«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014

Επιτεύχθηκε η πρώτη άμεση επικοινωνία, μέσω διαδικτύου ανθρωπίνων εγκεφάλων


Για πρώτη φορά διεθνής ομάδα νευροεπιστημόνων και μηχανικών ρομποτικής
έδειξε ότι είναι δυνατή η άμεση επικοινωνία μεταξύ ανθρωπίνων εγκεφάλων μέσω διαδικτύου.




Οι ερευνητές πέτυχαν να μεταφέρουν απευθείας πληροφορίες από τον έναν εγκέφαλο στον άλλο, που απείχαν μεταξύ τους περίπου 8.000 χιλιόμετρα. Ένας άνθρωπος σκέφτηκε τη λέξη «γεια» στη μια άκρη της Γης και ένας άλλος την «άκουσε» μέσα στο δικό του κεφάλι στην άλλη άκρη του πλανήτη.


Οι επιστήμονες, με επικεφαλής τον Αλβάρο Πασκουάλ-Λεόνε, ερευνητή του Ιατρικού Κέντρου «Μπεθ Ίσραελ» και καθηγητή νευρολογίας του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «PLoS One», δήλωσαν ότι το πείραμά τους έδειξε πως είναι εφικτό να «διαβαστεί» η εγκεφαλική δραστηριότητα ενός ανθρώπου και μετά να μεταβιβαστεί διαδικτυακά σε έναν άλλο εγκέφαλο σε μεγάλη απόσταση, χωρίς να χρειάζεται να προηγηθεί πληκτρολόγηση ή εκφώνηση κάποιου κειμένου.


Οι ερευνητές μετέφεραν από εγκέφαλο σε εγκέφαλο τις λέξεις «hola» και «ciao» («γεια» στα ισπανικά και ιταλικά) από μία τοποθεσία στην Ινδία σε μια άλλη στη Γαλλία, χρησιμοποιώντας ασύρματες συσκευές ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος και ρομποτικές συσκευές διακρανιακής μαγνητικής διέγερσης, οι οποίες συνδέονταν μέσω του Ίντερνετ.

Στο παρελθόν τέτοιου είδους διάδραση αφορούσε την επικοινωνία μεταξύ ανθρωπίνου εγκεφάλου και ηλεκτρονικού υπολογιστή. Σε αυτές τις έως τώρα προσπάθειες, ηλεκτρόδια προσαρτούνταν στο κρανίο ενός ανθρώπου καταγράφοντας τα ηλεκτρικά ρεύματα του εγκεφάλου του, κάθε φορά που σκεφτόταν να κάνει κάτι, όπως να κουνήσει το χέρι του. Στη συνέχεια, το ηλεκτρικό σήμα-εντολή, που αντιστοιχούσε σε αυτή τη σκέψη, μεταφερόταν σε έναν υπολογιστή, ο οποίος το «διάβαζε» και το «μετέφραζε» στην ανάλογη ενέργεια, π.χ. στην κίνηση ενός αναπηρικού αμαξιδίου.

Όμως, στη νέα έρευνα, οι επιστήμονες πρόσθεσαν και άλλους ανθρώπινους εγκέφαλους και μάλιστα πολύ απομακρυσμένους από τον πρώτο. Συγκεκριμένα, συμμετείχαν τέσσερις εθελοντές ηλικίας 28 έως 50 ετών. Ο ένας ήταν ο «πομπός» του εγκεφαλικού μηνύματος και οι άλλοι τρεις οι «δέκτες» του.

Αρχικά, μέσω ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος, οι ερευνητές «μετέφρασαν» τις λέξεις «hola» και «ciao» σε δυαδικό κώδικα πληροφορικής και έστειλαν τα αποτελέσματα, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, από την Ινδία στη Γαλλία. Εκεί, ένας υπολογιστής μετέφερε το μήνυμα στον εγκέφαλο των «δεκτών» μέσω μη επεμβατικής διακρανιακής διέγερσης.

Οι εθελοντές αντιλήφθηκαν αρχικά το μήνυμα ως λάμψεις φωτός στην περιφερειακή όρασή τους. Οι «δέκτες» τελικά αποκωδικοποίησαν σωστά την πληροφορία του μηνύματος και κατάλαβαν τις σκέψεις-λέξεις που τους έστειλαν από την άλλη άκρη του κόσμου. Ένα δεύτερο παρόμοιο πείραμα διεξήχθη μεταξύ Γαλλίας και Ισπανίας.

Για ένα «αξιοσημείωτο βήμα στην ανθρώπινη επικοινωνία» έκανε λόγο ο Πασκουάλ-Λεόνε, το οποίο ανοίγει το δρόμο, όπως είπε, για την υπέρβαση της παραδοσιακής ανθρώπινης επικοινωνίας που βασίζεται στη γλώσσα και στις κινήσεις. Αν και η σχετική νευρο-τεχνολογία βρίσκεται ακόμη σε αρχικά στάδια, ο απώτερος φιλόδοξος στόχος της -που θυμίζει επιστημονική φαντασία- είναι ουσιαστικά η μεταφορά της σκέψης από τον έναν άνθρωπο στον άλλο οπουδήποτε στον κόσμο.

Για την πρωτότυπη επιστημονική εργασία στη διεύθυνση: http://www.plosone.org/article/info%3Adoi%2F10.1371%2Fjournal.pone.0105225 (οράτε παρακάτω)


Figure 1 Brain-to-brain (B2B) communication system overview.





Διαβάστε περισσότερα... »

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Η μη λεκτική επικοινωνία





Το ολικό νόημα μιας δυαδικής επικοινωνίας μεταφέρεται μόνο κατά το 1/3 μέσω της λεκτικής οδού και κατά τα 2/3 μέσω της μη λεκτικής οδού – R.L. Birdwhistell (1970)

Από το σύνολο των μηνυμάτων που ανταλλάσσονται στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις, το 7% γίνεται μέσω της λεκτικής οδού, το 38% μέσω της φωνητικής οδού και το 55% μέσω της λοιπής μη λεκτικής οδού – A. Mehrabian (1971)

Το 90% της διαπροσωπικής επικοινωνίας διεξάγεται μέσω της μη λεκτικής οδού – G. R. Wainwright (1992)

Τι είναι η μη λεκτική επικοινωνία και πώς επιτυγχάνεται; Η μη λεκτική επικοινωνία είναι η διαδικασία μέσω της οποίας ένα άτομο επηρεάζει τη συμπεριφορά, τη νοητική κατάσταση ή τα συναισθήματα κάποιου άλλου, χρησιμοποιώντας ένα ή περισσότερα μη λεκτικά κανάλια. Όλες οι πηγές μετάδοσης πληροφοριών και συναισθημάτων, εκτός του λόγου, αποτελούν τα κανάλια της μη λεκτικής επικοινωνίας. 

