«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΑΣΙ - ΟΙΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΡΑΣΙ - ΟΙΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Γιατί λέμε "κρασί" τον οίνο;


Το κρασί ονομάζεται "οίνος".

Πώς καταλήξαμε όμως να τον λέμε "κρασί";


Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν κρασί πολύ πιο δυνατό από το σύγχρονο. Επειδή ήταν και της φιλοσοφίας "μέτρον ἄριστον" συνήθιζαν να το ανακατεύουν με νερό, ώστε να μην τους μεθάει και να το απολαμβάνουν σιγά -σιγά.


Το ρήμα που σημαίνει "ανακατεύω" στα αρχαία είναι το "κεράννυμι".

Η μετοχή του Παρακειμένου μας
δίνει τον τύπο "κεκραμένος" (αυτός που έχει ανακατευθεί), ενώ το ουσιαστικό που παράγεται είναι η "κρᾶσις".

Βλέπετε τώρα από πού προέκυψε
η ρίζα της λέξεως (ΚΡΑ); Κι έτσι έχουμε: "κρα - σί".



Η ελληνική γλώσσα, ωστόσο,
είναι τόσο πλούσια, ώστε για κάθε ιδιαίτερο "ανακατεύω" έχει και διαφορετική λέξη.

Δηλαδή: "κεράννυμι"= ανακατεύω υγρό με υγρό.
"φύρομαι" = ανακατεύω υγρό με στερεό (π.χ. "αιμόφυρτος").
"μίγνυμι" = ανακατεύω στερεό με στερεό (π.χ. "μίγμα").

Ας πούμε, λοιπόν, πριν τσουγκρίσουμε τα ποτήρια με το κρασάκι μας "εὐοῖ εὐᾶν!",
όπως έλεγαν οι πρόγονοί μας... είναι άλλωστε το επιφώνημα από το οποίο προκύπτει το..."εβίβα"!



Διαβάστε περισσότερα... »

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Γιατί οι αρχαίοι, «έβαζαν νερό» στο κρασί τους;



Οι αρχαίοι Ελληνες,
είχαν υποκατάστατα των σημερινών ψυγείων και ακόμη, είχαν τη δυνατότητα να ψύχουν τα διάφορα ποτά τους; Και στα δύο αυτά ερωτήματα η απάντηση είναι θετική.

Ωστόσο ακόμη και η πιο σύντομη ανάπτυξή τους απαιτεί έκταση, που ξεπερνά τον περιορισμένο χώρο
μιας επιφυλλίδας. Ετσι θα περιοριστώ στο δεύτερο ερώτημα, επιφυλασσόμενος σε μια άλλη, ελπίζω επίσης καλοκαιριάτικη, επιφυλλίδα να ασχοληθώ και με το πρώτο.



Οπως είναι γνωστό, το κατ' εξοχήν ποτό των αρχαίων Ελλήνων ήταν ο «θείος οίνος». Ανδρες, γυναίκες και παιδιά γεύονταν το ένθεο αυτό ποτό και ιδιαίτερα οι πρώτοι, που συνομιλούσαν και φλυαρούσαν ατέλειωτες ώρες κάθε μέρα στους ανδρώνες πίνοντας κρασί. Οι συμμετέχοντες στις κρασοκατανύξεις αυτές, συνήθως δεν έχαναν τη διαύγεια του νου τους, επειδή το κρασί που κατανάλωναν ήταν νερωμένο. Σπάνια, και για πολύ συγκεκριμένους σκοπούς, οι αρχαίοι Ελληνες έπιναν ανέρωτο κρασί, «άκρατον οίνον». 


Η ανάμειξη του κρασιού με το νερό γινόταν μέσα σε μεγάλα ευρύστομα αγγεία, γνωστά ως κρατήρες, και η συνήθης αναλογία ήταν τρία μέρη νερού, προς ένα οίνου. Αυτή την αναλογία προτείνει και ο Ησίοδος, ο ποιητής της υπαίθρου, δεν λείπουν ωστόσο γραπτές μαρτυρίες που κάνουν λόγο για μείξη με νερό σε μεγαλύτερη αναλογία. 

