«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Μαΐου 2014

Τα ζώα ως σύμβολα, στην Ορθόδοξη Εκκλησία







Τά ζώα ως σύμβολα

Ή περιστερά είναι το σύμβολο του 'Αγίου Πνεύματος. Το Πνεύμα το Αγιον έκανε ακόμα και εμφανίσεις με τη μορφή περιστεράς. Έτσι, όταν ό Κύριος βαπτίστηκε στον Ιορδάνη, είδε το Πνεύμα του Θεού καταβαίνον ωσεί περιστεράν και έρχόμενον επ’ αυτόν (Μτ. 3, 16).

Σημαίνοντας την ανεξικακία, ή περιστερά συμβολίζει το Πνεύμα του Θεού επειδή το περιστέρι είναι το πιο ανεξίκακο ζώο και με την ιδιότητά του αυτή συμβολίζει το Θεό-Πνεύμα στο όποιο δεν υπάρχει διόλου κακία.

Το φίδι είναι το σύμβολο του Σατανά. Υπηρέτησε σαν όργανο τον Σατανά, όταν εκείνος απάτησε την Εύα και την παρακίνησε στο αμάρτημα της ανυπακοής έναντι του Δημιουργού. Είναι το μοναδικό ζώο επί της γης το όποιο καταράστηκε ό Θεός: και είπε Κύριος ό Θεός τω όφει ότι έποίησας τούτο, επικατάρατος σύ από πάντων τών κτηνών και από πάντων τών θηρίων τών επί της γης (Γεν. 3, 14). 

Εξ αυτού και τούτη ή φρικιαστική έχθρα πού υπάρχει ανάμεσα στο φίδι και κάθε άλλο ζώο πάνω στη γη. Όταν ό Κύριος είπε στους μαθητές Του: γίνεσθε φρόνιμοι ως οι όφεις, εννοούσε την επιφυλακτικότητα με την οποία το φίδι κινείται. Αμέσως όμως προσέθεσε: και ακέραιοι ως αί περίστεροί (Ματ. 10, 16). Επειδή, λέει ό Χρυσόστομος, καμία ωφέλεια δεν πηγάζει από τή σοφία αν εκείνη δεν είναι ενωμένη με την ανεξικακία (Εις το κατά Ματθαίον). Αντίθετα, τέτοια φρόνηση φιδιού, γίνεται πολύ επικίνδυνη για τον άνθρωπο.

Ό Ισίδωρος Πηλουσιώτης ερμηνεύει έτσι το χωρίο αυτό: να φυλάττεις την πίστη καθώς το φίδι προφυλάσσει την κεφαλή του να αποβάλλεις και εσύ από επάνω σου τον παλαιό άνθρωπο καθώς το φίδι αποβάλλει από επάνω του το παλαιό δέρμα (Επιστολές).

Ή ασπίδα, αυτό το φοβερό και φαρμακερό φίδι, είναι σύμβολο του διαβόλου
και όλων όσων ποιούν το θέλημα εκείνου. Ό Πρόδρομος ονόμασε τούς πρεσβυτέρους τών Εβραίων γεννήματα εχιδνών! Και το στόμα του Κυρίου το επανέλαβε (Μτ. 3, 7). Τέλος ό Κύριος είπε ξεκάθαρα προς τούς πονηρούς άρχοντες τών Εβραίων: υμείς εκ του πατρός του διαβόλου έστέ (Ίω. 8, 44). Γίνεται λοιπόν φανερό ότι ή ασπίδα σημαίνει τον διάβολο και τά γεννήματα της άσπίδος συμβολίζουν τά τέκνα του διαβόλου.


Ό αμνός, το πρόβατο και ό λύκος
Ό αμνός είναι το σύμβολο του Χριστού. Ίδε ό αμνός του Θεού! (Ίω. 1, 29), αναφώνησε ό Πρόδρομος βλέποντας το Χριστό. Ενώ ό θεόπτης Ιωάννης, είδε στο θρόνο της επουράνιας δόξης τον Χριστό ως αμνό. 