Σύμφωνα με τους Richmond, McCroskey και Payne (1991), η ολική επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων επιτυγχάνεται μεταδίδοντας το γνωστικό μέρος μέσω της λεκτικής οδού και το συναισθηματικό ή συγκινησιακό μέρος της επικοινωνίας μέσω της μη λεκτικής οδού. Επομένως, η σωστή χρήση της μη λεκτικής επικοινωνίας είναι ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για την κοινωνική επιτυχία και ιδιαίτερα την επιτυχία των διαπροσωπικών σχέσεων.

Τα μη λεκτικά μηνύματα στους ανθρώπους εκπέμπονται από τρεις βασικές πτυχές. Η πρώτη πηγή είναι η γενική εντύπωση που δημιουργεί το ίδιο το άτομο στους άλλους ανθρώπους. Η γενική εντύπωση του ατόμου σχηματίζεται από την εμφάνιση του σώματός του, τις εκφράσεις του προσώπου του, το βλέμμα του, τις χειρονομίες που κάνει, τις κινήσεις, τον προσανατολισμό και τη στάση του σώματός του, τις αντιδράσεις του στη σωματική επαφή, το μέγεθος του ζωτικού του χώρου, την ενδυμασία του, τη μυρωδιά του σώματός του και άλλα. 

Η γενική εμφάνιση δίνει, με την πρώτη ματιά, πολλές πληροφορίες για το φύλο, την ηλικία, το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, καθώς και την προσωπικότητα, τον συναισθηματικό κόσμο και τις διαθέσεις του ατόμου. Η δεύτερη πηγή μη λεκτικών σημάτων εντοπίζεται στα μη λεκτικά στοιχεία του λόγου, όπως τον τόνο, τη σταθερότητα, την ένταση και την αλλοίωση της φωνής, την ταχύτητα ροής του λόγου, τις παύσεις, την προφορά και τους διάφορους ήχους εκτός των λέξεων. Η κατηγορία αυτή της μη λεκτικής επικοινωνίας καλείται και “φωνητική επικοινωνία”. 

Τέλος, η τρίτη πηγή αφορά τα μη λεκτικά μηνύματα που μεταδίδονται από το χώρο στον οποίο ο άνθρωπος εργάζεται, διασκεδάζει ή απλώς συχνάζει, και πολύ περισσότερο από το χώρο στον οποίο κατοικεί και, κατά συνέπεια, διαμορφώνει σύμφωνα με τις προτιμήσεις του. Η αρχιτεκτονική και η διακοσμητική του χώρου, τα έπιπλα, ο φωτισμός, τα χρώματα, ακόμα και οι μυρωδιές του περιβάλλοντος του ατόμου, αποτελούν μέρος της μη λεκτικής επικοινωνίας του. Τα στοιχεία αυτά του χώρου επηρεάζουν έντονα τις διαθέσεις των ανθρώπων και συμβάλλουν στη διαμόρφωση των πρώτων αλλά ισχυρών εντυπώσεων.

Τα μη λεκτικά μηνύματα τα οποία μεταδίδονται από τον ίδιο τον άνθρωπο κατατάσσονται σε τρεις διαφορετικές κατηγορίες, ανάλογα με το βαθμό συνείδησης και ελέγχου που ασκούν επάνω τους τόσο εκείνοι που τα μεταδίδουν όσο και αυτοί που τα λαμβάνουν. 

Στην πρώτη κατηγορία κατατάσσονται τα μη λεκτικά σήματα, για την εκδήλωση και την επιρροή των οποίων ούτε ο δότης ούτε ο λήπτης έχουν οποιαδήποτε επίγνωση ή έλεγχο. Κλασικό παράδειγμα ασυνείδητου μη λεκτικού σήματος αποτελεί η διεύρυνση της κόρης των ματιών στα άτομα τα οποία είναι σεξουαλικά ερεθισμένα (δότες). Ασυνείδητη είναι επίσης η σεξουαλική έλξη την οποία προκαλούν τα άτομα με τις διευρυμένες κόρες στους λήπτες του μη λεκτικού αυτού σήματος. 

Όταν μεταδίδονται τα ασυνείδητα μη λεκτικά σήματα, επηρεάζεται η νοητική και η συναισθηματική κατάσταση του δότη αλλά και του λήπτη, χωρίς οι ίδιοι να μπορούν να το ελέγξουν και χωρίς να γνωρίζουν το γιατί. Σε αντίθεση με τα ζώα, στους ανθρώπους ένα πολύ μικρό κομμάτι της μη λεκτικής επικοινωνίας εκδηλώνεται αποκλειστικά στο ασυνείδητο επίπεδο. 

Στην πλειονότητά τους τα ανθρώπινα μη λεκτικά μηνύματα υπάγονται στη δεύτερη κατηγορία, η οποία περιλαμβάνει τα σήματα που μεταβιβάζονται και ερμηνεύονται κατά ένα μέρος συνειδητά και κατά ένα μέρος ασυνείδητα. Για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι το ντύσιμο ενός ατόμου επηρεάζει τη στάση των άλλων απέναντί του, χωρίς όμως να είναι ακριβώς γνωστό το πώς και το γιατί. 

Τέλος, υπάρχουν μη λεκτικά σήματα τα οποία είναι πλήρως συνειδητά και ελεγχόμενα, όπως, για παράδειγμα, οι υποδείξεις που γίνονται με το δείκτη του χεριού κατά τη διάρκεια της ομιλίας.

[...]

Όταν οι άνθρωποι βρίσκονται κάτω από συναισθηματικές πιέσεις και προσπαθούν να ελέγξουν τις αυθόρμητες εκδηλώσεις τους, εμφανίζονται παρά τη θέλησή τους οι λεγόμενες “διαρροές της αλήθειας”, οι οποίες αποκωδικοποιούνται σχετικά εύκολα από τους έμπειρους λήπτες. Οι διαρροές της αλήθειας περιλαμβάνουν αντιδράσεις όπως η ένταση των μυών, ο τρόμος [τρέμουλο] των χεριών, η αστάθεια της φωνής, το κοκκίνισμα του προσώπου, ο υπερβολικός ιδρώτας και άλλα, και φανερώνουν, παρά τη θέληση του ατόμου, την πραγματική συναισθηματική κατάσταση.

Οι Feldman, Philippot και Custrini (1991) επισήμαναν ότι υπάρχουν τρεις διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους μπορεί να διαρρεύσει η αλήθεια και επομένως να διαπιστωθεί η προσπάθεια απάτης. Πρώτον, όταν οι άνθρωποι επιχειρούν απάτη, οι κινήσεις τους δεν είναι αυθόρμητες και χαλαρές αλλά προγραμματισμένες, τεταμένες και ύποπτες. Δεύτερον, όταν οι άνθρωποι επιχειρούν να εξαπατήσουν λέγοντας ψέματα, βιώνουν άγχος και ενοχές – και μάλιστα ενοχές μεγέθους ανάλογου με τις συνέπειες του ψέματος το οποίο εκφράζουν. 

