωληνίσκους πρωτοπλάσματος μέσα στους νευρώνες του εγκεφάλου.

Μερικοί ερευνητές βλέπουν μια σχέση μεταξύ της συνείδησης και του κβαντικού κενού: για παράδειγμα, ο Charles Laughlin (1996) υποστηρίζει ότι οι νευρωνικές δομές που μεσολαβούν για την συνείδηση ίσως να αλληλεπιδρούν μη-τοπικά με το κενό (ή κβαντική θάλασσα), ενώ ο Edgar Mitchell (1996) πιστεύει ότι, τόσο η ύλη όσο και η συνείδηση απορρέουν απ’ το ενεργειακό δυναμικό του κενού.




Ο Νευροεπιστήμονας Sir John Eccles απορρίπτει την υλιστική άποψη σαν «πρόληψη» και υποστηρίζει τη δυαδική διαδραστικότητα: υποστηρίζει ότι υπάρχει ένας ψυχικός κόσμος μαζί με τον υλικό κόσμο, και ότι ο νους μας ή ο εαυτός μας ενεργεί στον εγκέφαλο (ειδικά η συμπληρωματική κινητήρια περιοχή του νευροφλοιού) στο κβαντικό επίπεδο, αυξάνοντας την πιθανότητα της πυροδότησης επιλεγμένων νευρώνων (Eccles, 1994, Giroldini, 1991).

Υποστηρίζει ότι ο νους όχι μόνο δεν είναι φυσικός, αλλά απολύτως μη υλικός και μη στερεός. Παρ’ όλα αυτά, αν δεν σχετίζονταν με κάποιο είδος ενέργειας-ουσίας, θα ήταν μια φτωχή αφαίρεση και γι’ αυτό ανήμπορος να ασκήσει οποιαδήποτε επιρροή στο φυσικό κόσμο. 

Αυτή η αντίρρηση, εφαρμόζεται επίσης σε αυτούς που είναι αντίθετοι στην ελάττωση, οι οποίοι κρατιούνται μακριά από τη λέξη «δυαδικός» και περιγράφουν την ύλη και τη συνείδηση σαν συμπληρωματικές ή δυαδικές όψεις της πραγματικότητας, και ακόμα αρνούνται στη συνείδηση κάθε ενεργητική και πραγματική φύση, υποδηλώνοντας έτσι ότι είναι κατ’ ουσία διαφορετική απ’ την ύλη και στην πράξη μια απλή αφαίρεση.

Μια εναλλακτική τοποθέτηση είναι αυτή που αντηχεί σε πολλές μυστικιστικές και πνευματικές παραδόσεις: αυτή η φυσική ύλη είναι μόνο μια «οκτάβα» σε ένα άπειρο φάσμα ύλης-ενέργειας ή συνείδησης-ουσίας και όπως ο φυσικός κόσμος οργανώνεται και συντονίζεται κατά μεγάλο μέρος από εσωτερικούς κόσμους (αστρικό, νοητικό και πνευματικό), έτσι το φυσικό σώμα ενεργοποιείται και ελέγχεται κατά μεγάλο μέρος από λεπτότερα σώματα ή ενεργειακά πεδία, συμπεριλαμβανομένου ενός αστρικού σώματος-ομοιώματος και ενός νου ή ψυχής (βλ. Purucker, 1973).



Σύμφωνα με την άποψη αυτή, η φύση γενικά, και όλες οι οντότητες που την αποτελούν, σχηματίζονται και οργανώνονται κυρίως από μέσα προς τα έξω, από βαθύτερα επίπεδα της δομής τους. Αυτός ο εσωτερικός προσανατολισμός είναι κάποτε αυτόματος και παθητικός, κάνοντας να εμφανίζονται οι αυτόματες σωματικές λειτουργίες μας και η συνήθης και ενστικτώδης συμπεριφορά και τακτικά, οι νομιμοφανείς λειτουργίες της φύσης γενικά, και κάποτε είναι ενεργός και αυτοσυνείδητος, όπως στις σκόπιμες και βουλητικές πράξεις μας.

Ένα φυσικό σύστημα που υπόκειται σε τέτοιες λεπτότερες επιρροές δεν δέχεται τόσο επιδράσεις από έξω, όσο κατευθύνεται από μέσα. Εκτός του ότι επηρεάζουν τους εγκεφάλους και τα σώματά μας, οι διάνοιές μας φαίνεται επίσης ότι μπορούν να επηρεάσουν άλλες διάνοιες και σώματα και άλλα φυσικά αντικείμενα σε απόσταση, όπως φαίνεται στα παραφυσικά φαινόμενα.




Ήταν ο David Bohm και ένας απ’ τους υποστηρικτές του, ο John Bell απ’ το CERN, που έθεσαν το μεγαλύτερο μέρος του θεωρητικού υπόβαθρου για τα πειράματα ERP που πραγματοποιήθηκαν απ’ τον Alain Aspect το 1982 (το πρώτο πείραμα-σκέψης προτάθηκε απ’ τους Einstein, Podolsky, και Rosen το 1935).

