«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΛΩΡΙΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΛΩΡΙΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Μαρτίου 2021

ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΤΙΤΛΟ: "Η ΧΛΩΡΙΔΑ ΤΗΣ ΑΜΟΡΓΟΥ"

 





Κυκλοφόρησε και στην Ελληνική έκδοση η «Χλωρίδα της Αμοργού», η οποία περιλαμβάνει και ένα σημαντικό μέρος της πανίδας του νησιού. Πρόκειται για μια πολυτελέστατη έκδοση του Μουσείου Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας, 223 σελίδων, με πλήρη επιστημονική sensu stricto καταγραφή της Χλωρίδας της Αμοργού.

 

Ο συντονισμός και η μετάφραση του όλου έργου στα Ελληνικά, έγινε από τον γράφοντα.

 

Η πλήρη καταγραφή της χλωρίδας και της βλάστησης της Αμοργού παρουσιάζεται σε αυτή την έκδοση, η οποία βασίζεται σε εκτενή εργασία πεδίου που πραγματοποιήθηκε από τους συγγραφείς και τους συναδέλφους τους, καθώς και στην ανάλυση της σχετικής βιβλιογραφίας. Παρουσιάζεται ένας σχολιασμένος κατάλογος της χλωρίδας της Αμοργού, με σχόλια ως προς τις οικολογικές προτιμήσεις, την υψομετρική κατανομή και τη συχνότητα εμφάνισης των σπανιότερων ταξινομικών μονάδων (=taxa). Ιδιαίτερα έμφαση δίνεται στις 29 ταξινομικές μονάδες που έχουν ήδη δημοσιευθεί ως ελληνικά ενδημικά της Αμοργού, εκ των οποίων δύο είναι τοπικά ενδημικά του νησιού. 

 

Στον κατάλογο απαριθμούνται συνολικά 1096 ιθαγενή και εγκλιματισμένα (επιγενή) taxa (ταξινομικές μονάδες) αγγειόφυτων, που ανήκουν σε 1044 είδη, 460 γένη και 107 οικογένειες. Παρουσιάζονται έγχρωμες φωτογραφίες 268 αγγειόφυτων, 11 βρυόφυτων και ηπατικών βρύων, 44 λειχήνων και 30 μανιταριών. Παρουσιάζονται ακόμα 39 ζωϊκά είδη που φωτογραφήθηκαν για την ενότητα της πανίδας. 

 

 Στα εισαγωγικά κεφάλαια δίνεται έμφαση στα στοιχεία που αφορούν στη γεωμορφολογία, το κλίμα και τις χρήσεις της γης, ενώ εξετάζονται ακόμη οι κύριοι τύποι βλάστησης καθώς επίσης και η χλωριδική ιστορία του νησιού και οι φυτογεωγραφικές συγγένειες. 

 

Επισημαίνονται τα ενδημικά του νησιού και τα περιφερειακά ενδημικά, καθώς και τα πρόσφατα εισαχθέντα και αλλόχθονα taxa. Ακόμη παρέχεται ένας υπομνηματισμένος χάρτης που συνοψίζει τη φυσική και ημιφυσική βλάστηση (φυτοκοινωνίες) σε συνδυασμό με τους τύπους καλλιεργειών που τις αντικαθιστούν. Επισημαίνονται ορισμένες χλωριδικές περιοχές ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, σε συνδυασμό με τις τωρινές και πιθανές μελλοντικές απειλές. Συζητούνται δε τα απαραίτητα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν για τη διαφύλαξη και την προστασία αυτών των περιοχών.

 

Το βιβλίο εκδόθηκε με δαπάνες των συγγραφέων.

 

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΓΟΥΛΑΝΔΡΗ (Όθωνος 100) ΕΙΝΑΙ: 210.801.5870, εσωτ. 518 

 

Οράτε και εδώ για περισσότερες πληροφορίες: 

- https://www.facebook.com/DimPerd/posts/890675181352860 

- https://www.facebook.com/DimPerd/posts/558668331220215 

- https://www.amorgos-news.gr/%CF%84%CE%B1-%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CF%86%CF%85%CF%84%CE%AC-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%8D/?fbclid=IwAR2X52FVo1_w6wCPUxfPnl2Z7laqyHOtttmJ0mk4lqKHR7pufovl5lCEV0g

Διαβάστε περισσότερα... »

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2014

Το τσάϊ της Πάρνηθας [Sideritis raeseri Boiss. et Heldr. ssp. attica (Heldr.) Pap. et Kok.]




