«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΩΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΩΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Ώρα αρχαίας Ελλάδος



Η πόλη διέθετε το δημόσιο ρολόι της.

Ηταν ένα μεγάλο μαρμάρινο κωνικό ηλιακό ρολόι που βρίσκεται ακόμη στη θέση του, στη βάση του νότιου τείχους της Ακρόπολης, κάτω από τον Παρθενώνα. Είναι ορατό από την καφετέρια του Μουσείου της Ακρόπολης. 

Πολλοί βλέπουν προς τα εκεί, αλλά λίγοι το αναγνωρίζουν. Είναι επάνω από το θέατρο του Διονύσου, δεξιά από τους κίονες του Χορηγικού Μνημείου του Θρασύλλου.

Ηλιακά ρολόγια σε δημόσιους χώρους διέθεταν οι ελληνικές πόλεις της αρχαιότητας.

Από εκείνο το σημείο ακριβώς περνάει ο Αρχαίος Περίπατος, ένας δρόμος ήπιας κυκλοφορίας,
όπως θα λέγαμε σήμερα, γύρω από το βράχο της Ακρόπολης. Αρα, θα το έβλεπαν από κοντά οι διερχόμενοι από εκεί, μας είπε ο αναστηλωτής του Χορηγικού Μνημείου του Θρασύλλλου, αρχιτέκτων Κωνσταντίνος Μπολέτης, επισημαίνοντάς μας πως το ρολόι αυτό είναι επιστημονικά αδημοσίευτο, συνεπώς δεν είναι επακριβώς χρονολογημένο. Υπολογίζει πως έχει πλάτος περίπου 1 μέτρο και ανάλογο θα ήταν και το ύψος του (δεν σώζεται ολόκληρο).

Στην εποχή της λειτουργίας του, πριν από 2.000 χρόνια, θα ήταν ένα τοπόσημο για την Αθήνα καθώς είναι το μεγαλύτερο από όλα όσα έχουν βρεθεί ώς τώρα στην ίδια περιοχή. Και έχουν βρεθεί πολλά μικρά που σώζονται όμως αποσπασματικά, όπως μας είπε η αρχαιολόγος Σταματία Ελευθεράτου, υπεύθυνη για την ανασκαφή στα θεμέλια του νέου Μουσείου της Ακρόπολης.

Από το θέατρο του Διονύσου προέρχεται και ένα ακόμη μαρμάρινο ηλιακό ρολόι.
Αυτό δεν βρίσκεται στη θέση του. Μπορεί όμως να το δει κανείς πίνοντας τον καφέ του στο αίθριο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Το ρολόι αυτό (ύψους 0,50 μ. και πλάτους 0,40 μ.) έχει σχήμα καθίσματος με δύο πόδια λιονταριού στη βάση. 

Στην κοίλη επιφάνειά του είναι χαραγμένες δώδεκα γραμμές που αντιστοιχούν στις ώρες. Στο μέσον της άνω επιφάνειας υπάρχει οπή για την τοποθέτηση του μετάλλινου δείκτη, από τη σκιά του οποίου «διάβαζες» την ώρα.

Πέρυσι, βρέθηκε στο Πολύχρονο Χαλκιδικής
ένα από τα λίγα άθικτα ηλιακά ρολόγια των ελληνορωμαϊκών χρόνων. Εντοπίστηκε σε κτίριο της ύστερης αρχαιότητας από την αρχαιολόγο Μπετίνα Τσιγαρίδα. 

Το ρολόι της Χαλκιδικής, εκτός από τις γραμμές που δείχνουν το δωδεκάωρο, φέρει κι άλλες τρεις εγχάρακτες γραμμές κάθετες στις πρώτες, που αντιστοιχούν στο χειμερινό ηλιοστάσιο, την ισημερία και το θερινό ηλιοστάσιο. Ο χάλκινος γνώμονας, που ρίχνει τη σκιά του δείχνοντας την ώρα, είναι στερεωμένος στη μέση της ημισφαιρικής επιφάνειας. 

Η σκιά του ρολογιού δεν διαφέρει σε μήκος από ώρα σε ώρα. Αλλάζει όμως μήκος ανάλογα με την εποχή του χρόνου. Το μικρότερο μήκος παρατηρείται κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο και σταδιακά μεγαλώνει οδεύοντας προς το θερινό ηλιοστάσιο.

Το πιο σημαντικό ρολόι της πόλης των Αθηνών θα πρέπει ωστόσο να ήταν
«Το Ωρολόγιον του Κυρρήστου», οι γνωστοί μας «Αέρηδες», στο χώρο της Ρωμαϊκής Αγοράς στην Πλάκα. Το οκταγωνικό αυτό μαρμάρινο κτήριο που κτίστηκε τον 1ο αι. π.Χ., από τον Ελληνα αστρονόμο Ανδρόνικο από την Κύρρο της Μακεδονίας (εξ ου και Κύρρηστος), φέρει στις μετόπες του ανάγλυφους τους οκτώ κύριους ανέμους (γι' αυτό επικράτησε η ονομασία Αέρηδες). 