Αυτά τα πειράματα έδειξαν ότι, αν δύο κβαντικά συστήματα αλληλεπιδράσουν και κατόπιν διαχωριστούν, η συμπεριφορά τους, συσχετίζεται με ένα τρόπο που δεν μπορεί να εξηγηθεί με όρους σημάτων που ταξιδεύουν ανάμεσά τους με την ταχύτητα του φωτός ή χαμηλότερη.* Αυτό το φαινόμενο είναι γνωστό ως μη-εντοπισμός και δέχεται δύο βασικές ερμηνείες: είτε συνεπάγεται άμεση, ακαριαία δράση από απόσταση, ή συνεπάγεται μεταβίβαση σημάτων ταχύτερη του φωτός.




* Τα πειραματικά αποτελέσματα δεν είναι τόσο σαφή όσο παρουσιάζονται προς τα έξω και εφαρμόζονται ρυθμίσεις με μεγάλη ασάφεια δεδομένων. Βλ. C.H. Thompson, ‘Behind the scenes at the EPR magic show’, εκδ. F. Selleri, ‘Open Questions in Relativistic Physics’, Montreal: Apeiron, 1998, σελ. 351-9; C.H. Thompson, ‘The tangled methods of quantum entanglement experiments’, http://users.aber.ac.uk/cat/Tangled/tangled.html. (ησημείωσηπροστέθηκεστονΝοέμβριοτου 2000).

Αν οι μη-τοπικοί συσχετισμοί είναι απόλυτα ακαριαίοι, θα ήταν ουσιαστικά μη αιτιατοί, αν δύο γεγονότα συμβαίνουν εντελώς ταυτόχρονα, «αιτία» και «αποτέλεσμα» θα ήταν δυσδιάκριτα, και δεν θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το ένα απ’ τα γεγονότα προκαλεί το άλλο μέσω μεταφοράς δύναμης ή ενέργειας, επειδή καμιά τέτοια μετάδοση δεν θα μπορούσε να γίνει απείρως γρήγορα. Γι’ αυτό δεν θα μπορούσε να υπάρξει αιτιατός μηχανισμός μετάδοσης που να εξηγείται, και οι όποιες έρευνες θα περιορίζονταν στις συνθήκες που επιτρέπουν να συμβαίνουν γεγονότα συσχέτισης σε διαφορετικά μέρη.

Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι το φως και άλλα είδη ηλεκτρομαγνητισμού θεωρήθηκαν επίσης κάποτε ότι διαδίδονταν ακαριαία, έως ότου τα δεδομένα της παρατήρησης απέδειξαν το διαφορετικό. Είναι αδύνατον να επιβεβαιωθεί η υπόθεση ότι, οι μη-τοπικές συνδέσεις είναι απόλυτα ακαριαίες, καθώς θα χρειάζονταν δύο τέλεια συγχρονισμένες μετρήσεις, οι οποίες θα απαιτούσαν άπειρη ακρίβεια. Παρ’ όλα αυτά, καθώς έδειξαν ο David Bohm και ο Basil Hiley (1993, σελ. 293-4, 347), αυτό θα μπορούσε να είναι πειραματικά πλαστογραφημένο.

Επειδή, αν οι μη-τοπικές συνδέσεις δεν διαδίδονται με άπειρες ταχύτητες, αλλά με την ταχύτητα του φωτός ή μεγαλύτερες μέσω ενός «κβαντικού αιθέρα» – ένα υποκβαντικό πεδίο όπου η σύγχρονη κβαντική θεωρία και η θεωρία της σχετικότητας θα κατέρρεαν – τότε οι συσχετίσεις που προβλέπονται απ’ την κβαντική θεωρία θα εξαφανίζονταν, αν οι μετρήσεις γίνονταν σε περιόδους μικρότερες απ’ αυτές που απαιτούνται για τη μετάδοση των κβαντικών συνδέσεων μεταξύ των σωματιδίων. Τέτοια πειράματα είναι πέρα απ’ τις δυνατότητες της παρούσας τεχνολογίας, αλλά ίσως να είναι δυνατά στο μέλλον. Αν υπάρχουν αλληλεπιδράσεις υπεράνω του φωτός, θα ήταν «μη-τοπικές» μόνο με τη λογική του μη-φυσικού.

Η μη-τοπικότητα έχει επικαλεστεί σαν εξήγηση για την τηλεπάθεια και τη διόραση, αν και μερικοί ερευνητές πιστεύουν ότι ίσως να περιλαμβάνει ένα βαθύτερο επίπεδο μη-τοπικότητας ή αυτό που ο Bohm ονομάζει «υπερ – μη-τοπικότητα» (ίσως όμοια με τον «μορφικό συντονισμό» («morphic resonance») του Sheldrake). 

Όπως ήδη έχει δειχθεί, αν η μη-τοπικότητα ερμηνεύεται ως ικανότητα ακαριαίας σύνδεσης, θα συνεπάγονταν ότι οι πληροφορίες θα «λαμβάνονταν» σε απόσταση, ακριβώς την ίδια στιγμή που γεννιούνται, δίχως να υφίστανται κάποιο είδος μετάδοσης. Κυρίως, κάποιος θα προσπαθούσε τότε να καταλάβει τις συνθήκες που επιτρέπουν την άμεση εμφάνιση της πληροφορίας.