 
Το τσάι της Πάρνηθας (Sideritis raeseri subsp. attica) είναι ένα αρωματικό φυτό ενδημικό της Αττικής. Λόγω της σπανιότητάς του, περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (2009).
 
Υπενθυμίζεται ότι στον Εθνικό Δρυμό της Πάρνηθας, δεν επιτρέπεται η κοπή φυτών.





Διαβάστε περισσότερα... »

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

Η φάβα της Αμοργού (με βιβλιογραφία - links)




Semina Pisum sativi (Φάβα Αμοργού)
Δρόγη, προερχόμενη 
απο τα σπέρματα καλλιεργητικής ποικιλίας 
 του φυτού (ταξινομικής μονάδας) 
 Pisum sativum L., 
της οικογένειας  των Ψυχανθών (Leguminosae)


"κλίκ" επάνω στην εικόνα, για μεγέθυνση
πηγή-floraamorgina



"κλίκ" επάνω στις εικόνες για μεγέθυνση
Κείμενο: Νίκος Νικητίδης (Αμοργός)
Φωτογραφίες: Γιάννης Φ. Γαβαλάς (Ηρακλειά)



Οι Ίωνες έφυγαν από την Αιγιαλεία και αποίκισαν τη Μικρά Ασία και νησιά του Ανατολικού Αιγαίου.
Ίωνες από τη Σάμο πήγαν γύρω στον 8ο π.Χ. αιώνα στην Αμοργό και ίδρυσαν την Αιγιάλη, στην ανατολικότερη περιοχή του νησιού. Σήμερα η Αιγιάλη διατηρεί το αρχαίο της όνομα, αν και στη ντοπιολαλιά είναι ελαφρώς παρεφθαρμένο σε «Γιάλη». Το όνομά της προέρχεται από τη λέξη «αιγιαλός», που σημαίνει την ομαλή παραλία από άμμο ή βότσαλα.

Και πράγματι, η Αιγιάλη διαθέτει έναν εκτεταμένο αιγιαλό, δηλαδή μια μεγάλη αμμουδιά. Τα ονόματα αιγιαλός, Αιγιαλεία, Αιγιάλη Αιγαίο προέρχονται από την λέξη αιξ-αιγός, που, ανάλογα, σημαίνει το κύμα ή την αίγα (κατσίκα). Ο αιγιαλός είναι, επομένως, η παραλία που σκάει ομαλά το κύμα.
Στην αρχαιότητα μέχρι και πριν λίγες δεκαετίες ο αιγιαλός αποτελούσε και το λιμάνι για τα ξύλινα πλοία, που τον χειμώνα τα τραβούσαν έξω. 

Οι οικισμοί ήταν πιο ψηλά. Όπως η Αιγιάλη απλοποιήθηκε σε Γιάλη, έτσι και ο αιγιαλός έγινε γιαλός στο νησιώτικο ιδίωμα. Σήμερα ο γιαλός της Αιγιάλης κατοικείται, μετά και τη ραγδαία τουριστική του ανάπτυξη, και μετονομάστηκε σε Όρμο επί το τουριστικότερο. 

Οι κάτοικοι των χωριών που είναι χτισμένα στο βουνό συνεχίζουν να λένε «πάω στον γιαλό». Και οι ηλικιωμένοι κάτοικοι της Χώρας της Αμοργού συνεχίζουν να λένε «κατεβαίνω στον γιαλό», όταν αναφέρονται στο λιμάνι των Καταπόλων. Θυμηθείτε και τους στίχους του νησιώτικου τραγουδιού: «στο ΄πα και στο ξαναλέω, στον γιαλό μην κατεβείς».

Λεπτομέρειες θα πείτε, αλλά από κάτι τέτοιες λεπτομέρειες διαπιστώνουμε τη συνέχεια
που υπήρχε στις παραδοσιακές κοινωνίες από την αρχαιότητα μέχρι πριν λίγα χρόνια. Στην Αιγιάλη διατηρείται μέχρι σήμερα η αρχαία καλλιέργεια ενός οσπρίου, που μας δείχνει αυτή τη συνέχεια. Ας δούμε την ιστορία της.