Κάτω από κάθε ανάγλυφη προσωποποίηση ανέμου, εγχάρακτες ακτίνες σε διάφορους σχηματισμούς αποτελούσαν ηλιακά ρολόγια. Τις ανήλιαγες ημέρες η ώρα υπολογιζόταν από το υδραυλικό ρολόι που λειτουργούσε στο εσωτερικό του κτιρίου.

Κατά τη μεσαιωνική βυζαντινή περίοδο, τα ρολόγια φαίνεται πως ήταν ελάχιστα στην Ελλάδα
σε σχέση με αυτά της Αγγλίας. Στη μελέτη της, «Ηλιακά ρολόγια στη Βυζαντινή Ελλάδα: Ανάλημμα ή ανάθεμα;» η Mary Lee Coulson αναφέρει ότι έχουν καταγραφεί 285 μεσαιωνικά ρολόγια στην Αγγλία, χώρα που δεν φημίζεται για την ηλιοφάνειά της, ενώ στην Ελλάδα ο Αναστάσιος Ορλάνδος στις αρχές του 20ού αιώνα μπόρεσε να καταγράψει μόνο επτά: δύο στον ναό Μεταμόρφωσης της Αμφισσας και από ένα στους ναούς: Παναγίας Σκρίπου, Αγίου Λαυρεντίου στο Πήλιο, Παναγίας (Ζωοδόχου Πηγής) του Κιθαιρώνα, Κοιμήσεως της Θεοτόκου στον Μέρμπακα (στο Μουσείο των Θηβών) και στη Μυσία της Μικράς Ασίας. 

Στον κατάλογο αυτό πρέπει να προστεθούν τα ρολόγια στον ναό της Θεοτόκου της Μονής του Οσίου Λουκά, στον ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στον Χώνικα, στον ναό των Βλαχερνών της Ηλείας και ένα που βρέθηκε στην αρχαία Αγορά των Αθηνών.

Πριν από την Επανάσταση του 1821 και κατά τα χρόνια του Οθωνα,
οι Αθηναίοι μάθαιναν την ώρα από το ρολόι που χάρισε στην πόλη των Αθηνών ο λόρδος Ελγιν ως αντίδωρο για τα Γλυπτά που έκλεψε από τον Παρθενώνα. Το ρολόι αυτό τοποθετήθηκε σε πύργο στην Αγορά του 1814, στην περιοχή της Βιβλιοθήκης Αδριανού και, όταν το '21 καταστράφηκε, αντικαταστάθηκε από άλλο στην ίδια θέση, του Λουδοβίκου της Βαυαρίας.

Το νόστιμο είναι πως και στα νεότερα χρόνια, συγκεκριμένα το 1916,
οι Αθηναίοι μάθαιναν πως ήρθε το μεσημέρι από μια σφαίρα σαν μπαλόνι που υψωνόταν από το Αστεροσκοπείο στον ουρανό. 

Την πληροφορία την μαθαίνουμε από έγγραφα τα οποία αναφέρονται στα παράπονα κάποιων Αθηναίων που δεν είχαν ορατότητα στο Αστεροσκοπείο από την κατοικία τους, γιατί παρεμβαλλόταν ο βράχος της Ακρόπολης. 

Ως εκ τούτου, ζήτησαν από τις αρχές την ώρα του μεσημεριού να υψώνεται σημαία άσπρη και κόκκινη από την Ακρόπολη. Στον Πειραιά, το μεσουράνημα του Ηλιου γινόταν γνωστό ως την 28η Οκτωβρίου 1940 με μια άσφαιρη κανονιά από το Παλατάκι.

Ν. ΚΟΝΤΡΑΡΟΥ-ΡΑΣΣΙΑ (enet.gr)
http://revealedtheninthwave.blogspot.gr/


Διαβάστε περισσότερα... »

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Ώρα αρχαίας Ελλάδος



Ο χρόνος δεν ήταν αμελητέος, παρά τη θρυλούμενη ως ράθυμη ζωή των πολιτών στην αρχαία Αθήνα. Μπορεί να μη διέθεταν ρολόγια στα χέρια αλλά ήθελαν να ξέρουν, όταν έκαναν τον περίπατό τους γύρω από την Ακρόπολη, αν ήταν ώρα για να πεταχτούν στην Αγορά ή να πάνε σπίτι για τη μεσημεριανή σιέστα.

Η πόλη διέθετε το δημόσιο ρολόι της. Ήταν ένα μεγάλο μαρμάρινο κωνικό ηλιακό ρολόι που βρίσκεται ακόμη στη θέση του,
στη βάση του νότιου τείχους της Ακρόπολης, κάτω από τον Παρθενώνα. Είναι ορατό από την καφετέρια του Μουσείου της Ακρόπολης. Πολλοί βλέπουν προς τα εκεί, αλλά λίγοι το αναγνωρίζουν. Είναι επάνω από το θέατρο του Διονύσου, δεξιά από τους κίονες του Χορηγικού Μνημείου του Θρασύλλου.