Η εναλλακτική θέση είναι ότι η πληροφορία – που είναι βασικά ένας τύπος ενέργειας - χρειάζεται πάντα κάποιο χρόνο για να ταξιδέψει από την πηγή σε κάποιο άλλο τόπο, ότι η πληροφορία αποθηκεύεται σε κάποιο παραφυσικό επίπεδο και ότι, μπορούμε να έχουμε πρόσβαση σ’ αυτή την πληροφορία ή να ανταλλάξουμε πληροφορίες με άλλες διάνοιες, αν υπάρχουν οι απαραίτητες συνθήκες της «συμπαθητικού συντονισμού». Όπως και με το EPR, η υπόθεση ότι η τηλεπάθεια είναι απόλυτα ακαριαία είναι αναπόδεικτη, αλλά ίσως θα ήταν δυνατό να επινοήσουμε πειράματα που θα μπορούσαν να το ανασκευάσουν.

Επειδή, αν τα φαινόμενα ESP περιλαμβάνουν λεπτότερους τύπους ενέργειας που ταξιδεύει με πεπερασμένες αλλά κάτω του φωτός ταχύτητες διαμέσου υπερφυσικών σφαιρών, ίσως είναι δυνατόν να ανιχνεύσουμε μια καθυστέρηση μεταξύ της μετάδοσης και της λήψης και επίσης κάποια εξασθένιση της επίδρασης από πολύ μακρινές αποστάσεις, αν και ήδη αποτελεί στοιχείο ότι κάθε εξασθένιση πρέπει να δοκιμαστεί πολύ λιγότερο απ’ την ηλεκτρομαγνητική ενέργεια, η οποία υπόκειται στον νόμο του αντίστροφου-τετραγώνου.




Όσο για την πρόγνωση, την τρίτη κατηγορία του ESP, μια πιθανή εξήγηση είναι ότι, περιλαμβάνει άμεση, «μη-τοπική» πρόσβαση στο πραγματικό μέλλον. Εναλλακτικά, ίσως να περιλαμβάνει την διορατική αντίληψη ενός πιθανού μελλοντικού σεναρίου, που ξεκινάει να παίρνει μορφή με βάση τις τωρινές τάσεις και προθέσεις, σε συμφωνία με την παραδοσιακή ιδέα ότι τα επερχόμενα γεγονότα ρίχνουν τη σκιά τους πριν απ’ αυτά. Ο Bohm λέει ότι, τέτοια προσκίαση συμβαίνει «βαθιά στην ενυπάρχουσα τάξη» (Talbot, 1992, σελ. 212) – την οποία κάποιες μυστικιστικές παραδόσεις αποκαλούν αστρικές ή ακασικές σφαίρες.

Ψυχοκίνηση και ο αόρατος κόσμος: Η μικρο-ψυχοκίνηση περιλαμβάνει την επιρροή της συνείδησης στα ατομικά σωματίδια. Σε κάποια πειράματα μικρο-ψυχοκίνησης που διεξήχθησαν από τον Helmut Schmidt, ομάδες αντικειμένων μπορούσαν τυπικά να αλλάξουν τις πιθανότητες των κβαντικών γεγονότων από 50% σε 51% και μερικά άτομα κατάφεραν πάνω από 54% (Broughton, 1991, σελ. 177). Πειράματα στο εργαστήριο PEAR στο Πανεπιστήμιο του Princeton απέφεραν μικρότερες μετακινήσεις ενός δεκάκις χιλιοστού (Jahn & Dunne, 1987).




Μερικοί ερευνητές έχουν επικαλεστεί τη θεωρία της κατάρρευσης της κυματοσυνάρτησης εξαιτίας της συνείδησης, για να εξηγήσουν τέτοια αποτελέσματα. Υποστηρίζεται ότι, στην μικρο-ψυχοκίνηση, σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη, το παρατηρούμενο αντικείμενο βοηθάει να καθορίσουμε ποιο θα είναι το αποτέλεσμα της κατάρρευσης της κυματοσυνάρτησης, ίσως με κάποιο τύπο της πληροφοριακής διαδικασίας. (Broughton, 1991, σελ. 177-81).

Ο Eccles ακολουθεί παρόμοια προσέγγιση για να εξηγήσει πώς οι διάνοιές μας ενεργούν πάνω στους εγκεφάλους μας. Παρ’ όλα αυτά, η έννοια της κατάρρευσης της κυματοειδούς συνάρτησης δεν είναι απαραίτητη για να εξηγήσουμε την αλληλεπίδραση πνεύματος-ύλης. Θα μπορούσε ισοδύναμα να υιοθετήσουμε την άποψη ότι, τα υποατομικά σωματίδια πηγαινοέρχονται συνέχεια μέσα και έξω από την φυσική ύπαρξη και ότι, το αποτέλεσμα της διαδικασίας είναι μετατρέψιμο από τη βούλησή μας – μια φυσική δύναμη.