Τά πρόβατα συμβολίζουν τούς πιστούς άκολούθους του Χριστού ενώ οι λύκοι τούς απίστους και ειδωλολάτρες. 

Τά πρόβατα τά έμά, της φωνής μου ακούει, κάγώ γινώσκω αυτά και άκολουθουσί μοι (Ίω. 10, 27). Ιδού εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων (Μτ. 10, 16). Είναι ολοφάνερο ότι δεν γίνεται λόγος για πρόβατα και λύκους, παρά για ανθρώπους.

Ό σκύλος και ό χοίρος, είναι σύμβολα του πείσμονος απίστου, του ανυποχώρητου και ισχυρογνώμονος. Ιδιαιτέρως οι σκύλοι, συμβολίζουν τούς άσωτους, ενώ οι χοίροι, τούς αδηφάγους.

Ή κλώσσα και τά κλωσσόπουλα. Καθώς ή κλώσσα με σπουδή μαζεύει τά πουλιά της, τά τρέφει και τά θερμαίνει, έτσι και ό Σωτήρας μαζεύει τούς πιστούς Του. Παρόμοια θέλησε να περισυλλέξει και με αγάπη να θρέψει και να ζεστάνει τούς υιούς Ισραήλ αλλά εκείνοι Του το αρνήθηκαν (Μτ. 23, 37). Με αυτή την έννοια λοιπόν, ή κλώσσα είναι σύμβολο του Χριστού ενώ τά κλωσσόπουλα σύμβολο τών αληθινών ακολούθων Του.

Το άλογο είναι σύμβολο του υπάκουου και πιστού δούλου. Γράφει ό Διονύσιος ό Αρεοπαγίτης ότι ό ίππος συμβολίζει την υπακοή. Στον Οκτώηχο κανόνα, οι Απόστολοι εξισώνονται με άλογα γοργοπόδαρα, με την έννοια της εμπίστου υπηρεσίας προς τον Θεό και της ταχύτητας με την οποία μεταφέρουν το Χαρμόσυνο Άγγελμα σέ όλη τη γη.

Ό άνθρωπος, το λιοντάρι, ό ταύρος και ό αετός είναι τά τέσσερα συμβολικά ζώα πού είδαν σέ όραμα ό προφήτης Ιεζεκιήλ και ό Άγ. Ιωάννης, να ίστανται ενώπιον του θρόνου του Ύψιστου (Ίεζ. 1, 5). 

Σύμφωνα με τούς ιερούς συγγραφείς, αυτά τά τέσσερα ζώα συμβολίζουν τις τέσσερις βασικές αρετές: σοφία, γενναιότητα, δικαιοσύνη, καθαρότητα. 

Το ότι ό άνθρωπος συμβολίζει τη σοφία και το λιοντάρι τη γενναιότητα είναι κατανοητό. 

Ό ταύρος συμβολίζει τη δικαιοσύνη επειδή είναι ζώο της θυσίας, ζώο πού θυσιαζόταν για αμαρτήματα δικαιοσύνης.

Ό
αετός κατά την πτήση συμβολίζει την καθαρότητα επειδή ανεβαίνει σέ μεγάλα ύψη και στα ύψη βρίσκεται ή καθαρότητα. Ακόμα, τούτα τά τέσσερα συμβολικά ζώα, σημαίνουν τις ποικιλόμορφες πνευματικές Δυνάμεις γύρω από το θρόνο του Θεού οι όποιες νύχτα και ημέρα ψάλλουν: Άγιος, Άγιος, Άγιος, Κύριος Σαββαώθ!

Βάτραχοι, ψείρες και διάφορα έντομα με τά οποία ό Θεός επέταξε την αρχαία Αίγυπτο,
συμβολίζουν τά διάφορα ανθρώπινα αμαρτήματα, είτε εν έργω είτε εν λόγω (Εξ. κεφ. 8). 