Από εκείνο το σημείο ακριβώς περνάει ο Αρχαίος Περίπατος,
ένας δρόμος ήπιας κυκλοφορίας όπως θα λέγαμε σήμερα, γύρω από το βράχο της Ακρόπολης. Άρα, θα το έβλεπαν από κοντά οι διερχόμενοι από εκεί, μας είπε ο αναστηλωτής του Χορηγικού Μνημείου του Θρασύλλλου, αρχιτέκτων Κωνσταντίνος Μπολέτης, επισημαίνοντάς μας πως το ρολόι αυτό είναι επιστημονικά αδημοσίευτο, συνεπώς δεν είναι επακριβώς χρονολογημένο. 

Υπολογίζει πως έχει πλάτος περίπου 1 μέτρο και ανάλογο θα ήταν και το ύψος του (δεν σώζεται ολόκληρο). Στην εποχή της λειτουργίας του, πριν από 2.000 χρόνια, θα ήταν ένα τοπόσημο για την Αθήνα καθώς είναι το μεγαλύτερο από όλα όσα έχουν βρεθεί ώς τώρα στην ίδια περιοχή. Και έχουν βρεθεί πολλά μικρά που σώζονται όμως αποσπασματικά, όπως μας είπε η αρχαιολόγος Σταματία Ελευθεράτου, υπεύθυνη για την ανασκαφή στα θεμέλια του νέου Μουσείου της Ακρόπολης.

Από το θέατρο του Διονύσου προέρχεται και ένα ακόμη μαρμάρινο ηλιακό ρολόι. Αυτό δεν βρίσκεται στη θέση του. Μπορεί όμως να το δει κανείς πίνοντας τον καφέ του στο αίθριο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Το ρολόι αυτό (ύψους 0,50 μ. και πλάτους 0,40 μ.) έχει σχήμα καθίσματος με δύο πόδια λιονταριού στη βάση. Στην κοίλη επιφάνειά του είναι χαραγμένες δώδεκα γραμμές που αντιστοιχούν στις ώρες. Στο μέσον της άνω επιφάνειας υπάρχει οπή για την τοποθέτηση του μετάλλινου δείκτη, από τη σκιά του οποίου «διάβαζες» την ώρα.


Πέρυσι, βρέθηκε στο Πολύχρονο Χαλκιδικής ένα από τα λίγα άθικτα ηλιακά ρολόγια των ελληνορωμαϊκών χρόνων. Εντοπίστηκε σε κτίριο της ύστερης αρχαιότητας από την αρχαιολόγο Μπετίνα Τσιγαρίδα. Το ρολόι της Χαλκιδικής, εκτός από τις γραμμές που δείχνουν το δωδεκάωρο, φέρει κι άλλες τρεις εγχάρακτες γραμμές κάθετες στις πρώτες, που αντιστοιχούν στο χειμερινό ηλιοστάσιο, την ισημερία και το θερινό ηλιοστάσιο. 

Ο χάλκινος γνώμονας, που ρίχνει τη σκιά του δείχνοντας την ώρα, είναι στερεωμένος στη μέση της ημισφαιρικής επιφάνειας. Η σκιά του ρολογιού δεν διαφέρει σε μήκος από ώρα σε ώρα. Αλλάζει όμως μήκος ανάλογα με την εποχή του χρόνου. Το μικρότερο μήκος παρατηρείται κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο και σταδιακά μεγαλώνει οδεύοντας προς το θερινό ηλιοστάσιο.

Το πιο σημαντικό ρολόι της πόλης των Αθηνών θα πρέπει ωστόσο να ήταν «Το Ωρολόγιον του Κυρρήστου», οι γνωστοί μας «Αέρηδες», στο χώρο της Ρωμαϊκής Αγοράς στην Πλάκα. Το οκταγωνικό αυτό μαρμάρινο κτήριο που κτίστηκε τον 1ο αι. π.Χ., από τον Έλληνα αστρονόμο Ανδρόνικο από την Κύρρο της Μακεδονίας (εξ ου και Κύρρηστος), φέρει στις μετόπες του ανάγλυφους τους οκτώ κύριους ανέμους (γι’ αυτό επικράτησε η ονομασία Αέρηδες). 

Κάτω από κάθε ανάγλυφη προσωποποίηση ανέμου, εγχάρακτες ακτίνες σε διάφορους σχηματισμούς αποτελούσαν ηλιακά ρολόγια. Τις ανήλιαγες ημέρες η ώρα υπολογιζόταν από το υδραυλικό ρολόι που λειτουργούσε στο εσωτερικό του κτιρίου.