Το άγχος όμως και οι ενοχές παράγουν ειδικές αντιδράσεις, όπως οι νευρικές κινήσεις στα δάχτυλα, το παιχνίδι με τα μικρά αντικείμενα, το δάγκωμα των νυχιών, των μολυβιών και άλλων αντικειμένων. Από τις εκδηλώσεις αυτές οι παρατηρητές μπορούν να συμπεράνουν τη νευρικότητα και επομένως την απόπειρα εξαπάτησης. 

Τέλος, οι άνθρωποι στην προσπάθειά τους να κρύψουν την αλήθεια, δεν καταφέρνουν να ελέγχουν όλα τα μη λεκτικά κανάλια επικοινωνίας ταυτόχρονα και εξίσου καλά, οπότε, όταν επιχειρείται προβολή των υποκριτικών αισθημάτων, τα πραγματικά αισθήματα “διαρρέουν” μέσω διαφορετικών καναλιών. Για παράδειγμα, όταν κάποιος αισθάνεται άσχημα ή αμήχανα και δεν θέλει να το φανερώσει, μπορεί να χαμογελά και ταυτόχρονα να κουνά νευρικά το κάτω μέρος του ποδιού του. Η ασυνέπεια αυτή της συμπεριφοράς διαγιγνώσκεται επίσης πολύ εύκολα από τους έμπειρους λήπτες.

Η λεγόμενη “διαίσθηση” δεν είναι άλλη από την ικανότητα λεπτομερούς αποκωδικοποίησης της μη λεκτικής συμπεριφοράς (Pease, 1981). Όταν λέμε ότι διαισθανόμαστε πως κάποιος λέει ψέματα, απλώς ερμηνεύουμε τις νευρικές και αγχώδεις κινήσεις του, ή αποκωδικοποιούμε την ασυνέπεια που υπάρχει μεταξύ των μη λεκτικών του καναλιών είτε μεταξύ της λεκτικής και της μη λεκτικής του επικοινωνίας. 

Συχνά ο “διαισθητικός δάσκαλος” σταματά την παράδοση του μαθήματός του, διότι “διαισθάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά”. Αυτό σημαίνει ότι τα μη λεκτικά μηνύματα που παίρνει από το ακροατήριο τον ειδοποιούν ή ότι δεν γίνεται κατανοητός ή ότι το ακροατήριο δεν συμφωνεί με τα λεγόμενά του ή ότι απλώς το ακροατήριο έχει βαρεθεί ή έχει κουραστεί. Σε γενικές γραμμές, οι γυναίκες είναι περισσότερο ευαίσθητες από τους άνδρες στη σύλληψη και την αποκρυπτογράφηση των λεπτομερειών της μη λεκτικής επικοινωνίας. 

Αυτό στην καθημερινή διάλεκτο αναφέρεται ως “γυναικεία διαίσθηση”. Η ικανότητα αυτή των γυναικών είναι εντονότερη σε όσες έχουν αναθρέψει παιδιά, διότι κατά την περίοδο κατά την οποία το βρέφος στερείται παντελώς της λεκτικής οδού, η μητέρα αναγκάζεται να στηριχθεί αποκλειστικά στα μη λεκτικά σήματα προκειμένου να κατανοήσει και να ικανοποιήσει τις ανάγκες του. Με αυτό τον τρόπο οι μητέρες ασκούν εντατικά τις ικανότητές τους στην αποκωδικοποίηση των μη λεκτικών σημάτων.

Είναι ανόητο να υποτιμάμε τα συμπεράσματα τα οποία βγαίνουν από την εμφάνιση των ανθρώπων. Το πραγματικό μυστήριο αυτού του κόσμου βρίσκεται στο ορατό και όχι στο αόρατο. – Oscar Wilde 

Ε. Παπαδάκη – Μιχαηλίδη, Η Σιωπηλή Γλώσσα των Συναισθημάτων – Η μη λεκτική επικοινωνία στις διαπροσωπικές σχέσεις (Εκδ. Πεδίο), απόσπασμα


Διαβάστε περισσότερα... »

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Η δύναμη των ασθενών δεσμών



Η βασική ιδέα πίσω από τη διάχυση της καινοτομίας είναι ότι οι πληροφορίες και οι επιρροές τείνουν να εξαπλώνονται μέσω στενών, ισχυρών συνδέσεων. Αν μπορούμε να επηρεάσουμε ανθρώπους που δεν γνωρίζουμε, αυτό συμβαίνει επειδή εκμεταλλευόμαστε μια σειρά ισχυρών δεσμών.

Ενώ αυτή η δομή είναι καλή αν θέλουμε να επηρεάσουμε τους πάντες μέσα στην ομάδα μας, ακόμη δε και να ενισχύσουμε τη δική μας συμπεριφορά μέσω βρόχων ανατροφοδότησης, είναι πολύ κακή αν επιθυμούμε να επηρεάσουμε άτομα έξω από την ομάδα.

Ο κοινωνιολόγος Mark Granovetter ήταν ένας από τους πρώτους που αναγνώρισαν αυτή τη διαφορά. Άλλοι ερευνητές απέρριπταν τους «ασθενείς δεσμούς» και τις περιστασιακές γνωριμίες ως άσχετες με την εξάπλωση της πληροφορίας. Ο Granovetter, όμως, υποστήριξε ότι αυτοί οι ασθενείς δεσμοί συχνά λειτουργούν ως γέφυρες από μία ομάδα σε κάποια άλλη, και επομένως παίζουν σημαντικό ρόλο.

Οι ισχυροί δεσμοί μπορεί να συνδέουν τα άτομα σε ομάδες, αλλά οι ασθενείς δεσμοί συνδέουν τις ομάδες μεταξύ τους στην ευρύτερη κοινωνία και είναι πολύ κρίσιμοι για τη μετάδοση πληροφοριών σχετικά με τη σημασία των αποχωρητηρίων, τη διαθεσιμότητα καλών δασκάλων πιάνου, τις πολύτιμες μελέτες άλλων εφευρετών και πολλά άλλα.

Ο Granovetter χρησιμοποίησε μια απλή οικονομική μελέτη για να αποδείξει τη θεωρία του. Επικοινώνησε με πολλούς εργαζομένους σε τεχνικές και διοικητικές θέσεις έξω από τη Βοστόνη οι οποίοι πρόσφατα είχαν βοηθηθεί από κάποια προσωπική τους επαφή στο να προσληφθούν σε νέα δουλειά, θέτοντας τους ένα απλό ερώτημα: «Πριν αλλάξετε δουλειά, πόσο συχνά βλέπατε το άτομο που σας βοήθησε στο να βρείτε την καινούργια δουλειά σας;». Μόνο το 17% απάντησε «συχνά», ενώ το 55% «περιστασιακά» και το υπόλοιπο 28% «σπάνια». 