Η μικρο-ψυχοκίνηση περιλαμβάνει την κίνηση σταθερών, φυσιολογικά αμετακίνητων αντικειμένων με νοητική προσπάθεια. Σχετικά φαινόμενα περιλαμβάνουν την κίνηση poltergeist, τις υλοποιήσεις και αποϋλοποιήσεις, την τηλεμεταφορά και την αιώρηση. Αν και έχει συλλεχθεί απ’ τους ερευνητές εντυπωσιακός όγκος μαρτυριών τέτοιων φαινομένων τα τελευταία 150 χρόνια (Inglis, 1984, 1992· Milton, 1994), η μικρο-ψυχοκίνηση είναι ένα θέμα ταμπού και προκαλεί μικρό ενδιαφέρον, παρ’ όλο το δυναμικό του για να ανατρέψει το σύγχρονο υλιστικό παράδειγμα και να προκαλέσει επανάσταση στην επιστήμη – ή ίσως αυτή να είναι η αιτία.

Τέτοια φαινόμενα περιλαμβάνουν καθαρά πολλά περισσότερα από την μεταβολή της πιθανολογικής συμπεριφοράς των ατομικών σωματιδίων και αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν ένδειξη δυνάμεων, καταστάσεων της ύλης και μη-φυσικών ζώντων οντοτήτων, ακόμα άγνωστων στην επιστήμη. Μια ακόμα ένδειξη θα παρείχε διαβεβαίωση ότι αυτά τα πράγματα υπάρχουν· το ότι μέσα στην ενότητα της φύσης που περικλείει τα πάντα, υπάρχει ατέλειωτη ανομοιότητα.

Η πιθανή ύπαρξη λεπτότερων πεδίων που αλληλοδιαπερνούν το φυσικό πεδίο εν πάσει περιπτώσει ανοικτή σε έρευνα (βλ. Tiller, 1993) και αυτό είναι κάτι παραπάνω απ’ ό,τι μπορεί να ειπωθεί για τις υποθετικές πρόσθετες διαστάσεις που απαιτεί η θεωρία των υπερχορδών, οι οποίες λέγεται ότι περιπλέκονται σε μια περιοχή δισεκατομμυριοστού-τρισεκατομμυριοστού του τρισεκατομμυριοστού του εκατοστού και γι’ αυτό είναι εντελώς απλησίαστες ή των υποθετικών «συμπάντων-μωρών» και των «συμπάντων-φυσαλίδων» που απαιτούν κάποιοι κοσμολόγοι, τα οποία λέγεται ότι υπάρχουν σε κάποια εξίσου απροσπέλαστη «διάσταση».









Η υπόθεση των υπερφυσικών κόσμων δεν φαίνεται να ευνοείται από πολλούς ερευνητές. Ο Edgar Mitchell (1996), για παράδειγμα, πιστεύει ότι όλα τα φυσικά φαινόμενα περιλαμβάνουν μη-τοπικό συντονισμό ανάμεσα στον εγκέφαλο και το κβαντωμένο κενό και επακόλουθη πρόσβαση σε ολογραφικές, μη-τοπικές πληροφορίες. 

Κατά την άποψή του, αυτή η υπόθεση θα μπορούσε να εξηγήσει όχι μόνο την ψυχοκίνηση και το ESP, αλλά επίσης τις εξωσωματικές εμπειρίες και τις εμπειρίες κοντά στο θάνατο, τα οράματα και τα φαντάσματα και στοιχεία που παραθέτονται συνήθως υπέρ της μετενσάρκωσης της ψυχής.

Περαιτέρω πειραματικές μελέτες φαινομένων που σχετίζονται με τη συνείδηση, φυσικών και παραφυσικών, θα επέτρεπαν να δοκιμαστούν με πιθανότητες επιτυχίας τα υπέρ και τα κατά των διάφορων συγκρουόμενων θεωριών. Τέτοιες έρευνες θα μπορούσαν να βαθύνουν τη γνώση μας των λειτουργιών τόσο του κβαντικού κόσμου όσο και των διανοιών μας και της σχέσης ανάμεσά τους και να αποκαλύψουν αν το κβαντικό κενό είναι πραγματικά το κατώτερο σημείο της ύπαρξης ή αν υπάρχουν βαθύτεροι κόσμοι στη φύση που αναμένουν να εξερευνηθούν, από τον άνθρωπο


Διαβάστε περισσότερα... »

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Νους, Μορφογενετικά πεδία, Κβαντική φυσική...





Η σημερινή επιστήμη δεν μπορεί να βρει απάντηση στο πως η συνείδηση δημιουργείται από την ύλη. Μήπως αυτό οφείλεται στο ότι ψάχνει λάθος ερώτημα. Σήμερα ολοένα και αυξάνει η δημοτικότητα της θεωρίας πως η ύλη είναι αποτέλεσμα της συνείδησης και όχι το αντίστροφο! Τα πάντα που νομίζουμε πως "υπάρχουν" είναι εκφάνσεις των αισθήσεων μας. Με αυτή την έννοια το δέντρο που βλέπω να "υπάρχει" είναι κάτι που έχει δημιουργήσει ο εγκέφαλος μου αντιλαμβανόμενος και ερμηνεύοντας τα σήματα των αισθητηρίων οργάνων μου.