Κατά τη μεσαιωνική βυζαντινή περίοδο, τα ρολόγια φαίνεται πως ήταν ελάχιστα στην Ελλάδα σε σχέση με αυτά της Αγγλίας. Στη μελέτη της,
«Ηλιακά ρολόγια στη Βυζαντινή Ελλάδα: Ανάλημμα ή ανάθεμα;» η Mary Lee Coulson αναφέρει ότι έχουν καταγραφεί 285 μεσαιωνικά ρολόγια στην Αγγλία, χώρα που δεν φημίζεται για την ηλιοφάνειά της, ενώ στην Ελλάδα ο Αναστάσιος Ορλάνδος στις αρχές του 20ού αιώνα μπόρεσε να καταγράψει μόνο επτά: δύο στον ναό Μεταμόρφωσης της Άμφισσας και από ένα στους ναούς: Παναγίας Σκρίπου, Αγίου Λαυρεντίου στο Πήλιο, Παναγίας (Ζωοδόχου Πηγής) του Κιθαιρώνα, Κοιμήσεως της Θεοτόκου στον Μέρμπακα (στο Μουσείο των Θηβών) και στη Μυσία της Μικράς Ασίας. 

Στον κατάλογο αυτό πρέπει να προστεθούν τα ρολόγια στον ναό της Θεοτόκου της Μονής του Οσίου Λουκά, στον ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στον Χώνικα, στον ναό των Βλαχερνών της Ηλείας και ένα που βρέθηκε στην αρχαία Αγορά των Αθηνών.
Πριν από την Επανάσταση του 1821 και κατά τα χρόνια του Όθωνα, οι Αθηναίοι μάθαιναν την ώρα από το ρολόι που χάρισε στην πόλη των Αθηνών ο λόρδος Έλγιν ως αντίδωρο για τα Γλυπτά που έκλεψε από τον Παρθενώνα. Το ρολόι αυτό τοποθετήθηκε σε πύργο στην Αγορά του 1814, στην περιοχή της Βιβλιοθήκης Αδριανού και, όταν το ’21 καταστράφηκε, αντικαταστάθηκε από άλλο στην ίδια θέση, του Λουδοβίκου της Βαυαρίας.

Το νόστιμο είναι πως και στα νεότερα χρόνια, συγκεκριμένα το 1916, οι Αθηναίοι μάθαιναν πως ήρθε το μεσημέρι,
από μια σφαίρα σαν μπαλόνι που υψωνόταν από το Αστεροσκοπείο στον ουρανό. Την πληροφορία την μαθαίνουμε από έγγραφα τα οποία αναφέρονται στα παράπονα κάποιων Αθηναίων, που δεν είχαν ορατότητα στο Αστεροσκοπείο από την κατοικία τους, γιατί παρεμβαλλόταν ο βράχος της Ακρόπολης. 

Ως εκ τούτου, ζήτησαν από τις αρχές την ώρα του μεσημεριού, να υψώνεται σημαία άσπρη και κόκκινη από την Ακρόπολη. Στον Πειραιά, το μεσουράνημα του Ήλιου γινόταν γνωστό ως την 28η Οκτωβρίου 1940, με μια άσφαιρη κανονιά από το Παλατάκι.


Πηγή: Ν. Κοντράρου-Ρασσιά, Εφημερίδα “Ελευθεροτυπία”

Διαβάστε περισσότερα... »

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Γιατί μία ώρα έχει 60 λεπτά και μία ημέρα 24 ώρες



Χάρη σε αρχαίους πολιτισμούς αντιλαμβανόμαστε σήμερα το χρόνο


Το πιο ευρέως χρησιμοποιούμενο σύστημα αρίθμησης στον κόσμο σήμερα είναι το δεκαδικό (με βάση το 10).
Το σύστημα αυτό κατά πάσα πιθανότητα προήλθε από το γεγονός ότι ήταν πιο εύκολο στους ανθρώπους να μετράνε μέχρι το δέκα, χρησιμοποιώντας τα δάχτυλά τους.

Οι πρώτοι πολιτισμοί
που «χώρισαν» την ημέρα σε μικρότερα κομμάτια, ωστόσο, χρησιμοποιούσαν διαφορετικά αριθμητικά συστήματα, είτε με βάση το 12 είτε με τη βάση το 60.

Χάρη σε αποδεικτικά στοιχεία που ανακάλυψαν οι επιστήμονες γνωρίζουμε σήμερα ότι οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν ηλιακά ρολόγια. Πολλοί ιστορικοί «πιστώσουν» στους Αιγύπτιους ότι ήταν ο πρώτος πολιτισμός που «χώρισε» την ημέρα σε μικρότερα μέρη.

Τα πρώτα ηλιακά ρολόγια, 
ήταν απλοί πάσσαλοι που τοποθετούνταν στο έδαφος και υποδήλωναν την ώρα χάρη στο μήκος και την κατεύθυνση της σκιάς.