Ενώ τά αόρατα βακτήρια και μικρόβια, συμβολίζουν τις αδιόρατες αμαρτίες τών ανθρωπίνων λογισμών. Αν ό άνθρωπος δεν καταπνίξει σύντομα τούς κακούς λογισμούς μέσα του, εκείνοι πολλαπλασιάζονται και ισχυροποιούνται μέσα στην ψυχή -όμοια με τά μικρόβια στο σώμα- και επιφέρουν στην ψυχή βαριές και ακόμα και θανατηφόρες ασθένειες.

Τά άγρια θηρία γενικά, συμβολίζουν τά μεγάλα πάθη. Καθώς τά άγρια θηρία καταξεσχίζουν το σώμα, έτσι και τά πάθη ξεσχίζουν τις ψυχές. Ό Δημιουργός έδωσε στον Αδάμ την εξουσία επάνω σέ όλα τά πάθη: γι’ αυτό και εκείνος εξουσίαζε όλα τά θηρία ως σύμβολα τών παθών. 

Εκείνοι οι άγιοι άνθρωποι πού διά του νέου Αδάμ, του Χριστού, έλαβαν την εξουσία επί τών παθών, έλαβαν μαζί με αυτό και την εξουσία επί τών άγριων θηρίων.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΟΜΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΑ.



Διαβάστε περισσότερα... »

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Η αυτοκτονία και η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας



Η αυτοκτονία και η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας 
Σπυρίδωνος Κοντογιάννη, Αθήνα 2001, σελ. 9-15


1. Ορισμός της αυτοκτονίας.Αυτοκτονία ονομάζεται η ανθρώπινη εκείνη πράξη, κατά την οποία ο ίδιος ο άνθρωπος τερματίζει την ζωή του.

Κατά κυριολεξία αυτοκτονία είναι η ολοκληρωμένη εκείνη ανθρώπινη πράξη,
η οποία έχει ως επισφράγισμα τον θάνατο του αυτόχειρα. Και αυτό σε σχέση πάντοτε με την λεγόμενη απόπειρα αυτοκτονίας, που είναι πράξη ανολοκλήρωτη, δεν έχει δηλαδή ως αποτέλεσμα τον θάνατο αυτού ο όποιος αποπειράται να αυτοκτονήσει.

Διάκριση επίσης γίνεται μεταξύ αυτοκτονίας και της τάσης προς αυτοκτονία,
μιας ενέργειας δηλαδή που μόλις έχει εκδηλωθεί ή και της ιδέας της αυτοκτονίας που είναι μια απλή νοητική αφετηρία, μια επιθυμία για να πεθάνει κανείς, άλλοτε έντονη και άλλοτε όχι.

Η αυτοκτονία είναι «φόνος», και είναι «εκ προαιρέσεως αφαίρεσις υφ' ημών της ιδίας ημών ζωής»
γι' αυτό και διαφέρει από τον κοινό φόνο, την αφαίρεση δηλαδή της ζωής του άλλου από κάποιον. Και ακόμη, η αυτοκτονία διακρίνεται σε άμεση και έμμεση.

Άμεση αυτοκτονία καλείται η εκ προαιρέσεως βίαιη, με φονικό όργανο η κίνηση,
αφαίρεση της ίδιας μας της ζωής, ενώ έμμεση είναι η αυτοκτονία που πραγματοποιείται εν γνώσει μας μεν, αλλά και εκ προθέσεως βαθμιαία, σιγά-σιγά, αφαίρεση της ζωής μας (π.χ. η άρνηση τροφής, η λήψη ναρκωτικών ουσιών ενώ γνωρίζουμε το τέλος της πράξεως αυτής, η ευθανασία, η εκ προθέσεως δηλαδή διακοπή της ζωής του ασθενούς όταν αυτή ζητηθεί από τον ίδιο τον ασθενή ή τον ιατρό ή από τους συγγενείς του, η συνειδητή και χωρίς κανένα λόγο έκθεση της ζωής μας σε κίνδυνο, όπως η παράλογη ταχύτητα με μηχανές ή αυτοκίνητο κ. α.).