Ο Τουρνεφόρ
Το φθινόπωρο του 1700 ο διάσημος στην εποχή του Γάλλος βοτανικός Πιτόν ντε Τουρνεφόρ, στο πλαίσιο ενός εξερευνητικού του ταξιδιού στο Αιγαίο που χρηματοδοτούσε ο βασιλιάς της Γαλλίας, επισκέφθηκε την Αμοργό και τα νησιά της. Πήγε πρώτα στη Δονούσα, που την βρήκε να κατοικείται από 5-6 βοσκούς. 

Στη συνέχεια αποβιβάστηκε στην Αμοργό, που την είδε να είναι καλά καλλιεργημένη κι από εκεί κατευθύνθηκε στα κοντινά νησιά Κέρο, Σχινούσα και Ηρακλειά, που ήταν ακατοίκητα και ανήκαν στη Μονή Χοζοβιώτισσας της Αμοργού. Στη Σχινούσα βρήκε τα χαλάσματα ενός οικισμού και στην Ηρακλειά δυο καλόγερους που φρόντιζαν 2-3 κοπάδια κατσίκια.

Μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους (1832), πολλά μοναστηριακά κτήματα
σταδιακά άρχισαν να απαλλοτριώνονται και να δίνονται σε ακτήμονες. Έτσι έγινε και με τα νησιά που κατείχε η Μονή Χοζοβώτισσας, τα οποία άρχισαν να κατοικούνται από το 1850 και μετά από αμοργιανές οικογένειες, που συνέχισαν τις συνήθειες του μητρικού νησιού. 

Στις διατροφικές τους συνήθειες, εξέχουσα θέση κατείχε το κατσούνι, από το οποίο παρασκευάζεται η περίφημη αμοργιανή φάβα και η οποία στην ντοπιολαλιά είναι περιέργως γένους ουδετέρου (το φάβα). 

Προχώρησαν όμως και σε δικές τους δημιουργίες, όπως είναι η τρομερή αλιευτική παράδοση στο Κουφονήσι και ο Αρακλειανός μουσικός σκοπός στην Ηρακλειά. 

Σήμερα η Αμοργός και τα μικρότερα νησιά, που συνθέτουν τις Μικρές Κυκλάδες,
αποτελούν ανερχόμενους τουριστικούς παραδείσους, με ευεργετικά αποτελέσματα στο εισόδημα των κατοίκων. Δεν ήταν όμως έτσι τα πράγματα μέχρι πριν 30-40 χρόνια. Η ζωή ήταν δύσκολη και στην καθημερινή διατροφή κυριαρχούσε «το φάβα». Με την πλούσια ποσότητα πρωτεΐνης, που είχε, αντικαθιστούσε το κρέας.




Εξαιρετική ποιότητα
Το 1884, δηλαδή στην πρώτη περίοδο του αποικισμού Δονούσας, Κουφονησιού, Σχινούσας και Ηρακλειάς από αμοργιανές οικογένειες, εκδόθηκε μία εθνολογική έρευνα για την Αμοργό του σπουδαίου στην εποχή του ερευνητή Αντωνίου Μηλιαράκη. 

Για την διατροφή των Αμοργιανών, ο Μηλιαράκης γράφει ότι το κύριο φαγητό τους ήταν το κατσούνι «φημιζόμενον επί τη εξαιρέτω αυτού ποιότητι». 

Από το κατσούνι έκαναν «το φάβα», που, όπως διευκρινίζει ο Μηλαριάκης, πρόκειται για τρόπο μαγειρέματος, γιατί φάβα έκαναν και από άλλα όσπρια. 

«
Ως προς την τροφή, οι Αμοργιανοί ζουν λιτά, όπως όλοι οι νησιώτες, αλλά αυτό που τους διακρίνει είναι ότι για κύρια τροφή χρησιμοποιούν τα όσπρια και ιδίως το κατσούνι. Κάθε οικογένεια φροντίζει να έχει κατσούνι για όλο τον χρόνο. Είναι δε το όσπριο αυτό εξαίρετο στην γεύση και σ’ αυτό συντελεί και το άριστο εγχώριο ελαιόλαδο. Πριν αποθηκεύσουν το κατσούνι (όπως και τη φακή) το τρίβουν στις παλάμες με λάδι, γιατί πιστεύουν ότι έτσι διατηρείται καλύτερα και δεν μαμουνιάζει», γράφει ο Μηλιαράκης και διευκρινίζει ότι κρέας έτρωγαν συνήθως στις γιορτές. 

