«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΩΗ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΩΗ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2015

Μνημονεύοντας ψυχές...




Πριν από πολλά χρόνια, βρέθηκα στο Άγιον Όρος παρακολουθώντας μια αξέχαστη Θεία Λειτουργία σε ένα ταπεινό κελλάκι, με λειτουργό, ευλαβή Ιερομόναχο , αγιασμένη ψυχή που πλέον αυλίζεται εις τόπους, ένθα των δικαίων τα πνεύματα αναπαύονται... 

Νέος παπάς ο γράφων, άγευστος ακόμα της μεταμορφωτικής εμπειρίας του πολιού και σεβασμίου λειτουργού, που κρυμμένος σχεδόν μέσα στο μισοσκόταδο , στέκονταν ευθυτενής παρά το βάρος του χρόνου που αγόγγυστα στους ώμους του κουβαλούσε και τον έβλεπα να μνημονεύει ψυχές, με ένα χαμόγελο να διαγράφεται στα χείλη του που έτρεμαν προφέροντας σχεδόν μυστικά τα ονόματα των ανθρώπων... 

Το μοναδικό κερί που είχε κοντά του, του προσέφερε μια οριακή ματιά σε αυτό που μπορούσε ο καθένας μας να δει όσο το φως του κεριού που τρεμόπαιζε, πολεμούσε να αποδιώξει το μεταμεσονύκτιο σκοτάδι. 

Εκείνος, κυπαρίσσι που ο αγέρας της ζωής δεν κατάφερε ρίξει στην γη, έστεκε κοιτώντας το δισκάριο και μνημόνευε για ώρες, διακόπτοντας μόνο όπου η ακολουθία επέβαλλε την διακοπή για τις εκφωνήσεις. Τον κοίταζα με προσοχή, να διαβάζει ατέλειωτα ονόματα και κάπου, κάπου έβλεπα δάκρυα να κυλούν από τα μάτια του. Πλησίασα αθόρυβα κοντά του, από την μια να καταστώ κοινωνός αυτής της δωρεάς του Θεού, μνημονεύοντας ονόματα δικά μου και από την άλλη να παρακολουθήσω αυτό που εκείνος , την στιγμή αυτή ζούσε. Με κοίταξε σε κάποια στιγμή και μου είπε: Παπά -Θωμά, καλύτερα να θυμάσαι πιο πολύ τους κεκοιμημένους παρά τους ζωντανούς.... 

Δεν πολυκατάλαβα το νόημα του λόγου του, συνέχισα να μνημονεύω, χωρίς να μπορώ να αντιληφθώ τι ζούσε εκείνος! Σε κάποια στιγμή, η μνημόνευση ολοκληρώθηκε, έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Πήγα, δειλά- δειλά κοντά του, με την αναζήτηση του αρχαρίου που αποζητά να μάθει και τον ρώτησα: Γιατί γέροντα περισσότερο τους κεκοιμημένους; Την ώρα εκείνη δεν μου απάντησε. Και αυτό, ήταν μια επιβεβαίωση της δικής μου απειρίας, να τον ρωτήσω, πράγματα που βλέποντας τα, δεν μπορείς να τα καταλάβεις. 

Ωστόσο, τελειώνοντας η Θεία Λειτουργία, ο σεβάσμιος Γέροντας, με πλησίασε και μου είπε: '' Όταν πρωτόρθα, στ' Αγιονόρος , πριν από πολλά χρόνια, μικρότερος από σένα στην ηλικία, είχα την ευλογία να έρθω κοντά στον μακαριστό Πνευματικό Παπά- Τύχωνα. Έτυχε, κάποια στιγμή, ένας από τους πατέρες ενός διπλανού κελλίου να κοιμηθεί αιφνιδίως. Ο παπά- Τύχωνας, θέλησε να τον σαρανταλειτουργήσει. Κάθε μέρα, τελούσε την Θεία Λειτουργία μνημονεύοντας ονόματα, χιλιάδες ονόματα, ιδιαίτερα όσων δεν είχαν πλέον κανέναν να τους θυμάται, αλλά πρώτα του αδελφού που πέρασε την πύλη του Ουρανού. 