Οι περισσότεροι εργαζόμενοι βρήκαν δουλειά μέσω παλιών φίλων, παλιών συναδέλφων ή προηγούμενων εργοδοτών. Η επαφή με το συγκεκριμένο άτομο ήταν σποραδική, ενώ ελάχιστοι είχαν περάσει χρόνο μαζί του εκτός δουλειάς. Σύμφωνα με τον Granovetter, «Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτοί οι δεσμοί δεν ήταν ποτέ πολύ ισχυροί εξαρχής… Επανενεργοποιήθηκαν λόγω τυχαίων συναντήσεων ή κοινών φίλων. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι άνθρωποι λαμβάνουν σημαντικές πληροφορίες από άτομα των οποίων την ύπαρξη έχουν ξεχάσει».

Με άλλα λόγια, οι περισσότεροι συμμετέχοντες είχαν βρει τη δουλειά τους χάρη σε (σχεδόν) ξένους —μακρινούς φίλους ή φίλους φίλων, οι οποίοι προσέφεραν πληροφορίες για κάποια δουλειά στον υποψήφιο. Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι βρίσκουν δουλειά με τον ίδιο εν πολλοίς τρόπο που βρίσκουν ερωτικούς συντρόφους —ψάχνοντας στο κοινωνικό τους δίκτυο, πέρα από τους άμεσους δεσμούς τους.

Στην πραγματικότητα, οι άνθρωποι συχνά βασίζονται σε χαλαρούς δεσμούς για να αναζητήσουν χρήσιμες πληροφορίες μέσα σε μεγάλα δίκτυα, όπως έδειξε η μελέτη του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αναφέρθηκε στο Κεφάλαιο Ι. Οι άνθρωποι συχνά βασίζονται σε κοινωνικά μακρινούς φίλους για να επιτύχουν τον στόχο τους.

Καθώς οι πληροφορίες ρέουν ελεύθερα μέσα σε κάθε στενό κύκλο φίλων, είναι πιθανόν όλοι να ξέρουν λίγο-πολύ όσα γνωρίζουν και οι στενοί φίλοι τους. Αν όμως απομακρυνθείτε λίγο στον κοινωνικό χώρο, υπάρχει λιγότερη αλληλοεπικάλυψη εμπειριών και πληροφοριών.

Μπορεί να εμπιστευόμαστε λιγότερο τα άτομα που είναι μακριά από εμάς στον κοινωνικό χώρο, ωστόσο οι πληροφορίες και οι επαφές που διαθέτουν μπορούν να έχουν μεγαλύτερη αξία, καθώς εμείς δεν έχουμε απευθείας πρόσβαση σε αυτές.
Aυτοί που λειτουργούν ως γέφυρες μεταξύ ομάδων, αποκτούν κεντρική θέση στο όλο δίκτυο, και έτσι έχουν περισσότερες πιθανότητες να αποκομίσουν οικονομικά ή άλλου είδους οφέλη.


Προσαρμογή από το βιβλίο «Nicholas A. Christakis, Md, Phd και James H. Fowler, Phd, Συνδεδεμένοι: Η Εκπληκτική Δύναμη Των Κοινωνικών Δικτύων Και Πώς Αυτά Διαμορφώνουν Τη Ζωή Μας, Εκδόσεις Κάτοπτρο»

Διαβάστε περισσότερα... »

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Πανέξυπνα βακτήρια, παραδίδουν μαθήματα επικοινωνίας



Μέσα σε δευτερόλεπτα, μπορούν να ανταλλάξουν πληροφορίες που ισοδυναμούν με βιβλίο τσέπης 50 σελίδων! Εξ ου και η κυβερνητική διάσταση της μικροβιακής ζωής που έχει πολλά να μας διδάξει...


Όταν η σαλμονέλα εισέρχεται στα κύτταρα του εντερικού επιθηλίου, η επικοινωνία μεταξύ των επί μέρους βακτηρίων βρίσκεται στο μέγιστο, όπως αποδεικνύεται από τα μαστίγιά τους, ορατά με ροζ χρώμα, που συμπλέκονται έντονα

Η όρασή μας δεν αρκεί για να τους δούμε, αλλά αυτοί «ζουν και βασιλεύουν».
Πρόκειται για τους μικροοργανισμούς των οποίων τις ιδιότητες υποτιμούμε βυθισμένοι καθώς είμαστε στην ευδαιμονία του ανθρωποκεντρισμού μας. Ευτυχώς όμως, κάποιοι φωτισμένοι ερευνητές έρχονται να μας αφυπνίσουν και να αναδείξουν την ευφυΐα των μικροοργανισμών. Μεταξύ αυτών ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Γενεύης κ. Jean-Claude Pechére, ο οποίος έχει αναπτύξει τη δική του θεωρία για τη ζωή στις μικρές διαστάσεις. 


Εν αναμονή της έκδοσης σχετικού βιβλίου του, το οποίο πρόκειται σύντομα να κυκλοφορήσει στην αγγλική και στη γαλλική γλώσσα, ο καθηγητής Pechére μας μίλησε για την «Κυβερνητική διάσταση της μικροβιακής ζωής» (αυτός άλλωστε ήταν και ο τίτλος της ομιλίας του σε συνέδριο που έλαβε πρόσφατα χώρα στα Ιωάννινα). Δανειζόμενος τον όρο «κυβερνητική» (cybernetic) από τη σύγχρονη υπολογιστική τεχνολογία, ο ελβετός καθηγητής κατέδειξε πως σε ό,τι αφορά τη ροή πληροφοριών, οι μικροοργανισμοί «μας βάζουν τα γυαλιά». 

Ελάτε να σας ξεναγήσουμε στα τερτίπια των μικροσκοπικών «συντρόφων» μας και θα δείτε πως μπορούμε μέσα από αυτούς ακόμη και να φιλοσοφήσουμε... 

Πιθανότατα ο μέσος άνθρωπος δεν απασχολείται με την ύπαρξη μικροοργανισμών παρά μόνο όταν ενοχληθεί από αυτούς, όταν παραδείγματος χάριν αρρωστήσει ή όταν το ξεχασμένο εκτός ψυγείου φαγητό του χαλάσει σύντομα. Και ενώ μάλλον γνωρίζει ότι το κρασί του ή το ψωμί του ή το τυρί του (για να κατονομάσουμε μερικά μόνο τρόφιμα) παρασκευάζονται χάρη στη δράση μικροοργανισμών, η συμβολή των αόρατων υπάρξεων στη διατροφή του δεν είναι και το πρώτο πράγμα που του έρχεται στον νου όταν καταναλώνει τα εν λόγω τρόφιμα. Ακόμη όμως και εκείνοι που συνειδητοποιούν το πόσο σημαντικοί είναι οι μικροοργανισμοί στη ζωή μας δεν κατανοούν το μέγεθος των ικανοτήτων τους. 