Μέχρι το 1500 π.Χ. οι Αιγύπτιοι
είχαν αναπτύξει ένα ακόμη πιο εξελιγμένο ηλιακό ρολόι. Μια ράβδος σε σχήμα Τ τοποθετούνταν στο έδαφος και χάρη σε κάποιες ρυθμίσεις διαιρούσε το χρονικό διάστημα από την ανατολή έως τη δύση του Ηλίου σε 12 μέρη.

Αυτός ο διαχωρισμός αντικατόπτριζε τη χρήση του δωδεκαδικού αριθμητικού συστήματος
από τους Αιγύπτιους –η σημασία του αριθμού 12 έγκειται στο γεγονός ότι ισοδυναμεί με τον αριθμό των σεληνιακών κύκλων μέσα σε ένα χρόνο ή με τον αριθμό των αρθρώσεων σε κάθε χέρι (τρεις σε κάθε ένα από τα τέσσερα δάχτυλα, χωρίς να υπολογίζεται ο αντίχειρας), καθιστώντας δυνατό το μέτρημα μέχρι το 12 με τον αντίχειρα.

Η επόμενη γενιά ηλιακών ρολογιών,
γράφει ο Michael A. Lombardi από το Scientific American στο salon.com, αποτέλεσε πιθανότατα τον «πρόγονο» αυτού που αποκαλούμε σήμερα «ώρα».

Παρότι οι ώρες μέσα σε μια δεδομένη ημέρα
ήταν περίπου ίσες, η χρονική διάρκειά τους μεταβαλλόταν κατά τη διάρκεια του έτους, με τις καλοκαιρινές ώρες να είναι πιο μεγάλες από τις χειμερινές.

Χωρίς την ύπαρξη τεχνητού φωτός οι άνθρωποι εκείνης της περιόδου θεωρούσαν το φως της ημέρας και εκείνο της νύχτας ως δύο «αντίπαλα στρατόπεδα», αντί για δύο τμήματα της ίδιας ημέρας.

Χωρίς τη βοήθεια των ηλιακών ακτινών, το να διαχωρίσουν τα «σκοτεινά διαλείμματα» από τη δύση του Ηλίου μέχρι την ανατολή ήταν αρκετά περίπλοκη υπόθεση, συγκριτικά με το «μοίρασμα» των περιόδων ηλιοφάνειας.

Την εποχή που πρωτοχρησιμοποιήθηκαν τα ηλιακά ρολόγια, ωστόσο, οι αιγύπτιοι αστρονόμοι παρατήρησαν επίσης πρώτοι ένα σύστημα 36 άστρων που χώριζαν τον κύκλο των ουρανών σε ίσα μέρη.

Η διάρκεια της νύχτας μπορούσε να προσδιοριστεί από την εμφάνιση 18 αστεριών από αυτά, τρία από τα οποία συνδέθηκαν με κάθε μία από τις δύο περιόδους λυκόφωτος, όταν ήταν δύσκολο να δουν τα υπόλοιπα αστέρια.

Η περίοδος του απόλυτου σκοταδιού σηματοδοτούνταν από τα υπόλοιπα 12 αστέρια, που και πάλι διαιρούσαν τη νύχτα σε 12 τμήματα (ακόμη μία αναφορά στο δωδεκαδικό σύστημα).

Κατά την περίοδο του Νέου Βασιλείου (1550 – 1070 π.Χ.), αυτό το σύστημα μέτρησης, απλοποιήθηκε και εγκαθιδρύθηκε η χρήση ενός συστήματος 24 άστρων, 12 από τα οποία σηματοδοτούσαν τη διάρκεια της νύχτας.

Η κλεψύδρα, ή το ρολόι νερού χρησιμοποιήθηκαν επίσης για να καταγράφουν το χρόνο
κατά τη διάρκεια της νύχτας, και ήταν ίσως οι πιο ακριβείς μηχανισμοί μέτρησης του χρόνου στον αρχαίο κόσμο.

Το ρολόι –ένα τμήμα του οποίου βρέθηκε στο Ναό του Άμμωνα στο Karnak και χρονολογείται πίσω στο 1400 π.Χ.- ήταν ένα δοχείο με κεκλιμένες εσωτερικές επιφάνειες, που καθιστούσαν δυνατή τη μείωση της πίεσης του νερού, χαραγμένο με κλίμακες που διαιρούσαν τη νύχτα σε 12 μέρη κατά τη διάρκεια διαφόρων μηνών.

Όταν χωρίστηκε σε 12 μέρη τόσο η διάρκεια της ημέρας, όσο και της νύχτας, προέκυψε η «ιδέα» της 24ωρης ημέρας.
Βέβαια, η έννοια των ωρών σταθερής χρονικής διάρκειας, δεν προέκυψε μέχρι την ελληνιστική περίοδο, όταν οι έλληνες αστρονόμοι άρχισαν να χρησιμοποιούν ένα τέτοιο σύστημα για τους θεωρητικούς υπολογισμούς τους.