Τελειώνοντας το σαρανταλείτουργο, στην τελευταία λειτουργία, το είδα αυτό που σου λέω, λίγο πριν βάλει το '' δι ευχών'' στάθηκε κοιτώντας την προσκομιδή. Η περιέργεια με οδήγησε να κοιτάξω και γω με τρόπο, να δω τι κοιτούσε. 

Και είδα ξεκάθαρα τον κοιμηθέντα να στέκει γονατιστός μπροστά στον Παπά- Τύχωνα, να βάζει μετάνοια ,σαν να του λέει ευχαριστώ και ξάφνου να χάνεται από μπροστά του... Το είδα παιδί μου, και αυτό δεν έφυγε ποτέ από την μνήμη μου. Κάθε φορά που στέκω μπρος στην προσκομιδή, θυμάμαι τον Γέροντα και την ψυχή που ήρθε να τον ευχαριστήσει...

Πέρασαν χρόνια από τότε. Και στην σειρά των παλαιών που ολοκλήρωσαν την αποστολή τους στο Άγιο Βήμα, μπήκαμε οι νεότεροι... 

Και όταν στέκω μπρος στην προσκομιδή, θυμάμαι τον ευλαβή λειτουργό του Θεού, θυμάμαι την απέριττη Θεία Λειτουργία, στο Αγιορείτικο Κελί και ευχαριστώ τον Θεό γιατί μέσα στις πολλές δωρεές, έδωσε και τούτη τη Χάρη. 

Να στέκεις μεταξύ ουρανού και γης και να ενώνεις δυο κόσμους, των φθαρτών και των αιωνίων...

π. Θωμάς Ανδρέου

Διαβάστε περισσότερα... »

Τρίτη 28 Απριλίου 2015

Επιστημονικά στοιχεία δείχνουν ότι ο θάνατος είναι μια ψευδαίσθηση...



Άρθρο του διακεκριμένου Μοριακού Βιολόγου και Διδάκτορα του Πανεπιστημίου Wake Forest University School of Medicine,
Δρ Robert Lanza



Μετά τον θάνατο ενός παλιού του φίλου, τα λόγια του Albert Einstein ήταν τα εξής: «Τώρα ο Besso έχει φύγει από αυτόν τον παράξενο κόσμο λίγο πιο πριν από εμένα. Αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Άνθρωποι σαν κι εμάς… γνωρίζουν ότι ο διαχωρισμός ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον είναι μόνο μια πεισματικά επίμονη ψευδαίσθηση». Καινούρια στοιχεία υποδηλώνουν ότι ο Άλμπερτ Αϊνστάιν είχε δίκιο – ο θάνατος αποτελεί όντως μια ψευδαίσθηση.

Ο κλασσικός τρόπος σκέψης βασίζεται στην πεποίθηση ότι αποτελούμε έναν αντικειμενικό παρατηρητή του κόσμου και μια ανεξάρτητη ύπαρξη. Αλλά ένας μεγάλος κατάλογος πειραμάτων έχει δείξει ακριβώς το αντίθετο. Πιστεύουμε ότι η ζωή είναι απλώς η δραστηριότητα του άνθρακα και μία ανάμιξη των μορίων – ζούμε για λίγο και στη συνέχεια γινόμαστε χώμα.

Πιστεύουμε στον θάνατο επειδή έχουμε μάθει ότι θα πεθάνουμε. Και φυσικά, επειδή εμείς οι ίδιοι συνδεόμαστε με το σώμα μας το οποίο γνωρίζουμε ότι είναι θνητό. Κι εδώ τελειώνει η ιστορία. 

Αλλά ο Βιοκεντρισμός – μια νέα θεωρία των πάντων – μας λέει ότι ο θάνατος ίσως να μην είναι το τελικό συμβάν όπως νομίζουμε. Περιέργως, αν προσθέσετε τη ζωή και τη συνείδηση στην εξίσωση, θα μπορέσετε να εξηγήσετε μερικούς από τους μεγαλύτερους γρίφους της επιστήμης. 

Για παράδειγμα, γίνεται σαφές γιατί ο χώρος και ο χρόνος – ακόμη και οι ιδιότητες της ίδιας της ύλης – εξαρτώνται από τον παρατηρητή. Γίνεται επίσης σαφές γιατί οι νόμοι, οι δυνάμεις και οι σταθερές του Σύμπαντος φαίνεται ότι είναι τελειοποιημένα έτσι ώστε να υποστηρίξουν την ύπαρξη της ζωής.