Στην κατανόηση του μικροβιακού κόσμου έχει εστιάσει το ενδιαφέρον του ο καθηγητής Jean-Claude Pechère,
ο οποίος παρατηρώντας πια εικόνες βακτηρίων και ιών (προφανώς έχουν ληφθεί με τη βοήθεια μικροσκοπίου) βλέπει πολύ περισσότερα απ' ό,τι θα έβλεπε το δικό μας απαίδευτο μάτι. Αυτή ακριβώς ήταν η παράκληση του «Βήματος» προς τον ελβετό καθηγητή: να μας βοηθήσει να δούμε τους μικροοργανισμούς με τα δικά του μάτια. 

«Εύκολο! Πάρτε για παράδειγμα αυτή την εικόνα», λέει ο καθηγητής Pechère δείχνοντας μια εντυπωσιακή φωτογραφία βακτηρίων τα οποία εισέρχονται σε ένα ανθρώπινο κύτταρο. Παρατηρούμε ότι ένα εξ αυτών έχει ήδη εισχωρήσει, ένα δεύτερο είναι καθ' οδόν και δύο άλλα ετοιμάζονται να εισέλθουν. 

«Η ομορφιά αυτής της εικόνας ηλεκτρονικού μικροσκοπίου δεν εντοπίζεται στα χρώματα (τα οποία προστέθηκαν αυθαιρέτως), αλλά στην επικοινωνία των βακτηρίων! Πώς αντιλαμβανόμαστε ότι επικοινωνούν; Βλέπετε αυτές τις κλωστές εδώ. Ονομάζονται "μαστίγια" και μέσω αυτών τα βακτήρια συνομιλούν. Να είστε δε βέβαιοι ότι δεν συνομιλούν μόνο μεταξύ τους αλλά και με το κύτταρο το οποίο προσπαθούν να εποικήσουν», συνεχίζει ο κ. Pechère.

Με τη γλώσσα του DNA 
Τι λένε λοιπόν τα βακτήρια και σε ποια γλώσσα; «Τα βακτήρια μιλούν τη γλώσσα του DNA και μάλιστα πολύ αποτελεσματικά. Αν θεωρήσουμε ότι τα τρία συστατικά της ζωής είναι η ύλη, η ενέργεια και η πληροφορία, τότε τα βακτήρια είναι αναμφιβόλως πολύ αποτελεσματικότερα από μας στην ανταλλαγή πληροφοριών, στην επικοινωνία δηλαδή», λέει ο κ. Pachère και συνεχίζει: «Πάρτε για παράδειγμα τη σαλμονέλα, το βακτήριο που ευθύνεται για τις τροφικές δηλητηριάσεις. Στο γονιδίωμά της όλα τα γονίδια τα οποία σχετίζονται με την παθογένεια, όλα δηλαδή τα γονίδια τα οποία είναι απαραίτητα για να μπορέσει το βακτήριο να προσβάλει τον ανθρώπινο οργανισμό και να προκαλέσει νόσο,βρίσκονται το ένα δίπλα στο άλλο σχηματίζοντας μια ενότητα. 

Κατά τη διάρκεια της σύζευξης (σ.σ.: διαδικασία κατά την οποία τα βακτήρια ανταλλάσσουν γενετικό υλικό),όλη αυτή η ενότητα περνά από το παθογόνο στέλεχος σαλμονέλας σε ένα άλλο, που τώρα πια γίνεται και εκείνο παθογόνο. Στο σύνολό του, το DNA που μεταβιβάζεται είναι της τάξεως των 150.000 βάσεων ("γραμμάτων" του DNA), πράγμα που ισοδυναμεί με ένα βιβλίο τσέπης 50 σελίδων! Κανείς άνθρωπος δεν μπορεί σε δευτερόλεπτα να μεταβιβάσει τόση πληροφορία σε έναν συνάνθρωπό του...». 

Το παράδειγμα της σαλμονέλας δεν είναι μοναδικό: πολλά βακτήρια ανταλλάσσουν γενετικό υλικό
τόσο μεταξύ τους όσο και με άλλα βακτηριακά είδη. Διαθέτουν μάλιστα και ειδικά «μοριακά οχήματα» μεταφοράς γονιδίων. 

Προσφάτως μάλιστα διαπιστώθηκε ότι μια παρατυπία στον γενετικό κώδικα, αλλάζει την τρισδιάστατη δομή του σε συγκεκριμένα σημεία έτσι ώστε να διευκολυνθεί η εισαγωγή των νέων γονιδίων (MacDonald et al., Nature 2006, 440: 1157-62). «Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος της ανταλλαγής πληροφορίας μεταξύ βακτηριακών ειδών, αρκεί να περιγραφεί πρόσφατο πείραμα που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση "Science" (D' Costa et al., "Science" 2006: 374-7). 

Κατά τη διάρκεια του πειράματος 480 είδη εδαφόβιων βακτηρίων δοκιμάστηκαν για ανθεκτικότητα σε 21 αντιβιοτικά μεταξύ των οποίων και κάποια που ακόμη δεν έχουν αρχίσει να χορηγούνται σε ασθενείς. Θα εκπλαγείτε όταν μάθετε ότι ορισμένα είδη βακτηρίων ήταν ανθεκτικά ακόμη και σε αυτά τα νέα αντιβιοτικά με τα οποία προφανώς δεν είχαν ακόμη έρθει σε επαφή!» λέει ο κ. Pechère. 

Η διαδεδομένη μεταξύ βακτηρίων πρακτική, όπου η πληροφορία του ενός είδους περνά
και μάλιστα όχι κάτω από συνθήκες εξελικτικής πίεσης (τα εδαφόβια βακτήρια δεν είχαν κανένα λόγο να διαθέτουν ανθεκτικότητα σε αντιβιοτικά με τα οποία δεν είχαν έλθει σε επαφή) σε ένα άλλο, δημιουργεί τεράστια γενετική ποικιλομορφία. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του εντεροβακτηρίου Escherichia coli, η πλειονότητα των στελεχών του οποίου είναι ακίνδυνα για τον άνθρωπο. 

Διαπιστώθηκε ότι η ομοιότητα μεταξύ του γονιδιώματος ενός ακίνδυνου στελέχους και του στελέχους Ο157:Η7 το οποίο προκαλεί ουρολοιμώξεις είναι μόνο 39%. «Αν σκεφτεί κανείς ότι το 99% των γονιδίων μας εντοπίζεται και στον χιμπαντζή, συνειδητοποιεί ακόμη περισσότερο τις δυνατότητες ενσωμάτωσης πληροφοριών των βακτηρίων» λέει με νόημα ο καθηγητής.

Τα κόλπα των ιών 
Αν έχετε ως τώρα πειστεί ότι οι ικανότητες των βακτηρίων για ανταλλαγή πληροφοριών είναι θαυμαστές, τότε θα μείνετε άναυδοι από τα κόλπα των ιών, τους οποίους ο ελβετός καθηγητής θεωρεί το πρωτότυπο πληροφοριακών σωματιδίων. Πράγματι, αν το καλοσκεφτεί κανείς, οι ιοί αποτελούν ξεχωριστή κατηγορία μικροοργανισμών που κινούνται στα όρια του έμβιου και του άβιου κόσμου: από χημικής απόψεως μπορούν να περιγραφούν (χονδροειδώς) σαν πρωτεϊνικοί σάκοι μέσα στους οποίους υπάρχει και μεταφέρεται γενετικό υλικό, DNA ή RNA. 