Αυτή ακριβώς η κυριαρχία του νερού ήταν που απέτρεπε πολλές δυσάρεστες καταστάσεις για τους πότες. Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια που βάζει ο κωμικός ποιητής Αλέξις (4ος-3ος αι. π.Χ.) στο στόμα του Σόλωνα: «Ηδη από τα κάρα τον πουλάνε (τον οίνον) νερωμένο, όχι βέβαια για να κερδίσουν κάτι παραπάνω, αλλά γιατί προνοούν για τους αγοραστές, να έχουν μετά την οινοποσία το κεφάλι ελαφρύ» (μτφρ. Μ. Κοπιδάκη).


Το νερό που χρησιμοποιούσαν για το αραίωμα του κρασιού φρόντιζαν να προέρχεται από «σκιαράν παγάν» (πηγή), από «κρήνην αέναον και απόρρυτον» ή από «ψυχρόν φρέαρ». Ετσι μαζί με τη μείξη του κρασιού τους οι αρχαίοι πετύχαιναν συγχρόνως και την ψύξη του. Πολύ διαδεδομένη ήταν και η πρακτική να χρησιμοποιούν και νερό που προερχόταν από λιώσιμο χιονιού, το οποίο, ως γνωστόν, το συντηρούσαν ακόμη και το καλοκαίρι και το εμπορεύονταν. Ωστόσο είχαν εφεύρει και ιδιαίτερους τρόπους ψύξης του κρασιού. 

Γύρω στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. επινόησαν ένα αγγείο ειδικής κατασκευής που επέτρεπε την ψύξη του οίνου και τη διατήρησή του σε ψυχρή κατάσταση όσο αυτός βρισκόταν αποθηκευμένος σε μεγάλα στενόστομα αγγεία, στους αμφορείς, προτού μεταφερθεί στους κρατήρες. Πιο συγκεκριμένα κατασκεύασαν έναν ειδικό τύπο αμφορέα με κύριο γνώρισμα τα διπλά του τοιχώματα. Με τη βοήθεια των εσωτερικών τοιχωμάτων δημιουργούνταν ο κατ' εξοχήν χώρος του αγγείου, μέσα στον οποίο έχυναν, από το στόμιό του, το κρασί. 

Ο χώρος που σχηματιζόταν από τα εξωτερικά τοιχώματα και περιέβαλλε τον εσωτερικό γέμιζε με τη βοήθεια μιας προχοής που βρισκόταν στο πάνω μέρος με ψυχρό νερό ή χιόνι. Ετσι πετύχαιναν τη μόνιμη ψύξη του κρασιού, αφού εύκολα μπορούσαν να ανανεώνουν το ψυκτικό μέσο, όταν αυτό έλιωνε και ζεσταινόταν, με φρέσκο. Διά μέσου μιας οπής που βρισκόταν στο κάτω μέρος του αγγείου απομάκρυναν το ζεστό νερό και στη συνέχεια, σφραγίζοντάς την, έριχναν στον εξωτερικό χώρο του φρέσκο χιόνι ή κρύο νερό. 

Τέτοια αγγεία, γνωστά στους αρχαιολόγους ως αμφορείς - ψυκτήρες, κατασκευάζονταν στο δεύτερο μισό του 6ου αι. π.Χ. στην Αθήνα, αλλά και σε ένα άλλο μέρος του αρχαίου ελληνικού κόσμου, πιθανόν στο Ρήγιο της Μεγάλης Ελλάδας, στη Ν. Ιταλία. 

Ανάλογες κατασκευαστικές λεπτομέρειες που πετύχαιναν την ψύξη του κρασιού και γενικότερα υγρών συναντούμε σποραδικά και σε άλλα οινοφόρα αγγεία των αρχαίων Ελλήνων, όπως π.χ. σε οινοχόες.