Μέχρι να αναγνωρίσουμε το Σύμπαν μέσα στο μυαλό μας, οι προσπάθειές μας να κατανοήσουμε την πραγματικότητα θα παραμείνουν ένας δρόμος που οδηγεί στο πουθενά.

Σκεφτείτε τον καιρό έξω: βλέπετε τον ουρανό μπλε, αλλά τα κύτταρα του εγκεφάλου σας θα μπορούσαν να τροποποιηθούν ώστε ο ουρανός να φαίνεται πράσινος ή κόκκινος. Στην πραγματικότητα, με μια μικρή γενετική τροποποίηση θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να κάνουμε οτιδήποτε είναι κόκκινο να δονείται ή να κάνει θόρυβο.

Νομίζετε ότι έξω έχει φως, αλλά τα κυκλώματα του εγκεφάλου σας θα μπορούσαν να αλλάξουν έτσι ώστε να σας φαίνεται ότι υπάρχει σκοτάδι. Νομίζετε ότι νιώθετε ζέστη και υγρασία, αλλά ένας τροπικός βάτραχος θα νιώθει κρύο και ξηρασία. Η ίδια λογική ισχύει σχεδόν για τα πάντα. Σημαντική λεπτομέρεια: αυτά που βλέπετε δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν χωρίς τις αισθήσεις σας.

Στην πραγματικότητα, δεν μπορείτε να δείτε τίποτα μέσα από το οστό που περιβάλλει τον εγκέφαλό σας. Τα μάτια σας δεν αποτελούν πύλες προς τον έξω κόσμο. Οτιδήποτε βλέπετε και βιώνετε αυτή τη στιγμή – ακόμα και το σώμα σας – είναι μια δίνη πληροφοριών μέσα στο μυαλό σας. Σύμφωνα με τον Βιοκεντρισμό, ο χώρος και ο χρόνος δεν είναι τα σκληρά, ψυχρά αντικείμενα που σκεφτόμαστε. Κουνήστε το χέρι σας στο αέρα – αν απομακρύνετε τα πάντα, τι απομένει; Τίποτα απολύτως. Το ίδιο ισχύει και για τον χρόνο. Ο χώρος και ο χρόνος αποτελούν απλώς τα εργαλεία για να συνυπάρχουν τα πάντα.

Σκεφτείτε το περίφημο πείραμα των 2 σχισμών. Όταν οι επιστήμονες παρακολουθούν το πέρασμα των σωματιδίων μέσα από 2 σχισμές τοποθετημένες παράλληλα, τα σωματίδια συμπεριφέρονται σαν σφαίρες και περνούν μέσα από τη μια ή την άλλη σχισμή.

Αν όμως δεν τα παρακολουθούν, δρουν σαν κύμα και μπορούν να περάσουν μέσα από τις 2 σχισμές ταυτόχρονα. Πώς λοιπόν μπορεί ένα σωματίδιο να αλλάξει τη συμπεριφορά του ανάλογα με το αν το παρακολουθούμε ή όχι; Η απάντηση είναι απλή – η πραγματικότητα είναι μια διαδικασία που περιλαμβάνει τη συνείδησή μας.

Σκεφτείτε επίσης την περίφημη αρχή της αβεβαιότητας του Heisenberg. Αν υπάρχει πραγματικά ένας άλλος κόσμος εκεί έξω με τα σωματίδια απλώς να περιφέρονται τριγύρω, τότε θα ήμασταν σε θέση να μετρήσουμε όλες τις ιδιότητές τους. Αυτό όμως δεν γίνεται.

Για παράδειγμα, η ακριβής τοποθεσία ενός σωματιδίου και η ταχύτητά του δεν μπορούν να μετρηθούν ταυτόχρονα. Γιατί λοιπόν επηρεάζει τα σωματίδια αυτό που έχετε αποφασίσει να μετρήσετε; Και πώς μπορούν ζεύγη πεπλεγμένων σωματιδίων να συνδέονται στιγμιαία στις αντίθετες πλευρές του γαλαξία σαν να μην υπάρχει χώρος και χρόνος; Και πάλι, η απάντηση είναι απλή: επειδή δεν βρίσκονται απλώς «εκεί έξω» – ο χώρος και ο χρόνος είναι εργαλεία που έχει κατασκευάσει το μυαλό μας.