Έτσι το πλούσιο σε πρωτεΐνη και ιχνοστοιχεία κατσούνι αποτελούσε στις Μικρές Κυκλάδες το κρέας των φτωχών.
Κατσούνι ονομάζεται σε πολλά νησιά του Αιγαίου ένα είδος μαχαιριού ή δρεπανιού, που έχει σχήμα ημισελήνου. Πιθανότατα από αυτό το αγροτικό εργαλείο θερισμού πήρε το όνομά του και το φυτό, από το οποίο παράγεται η αμοργιανή φάβα. 


«Κατσούνι» είναι και το όνομα πολλών παραλιών σε νησιά του Αιγαίου (Ρόδος, Σαντορίνη, Ψαρά), που έχουν παρόμοιο ημισεληνοειδές σχήμα.



Ψυχανθές
Χλωριδικά το κατσούνι ανήκει στην μεγάλη οικογένεια των ψυχανθών, που περιλαμβάνει τη φακή, τα φασόλια, τα ρεβύθια κ.α. 

Μέχρι το 2008, πιστευόταν ότι το κατσούνι αποτελούσε μια ποικιλία του λαθουριού (Lathyrus clymenum). 

Όμως μία έρευνα του Εργαστηρίου Φαρμακογνωσίας και Χημείας Φυσικών Προϊόντων της Φαρμακευτικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών υποστηρίζει ότι το κατσούνι αποτελεί μια ποικιλία του αρακά (Pisum sativum). 

Η δημιουργία αυτής της σπάνιας ποικιλίας είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας επιλογής και εξέλιξης (από την προϊστορική ήδη εποχή) που συνέβη και συνεχίζεται μόνο στην Αμοργό και από το 1850 σε Δονούσα, Σχινούσα και Ηρακλειά.

Για να υπάρχει καλή σοδειά, χρειάζεται την εποχή της σποράς «να ρίξει δυο τρία καλά νερά
και να γίνει το χωράφι λάσπη», υποστηρίζει ο Μιχάλης Οικονομίδης από τα Θολάρια της Αιγιάλης. 


Κι αυτό χρειάζεται, γιατί το κατσούνι έχει πολύ σκληρούς σπόρους που το λασπώδες έδαφος τούς κάνει να μαλακώσουν και να φυτρώσουν μαζικά. Αλλά και την άνοιξη, όταν δένουν οι καρποί, χρειάζεται «ένα καλό νερό» για καλή συγκομιδή.



Στην Ηρακλειά
Στην Ηρακλειά, οι περισσότεροι κάτοικοι προέρχονται από την Αιγιάλη της Αμοργού και ειδικότερα από τα Θολάρια, όπως άλλωστε φαίνεται και από τους πολλούς Γαβαλάδες που ζουν στο όμορφο αυτό νησί. Ο Νίκος Γαβαλάς συνεχίζει στην Ηρακλειά την παραδοσιακή παραγωγή του κατσουνιού σε όλα της τα στάδια. 

Στις αρχές του καλοκαιριού θερίζει τα χωράφια και στη συνέχεια λιχνίζει στο πέτρινο αλώνι για να πάρει τον καρπό. Αργότερα οι νοικοκυρές, όπως η Φανή Γαβαλά, θα σπάσουν το κατσούνι στον χειρόμυλο, που παραμένει ο ίδιος από την εποχή των κυκλαδικών ειδωλίων μέχρι σήμερα. 

Το σπασμένο κατσούνι θα καθαριστεί από τα φλούδια κι άλλα ξένα στοιχεία και θα είναι έτοιμο να αποδώσει «το φάβα» με την μοναδική γεύση, τα πλούσια ιχνοστοιχεία και τις φαρμακευτικές ιδιότητες, που αναπτύχθηκαν σε διημερίδα που οργάνωσε στην Αμοργό η Ελληνική Εταιρία Εθνοφαρμακολογίας.