Εκτός των κυττάρων που προσβάλλουν, οι ιοί δεν μπορούν να πολλαπλασιαστούν και υπό αυτή την έννοια δεν πληρούν μία από τις βασικές προϋποθέσεις των ζωντανών οργανισμών που είναι η δυνατότητα αναπαραγωγής. Ωστόσο οι ιοί μπορούν να δημιουργούν αντίγραφα του εαυτού τους όταν βρίσκονται μέσα στα κύτταρα του ξενιστή τους. Εχουν μάλιστα αναπτύξει εις το έπακρον την ικανότητα να βάζουν το κύτταρο του ξενιστή να δουλεύει για λογαριασμό τους. 

Πρόσφατο εύρημα είναι κατά τον καθηγητή Pechère το απαύγασμα της δύναμης της πληροφορίας που επικοινωνείται μέσω ιών: μια γαλλική ερευνητική ομάδα πέτυχε να «αναστήσει» έναν ιό 5 εκατομμυρίων ετών! «Το ανθρώπινο γονιδίωμα περιέχει περί τα 100.000 αντίγραφα μιας κατηγορίας ιών που ονομάζονται HERVs (Human EndogenusRetro Viruses - Ανθρώπινοι ενδογενείς ρετροϊοί). Πρόκειται για RNA ιούς οι οποίοι προσέβαλαν τον πρόγονο των πρωτευόντων θηλαστικών, ίσως πριν από 20 εκατομμύρια χρόνια. Με βάση το RNA τους δημιουργήθηκαν αντίγραφα DNA τα οποία ενσωματώθηκαν στο γενετικό υλικό του προγόνου και από γενιά σε γενιά έφτασαν ως εμάς. Τα απομεινάρια των ιών HERV συνιστούν σήμερα το 8% του ανθρωπίνου γονιδιώματος! 

Στην πλειονότητά τους οι ιοί αυτοί με την πάροδο του χρόνου έχουν υποστεί μεταλλάξεις και έχουν καταστεί ανενεργοί. Προσφάτως όμως γάλλοι επιστήμονες πέτυχαν να αναστήσουν έναν τέτοιον ιό τον οποίο ονόμασαν HERV-Κ Phoenix. Για την ανάστασή του, απαιτήθηκε η αποκατάσταση ορισμένων μεταλλάξεων που είχε υποστεί, και ο ιός μπόρεσε όχι μόνο να προβάλει καλλιέργεια ανθρωπίνων κυττάρων και να πολλαπλασιαστεί αλλά και να ενσωματωθεί εκ νέου στο ανθρώπινο γονιδίωμα!». 

Αξίζει να προστεθεί ότι αν και η μολυσματικότητα του ιού HERV-Κ Phoenix
εμφανίστηκε σχετικά μικρή, οι «απόγονοί» του φέρουν ομοιότητες με ρετροϊκά σωματίδια τα οποία παρατηρούνται σε ορισμένους ανθρώπινους καρκίνους όπως είναι τα μελανώματα ή οι καρκίνοι των ωοθηκών και των όρχεων. Αυτή η ομοιότητα οδηγεί τους ερευνητές σε αναζήτηση πιθανού ρόλου των ιών HERV στην εμφάνιση των εν λόγω καρκίνων.


Πλούσια σε... συναισθήματα 
Επιστρέφοντας στα βακτήρια,
διερωτάται κανείς τι είδους πληροφορίες μπορούν να επικοινωνούν. Ο ελβετός καθηγητής δεν έχει καμία αμφιβολία για την ικανότητά τους να επικοινωνούν συναισθήματα! «Υποθέστε ότι πηγαίνετε σε μια συνάντηση και μέσα στην αίθουσα βλέπετε έναν ωραίο άνδρα. Σε δευτερόλεπτα η καρδιά σας αρχίζει να χτυπά εντονότερα. 

Αυτού του είδους πρωτογενές συναίσθημα (χαρακτηρίζεται από αμεσότητα και δημιουργείται ασυνείδητα) το οποίο δημιουργήθηκε όταν ένα οπτικό ερέθισμα μεταφέρθηκε στα κατάλληλα εγκεφαλικά κέντρα, υπάρχει και στα βακτήρια! Σε μοριακό επίπεδο, για τη δημιουργία των πρωτογενών συναισθημάτων απαιτείται η παρουσία ενός ερεθίσματος-σήματος, η παρουσία ενός αισθητήρα που αντιλαμβάνεται το σήμα και κινητοποιεί τον μηχανισμό ανταπόκρισης στο σήμα, που στην περίπτωσή σας ήταν ο αυξημένος χτύπος της καρδιάς. 

Στο γονιδίωμα του εντεροβακτηρίου Escherichia coli έχουν εντοπιστεί 62 πρωτεΐνες, οι οποίες μετέχουν στον κυτταρικό μηχανισμό παραγωγής συναισθημάτων, 36 εκ των οποίων μοιάζουν με πρωτεΐνες-αισθητήρες. Τα ερεθίσματα-σήματα στα οποία το βακτήριο ανταποκρίνεται, μπορούν να αφορούν τροφή, οξύτητα περιβάλλοντος (pH),φωτόνια, τοξικές ουσίες (για να αναφέρουμε μόνο μερικά), ενώ η ανταπόκριση μπορεί να είναι κίνηση απομάκρυνσης από ή προσέγγισης προς το ερέθισμα, αλλαγές στον μεταβολισμό κ.ά.». 

Την άποψη του Pechère για τη δημιουργία πρωτογενών συναισθημάτων στα βακτήρια συμμερίζεται και ο διάσημος πορτογάλος νευροβιολόγος Antonio Damasio, o οποίος στο βιβλίο του «Looking for Spinoza» σημειώνει: «Σκεφτείτε ένα μοναχικό paramecium, έναν απλό μονοκυτταρικό οργανισμό, μόνο σώμα, χωρίς εγκέφαλο, χωρίς νου, να κολυμπά ταχύτατα απομακρυνόμενος από έναν πιθανό κίνδυνο. ´Η ίσως το paramecium να κολυμπά προς μια ολοένα αυξανόμενη συγκέντρωση θρεπτικών συστατικών που του δείχνει ότι σε ένα κοντινό σημείο μπορεί να βρει ένα καλό γεύμα. Τα γεγονότα που σας περιγράφω, σε ένα πλάσμα που στερείται εγκεφάλου, ήδη ενέχουν την ουσία της διαδικασίας που δημιουργεί τα συναισθήματα».