Μέσα στο τρίτο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. αθηναίοι κεραμείς βρήκαν έναν άλλο τρόπο ψύξης κρασιού που εξυπηρετούσε καλύτερα τις ανάγκες των συμποσιαστών. Ο προηγούμενος, που μόλις περιγράψαμε, απαιτούσε τη γρήγορη κατανάλωση του κρασιού από τη στιγμή που αυτό περνούσε από τον αμφορέα - ψυκτήρα στον κρατήρα. Αν όμως ο ρυθμός κατανάλωσης ήταν αργός, τότε το κρασί μέσα στον κρατήρα θα έχανε τη δροσιά του. 

Ετσι δημιουργήθηκε η ανάγκη να εφευρεθεί ένας άλλος τρόπος που θα εξασφάλιζε μόνιμη ψύξη του κρασιού. Δηλαδή, όταν αυτό θα γέμιζε τα κρασοπότηρα των αρχαίων γλεντζέδων, γνωστά κυρίως ως κύλικες, θα έπρεπε να είναι ακόμη κρύο ή δροσερό. 

Επινοήθηκε έτσι ένα χαρακτηριστικό μανιταρόσχημο αγγείο, το οποίο, αφού το γέμιζαν με κρασί, το τοποθετούσαν μέσα στον κρατήρα που ήταν γεμάτος με κρύο νερό ή χιόνι. Πετύχαιναν δηλαδή έναν τρόπο ψύξης που θυμίζει αυτόν με τον οποίο σήμερα διατηρούμε κρύο ένα μπουκάλι σαμπάνιας ή κρασιού καθώς το τοποθετούμε μέσα σε δοχείο που περιέχει παγάκια. 

Το κρασί το αντλούσαν από το στενόστομο μανιταρόσχημο αγγείο, τον ψυκτήρα, όπως ονομαζόταν στην αρχαιότητα, με τη βοήθεια μιας κουτάλας που είχε μακριά λαβή. Το σκεύος αυτό οι αρχαίοι το ονόμαζαν αρύταινα ή κύαθο.

Είναι πολύ πιθανό ότι το κρασί στους ψυκτήρες αυτούς ήταν ανέρωτο, οπότε το αραίωμά του γινόταν εκ των υστέρων, μέσα στα ίδια τα κρασοπότηρα, με κρύο νερό που έφερναν με ένα κανάτι, την αρχαία οινοχόη. Ετσι, εκτός από τη μείξη του κρασιού, πετύχαιναν συγχρόνως και την καλύτερη ψύξη του.


Οτι οι μανιταρόσχημοι ψυκτήρες, οι οποίοι με το ψηλό πόδι και το φουσκωτό σώμα τους «επέπλεαν»
μέσα στο κρύο νερό (ή στο χιόνι) του κρατήρα, περιείχαν κρασί είναι σήμερα βέβαιο. Εκτός από ορισμένες σχετικές παραστάσεις, το μαρτυρούν και τρία ιδιόμορφα αγγεία που έγιναν σχετικά πρόσφατα γνωστά στην έρευνα. Πρόκειται ουσιαστικά για τρεις κρατήρες που στο εσωτερικό τους έχουν ενσωματωμένο έναν ψυκτήρα. 

Δηλαδή, κρατήρας και ψυκτήρας αποτελούν στις περιπτώσεις αυτές ένα ενιαίο κατασκευαστικά σύνολο και γι' αυτό τα αγγεία αυτά τα αποκαλούμε κρατήρες - ψυκτήρες. Στο κάτω μέρος τους φέρουν προχοή, η παρουσία της οποίας δικαιολογείται μόνο αν δεχθούμε ότι διά μέσου αυτής απομακρυνόταν το ζεστό πια νερό του αγγείου, όταν ανανέωναν το ψυκτικό υλικό του. 