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί τι εννοούμε όταν λέμε προαίρεση για την αυτοκτονία.
Αναλύοντες τον όρο προαίρεση πρέπει να πούμε πως αυτός δηλώνει την πηγή και το κριτήριο των πράξεων του ανθρώπου, τη γενική κατεύθυνση της σκέψης, και του θυμικού (= το σύνολο των συναισθημάτων και των διαθέσεων) του ανθρώπου, βάσει της οποίας ο ίδιος ο άνθρωπος κρίνει τις πράξεις του αλλά και τις πράξεις των άλλων από ηθικής απόψεως. 

Πρόκειται δηλαδή, για το σύνολο των εσωτερικών κινήσεων του ανθρώπου ή καλύτερα για το σύνολο των βουλητικών του προδιαθέσεων, οι οποίες του υπαγορεύουν το τι πρέπει να κάνει σε κάθε περίπτωση, χωρίς όμως πολλή και μακρά σκέψη και έρευνα.


2. Στην αρχαία Ελλάδα

Στην αρχαία Ελλάδα υπήρχε νόμος σύμφωνα με τον όποιο οι αυτόχειρες δεν τύχαιναν
της ίδιας ταφής όπως οι άλλοι, των όποιων η ζωή τελείωνε φυσιολογικά, αλλά εθάπτονταν εκτός του κοινού νεκροταφείου και μάλιστα χωρίς το χέρι τους, το όποιο κράτησε το φονικό όργανο και επέφερε τα βίαια και θανάσιμα κτυπήματα και τελικά τον θάνατο τους, που εθάπτετο χωριστά από το άλλο σώμα. 

Και ακόμη, ο αυτόχειρας εθεωρείτο και ανάξιος να έχει σήμα (= ταφόπλακα) που να αναγράφει το όνομα του, ώστε κανένας να μη γνωρίζει ποιος κείται στον συγκεκριμένο τάφο. Και τούτο γιατί οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν μέγα παράπτωμα την αυτοκτονία και για λόγους θρησκευτικούς και για λόγους πολιτικούς (Πυθαγόρειοι, Πλάτων, Αριστοτέλης κ. α.). Ανάλογη.ταν η στάση προς τους αυτοκτονούντες και των άλλων λαών της αρχαιότητας.

Όταν όμως αμβλύνθηκαν οι ηθικές και οι πολιτικές ιδέες στην αρχαιότητα
, οι Κυνικοί και αργότερα οι Στωικοί φιλόσοφοι άρχισαν να διδάσκουν πως «ἴδιον τοῦ σοφοῦ εἶναι ἡ πρός τήν ζωήν ἀδιαφορία, ὁ δέ θάνατος, ὅστις εἶναι ἁπλοῦς χωρισμός, εἶναι τό μέσον πρός σωτηρίαν τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς ψνχῆς» (Κ. Ι. Δυοβουνιώτου, «Αυτοκτονία - [ΘΡΗΣΚΕΥΤ.]» Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Στ', σελ. 274).

Η στωική αυτή διδασκαλία και θεώρηση της αυτοκτονίας, διαδόθηκε, ευρύτατα μάλιστα στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία
(Σενέκας) και οι αυτοκτονίες κατά την εποχή εκείνη πολλών επισήμων ανδρών υπό την πίεση της ρωμαϊκής δεσποτείας ήταν συχνές, όπως μας πληροφορούν ο Τάκιτος και ο Πλίνιος. Οι αντιλήψεις αυτές των αρχαίων σοφών, με διάφορες τροποποιήσεις, έγιναν αποδεκτές και από μεταγενέστερους φιλοσόφους και εμφανίσθηκαν στη φιλοσοφική σκέψη των νεωτέρων χρόνων.