Ο θάνατος δεν υπάρχει σε έναν άχρονο κι άχωρο κόσμο. Αθανασία δεν σημαίνει αέναη ύπαρξη στον χρόνο, αλλά είναι κάτι που βρίσκεται συνολικά έξω από τον χρόνο.

Επίσης, ο γραμμικός τρόπος σκέψης σχετικά με τον χρόνο είναι ασυμβίβαστος και με άλλα πρόσφατα πειράματα. Το 2002, οι επιστήμονες απέδειξαν ότι τα σωματίδια του φωτός, τα φωτόνια, γνώριζαν εκ των προτέρων πώς θα δρούσαν τα μακρινά δίδυμα φωτόνιά τους στο μέλλον.

Εξέτασαν την επικοινωνία ανάμεσα στα ζεύγη φωτονίων αφήνοντας ένα φωτόνιο να ολοκληρώσει το ταξίδι του – έπρεπε να αποφασίσει αν θα είναι κύμα ή σωματίδιο. Οι ερευνητές αύξησαν την απόσταση που έπρεπε να διανύσει το άλλο φωτόνιο προκειμένου να καταλήξει στον δικό του παρατηρητή.

Ωστόσο, αποφάσισαν να προσθέσουν μια συσκευή κωδικογράφησης οπτικοακουστικών σημάτων για να το εμποδίσουν από το να μετατραπεί σε σωματίδιο. Κατά κάποιο τρόπο, το πρώτο σωματίδιο γνώριζε τι σκόπευε να κάνει ο παρατηρητής πριν αυτό συμβεί – και μάλιστα ανάμεσα σε αποστάσεις σαν να μην υπήρχε χώρος ή χρόνος στο ενδιάμεσο.

Δηλαδή αποφάσισε να μην γίνει σωματίδιο πριν καν το δίδυμό του σωματίδιο συναντήσει ακόμη την συσκευή. Δεν έχει σημασία ο τρόπος που οργανώθηκε το πείραμα. Ο νους και οι γνώσεις μας είναι το μόνο πράγμα που καθορίζει το πώς συμπεριφέρονται τα σωματίδια. Τα πειράματα επιβεβαιώνουν διαρκώς αποτελέσματα που εξαρτώνται από τον παρατηρητή.

Σας φαίνεται παράξενο; Εξετάστε ένα άλλο πείραμα που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο υψηλού κύρους επιστημονικό περιοδικό «Science» (Jacques et al, 315, 966, 2007). Επιστήμονες στη Γαλλία τοποθέτησαν φωτόνια σε μια συσκευή και απέδειξαν ότι αυτό που έκαναν θα μπορούσε να αλλάξει αναδρομικά κάτι που έχει ήδη συμβεί στο παρελθόν. Καθώς τα φωτόνια περνούσαν ανάμεσα από ένα πιρούνι στη συσκευή, έπρεπε να αποφασίσουν αν θα συμπεριφερθούν ως σωματίδια ή ως κύματα όταν συναντούν έναν διαχωριστή δέσμης.

Αργότερα – δηλαδή αφού τα φωτόνια πέρασαν ανάμεσα από το πιρούνι – ο πειραματιστής είχε τη δυνατότητα να ανοίξει και να κλείσει τυχαία έναν δεύτερο διαχωριστή δέσμης. Αποδείχτηκε ότι αυτό που αποφάσιζε ο παρατηρητής τη συγκεκριμένη στιγμή προσδιόριζε αυτό που όντως έκανε το σωματίδιο στο παρελθόν.

Εκείνη τη στιγμή, ο πειραματιστής επέλεξε το παρελθόν του.

Φυσικά, όλοι ζούμε στον ίδιο κόσμο. Οι επικριτές όμως, υποστηρίζουν ότι αυτή η συμπεριφορά περιορίζεται στον μικρόκοσμο.

Ωστόσο, αυτή η άποψη της ύπαρξης «δύο κόσμων» (δηλαδή ενός συνόλου φυσικών νόμων για τα μικροσκοπικά αντικείμενα κι ενός άλλου για το υπόλοιπο Σύμπαν συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων) δεν έχει καμία λογική βάση και τίθεται υπό αμφισβήτηση σε εργαστήρια σε όλο τον κόσμο.