Επομένως το κρασί υποχρεωτικά πρέπει να βρισκόταν στον ψυκτήρα των αγγείων αυτών. Αλλωστε, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα αγγεία αυτά είχαν λειτουργία ανάλογη με αυτήν των αμφορέων - ψυκτήρων που είδαμε παραπάνω. Ο τρόπος ψύξης που μόλις περιγράψαμε ήταν σε χρήση για 80 περίπου χρόνια και πιο συγκεκριμένα από το 530 ως το 460/50 π.Χ.

Οπωσδήποτε οι κρατήρες - ψυκτήρες δεν φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα συχνοί στην αρχαιότητα. Σποραδικά απαντώνται και σε άλλες εποχές, όπως π.χ. ένας που βρέθηκε στη μυκηναϊκή Τίρυνθα και χρονολογείται στον 13ο αι. π.Χ. 

Η σπανιότητά τους πρέπει να οφείλεται στο γεγονός ότι οι αρχαίοι προτιμούσαν λίγο περισσότερο το κόκκινο κρασί που δεν απαιτεί ιδιαίτερη ψύξη. Κυρίως όμως στο ότι, όπως ήδη είπαμε παραπάνω, το νερό με το οποίο αραίωναν το κρασί φρόντιζαν να είναι «παγωμένο», έτσι ώστε δεν απαιτούνταν καμία φροντίδα για περαιτέρω ψύξη του θείου αυτού ποτού.

Μιχάλης Α. Τιβέριος


Διαβάστε περισσότερα... »

Οταν έσπαγαν πιάτα στην (αρχαία) ταβέρνα!



Πηγάδι στην αρχαία αγορά γεμάτο από θραύσματα μαγειρικών σκευών, αγγείων φαγητού και ποτού, αλλά και υπολείμματα ψαριών, αποκαλύπτει τη λειτουργία ενός καπηλειού της κλασικής εποχής.

Οταν ο Αριστοφάνης βάζει στο στόμα του δούλου Παφλαγόνα, την αλαζονική φράση
«Μόλις φάω ζεστές παλαμιδοφέτες και πιω από πάνω σκέτο κρασί, θα κάμω λιώμα εγώ τους στρατηγούς της Πύλου» κι όταν ο ρήτορας Υπερείδης σημειώνει πως «οι Αρεοπαγίτες απαγόρευαν σε οποιονδήποτε είχε γευματίσει σε καπηλείο, να επισκεφθεί τον Αρειο Πάγο», μιλούν, εκτός των άλλων, για έναν λαϊκό θεσμό της αρχαίας Αθήνας ευρύτατα διαδεδομένο και δημοφιλή. 

Γιατί αν η αριστοκρατία διασκέδαζε στα συμπόσια τρώγοντας και κυρίως πίνοντας, το αντίστοιχο για τους απλούς ανθρώπους ήταν οι ταβέρνες και τα καπηλειά, στα οποία ήταν ελεύθερη η είσοδος για όλους.



Σκύφοι με ανάγλυφη διακόσμηση για τους καλούς πελάτες μιας ταβέρνας, αφού καθένας έπινε κρασί στο δικό του κύπελλο

Κρασί, φαγητό, ενίοτε και τυχερά παιχνίδια- έτσι εξηγείται και η κακή φήμη τους- ήταν οι παροχές αυτών των χώρων. Και επειδή ο κάπηλος μπορούσε να είναι ταυτόχρονα και λιανοπωλητής, οι αρχαίες πηγές λένε ότι τα εμπορεύματά του, ήταν το κρασί, το ξύδι και οι πυρσοί με τους οποίους οι πελάτες φώτιζαν τον δρόμο για το σπίτι τους τη νύχτα, ώστε να προστατεύονται από τους κλέφτες μανδυών. 