3. Οι άλλες θρησκείες

Την αυτοκτονία την καταδικάζουν ανέκαθεν όλες οι θρησκείες ως έγκλημα βαρύτατο.
Έτσι η Ιουδαϊκή θρησκεία θεωρεί την αυτοκτονία ως δειλία και ασέβεια προς τον Θεό όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Ιώσηπος :«Ἡ αὐτοχειρία καί τῆς κοινῆς τῶν πάντων φύσεως ἀλλότριον καί πρός τόν κτίσαντα Θεόν ἐστιν ἀσέβεια... 
Ὅσων καθ' ἑαυτῶν ἐμάνησαν αἱ χεῖρες, τούτων ὁ μέν Ἁδης δέχεται τάς ψνχάς σκοτιώτερος, ὁ δέ τούτων πατήρ Θεός εἰς ἐκγόνου τιμωρεῖται τούς τῶν πατέρων ὑβριστής» (Ἰουδαϊκός Πόλεμος, Γ, 8. 5). 

Ενώ η Παλαιά Διαθήκη εντάσσει την αυτοκτονία στην εντολή του Θεού «οὐ φονεύσεις» (Εξοδος κ', 15) και την καταδικάζει.

Και το Ισλάμ καταδικάζει την αυτοκτονία αφού σύμφωνα με την διδασκαλία του
ως ύψιστη αρετή θεωρείται η απόλυτη υποταγή του ανθρώπου στη θεία βούληση, προς την όποια η αυτοκτονία ως εκούσια (θεληματική) καταστροφή της ζωής είναι παντελώς ασυμβίβαστη. Το ίδιο καταδικάζουν την αυτοκτονία και τα ιερά βουδιστικά κείμενα.


4. Η Ορθόδοξη Εκκλησία

Η χριστιανική διδασκαλία θεωρεί την αυτοκτονία ως ένα από τα μεγαλύτερα αμαρτήματα,
η δε Ορθόδοξη Εκκλησία στηριζόμενη στην Αγία Γραφή και στην Ιερά Παράδοση θεωρεί την αυτοκτονία ως έγκλημα εναντίον της ιερότητας της ανθρώπινης ζωής και ως κλονισμό και απώλεια της πίστεως και της ελπίδας του αυτόχειρα προς τον Θεό. 

Κατά την Καινή Διαθήκη ο άνθρωπος τη ζωή δεν την έχει από τον εαυτό του, αλλά την έλαβε ως δώρο από τον Θεό και ως δώρο του Θεού οφείλει να την εκτιμά και ανάλογα με τον σκοπό της πρέπει να την μεταχειρίζεται. «Οὐδείς γάρ ἡμῶν ἑαντῷ ζῇ καί οὐδείς ἑαυτῷ ἀποθνήσκει. Ἐάν τε γάρ ζῶμεν, τῷ Κυρίω ζῶμεν ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τῶ Κνρίω ἀποθνήσκωμεν. Ἐάν τε ζῶμεν ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν» (Ρωμ. ιδ', 7 - 8).

Δηλαδή: «
κανείς από μας δεν ζει για τον εαυτό του και κανείς δεν πεθαίνει για τον εαυτό τον, διότι, εάν ζούμε, ζούμε για τον Κύριο, και εάν πεθαίνομε, πεθαίνομε για τον Κύριο. Είτε λοιπόν ζούμε είτε πεθαίνουμε ανήκουμε στον Κύριο, στον όποιο ανήκει η ζωή μας» και μόνος Εκείνος έχει απόλυτη κυριότητα επάνω σε αυτή, αφού Αυτός μας εξαγόρασε εκ της κατάρας του Νόμου και μάλιστα με το μεγάλο τίμημα της ίδιας της ζωής Του: «οὐκ ἐστέ ἑαυτῶν, ἠγοράσθητε γάρ τιμῆς» (Α' Κορινθ. στ', 19). 