Ο Ίππαρχος ο Ρόδιος (147 -127 π.Χ.) πρότεινε το διαχωρισμό της ημέρας σε 24 ισονύκτιες ώρες, με βάση τις 12 ώρες της ημέρας και τις 12 ώρες της νύχτας που παρατηρήθηκαν κατά τις ημέρες ισημερίας.

Ο λαός ωστόσο συνέχισε να χρησιμοποιεί εποχιακά διαφορετικές ώρες για πολλούς αιώνες,
ενώ οι ώρες σταθερού μήκους άρχισαν να γίνονται συνήθεια μετά την εμφάνιση των μηχανικών ρολογιών στην Ευρώπη του 14ου αιώνα.

Ο Ίππαρχος και άλλοι έλληνες αστρονόμοι χρησιμοποίησαν αστρονομικές τεχνικές
που είχαν προηγουμένως αναπτύξει οι Βαβυλώνιοι, στην περιοχή της Μεσοποταμίας.

Οι Βαβυλώνιοι έκαναν τους αστρονομικούς υπολογισμούς τους με βάση το 60,
ένα σύστημα που «κληρονόμησαν» από τους Σουμέριους, οι οποίοι το είχαν αναπτύξει περίπου γύρω στο 2000 π.Χ.

Παρότι δεν είναι γνωστό γιατί επιλέχθηκε το 60, είναι ιδιαίτερα βολικό για την έκφραση κλασμάτων, καθώς ο αριθμός 60 είναι ο μικρότερος αριθμός διαιρετός από τους έξι πρώτους αριθμούς, όπως επίσης από το 10, το 12, το 15, το 20 και το 30.

Παρότι δε χρησιμοποιείται πια για γενικούς υπολογισμούς, το σύστημα με βάση το 60 χρησιμοποιείται ακόμη για τη μέτρηση γωνιών, γεωγραφικών συντεταγμένων και για τη μέτρηση του χρόνου.

Για την ακρίβεια, τόσο η κυκλική πρόσοψη των ρολογιών, όσο και η σφαίρα του πλανήτη οφείλουν τις διαιρέσεις τους σε ένα αριθμητικό σύστημα ηλικίας 4000 ετών από την εποχή των Βαβυλωνίων.

Ο έλληνας αστρονόμος Ερατοσθένης, ο οποίος έζησε περίπου στο 276 – 194 π.Χ., χρησιμοποίησε ένα αριθμητικό σύστημα με βάση το 60 για να χωρίσει έναν κύκλο σε 60 ίσα τμήματα, προκειμένου να διαμορφώσει ένα πρώιμο γεωγραφικό σύστημα γεωγραφικού πλάτους, με τις οριζόντιες γραμμές που «διέτρεχαν» γνωστά μέρη της Γης εκείνη την εποχή.

Έναν αιώνα μετά ο Ίππαρχος ομαλοποίησε τις γραμμές γεωγραφικού πλάτους, κάνοντάς τις παράλληλες και σύμφωνα με τη γεωμετρία της Γης. Επινόησε ακόμη ένα σύστημα γραμμών μήκους που περιλάμβανε 360 μοίρες και που «έτρεχαν» από το βόρειο στο νότιο πόλο.

Στην πραγματεία του («Αλμαγέστη» περίπου στο 150 μ.Χ.) ο Κλαύδιος Πτολεμαίος εξηγεί και προχωρά ακόμη παραπέρα το έργο του Ίππαρχου, υποδιαιρώντας κάθε μία από τις 360 μοίρες γεωγραφικού πλάτους και μήκους σε μικρότερα κομμάτια.

Κάθε μοίρα χωρίστηκε σε 60 τμήματα, κάθε ένα από τα οποία υποδιαιρέθηκε σε 60 ακόμη μικρότερα.

Η πρώτη κατηγορία, ή αλλιώς «πρώτο λεπτό» (partes minutae primae), έγινε γνωστή ως το «λεπτό». Η δεύτερη κατάτμηση, ή αλλιώς «δεύτερο λεπτό) (partes minutae secundae), έγινε γνωστή ως «δευτερόλεπτο».

Τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα, ωστόσο, δεν χρησιμοποιήθηκαν για τη διάρκεια του χρόνου, κατά τη διάρκειας της ημέρας παρά μόνο αρκετούς αιώνες μετά την Αλμαγέστη.

Τα ρολόγια της εποχής, 
χώριζαν την ώρα σε μισά, σε τρίτα, τέταρτα, μερικές φορές μέχρι και σε 12 μέρη, αλλά ποτέ σε 60.

Η ώρα
δεν είχε συνδεθεί με τη χρονική διάρκεια των 60 λεπτών.

Δεν ήταν πρακτικό για το γενικό πληθυσμό,
μέχρι την εμφάνιση των πρώτων μηχανικών ρολογιών, που εμφάνιζαν τα λεπτά, προς το τέλος του 16ου αιώνα.