Μια τέτοια ταβέρνα εντοπίστηκε στην Αρχαία Αγορά της Αθήνας, στις αρχές της δεκαετίας του ΄70, από τον αμερικανό αρχαιολόγο Τ. Λέσλι Σιρ Τζούνιορ, κατά τις ανασκαφές της Αμερικανικής Αρχαιολογικής Σχολής. Την απόδειξη μάλιστα για την ύπαρξη της ταβέρνας, η οποία προφανώς ήταν ένα απλό κτίσμα σε μια σειρά καταστημάτων της Αγοράς, την έδωσε ακριβώς η ύπαρξη μεγάλου αριθμού αγγείων για την πόση οίνου αλλά και κατάλοιπα τροφίμων!

Τι χρειάζεται μια ταβέρνα; Πρωτίστως καλό κρασί. Δευτερευόντως καλό φαγητό. Και τότε η επιτυχία της είναι εξασφαλισμένη. Ο,τι ισχύει δηλαδή σήμερα, το ίδιο ακριβώς ήταν απαραίτητο και τότε: τον 5ο, τον 4ο, τον 3ο αιώνα π.Χ. και... ως τις μέρες μας. 

Τόσο στην κωμωδία όσο και στους δικανικούς λόγους επιβεβαιώνεται μάλιστα η ύπαρξη του «καπηλείου της γειτονιάς», τόσο πολλά ήταν διασπαρμένα στο άστυ. Στα ανατολικά της Αγοράς αποκάλυψε ο Τ. Λέσλι Σιρ Τζούνιορ την ταβέρνα που επρόκειτο να δώσει με τα ευρήματά της πλήθος πληροφοριών για ό,τι έπιναν και έτρωγαν οι άνθρωποι μεταξύ του 400 και 380 π.Χ. στην Αθήνα. Δεν είναι τυχαίο επομένως που αυτή η ταβέρνα αναφέρεται σήμερα στις επιστημονικές μελέτες για τη ζωή των ανθρώπων εκείνη την εποχή.

Αρχαία χωματερή 



Πήλινα αγγεία που σχετίζονται με το φαγητό, συγκεκριμένα χύτρες, με δύο ή μία λαβές και εσχάρα για το ψήσιμο των ψαριών

Πηγή όλων των πληροφοριών, ένα πηγάδι. Γεμάτο με εκατοντάδες αντικείμενα, τα οποία αφού είχαν χρησιμοποιηθεί, απορρίφθηκαν από τους χρήστες των καταστημάτων μέσα σε αυτό, γιατί στην εποχή τους είχε ξεραθεί, άρα λειτουργούσε ως χωματερή. 

«Πολλά από αυτά μπορεί να συνδεθούν με συγκεκριμένες οικιακές και εμπορικές δραστηριότητες και αν συνδυάσουμε τα στοιχεία που προκύπτουν μας προσφέρεται μια μοναδική δυνατότητα να παρατηρήσουμε τον μικρό έμπορο της κλασικής Αθήνας στον φυσικό του χώρο», γράφει ο ανασκαφέας στο αρχαιολογικό δελτίο της Αμερικανικής Σχολής «Ηesperia» (τεύχος 44) του 1975 με τίτλο «Κλασικά καταστήματα κάτω από τη Ρωμαϊκή Στοά».

Το συγκεκριμένο πηγάδι είχε βάθος 17,42 μέτρα και στον πάτο υπήρχε υγρός μαλακός πηλός, σαν αυτόν που βρίσκεται σε όλη την περιοχή. Κάποια στιγμή που τα τοιχώματά του κατέρρευσαν και σταμάτησε η άντληση νερού άρχισαν να ρίχνουν μέσα ό,τι τους ήταν άχρηστο: κεραμεική, ψαροκόκαλα και οστά ζώων.