Ο "υπαρκτός" λοιπόν κόσμος αποτελεί αποτέλεσμα και όχι την αιτία. Από την άλλη η συνείδηση φαίνεται να είναι πολύ πιο θεμελιώδης στην ουσία της από την ύλη. Μπορείς να αμφισβητήσεις πως αυτό το post που βλέπεις υπάρχει (στην πιο απλή περίπτωση κάποιος που είναι τυφλός δεν το βλέπει), αλλά ποτέ δεν θα αμφισβητήσεις την ικανότητα ΟΛΩΝ των ανθρώπων να μιλάνε για το "εγώ" τους, σαν συνειδητά όντα. Με άλλα λόγια η συνείδηση έχει τα πρωτεία επί της ύλης και όχι το αντίστροφο.




πηγή

Η σύγχρονη επιστήμη (κυρίως η κβαντική φυσική) έχει αναδείξει το ρόλο του παρατηρητή στη διαμόρφωση της «πραγματικότητας». Ο παρατηρητής δεν είναι πλέον ένα άβουλο ον αλλά αυτός που ουσιαστικά αποφασίζει για το τι θα δει. Η συνείδηση από «αποτέλεσμα της ύλης» (κάτι που πίστευαν χωρίς αποδείξεις αλλά δογματικά οι οπαδοί του δόγματος του υλισμού) έχει μετατραπεί σε «πηγή της πραγματικότητας». 

Ακόμα και τα δομικά συστατικά της ύλης, τα άτομα, είναι πλέον κύματα πιθανοτήτων που λαμβάνουν υπόσταση ανάλογα με την αλληλεπίδραση τους με όντα με συνείδηση. Με αυτή την έννοια τα άτομα είναι περισσότερο κάτι σαν «ιδέες» παρά σαν «μπάλες» που κινούνται από εδώ και από εκεί [Science and the Near-Death Experience: How Consciousness Survives Death, Chris Carter].


Η μυστηριώδης κυματοσυνάρτηση παράγει ένα σύνολο πιθανοτήτων οι οποίες όλες υφίστανται ταυτόχρονα (κβαντομηχανική επαλληλία / υπέρθεση καταστάσεων). Και μόνο όταν υπάρξει αλληλεπίδραση με ένα ον με συνείδηση, η εν λόγω κυματοσυνάρτηση καταρρέει σε μία πραγματικότητα. (για παράδειγμα στο πείραμα της διπλής σχισμής, καμία αλληλεπίδραση με το βαρυτικό πεδίο, με ηλεκτρομαγνητικά πεδία ή με τα σωματίδια των ανιχνευτών δεν προκαλεί κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης - μόνο όταν υπάρξει παρατήρηση από άνθρωπο έχουμε αυτή την κατάρρευση)

Σε πείραμα που έγινε (Schmidt, 1976), το αποτέλεσμα μιας γεννήτριας τυχαίων αριθμών καταγράφηκε σε δύο κασέτες ήχου. Ανάλογα με το (τυχαίο) αποτέλεσμα καταγράφεται ένα κλικ στο δεξιό ή το αριστερό κανάλι ήχου. Η μία κασέτα φυλάσσεται σε χρηματοκιβώτιο. Την άλλη τη βάζουν να την ακούσει κάποιος με τον στόχο να επηρεάσει με τη θέληση του το αποτέλεσμα. 


Ενώ κανονικά η κασέτα πρέπει να έχει καταγράψει ίδιο αριθμό δεξιών και αριστερών κλικ, αυτός που την ακούει θέλει να επηρεάσει με τη σκέψη του το αποτέλεσμα. Σκέφτεται ότι θέλει περισσότερα κλικ στο δεξί αυτί. Και το πετυχαίνει, με ένα στατιστικά σημαντικό τρόπο! Και το πιο σημαντικό: ΑΦΟΥ ακούστηκε η πρώτη κασέτα και "επηρεάστηκε" με τον τρόπο που προανέφερα ΚΑΙ η κασέτα που είχαν κλεισμένη στο χρηματοκιβώτιο είχε τον ίδιο αριθμό περισσότερων δεξιών κλικ! (δες το κομμάτι "PK Effects with Pre-Recorded Random Events" στο http://www.fourmilab.ch/rpkp/strange.html)

Παρομοίως κάτι τέτοιο παρατηρούμε και στο Quantum Zeno effect (Κβαντικό Φαινόμενο Ζήνωνα):
Όταν κάποιος παρατηρεί συνεχώς ένα ασταθές σωματίδιο που κανονικά διασπάται, τότε αυτό ΔΕΝ διασπάται για όσο το παρατηρεί κάποιος! [πηγή] Και μην ξεχνάμε και το πείραμα καθυστερημένης επιλογής του Wheeler, στο οποίο η συνειδητή επιλογή μας να παρατηρήσουμε κάτι επηρεάζει την πραγματικότητα που σχετίζεται με αυτό το κάτι, ακόμα και το παρελθόν του! [πηγή]

Εμείς επηρεάζουμε την πραγματικότητα! Αποδεδειγμένα!