Ο μακροβιότερος δημοτικός άρχοντας της Ελλάδας, ο επί 20ετία κοινοτάρχης Ηρακλειάς
και μακαρίτης πλέον Φάνης Γαβαλάς με πληροφόρησε ότι το καθάρισμα του σπασμένου κατσουνιού γίνεται με τον «τουμπανά», που έχει το σχήμα του κόσκινου και δερμάτινη βάση. Χρησιμεύει στο τουμπάρισμα του καρπού, δηλαδή στο τίναγμα ψηλά και το ξεχώρισμα (με τη βοήθεια της βαρύτητας) του καρπού από το ελαφρύ φλούδι, που μετά απομακρύνεται με ένα φύσημα ή με το χέρι. 

Χρησιμοποιείται επίσης και το «γυροκόσκινο», το οποίο διαχωρίζει τον καρπό από τους σπόρους του παράσιτου «κολλιτσάνος» (Emex spinosa). 

Στην Αμοργό, σε όλη την ιστορική της διαδρομή, και μέχρι πριν λίγα χρόνια στη Δονούσα,
το Κουφονήσι, τη Σχινούσα και της Ηρακλειά η βάση της διατροφής του κόσμου ήταν το κατσούνι, «το κρέας των φτωχών». 


Σήμερα το κατσούνι αποτελεί ένα εκλεκτό βιολογικό προϊόν και πωλείται τρεις φορές ακριβότερα από το κρέας.







πηγή



πηγή
 (η οικογένεια του φυτού αναφέρεται στην βιβλιογραφία ως Leguminosae ή Fabaceae)









πηγή





πηγή









συνταγή για φάβες με ένα μικρό μυστικό


Αμοργιανό Φάβα ή Μαέρεμα


ΥΛΙΚΑ
1 ποτήρι νερού αμοργιανό φάβα
4 ποτήρια νερό
1/2 φλιτζάνι λάδι


ΕΚΤΕΛΕΣΗ
Πλένω καλά το φάβα σε ένα λεκανάκι γεμάτο με νερό και μετά το σουρώνω σε ένα λεπτό σουρωτήρι. Το ρίχνω σε μια κατσαρόλα και προσθέτω κρύο νερό ίσα-ίσα να το σκεπάσει. Βράζω σε χαμηλή φωτιά για μία ώρα περίπου. Κατά το βράσιμο αφαιρώ με μια τρυπητή κουτάλα τον αφρό που σχηματίζεται.

Μετά το βράσιμο κατεβάζω την κατσαρόλα από τη φωτιά και ρίχνω πάνω στο φάβα
μισό φλιτζάνι λάδι. Ανακατεύω καλά με μια ξύλινη κουτάλα μέχρι το μείγμα να γίνει ομοιογενές.


Το φάβα σερβίρεται ζεστό ή κρύο και ο καθένας προσθέτει στο πιάτο του όσο λάδι θέλει.
Τρώγεται σκέτο ή με ψωμί και συνδυάζεται με άλλα φαγητά και ορεκτικά. Στην Αμοργό, το φάβα σερβίρεται σε όλα τα εστιατόρια και τα ταβερνάκια.




Πηγή: Παραδοσιακές Συνταγές Aμοργού (www.aegiali.gr)

Από φάβα γίνεται και ένα άλλο αμοργιανό πιάτο: οι φαβατοκεφτέδες. 

Γίνονται όπως οι τοματοκεφτέδες, παρέα με πολλούς άλλους «ψευδοκεφτέδες», που παίρνουν ιδιαίτερη γεύση από τα θαυματουργά βότανα της αμοργιανής γης.


Πηγή: Αμοργιανό Εδεσματολόγιο (www.kykladesnews.gr)





"κλίκ" επάνω στην εικόνα, για μεγέθυνση





ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ, ΕΔΩ:
Διαβάστε περισσότερα... »

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Στα δάση και τις κορφές του Παρνασσού



"κλίκ" επάνω στην εικόνα, για μεγέθυνση

Το όνομα του Παρνασσού είναι τόσο αρχαίο όσο κι η Ελλάδα. Η ρίζα «παρν», ανάγεται στη νεολιθική εποχή και τη συναντάμε επίσης στα ονόματα της Πάρνηθας και του Πάρνωνα. Ο Παρνασσός με τα 2.457 μέτρα του είναι το όγδοο ψηλότερο βουνό της Ελλάδας. Αν και είναι λίγο χαμηλότερο από τα γειτονικά του βουνά Γκιώνα και Βαρδούσια, κυριαρχεί με τον όγκο του στη Ρούμελη και γι’ αυτό έχει συνδεθεί στενά με την ελληνική μυθολογία. 