Πνεύμα ομάδας 
Η γλώσσα του DNA δεν είναι η μόνη που χρησιμοποιούν τα βακτήρια, τα οποία εμφανίζουν χημειοτακτισμό και όχι μόνο. Οπως λέει ο ελβετός καθηγητής «τα βακτήρια διαθέτουν μια χημική γλώσσα όμοια με αυτήν των φερορμονών που διαθέτουν τα έντομα.Διαθέτουν επίσης και quorum sensing (αίσθηση απαρτίας). Πρόκειται για ένα είδος γλώσσας η οποία εξαρτάται από τη συγκέντρωση των κυττάρων. Με άλλα λόγια τα βακτήρια μπορούν να αντιληφθούν την παρουσία ομοίων τους. Αυτό γίνεται επειδή αντιλαμβάνονται στο περιβάλλον τους μόρια που εκλύονται από τους γείτονές τους. 

Ετσι, όταν γύρω τους υπάρχουν λίγα κύτταρα που εκλύουν κάποιο μόριο, η μικρή συγκέντρωση του μορίου αυτού στο περιβάλλον δεν του επιτρέπει να δράσει ως μήνυμα για τον αποδέκτη του. Οταν η συγκέντρωση των κυττάρων αυξηθεί, αυξάνεται και η συγκέντρωση των εκλυομένων μορίων η οποία γινόμενη αισθητή από το βακτήριο το κατευθύνει να αλλάξει τη συμπεριφορά του». 

Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι ερευνητές διαπιστώνουν την ύπαρξη του μηχανισμού
που επιτρέπει στα βακτήρια να αντιλαμβάνονται τη συγκέντρωσή τους στο περιβάλλον. Εκτιμάται ότι το quorum sensing είναι καθολικός μηχανισμός στα βακτήρια, ενώ έχει εντοπιστεί και σε ορισμένους μύκητες όπως ο στρεπτομύκητας (Streptomyces) και ο C. albicans. Εκτός από την επιστημονική περιέργεια οι ερευνητές έχουν και έναν πιο πρακτικό λόγο να ενδιαφέρονται για το quorum sensing, καθώς αυτό φαίνεται ότι εμπλέκεται στη μολυσματική ικανότητα των βακτηρίων.


Πρωτόπλαστοι και αθάνατοι 
Για τον καθηγητή Pechère πάντως, όλα τα τελευταία ευρήματα συνηγορούν υπέρ της θεώρησης ότι έχουμε υποτιμήσει τους μικροοργανισμούς: «Αναλογιστείτε ότι πρόκειται για οργανισμούς που προϋπήρχαν ημών, για οργανισμούς που είναι φτιαγμένοι από την ίδια ύλη και ενέργεια με μας, ενώ αυτό που τους διαφοροποιεί από εμάς είναι η πληροφορία τους και ο τρόπος που την αξιοποιούν. 

Αν σε αυτό προσθέσετε ότι είναι αθάνατοι...εκπλήσσεστε; Και βέβαια είναι αθάνατοι: τα βακτήρια πολλαπλασιάζονται με διαίρεση. Ενα αρχικό κύτταρο διαιρείται και δίνει δύο νέα. Δεν υπάρχει πτώμα! Βλέπετε ότι αλλάζει ακόμη και η άποψή μας για τον θάνατο μέσα από τη μελέτη των βακτηρίων; Ελπίζω να σας έπεισα ότι πρόκειται για οργανισμούς που πρέπει να τους κατανοήσουμε καλύτερα και να τους σεβαστούμε περισσότερο. Για το δικό μας καλό...».


Διαβάστε περισσότερα... »

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Η Γλώσσα, ως κώδικας Επικοινωνίας


Του Γεωργίου Παππά
Διδάκτωρα της Φιλοσοφικής Σχολής,
καθηγητή Διδασκαλείου Ξένων Γλωσσών
του Παν/μίου Αθηνών.


Η γλώσσα έχει χαρακτηριστεί, γενικά, ως όργανο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων,
το μέσο με το οποίο εκφράζει ο άνθρωπος τα συναισθήματά του και τις σκέψεις του.

Φαινόμενο κατ’ εξοχήν πολυδιάστατο (ατομικό συγχρόνως και κοινωνικό), η γλώσσα έχει αποτελέσει αντικείμενο διερεύνησης από διάφορες οπτικές γωνίες και μεθοδολογικά πρότυπα που απηχούν σε μεγάλο βαθμό την ποικιλία των διαστάσεων από την οποία μπορεί να μελετηθεί (θεωρία γλώσσας, κοινωνιογλωσσολογία, ψυχογλωσσολογία, φιλοσοφία) αλλά και τις επικρατούσες τάσεις ανάλυσης.

Έτσι, έχει κατά καιρούς αντιμετωπιστεί ως σύστημα αντιθέσεων και διαφορών στην προφορική, αλλά και τη γραπτή μορφή της (συστηματική διάσταση, Saussure), ως έμφυτος μηχανισμός γεννητικά προκαθορισμένος στον άνθρωπο ο οποίος ενεργοποιείται στην δεδομένη γλωσσική κοινότητα (γενετική, βιολογική διάσταση, Chomsky) και ως φαινόμενο κοινωνικό στα πλαίσια των κοινωνικών επιστημών και ανθρωπολογίας στη σχέση της με τις κοινωνικές παραμέτρους και που ρυθμίζουν τις μορφές και τις χρήσεις της (κοινωνιογλωσσολογική διάσταση,Labov). 

Παράλληλα η γλώσσα αντιμετωπίζεται σε σχέση με ζητήματα καθαρώς φιλοσοφικά και γνωστικά που σηματοδοτούν τη βασική της διάσταση να μεταδίδει και να αποκωδικοποιεί μηνύματα. Ως προς το τελευταίο αυτό σημείο ιδιαίτερα σημαντική είναι η σχέση της με τη νόηση και, γενικότερα, με τη σκέψη και ο ρόλος που παίζει ο συσχετισμός αυτός με τη μάθηση.

Τα ερωτήματα που γεννιούνται, κατ’ αρχήν από τον συσχετισμό γλώσσας και σκέψης συνοψίζονται στα εξής:

· Κατευθύνεται η σκέψη μας από τη γλώσσα;

· Μπορούμε να σκεφτόμαστε χωρίς γλώσσα;

· Πώς σχετίζεται η γλώσσα, με την ανθρώπινη ικανότητα της λογικής;

Τα παραπάνω ερωτήματα είναι εύλογα,
αν αναλογιστούμε την πολυπλοκότητα της σχέσεως γλώσσας και σκέψης και τη δυσκολία στην κατανόησή της. 

Σύμφωνα με μια άποψη, η σχέση είναι μεν αιτιώδης αλλά μονόδρομη και η γλώσσα είναι αναγκαία για τη σκέψη στο βαθμό που αυτή καθορίζει τον τρόπο σκέψης (Whorf). Άλλη άποψη είναι ότι αυτή η αιτιώδης σχέση έχει αντίθετη κατεύθυνση και η ανάπτυξη της σκέψης αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ανάπτυξη της γλώσσας. 