Σύγχρονες θεωρίες περί μορφογενετικών πεδίων (morphogenetic fields) [βλ. Sheldrake] αναφέρουν επίσης πως ο άνθρωπος μπορεί να επηρεάζει με τη βούληση του πεδία που διατρέχουν το χώρο και σαν αποτέλεσμα να επηρεάζει με το νου του την ύλη (κάνοντας έτσι τις συνάψεις των νευρώνων να ανοιγοκλείνουν όποτε εμείς το θέλουμε), να επηρεάζει άλλους από απόσταση (ζώα αναφέρονται να μαθαίνουν το ίδιο «κόλπο» όταν κάποιο άλλο παρόμοιο ζώο το μαθαίνει χιλιάδες μίλια μακριά), να έχει επιθανάτιες εμπειρίες (Near-Death experiences) [Science and the Near-Death Experience: How Consciousness Survives Death, Chris Carter], να διατηρεί τη μνήμη του σαν άνθρωπος σε έναν εγκέφαλο που δεν φαίνεται να έχει κάπου ένα συγκεκριμένο μέρος που φυλάσσει τις μνήμες [βλ. Francis Crick, "Μνήμη - Από τον νου στα μόρια" των Larry R. Squire και Eric R. Kandel], να αποκτά διαφορετικά όργανα από κύτταρα που όλα διαθέτουν παντού το ίδιο DNA, να παραμένει ο «ίδιος» ακόμα και μετά από πλήρη αμνησία, κλπ.





Δεν υπάρχει συγκεκριμένο μέρος όπου αποθηκεύονται οι μνήμες... ["Μνήμη - Από τον νου στα μόρια"]

Αν η μνήμη αποθηκεύεται στον εγκέφαλο, τότε πρέπει τα κύτταρα του εγκεφάλου και η δομή τους να παραμένει ίδια για χρόνια. Και ξέρουμε ότι αυτό ΔΕΝ γίνεται 

[Francis Crick, 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8].


Πολλές έρευνες έχουν γίνει σε ζώα που τους έχουν αφαιρεθεί έως και το 60% του εγκεφάλου και αυτά συνεχίζουν να θυμούνται αυτά που έχουν μάθει [Boycott, "Learning in the Octopus", p.44]. Όταν αφαιρείται η περιοχή του εγκεφάλου που "βλέπουμε" τώρα πως λειτουργεί πιο έντονα όταν θυμόμαστε κάτι, κάποιο άλλο σημείο του εγκεφάλου παίρνει το ρόλο αυτό. 


Σε κοτόπουλα που έμαθαν συγκεκριμένα "κόλπα" αφαίρεσαν χειρουργικά τα κομμάτια του εγκεφάλου τα οποία είχαν δει (με ραδιενεργές ουσίες που είχαν εγχύσει) πως αποτέλεσαν το μέρος αποθήκευσης αυτών των μνημών και όμως στη συνέχεια τα ζώα μπορούσαν και πάλι να κάνουν αυτό που είχαν μάθει [Sheldrake, The presence of the past, p.165]. 


Και το πιο απλό: ΚΑΘΕ μέρα τα κύτταρα του εγκεφάλου σου αλλάζουν. 



Εσύ μένεις ο ίδιος. Πως γίνεται αυτό, αν όλο μας το Είναι βασίζεται στην ύλη; 

Αν η περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με τη μάθηση καταστραφεί, τότε ο εγκέφαλος τη δημιουργεί ξανά σε άλλο σημείο! [πηγή] Πως μπορεί να ερμηνευτεί πιο εύκολα αυτό αν όχι με την ύπαρξη ενός άυλου ΕΚΤΟΣ του εγκεφάλου "κάτι" που καθορίζει τα της υλικής υπόστασης του νου;





Όλες οι σύγχρονες επιστημονικές παρατηρήσεις είναι περισσότερο συμβατές με την άποψη που θέλει τον εγκέφαλο να είναι ένα μέσο μετάδοσης ή/και εκδήλωσης της συνείδησης (και δη ένα μέσο που περιορίζει την εκδήλωση της συνείδησης σε μεγάλο βαθμό) παρά με την άποψη που θέλει τον εγκέφαλο να είναι η μηχανή "παραγωγής" της συνείδησης.

Και περιττό να πούμε ότι η λειτουργία του εγκεφάλου σαν ΦΙΛΤΡΟ (που περιορίζει τη δυνατότητα μας να δούμε ολοκληρωμένα την πραγματικότητα) είναι μια θεωρία που εξηγεί καλύτερα από κάθε άλλη τις Μεταθανάτιες Εμπειρίες (Near Death Experiences - NDE) και τα άλλα παραψυχολογικά φαινόμενα που η σύγχρονη επιστήμη δεν θέλει να ερευνήσει (δεν θέλω να ψάξω στο υπόγειο, γιατί φοβάμαι τι μπορεί να βρω εκεί)...


Σύμφωνα μάλιστα με τον Schiller "η ύλη είναι μια εκπληκτική υπολογιστική μηχανή που ρυθμίζει και περιορίζει τη συνείδηση την οποία περιέχει" ("matter is admirably calculated machinery for regulating, limiting and restraining the consciousness which it encases"), ενώ σύμφωνα με τον Bergson "ο εγκέφαλος κατευθύνει και περιορίζει το μυαλό" ("the brain canalizes and limits the mind")... [Science and the Near-Death Experience: How Consciousness Survives Death, Chris Carter] [9, 10]

Πειράματα γνωστών επιστημόνων και πανεπιστημίων έχουν δείξει ότι η συνείδηση δεν μπορεί να ταυτίζεται με τη λειτουργία του εγκεφάλου. (βλ. Μη-τοπική συνείδηση. Όντας Θεός.) Περιπτώσεις ανθρώπων που βλέπουν πράγματα χιλιάδες μίλια μακριά ή που επηρεάζουν ανθρώπους ή πράγματα με τα οποία δεν είναι σε επαφή δείχνουν ότι είμαστε κάτι περισσότερο από αυτό που φαίνεται.