Στη ψηλότερη κορφή του, τη Λιάκουρα, άραξε το πλοιάριο που διέσωσε από τον κατακλυσμό τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα που η μυθολογία τους θεωρεί γενάρχες των Ελλήνων. Στον Παρνασσό ίδρυσε ο θεός Απόλλωνας το μαντείο του, που οι αρχαίοι πίστευαν ότι είναι το κέντρο (ομφαλός) του κόσμου. Κι εδώ είναι ένα από τα ιερότερα σπήλαια της αρχαίας Ελλάδας, το Κωρύκειον άντρον, που ήταν αφιερωμένο στο θεό Πάνα και τις Κωρύκειες Νύμφες και σήμερα είναι περιτριγυρισμένο με αγριοτριανταφυλλιές και σπάνια φυτά.

Και από βοτανική άποψη, ο Παρνασσός είναι από τα σπουδαιότερα βουνά μας. Ο πρώτος που έκανε συστηματική έρευνα ήταν το 1787 ο Άγγλος φυσιοδίφης Τζον Σίμπθορπ (John Sibthorp), στις έρευνες του οποίου βασίστηκε η μνημειώδη έκδοση Flora Graeca που είναι το πιο σπάνιο βιβλίο που υπάρχει στον κόσμο. Ο Σίμπθορπ εντυπωσιάστηκε από τους βοσκούς του Παρνασσού, διότι για τα περισσότερα φυτά χρησιμοποιούσαν τα αρχαία ονόματά τους. Βρήκε και περιέγραψε πολλά είδη, κυρίως από τις βορειοδυτικές πλαγιές του Παρνασσού.

Τοπικά ενδημικά, όπως η Καμπανούλα των Δελφών (Campanula topaliana subsp. delphica), ο Παρνασσός δεν έχει πολλά, περίπου δέκα. Διαθέτει όμως δεκάδες άλλα ενδημικά της Ρούμελης και της Ελλάδας, πολλά από τα οποία (πάνω από 25) πρωτοβρέθηκαν στον Παρνασσό και φέρουν τον βοτανικό όρο parnassica.

Οι βασίλισσες των βουνών είναι οι παιώνιες, που το λαϊκό τους όνομα είναι «πηγουνιές». Η βασίλισσα των βασιλισσών είναι η Παιώνια του Παρνασσού (Paeonia parnassica) με τα τεράστια μελανοπόρφυρα άνθη της. Περιγράφτηκε πρόσφατα, το 1977, από τον καθηγητή Τζανουδάκη. Ανθίζει από το τέλος Απριλίου έως το Μάιο, σε πολύ λίγες θέσεις στον Παρνασσό και στο γειτονικό Ελικώνα, σε χλοερά λιβάδια που σχηματίζονται ανάμεσα στα έλατα. 

Επειδή οι παιώνιες έχουν υψηλή φαρμακευτική και καλλωπιστική αξία, γίνονται αντικείμενο ανεξέλεγκτης συλλογής. Η Παιώνια του Παρνασσού κινδυνεύει σοβαρά από την υπερβολική συλλογή και τη βόσκηση και γι’ αυτό τον λόγο περιλαμβάνεται στο «Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας, 2009».

Το Κολχικό του Παρνασσού είναι ενδημικό της Κεντρικής Ελλάδας
και ευδοκιμεί σε μεγάλα υψόμετρα και στην ορομεσογειακή (αλπική ζώνη). Ανθίζει τον Αύγουστο, προαναγγέλλοντας ουσιαστικά το φθινόπωρο. Αντίθετα το σπάνιο Κολχικό το τρίφυλλο είναι ανοιξιάτικο, πλουτίζοντας τη βιοποικιλότητα του Παρνασσού.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους κρόκους. Ο ενδημικός της Δυτικής Ελλάδας και Πελοποννήσου Κρόκος ο αδριατικός (Crocus hadriaticus) είναι φθινοπωρινός και στον Παρνασσό ανθίζει ένα τοπικό υποείδος του (Crocus parnassicus). Αντίθετα ο Κρόκος ο χρύσανθος (Crocus chrysanthus) έχει ανοιξιάτικη άνθηση και ο Παρνασσός αποτελεί τη νοτιότερη περιοχή της εξάπλωσής του.