Κάθε ένας δε, ο οποίος οικειοθελώς καταστρέφει την ζωή του γιατί ακρίτως κρίνει ότι τη βρίσκει αφόρητη, οικειοποιείται δικαιώματα του Θεού και τα παραβιάζει μάλιστα κατάφορα, και ασεβεί προς τον Θεό, γι' αυτό και θεωρείται ασυγχώρητος.

Η ζωή, ως δώρο του Θεού, έχει συγκεκριμένο και υψηλό μάλιστα σκοπό,
αφού ο Θεός τίποτε δεν έκαμε και δεν κάνει χωρίς σκοπό. Και είναι ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου, του κάθε ανθρώπου, σύμφωνα προς τη χριστιανική διδασκαλία, η πνευματική τελείωση του ανθρώπου, δηλαδή, η αγιότητα, η όποια θα έχει ως τελική επιβράβευση τη Βασιλεία των Ουρανών. 

Η ορθή πίστη, η συνειδητή συμμετοχή στα Μυστήρια της Εκκλησίας και η τήρηση των εντολών του Θεού οδηγούν τον άνθρωπο στην απαλλαγή από τα πάθη και εν συνεχεία στην ένωση με τον Θεό, στην κατά χάρη δηλαδή, θέωσή του, δια της μετοχής στις άκτιστες ενέργειες του Τριαδικού Θεού. 

Και αυτόν τον σκοπό ο άνθρωπος, ως παιδί του Θεού και «υἱός τῆς Βασιλείας Αὐτοῦ» (Ματθ. η', 12), οφείλει να υπηρετεί «περιπατῶν ἀξίως τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθη» (Έφεσ. δ', 1) πάντοτε (Γαλάτ. δ', 19), σκοπό, τον οποίο παραβιάζει κατάφορα και ματαιώνει η πρόωρη και με βίαιο τρόπο έξοδος από αυτή τη ζωή, δηλαδή η αυτοκτονία η αυτοχειρία «ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστός ἐν αὐτῷ».

Ο όλος άνθρωπος, ο όποιος αποτελείται από σώμα και ψυχή, έχει για τον Θεό μεγάλη αξία, διότι είναι ναός του ίδιου του Θεού
«ὑμεῖς γάρ ναός Θεοῦ ἐστε ζῶντος» (Β' Κορινθ. στ', 16) και εφ ' όσον είμαστε ναός του Θεού, είμαστε και κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος «ὅτι ναός Θεοῦ ἐστε καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν » (Α' Κορινθ. γ', 17).

Γι' αυτό και από αυτή τη σκοπιά της χριστιανικής πίστεως και διδασκαλίας η Εκκλησία καταδικάζει
διπλά την αυτοκτονία, από τη μια μεριά ως ασέβεια και επανάσταση κατά του Θεού, και από την άλλη ως φθορά και καταστροφή του ναού του Θεού, και την χαρακτηρίζει και την κολάζει ως θανάσιμο αμάρτημα, όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο Απόστολος Παύλος: «εἴ τις τόν ναόν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τούτον ὁ Θεός- ὁ γάρ ναός τοῦ Θεοῦ ἅγιός ἐστιν, οἵτινές ἐστε ὑμεῖς» (Α' Κορινθ. γ', 17).


5. Αυστηρές πνευματικές ποινές - επιτίμια
Η συνείδηση της Εκκλησίας κατέταξε την αυτοκτονία στα θανάσιμα και φοβερά πνευματικά παραπτώματα
και γι' αυτό καθιέρωσε και αυστηρές πνευματικές ποινές-επιτίμια για τους αυτοκτονούντας, για να τονίσει έτσι την ανάγκη σεβασμού της ιερότητας και της αξίας της ανθρώπινης ζωής. Επομένως, ο χριστιανός άνθρωπος και ιδιαίτερα ο Ορθόδοξος, δεν μπορεί να διαθέτει κατ' αρεσκείαν το σώμα του.