 

Ο νους δεν είναι ο δούλος της ύλης, αλλά ο αφέντης της. Και φαίνεται πως η σύγχρονη επιστήμη θα αλλάξει σύντομα Παράδειγμα (paradigm shift - βλ. εδώ) και θα κινηθεί προς πιο ολιστικές μορφές σκέψης (βλ.Νοητικές Επιστήμες). Ένα ηλεκτρόνιο είναι ένα ηλεκτρόνιο. 



Πολλά ηλεκτρόνια είναι πολλά ηλεκτρόνια. Πως κάποιοι επιστήμονες καταφέρανε και έπεισαν τους εαυτούς τους πως αυτά τα σωματίδια θα μπορούσαν να είναι κάτι παραπάνω από αυτό που είναι; Γιατί δεν πιστέψανε αυτό που αισθάνονται, αλλά αφέθηκαν σε ανούσια τεχνητά υλιστικά δόγματα;


Από αρχαιοτάτων χρόνων αναζητούσαμε την ψυχή μας. Και όπως έλεγε και ο πολύς Blaise Pascal, «Δεν θα με αναζητούσες, αν δεν με είχες ήδη βρει»…

Σχετικά άρθρα
Human Consciousness and the end of Materialism
Άρθρα σχετικά με τον "εγκέφαλο"
Άρθρα σχετικά με το "νου"
Άρθρα σχετικά με τη "συνείδηση"
Μνήμη; ΟΧΙ στον εγκέφαλο πάντως…
Άρθρα σχετικά με NDE
Μη-τοπική συνείδηση. Όντας Θεός.


Μελέτες μεταθανάτιων εμπειριών (NDE studies): 1, 2, 3, 4, 5


Διαβάστε περισσότερα... »

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Μνήμη και κβαντική φυσική (με βιβλιογραφία - links)


Επιμέλεια - έρευνα: Δρ Δημήτρης Περδετζόγλου

Πριν μερικές δεκαετίες ο Νίκος Καζαντζάκης, σύμφωνα με τη βιοφιλοσοφία του, έλεγε: “Εμείς οι άνθρωποι είμαστε κάποιες παράξενες κι αλλόκοτες μηχανές, που τις τροφοδοτείς με ψωμί, κρασί, ψάρι, χόρτα και σου παράγουν αναστεναγμούς, γέλιο και όνειρα”. 

Με κέντρο την αντίληψη αυτή έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια μία σειρά από επιστημονικούς τομείς, που ασχολούνται κυρίως με τον εγκέφαλο, προσεγγίζοντάς τον είτε σαν μοντέλο, είτε σαν πεδίο μελέτης. 

Οι εξελίξεις στην Πληροφορική, στην Γενετική και στην Ιατρική εισάγουν συνεχώς νέα δεδομένα στην ερευνητική προσπάθεια των επιστημόνων παγκοσμίως, αφού ο μοναδικός τρόπος για τη μετατροπή αυτών των δεδομένων σε γνώση είναι διαμέσου της αυξανόμενης χρήσης συστημάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών και ειδικότερα των εφαρμογών πληροφορικής στις βιολογικές επιστήμες.

Θεωρητικοί φυσικοί
έχουν υποστηρίξει ότι η λειτουργία μακρομοριακών συστημάτων, όπως οι πρωτεΐνες, σχετίζονται άμεσα με τις κβαντικές διαδικασίες.

Η μάθηση και η μνήμη
παρουσιάζονται ως διαφοροποιήσεις της αντίδρασης ενός λειτουργικού εγκεφαλικού συστήματος σε περιβαλλοντικά και εσωτερικά ερεθίσματα.

Ενώ είναι γενικά παραδεκτό ότι οι αλλαγές
στη βιοχημική κατάσταση των νευρώνων και ιδιαίτερα των συνάψεων, μεσολαβούν στην εγγραφή μνήμης και στην τροποποίηση της λειτουργίας του εγκεφάλου που ακολουθεί, και παρ’ όλο που υπάρχει ικανοποιητική κατανόηση των διαφόρων τρόπων επικοινωνίας μεταξύ των νευρώνων, δεν υπάρχει ακόμη πλήρης κατανόηση του τρόπου με τον οποίο αντιδράσεις σε μοριακό επίπεδο επηρεάζουν ολόκληρη αυτή τη διαδικασία.

Μία μεγάλη πρόκληση της επιστήμης της νευροβιολογίας,
μετά από πειραματικές μελέτες, είναι η εξήγηση της ταυτόχρονης ενεργοποίησης και συνεργασίας νευρώνων από απομακρυσμένα σημεία του εγκεφάλου, στην αίσθηση ολοκληρωμένης μνήμης.