Από την αρχαιότητα ο Παρνασσός είναι ξακουστός για τα φαρμακευτικά του φυτά.
Ο Θεόφραστος στα συγγράμματά του χαρακτηρίζει το βουνό «φαρμακωδέστατον». Ο Διοσκουρίδης στο βιβλίο του «Περί ύλης ιατρικής» δίνει έμφαση στις φαρμακευτικές ιδιότητες του ελλέβορου από τον Παρνασσό. Ο ελλέβορος (Helleborus odorus subsp. cyclophyllus) περιέχει, κυρίως πριν την ανθοφορία, δύο τοξικά αλκαλοειδή που είναι ισχυρά δηλητήρια και σε μικρές δόσεις φάρμακα που τα χρησιμοποιούσαν στην αρχαιότητα. 

Ένα άλλο γνωστό φαρμακευτικό φυτό είναι το τσάι του Παρνασσού (Sideritis raeseri subsp. parnassica) που θεωρείται το πιο αρωματικό από όλα τα ελληνικά τσάγια του βουνού.

Το Άρον το αλπικό (Arum alpinum)
είναι από τα πιο ενδιαφέροντα φυτά του Παρνασσού. Ανθίζει την άνοιξη, πάνω από τα 950 μέτρα σε ανοιχτές υγρές θέσεις του ελατοδάσους. Ανήκει στην ίδια οικογένεια με τα γνωστά άσπρα «κρίνα» που έχουμε σε γλάστρες και κήπους.

Στον Παρνασσό φυτρώνουν διάφορες ορεινές ορχιδέες, όπως το Κεφαλάνθηρο το ερυθρό (Cephalanthera rubra),
το Κεφαλάνθηρο το δαμασόνιο (Cephalanthera damasonium), η Όρχις η χλομή (Orchis pallens), η Όρχις η αρρενωπή (Orchis mascula). Σε χαμηλά υψόμετρα ανθίζει η ενδημική και πολύ σπάνια Ορχιδέα των Δελφών (Ophrys delphinensis).

Άλλα ενδημικά, σπάνια και ενδιαφέροντα φυτά που βρίσκουμε στον Παρνασσό είναι η Καμπανούλα η αγροτική (Campanula rupicola), ο Αστράγαλος του Παρνασσού (Astragalus parnassi), η Σκουτελάρια του Παρνασσού (Scutelaria rupestris subsp. parnassica), η Σκουτελάρια της Ανατολής (Scutellaria orientalis), ο Κονβόλβουλος του Παρνασσού (Convolvulus parnassicus), το Σέδο το απολείπον (Sedum apoleipon), το Κεράστιο το πάλλευκο (Cerastium candidissimum) και πολλά άλλα.

Ο Παρνασσός είναι ένας συμπαγής ορεινός όγκος, που υψώνεται απότομα πάνω από την πεδιάδα της Βοιωτίας στα ανατολικά και τον κόλπο της Ιτέας στα νοτιοδυτικά. Ο ανατολικός Παρνασσός αποτελεί ένα συγκρότημα υψηλών κορφών: Λιάκουρα (2457 μ.), Γεροντόβραχος (2367 μ.), Τσάρκος (2409 μ.), Μαύρα Λιθάρια (2316 μ.). Εδώ βρίσκονται τα χιονοδρομικά κέντρα αλλά και πολλές ορθοπλαγιές και χαράδρες με πολλά σπάνια φυτά για φωτογράφηση. Ο δυτικός Παρνασσός είναι ομαλός, χαμηλός (1714 μ.) και δασωμένος.

Στον Παρνασσό είναι χτισμένα πολλά χωριά, με πιο γνωστό την Αράχωβα που από παλιό κτηνοτροφικό κεφαλοχώρι έχει εξελιχτεί σε μεγάλο τουριστικό κέντρο, λόγω Δελφών και χιονοδρομικών. Αποτελεί και τη δυτική αφετηρία για τα ψηλά του βουνού. Η άλλη πύλη εισόδου για την περιήγηση του Παρνασσού είναι από την Αμφίκλεια και Αγόριανη, στα ανατολικά.



"κλίκ" επάνω στην εικόνα, για μεγέθυνση


Διαβάστε περισσότερα... »