Γνωρίζοντας μάλιστα τον αληθινό σκοπό της ζωής του, όπως σημειώθηκε παραπάνω
είναι η κατά χάρη θέωσή του, κανένα πάθημα ή πλημμέλημα δεν μπορεί να τον οδηγήσει στην απόγνωση και την απελπισία. Ο χριστιανός άνθρωπος γνωρίζει και πιστεύει ότι οφείλει να υπομείνει αγόγγυστα τις δυσκολίες και τις πικρές καταστάσεις αυτής της ζωής, ως επιτρεπόμενες από τον Θεό, για το πνευματικό μας συμφέρον. 

Και ακόμη, ο χριστιανός άνθρωπος γνωρίζει πως κανένα αμάρτημα δεν είναι τέτοιο και τόσο βαρύ (πλην της αυτοκτονίας, η οποία γίνεται εν συνειδήσει και εν επιγνώσει), το όποιο να μη συγχωρεί ο Θεός (π.χ. το παράδειγμα του προδότη Ιούδα).

Η Εκκλησία απορρίπτει την άνευ θελήσεως του Θεού διακοπή της ζωής γι' αυτό καιαπαγορεύει
οποιαδήποτε εκκλησιαστική Ακολουθία και Τελετή (Κηδεία, Ταφή σε Κοιμητήριο πιστών, Μνημόσυνο, Τρισάγιο, Θεία Λειτουργία) για αυτούς που αυτοκτονούν, γιατί με την πράξη τους αυτή, σύμφωνα με τα όσα αναφέραμε πιο πάνω, πρόσβαλαν τη θεία δωρεά της ζωής και αποκόπηκαν από το σώμα της Εκκλησίας.

Αιτία δηλαδή της απαγορεύσεως της εκκλησιαστικής κηδεύσεως είναι το μέγεθος του αμαρτήματος,
το όποιο διαπράττεται από τον αυτόχειρα που αποστερεί έτσι τον εαυτό του από τη ζωή, το θείο αυτό δώρο, και καταδικάζει τον εαυτό του στον δι' αυτοχειρίας θάνατο, πράξη την οποία ούτε οργή, ούτε φτώχεια, ούτε θλίψη, ούτε διάψευση ελπίδων, ούτε δειλία, ούτε οποιαδήποτε άλλη αποκαρτέρηση μπορεί να δικαιολογήσει.

«
Οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλονσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι.. τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; θλίψις ἡ στενοχώρια ἤ διωγμός ἤ λιμός ἤ γυμνότης ἤ κίνδυνος ἤ μάχαιρα.. ἀλλ ' ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διά τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς - πέπεισμαι γάρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωή οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῷ ἡμῶν» (Ρώμ ­. η', 18 - 39).

Μόνο όσοι δεν πιστεύουν στον Θεό μπορεί να επιδοκι­μάζουν την αυτοκτονία
ως ηρωική πράξη και πιθανόν να επαινούν τη βίαιη έξοδο από αυτή τη ζωή, όταν κρίνουν πως κανένα καλό δεν τους δίνει η ζωή τους.

Όμως, οι Χριστιανοί πιστεύοντες στο Θεό και στην αθανασία της ψυχής σε καμμιά τραγική περίπτωση
οικονομική, κοινωνική, ηθική κ.λπ. και σέ καμμία αδυσώπητη κατάσταση δεν θα οπλίσουν το χέρι τους για να θέσουν βίαιο τέλος στη ζωή τους για δήθεν απελευθέρωση, γιατί αυτό είναι δειλία. Στην πραγματικότητα, η αυτοκτονία είναι η έσχατη έκφραση άκρατου εγωισμού και αμετανοησίας.