Ακόμη και σήμερα,
πολλά ρολόγια (τοίχου ή χειρός) δείχνουν μόνο τα λεπτά και όχι τα δευτερόλεπτα.

Χάρη στους αρχαίους πολιτισμούς που προσδιόρισαν και διατήρησαν τις υποδιαιρέσεις του χρόνου, οι σύγχρονες κοινωνίες αντιλαμβάνονται την ημέρα ως χρονικής διάρκειας 24 ωρών, ότι μια ώρα αποτελείται από 60 λεπτά και πως ένα λεπτό είναι ίσο με 60 δευτερόλεπτα.


πηγή-newsbeast.gr
Διαβάστε περισσότερα... »

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Ώρα αρχαίας Ελλάδος



Ο χρόνος δεν ήταν αμελητέος, παρά τη θρυλούμενη ως ράθυμη ζωή των πολιτών στην αρχαία Αθήνα. Μπορεί να μη διέθεταν ρολόγια στα χέρια, αλλά ήθελαν να ξέρουν, όταν έκαναν τον περίπατό τους γύρω από την Ακρόπολη, αν ήταν ώρα για να πεταχτούν στην Αγορά ή να πάνε σπίτι για τη μεσημεριανή σιέστα.

Η πόλη διέθετε το δημόσιο ρολόι της.
Ήταν ένα μεγάλο μαρμάρινο κωνικό ηλιακό ρολόι που βρίσκεται ακόμη στη θέση του, στη βάση του νότιου τείχους της Ακρόπολης, κάτω από τον Παρθενώνα. Είναι ορατό από την καφετέρια του Μουσείου της Ακρόπολης. Πολλοί βλέπουν προς τα εκεί, αλλά λίγοι το αναγνωρίζουν. Είναι επάνω από το θέατρο του Διονύσου, δεξιά από τους κίονες του Χορηγικού Μνημείου του Θρασύλλου.

Από εκείνο το σημείο ακριβώς περνάει ο Αρχαίος Περίπατος,
ένας δρόμος ήπιας κυκλοφορίας όπως θα λέγαμε σήμερα, γύρω από το βράχο της Ακρόπολης. Άρα, θα το έβλεπαν από κοντά οι διερχόμενοι από εκεί, μας είπε ο αναστηλωτής του Χορηγικού Μνημείου του Θρασύλλλου, αρχιτέκτων Κωνσταντίνος Μπολέτης, επισημαίνοντάς μας πως το ρολόι αυτό είναι επιστημονικά αδημοσίευτο, συνεπώς δεν είναι επακριβώς χρονολογημένο. Υπολογίζει πως έχει πλάτος περίπου 1 μέτρο και ανάλογο θα ήταν και το ύψος του (δεν σώζεται ολόκληρο). 

Στην εποχή της λειτουργίας του, πριν από 2.000 χρόνια, θα ήταν ένα τοπόσημο για την Αθήνα καθώς είναι το μεγαλύτερο από όλα όσα έχουν βρεθεί ώς τώρα στην ίδια περιοχή. Και έχουν βρεθεί πολλά μικρά που σώζονται όμως αποσπασματικά, όπως μας είπε η αρχαιολόγος Σταματία Ελευθεράτου, υπεύθυνη για την ανασκαφή στα θεμέλια του νέου Μουσείου της Ακρόπολης.

Από το θέατρο του Διονύσου προέρχεται και ένα ακόμη μαρμάρινο ηλιακό ρολόι. Αυτό δεν βρίσκεται στη θέση του. Μπορεί όμως να το δει κανείς πίνοντας τον καφέ του στο αίθριο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Το ρολόι αυτό (ύψους 0,50 μ. και πλάτους 0,40 μ.) έχει σχήμα καθίσματος με δύο πόδια λιονταριού στη βάση. Στην κοίλη επιφάνειά του είναι χαραγμένες δώδεκα γραμμές που αντιστοιχούν στις ώρες. Στο μέσον της άνω επιφάνειας υπάρχει οπή για την τοποθέτηση του μετάλλινου δείκτη, από τη σκιά του οποίου «διάβαζες» την ώρα.


Πέρυσι, βρέθηκε στο Πολύχρονο Χαλκιδικής ένα από τα λίγα άθικτα ηλιακά ρολόγια των ελληνορωμαϊκών χρόνων. Εντοπίστηκε σε κτίριο της ύστερης αρχαιότητας από την αρχαιολόγο Μπετίνα Τσιγαρίδα. Το ρολόι της Χαλκιδικής, εκτός από τις γραμμές που δείχνουν το δωδεκάωρο, φέρει κι άλλες τρεις εγχάρακτες γραμμές κάθετες στις πρώτες, που αντιστοιχούν στο χειμερινό ηλιοστάσιο, την ισημερία και το θερινό ηλιοστάσιο. 