Άποψη που υποστηρίχτηκε από τον Piaget. Υπάρχει και η άποψη (θεωρία του Vygotsky), σύμφωνα με την οποία στα πρώτα στάδια γλώσσα και σκέψη ακολουθούν ανεξάρτητη αναπτυξιακή πορεία, ενώ αργότερα υπάρχει αμοιβαία αλληλεπίδραση.

Εξετάζοντας τη σχέση μεταξύ της γλώσσας και της σκέψης, διατυπώνουμε το ερώτημα ως εξής:
Στη μεταξύ τους αλληλεπίδραση ποια από τις δύο επικρατεί; Για να απαντήσουμε και να προσεγγίσουμε το ερώτημα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η γλώσσα εξυπηρετεί τόσο την εξωτερική επικοινωνία του ανθρώπου με τους συνανθρώπους του, όσο και τον εσωτερικό χειρισμό των σκέψεών του. 

Έτσι, ο άνθρωπος δύναται με τη χρήση της γλώσσας να μεταφράζει τις σκέψεις του σε γλωσσική έκφραση και να εσωτερικοποιεί την πραγματικότητα με βάση το σημασιολογικό περιεχόμενο των γλωσσικών εκφράσεων.

Το γενικό συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε είναι ότι μόνη της η γλώσσα δεν είναι αρκετή για τη γνωστική ανάπτυξη, αλλά το άτομο που υστερεί στη γλωσσική λειτουργία, αναμφίβολα υστερεί και στη γνωστική ανάπτυξη (1). Το θέμα γλώσσα και μάθηση αποτελεί ένα από τα καίρια ζητήματα της εφαρμοσμένης γλωσσολογίας οι ποικίλες διαστάσεις της οποίας θα φανούν από την περαιτέρω ανάπτυξη.

Η γλώσσα δεν είναι ο μόνος παράγοντας που συμβάλλει στην ανάπτυξη των πνευματικών ενεργειών του ατόμου. Στη νοητική συγκρότηση και εξέλιξη των ανθρώπων συμμετέχει και η ωρίμανση του νευρικού συστήματος και ο διάλογος με το περιβάλλον. Κατά τη μάθηση ο διάλογος αποκτά ιδιαίτερη σημασία, όταν η δράση του παιδιού στο περιβάλλον και η άντληση των εμπειριών του από αυτή μεταφράζονται σε γλωσσική μορφή. 

Ο δάσκαλος καλείται να οργανώσει τη μάθηση (σχεδόν δεν υπάρχει μάθηση που να μην γλωσσοποιείται), δημιουργώντας τη γλωσσική ατμόσφαιρα.

Σημαντικό χαρακτηριστικό στην πορεία μάθησης της γλώσσας είναι η μετάβαση
από το ενορατικό στο συνειδητό πεδίο. Μαθαίνουμε τη γλώσσα χωρίς να έχουμε συλλάβει και θεωρητικά τις τυπικές και συντακτικές της μορφές ή τη λειτουργία του σημαντικού της δυναμικού. 

Η συνειδητοποίηση που έρχεται με την προσπάθεια γνωριμίας της δομής και χρήσης της γλώσσας σημαίνει την επίτευξη μιας απόστασης από αυτήν και αυξημένη εγρήγορση πάνω στα προβλήματα και τις δυνατότητες που παρουσιάζει η γλωσσική έκφραση.

Όταν μιλάμε για κατάκτηση της γλώσσας αναφερόμαστε στην κατάκτηση όσων ακούει το παιδί
και στη χρήση της γλώσσας με στόχο την επικοινωνία. Μέσα στην κοινότητά του το παιδί πρέπει να εκφράσει γλωσσικά τις έννοιες που κατάφερε να κατανοήσει. Αυτό επιτυγχάνεται ύστερα από συστηματική ανάλυση του γλωσσικού συστήματος που ακούει και μετά από οργάνωση του δικού του συστήματος, που θα το καταστήσει ικανό να επικοινωνεί αποτελεσματικά με τους άλλους (2). 

Ο όρος «γλωσσική ικανότητα» αναφέρεται στην ικανότητα κατανόησης του συστήματος της γλώσσας (γραμματικοί κανόνες, λεξιλόγιο, συνδυασμός λέξεων). Ο όρος «γλωσσική πραγμάτωση» αναφέρεται στην παραγωγή (ομιλία, γραφή) και κατανόηση (ακρόαση, διάβασμα) της γλώσσας (3).

Στην οικειοποίηση του υπερβολικά πολύπλοκου συστήματος επικοινωνίας, που είναι η γλώσσα, αλληλοεμπλέκονται δύο παράγοντες: το άτομο και το περιβάλλον. Το νέο άτομο εμφανίζει μόνιμη τάση για κοινωνικοποίηση, που μεταφράζεται ως διάθεση επικοινωνίας με τα πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντός του. Το περιβάλλον παρέχει πρότυπα συμπεριφοράς, ερεθίσματα, συναισθηματική στήριξη. 

Αυτά αποτελούν συνιστώσες που αλληλεπιδρούν και συμβάλλουν δυναμικά στη νοητική ανάπτυξη του παιδιού και στη βαθμιαία οικειοποίηση του γλωσσικού κώδικα, με αποτέλεσμα την επίτευξη επικοινωνίας.

Παραπομπές:

1. Πόρποδας, Κ. (1985). Παιδαγωγική Ψυχολογία. Εισαγωγή στην Ψυχολογία της Γλώσσας. Ρόλος και Μάθηση της Γλώσσας. Αθήνα , σελ. 141.

2. Βότσος, Ι. (1992). Η γλωσσική εξέλιξη στο παιδί. Θεσσαλονίκη: εκδόσεις Ζήτη, σελ. 40.

3. Ο Chomsky θεωρεί τη γλώσσα ως ένα πεπερασμένο ή απεριόριστο σύνολο προτάσεων, η καθεμία από τις οποίες δομείται από ένα περιορισμένο αριθμό στοιχείων. Ο ορισμός αυτός περιλαμβάνει δομικούς και όχι λειτουργικούς όρους. Η σχέση μεταξύ δομής και λειτουργίας αποτελεί κεντρικό θέμα στη γλωσσολογία και σημείωσε σημαντική πρόοδο χάρη στον τρόπο με τον οποίο ο Chomsky συσχέτισε τη διαδικασία εξιδανίκευσης του γλωσσολόγου σε σχέση με τις πρακτικές εφαρμογές της γλώσσας. Με αυτόν τον τρόπο διακρίνουμε την γλωσσική ικανότητα (competence) από την γλωσσική πραγμάτωση (performance). Βλέπε Chomsky, Ν. (1957).Syntactic Structures. The Hauge, Mouton, σελ. 13

Διαβάστε περισσότερα... »