Ο πιστός χριστιανός δεν απελπίζεται, δεν χάνει την πίστη του στο έλεος
και τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Θεού. Γνωρίζει να υπομένει. Η αυστηρότητα αυτή της Εκκλησίας, η οποία επιθυμεί την πρόληψη των αυτοκτονιών, δεν είναι άσχετη και προς τον σκοπό της διδασκαλίας των επιζώντων (συγγενών, φίλων, γνωστών κ.λπ. του αυτόχειρα) για την ιερότητα του θείου αγαθού της ζωής, αλλά και τη βαρύτητα του αμαρτήματος της αυτοκτονίας, γι' αυτό και τονίζει ότι οι Κανονικές κυρώσεις - επιτίμια που επιβάλλει στους αυτόχειρες προϋποθέτουν ότι αυτός όταν έλαβε την απόφαση να αυτοκτονήσει είχε σώες τις φρένες και η πράξη αυτή έγινε με ελεύθερη βούληση του. Με άλλα λόγια, ο αυτόχειρας «είχεν εαυτόν» και δεν βρισκόταν σε κατάσταση ψυχοπάθειας.

6. Ευθανασία = φόνος + αυτοκτονία
Στη σελ. 7 της εργασίας αυτής σημειώθηκε από τον γράφοντα ότι στην «έμμεση» αυτοκτονία
που πραγματοποιείται εν γνώσει μας μεν, αλλά και εκ προθέσεως βαθμιαία, σιγά - σιγά, αφαίρεση της ζωής μας, κατατάσσεται και η «ευθανασία», η εκ προθέσεως δηλαδή διακοπή της ζωής του ανθρώπου όταν αυτό ζητηθεί από τον ίδιο τον ασθενή ή από τον ιατρό ή από τους συγγενείς του ασθενούς για να μην «ταλαιπωρείται ο άρρωστος».

Η «ευθανασία» είναι μία σύγχρονη κοινωνική αντίληψη για «αξιοπρεπή θάνατο»,
η δε νομική της κατοχύρωση στηρίζεται στο «δικαίωμα θανάτου» που έχει κάθε άνθρωπος σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, η όποια πηγάζει από τις ιδεολογίες της ευδαιμονίας που, στον προηγούμενο (20ο) αιώνα τουλάχιστον, προκάλεσαν γενοκτονίες και αναρίθμητες σφαγές.

Μέχρι τώρα καμία Χώρα δεν είχε προβεί σε νομιμοποίηση της «ευθανασίας»
γιατί εθεωρείτο από όλες τις κυβερνήσεις των Κρατών ως συνδυασμός «φόνου και αυτοκτονίας».

Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητος το «κοινωνικό φρούτο της ευθανασίας»
θεσμοθετήθηκε από τη Βουλή της Ολλανδίας στις 28 Νοεμβρίου 2000 και νομιμοποιήθηκε με τις ψήφους (104 υπέρ, έναντι 40 κατά) των βουλευτών του Ολλανδικού Κοινοβουλίου! Με την ψήφιση του Νόμου αυτού η Ολλανδία έγινε το πρώτο Κράτος της Ευρώπης που, παρά τους Νόμους του που καταδικάζουν τον φόνο και την αυτοκτονία, νομιμοποιεί το δίδυμο του θανάτου, την ευθανασία δηλαδή που όπως και ανωτέρω σημειώθηκε είναι συνδυασμός φόνου και αυτοκτονίας!

Με αφορμή την ψήφιση του Νόμου αυτού από την Κυβέρνηση της Ολλανδίας και λόγω της σοβαρότητος του θέματος,
η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, στις 14 Δεκεμβρίου 2000, με ανακοινωθέν της ενημερώνει τους Ορθοδόξους Έλληνες για το τι είναι «ευθανασία» αφ' ενός και αφ' ετέρου ποιες είναι οι θέσεις της Εκκλησίας επί του θέματος αυτού.

Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος

Διαβάστε περισσότερα... »