Ενα μεγάλο μέρος της κεραμεικής, είναι προφανώς κατάλοιπα της λειτουργίας μιας κουζίνας
που ήταν απαραίτητα για τη μαγειρική της κλασικής εποχής. Είναι η λοπάς ή κατσαρόλα με καπάκι, η εσχάρα όπου έψηναν κρέατα ή τα ψάρια, τα γουδιά για χρήση παρόμοια με τη δική μας, λεκάνες, χωνιά, κανάτες διαφόρων ειδών. Αλλα σκεύη του αθηναϊκού τραπεζιού βρέθηκαν επίσης σε πληθώρα: πιάτα, μικρά μπολ, αλατιέρες και ασκοί. Ολα αυτά υποδεικνύουν μαγειρική σε μεγάλη κλίμακα, δηλαδή ένα μέρος του κτιρίου λειτουργούσε ως πλούσια ταβέρνα.

Δίπλα, ίσως μάλιστα σε συνεργασία με την ταβέρνα, υπήρχε ένα καπηλειό, το οποίο πετούσε στο πηγάδι τους άδειους και σπασμένους αμφορείς του. Και αν κρίνουμε από τους τύπους των αμφορέων ο ιδιοκτήτης είχε ένα καλό κελάρι που ειδικευόταν σε εισαγόμενα κρασιά από τη Μένδη, τη Χίο, την Κόρινθο, τη Σάμο, τη Λέσβο, όπως και τοπικό αττικό οίνο.


ΚΡΑΣΙ ΜΕ ΒΕΡΕΣΕ 

Τμήμα της Αρχαίας Αγοράς εντός της οποίας λειτουργούσαν πολλά καπηλειά.Στο βάθος το Θησείο

ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ αγαπούσαν πολύ το κρασί, απόδειξη ότι το μεγαλύτερο μέρος των ευρημάτων του πηγαδιού αποτελείται από μελαμβαφείς κύλικες και οινοχόες,πράγμα που υποδηλώνει ότι τα αγγεία πετάχτηκαν στο πηγάδι από τη γειτονική ταβέρνα αλλά και τμήματα από 350 μεγάλους χονδροειδείς αμφορείς,οι οποίοι χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα για τη μεταφορά κρασιού.

Το κρασί στην ταβέρνα, το αραίωναν σε ξεχωριστό δοχείο για κάθε πελάτη, που έπινε από ξεχωριστό κύπελλο. «Έχουμε έναν ταβερνιάρη στη γειτονιά μας και όποτε μου έρχεται η διάθεση για κανένα κρασάκι,πάω εκεί κι αυτός ξέρει αμέσως - μόνον αυτός- πώς το θέλω αραιωμένο», όπως λέει ο Βελψίδημος στον Πλούτο. 

Οι δεσμοί άλλωστε ανάμεσα στους ταβερνιάρηδες και τους τακτικούς πελάτες, φαίνονταν και από την πρακτική του βερεσέ,άλλωστε στην Αθήνα ο δανεισμός ήταν διαδεδομένη συνήθεια.

ΜΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΨΑΡΟΤΑΒΕΡΝΑ 
ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ της γευστικής ποικιλίας μιας σύγχρονης ελληνικής ψαροταβέρνας, δείχνει η μεγάλη ποσότητα από ψαροκόκαλα και οστρακοειδή (στρείδια μύδια,αχιβάδες), καθώς και πτερύγια από μεγάλα ψάρια (στην αρχαία Ελλάδα έτρωγαν και μικρά σκυλόψαρα), που βρέθηκαν μέσα στο πηγάδι της ταβέρνας.

Αποδείξεις για άλλες εμπορικές δραστηριότητες, δίνουν και τα σκελετικά υπολείμματα από ποικιλία ζώων που βρέθηκαν στο ανώτερο στρώμα του πηγαδιού:
οστά από αγελάδες, χοίρους, πρόβατα και κατσίκες που δείχνουν σημάδια σφαγής αλλά και οστά ποδιών από βοοειδή και ημιόνους ή μικρά άλογα.


Διαβάστε περισσότερα... »