Ο χάλκινος γνώμονας, που ρίχνει τη σκιά του δείχνοντας την ώρα, είναι στερεωμένος στη μέση της ημισφαιρικής επιφάνειας. Η σκιά του ρολογιού δεν διαφέρει σε μήκος από ώρα σε ώρα. Αλλάζει όμως μήκος ανάλογα με την εποχή του χρόνου. Το μικρότερο μήκος παρατηρείται κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο και σταδιακά μεγαλώνει οδεύοντας προς το θερινό ηλιοστάσιο.

Το πιο σημαντικό ρολόι της πόλης των Αθηνών θα πρέπει ωστόσο να ήταν
«Το Ωρολόγιον του Κυρρήστου», οι γνωστοί μας «Αέρηδες», στο χώρο της Ρωμαϊκής Αγοράς στην Πλάκα. Το οκταγωνικό αυτό μαρμάρινο κτήριο που κτίστηκε τον 1ο αι. π.Χ., από τον Έλληνα αστρονόμο Ανδρόνικο από την Κύρρο της Μακεδονίας (εξ ου και Κύρρηστος), φέρει στις μετόπες του ανάγλυφους τους οκτώ κύριους ανέμους (γι’ αυτό επικράτησε η ονομασία Αέρηδες). 

Κάτω από κάθε ανάγλυφη προσωποποίηση ανέμου, εγχάρακτες ακτίνες σε διάφορους σχηματισμούς αποτελούσαν ηλιακά ρολόγια. Τις ανήλιαγες ημέρες η ώρα υπολογιζόταν από το υδραυλικό ρολόι που λειτουργούσε στο εσωτερικό του κτιρίου.

Κατά τη μεσαιωνική βυζαντινή περίοδο, τα ρολόγια φαίνεται πως ήταν ελάχιστα στην Ελλάδα σε σχέση με αυτά της Αγγλίας. Στη μελέτη της, «Ηλιακά ρολόγια στη Βυζαντινή Ελλάδα: Ανάλημμα ή ανάθεμα;» η Mary Lee Coulson αναφέρει ότι έχουν καταγραφεί 285 μεσαιωνικά ρολόγια στην Αγγλία, χώρα που δεν φημίζεται για την ηλιοφάνειά της, ενώ στην Ελλάδα ο Αναστάσιος Ορλάνδος στις αρχές του 20ού αιώνα μπόρεσε να καταγράψει μόνο επτά: δύο στον ναό Μεταμόρφωσης της Άμφισσας και από ένα στους ναούς: Παναγίας Σκρίπου, Αγίου Λαυρεντίου στο Πήλιο, Παναγίας (Ζωοδόχου Πηγής) του Κιθαιρώνα, Κοιμήσεως της Θεοτόκου στον Μέρμπακα (στο Μουσείο των Θηβών) και στη Μυσία της Μικράς Ασίας. 

Στον κατάλογο αυτό πρέπει να προστεθούν τα ρολόγια στον ναό της Θεοτόκου της Μονής του Οσίου Λουκά, στον ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στον Χώνικα, στον ναό των Βλαχερνών της Ηλείας και ένα που βρέθηκε στην αρχαία Αγορά των Αθηνών.

Πριν από την Επανάσταση του 1821 και κατά τα χρόνια του Όθωνα, οι Αθηναίοι μάθαιναν την ώρα από το ρολόι που χάρισε στην πόλη των Αθηνών ο λόρδος Έλγιν ως αντίδωρο για τα Γλυπτά που έκλεψε από τον Παρθενώνα. Το ρολόι αυτό τοποθετήθηκε σε πύργο στην Αγορά του 1814, στην περιοχή της Βιβλιοθήκης Αδριανού και, όταν το ’21 καταστράφηκε, αντικαταστάθηκε από άλλο στην ίδια θέση, του Λουδοβίκου της Βαυαρίας.

Το νόστιμο είναι πως και στα νεότερα χρόνια, συγκεκριμένα το 1916, οι Αθηναίοι μάθαιναν πως ήρθε το μεσημέρι από μια σφαίρα σαν μπαλόνι που υψωνόταν από το Αστεροσκοπείο στον ουρανό. Την πληροφορία την μαθαίνουμε από έγγραφα τα οποία αναφέρονται στα παράπονα κάποιων Αθηναίων που δεν είχαν ορατότητα στο Αστεροσκοπείο από την κατοικία τους, γιατί παρεμβαλλόταν ο βράχος της Ακρόπολης. 

Ως εκ τούτου, ζήτησαν από τις αρχές την ώρα του μεσημεριού να υψώνεται σημαία άσπρη και κόκκινη από την Ακρόπολη. Στον Πειραιά, το μεσουράνημα του Ήλιου γινόταν γνωστό ως την 28η Οκτωβρίου 1940 με μια άσφαιρη κανονιά από το Παλατάκι.

Διαβάστε περισσότερα... »