Είναι δύσκολο να εξηγηθεί
η τεράστια χωρητικότητα και η ταχύτητα της ανθρώπινης μνήμης, μόνο με την ανταλλαγή των νευροδιαβιβαστών μεταξύ 1010 νευρώνων και των 1014 συνάψεών τους.

Στη γλώσσα της κβαντοφυσικής,
ένα σωματίδιο μπορεί να βρίσκεται
σε κατάσταση “επαλληλίας”. Αυτό σημαίνει ότι, αν δεν παρατηρηθεί, μπορεί να βρίσκεται σε δύο ή περισσότερα μέρη ταυτόχρονα.

Ο άνθρωπος βέβαια αισθάνεται δυσκολία με τις περίεργες απόψεις της κβαντοφυσικής - όπως οι 26 διαστάσεις της θεωρίας των υπερχορδών – γιατί δεν χρειαζόταν να κατανοεί έννοιες όπως η επαλληλία καταστάσεων ή να σκέπτεται σε παραπάνω από τις τέσσερεις διαστάσεις, τρεις του χώρου και μία του χρόνου.

Πολλές φορές όμως η φύση των πραγμάτων το απαιτεί! Αυτό ισχύει όταν μελετούμε ατομικά ή υποατομικά φαινόμενα και από ό,τι φαίνεται πλέον και φαινόμενα του εγκεφάλου! Μην ξεχνάμε ότι και ο εγκέφαλος είναι ένα φυσικό σύστημα και ότι όλοι οι βασικοί νόμοι είναι συμπαντικής εμβέλειας.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι οι μικροσωληνίσκοι (σκελετικά συστατικά των κυττάρων) και ακόμη και ολόκληροι νευρώνες μπορούν να συμπεριφέρονται κβαντικά, να μπαίνουν σε κατάσταση επαλληλίας.

Με βάση την κβαντική θεωρία πεδίου οι επιστήμονες μελέτησαν την πρωτεΐνη τουμπουλίνη και διαπίστωσαν ότι η ηλεκτρική διπολική ροπή αυτής της πρωτεΐνης, κάτω από ορισμένες συνθήκες εντός ενός ζωντανού κυττάρου, μπορεί να βρίσκεται σε επαλληλία δύο καταστάσεων και έτσι να δημιουργείται ένα κβαντικό μπιτ (qbit), το οποίο μπορεί και βρίσκεται σε άπειρες άλλες καταστάσεις μεταξύ των δύο, “0” και “1”, στις οποίες μπορούν να βρίσκονται τα κλασσικά μπιτ των ηλεκτρονικών υπολογιστών, σύμφωνα με το δυαδικό σύστημα.

Έτσι εξηγείται η φύση της ολοκληρωμένης ανθρώπινης μνήμης.Οι νευρώνες που διαθέτουν πληροφορίες που ανήκουν στην ίδια μνήμη, π.χ. χρώμα της φωνής ενός γνωστού μας ανθρώπου, δεν χρειάζεται να ενεργοποιηθούν εξατομικευμένα και η ενεργοποίηση αυτή να μεταφερθεί με τους αργοκίνητους νευροδιαβιβαστές, αλλά φτάνει να λάβει το σήμα ένας και οι νευρώνες που βρίσκονται σε επαλληλία με αυτόν ενεργοποιούνται ταυτόχρονα!

Η κβαντική θεωρία του εγκεφάλου δεν έρχεται σε αντίθεση με τις ανακαλύψεις της νευροβιολογίας. Απλά δίνει στους νευρώνες τη δυνατότητα μίας ταχύτατης επικοινωνίας, ώστε να λειτουργούν ταυτόχρονα διαφορετικά μέρη του εγκεφάλου, όπως παρατηρείται στα πειράματα FMRI (FanctionalMagneticResonanceImaging) και PET (PositronEmissionTomografy).

Ο Penrose επιχείρησε να δείξει ότι η προσπάθεια εξομοίωσης του εγκεφάλου με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, δεν θα μπορέσει να δημιουργήσει μηχανές με πραγματική συνείδηση! Κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι η συνείδηση είναι μία εκδήλωση της κβαντικής φύσης του εγκεφάλου, συνδέοντάς την με τους μικροσωληνίσκους των εγκεφαλικών νευρώνων!

Μία θεωρία περί της συνειδητότητας δεν πρέπει να είναι απλά μία θεωρία για το πώς ο εγκέφαλος δημιουργεί ολοκληρωμένες και ενοποιημένες διανοητικές παραστάσεις, αν και η παραγωγή ολοκληρωμένων και ενοποιημένων νοητικών παραστάσεων είναι μια σημαντική όψη της συνειδητότητας, ειδικά στα υψηλότερα πεδία της.

Σταμάτης Τσαχάλης



Το θέμα της μνήμης και ιδιαίτερα της έδρας της μνήμης, είναι λίαν εν-δια-φέρον και με εκπληκτικές προεκτάσεις. Και δια τούτο θα επανέλθουμε. Επι του παρόντος παραθέτουμε ένα μικρό μέρος απο την σχετική βιβλιογραφία - αρθρογραφία.


ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ, ΕΔΩ:
Διαβάστε περισσότερα... »