Δύο χρόνια πριν, οι ερευνητές δημοσίευσαν ένα έγγραφο στο περιοδικό «Nature» (Jost et al, 459, 683, 2009) το οποίο έδειχνε ότι η κβαντική συμπεριφορά επεκτείνεται και στην καθημερινή σφαίρα.

Οι επιστήμονες ανακάτεψαν ζεύγη δονούμενων ιόντων προκειμένου οι φυσικές τους ιδιότητες να παραμένουν συνδεδεμένες ακόμα κι όταν χωρίζονταν από μεγάλες αποστάσεις («αλλόκοτη δράση από απόσταση», όπως το έθεσε ο Αϊνστάιν). Άλλα πειράματα με τεράστια μόρια που ονομάζονται φουλερένια (buckyballs) έδειξαν επίσης ότι η κβαντική πραγματικότητα εκτείνεται και πέρα από τον μικρόκοσμο.

Το 2005, κρύσταλλοι διττανθρακικού καλίου (KHC03) παρουσίασαν ζώνες εμπλοκής ύψους μισής ίντσας και κβαντική συμπεριφορά σε αντικείμενα ανθρώπινης κλίμακας.

Κι ενώ σε γενικές γραμμές απορρίπτουμε την ύπαρξη πολλαπλών Συμπάντων όπως για παράδειγμα αυτών που προβάλλονται στη σειρά «Star Trek» ως τίποτα άλλο παρά καθαρή μυθοπλασία, αποδεικνύεται ότι εδώ υπάρχει κάτι παραπάνω από ένα μικρό μέρος επιστημονικής αλήθειας. Μια γνωστή πτυχή της κβαντικής φυσικής είναι ότι οι παρατηρήσεις δεν μπορούν να προβλεφθούν απολύτως. Αντιθέτως, υπάρχει μια σειρά από πιθανές παρατηρήσεις, η καθεμιά με διαφορετική πιθανότητα.

Η επικρατούσα θεωρία, δηλαδή η ερμηνεία ύπαρξης «πολλών κόσμων», αναφέρει ότι κάθε μία από αυτές τις πιθανές παρατηρήσεις αντιστοιχεί σε ένα διαφορετικό Σύμπαν («Πολυσύμπαν»). Υπάρχει ένας άπειρος αριθμός Συμπάντων και κάθε τι που θα μπορούσε ενδεχομένως να συμβεί συμβαίνει σε ορισμένα Σύμπαντα. Ο θάνατος δεν υπάρχει σε καμία λογική σε αυτές τις θεωρίες. Όλα τα πιθανά Σύμπαντα υπάρχουν ταυτόχρονα, ανεξαρτήτως από το τι συμβαίνει σε καθένα από αυτά.

Η ζωή είναι μια περιπέτεια που ξεπερνά τον συνήθη γραμμικό τρόπο σκέψης μας. Όταν πεθαίνουμε, αυτό δεν συμβαίνει τυχαία, αλλά αποτελεί μέρος του αναπόφευκτου σχεδίου της ζωής. Η ζωή διαθέτει μια μη γραμμική διάσταση – είναι σαν ένα αιώνιο λουλούδι που επιστρέφει για να ανθίσει μέσα στο Πολυσύμπαν.

«Οι επιδράσεις των αισθήσεων», λέει ο Ralph Waldo Emerson, «στους περισσότερους ανθρώπους έχουν εξουδετερώσει τη σκέψη σε βαθμό που ο χώρος και ο χρόνος φαίνονται συμπαγείς, πραγματικοί και ανυπέρβλητοι. Έτσι, η ερμηνεία του κόσμου με την ελαφρότητα αυτών των ορίων αποτελεί σημάδι παραφροσύνης».


Πηγή: spiritual-lab.gr
Διαβάστε περισσότερα... »

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

Υπάρχει Ζωή πριν τον Θάνατο; Μία προσέγγιση



Μία αναζήτηση που ξεκινάει πριν από 2 χιλιετίες
και φτάνει έως τις μέρες μας.
Ένα ερώτημα αρχαιογεννημένο,
ψάχνει να συναντήσει τη δική του απάντηση.”

Ένα ερώτημα που απασχολεί τους περισσότερους από εμάς, που αποτελεί μία από τις αρχικές υπαρξιακές ανησυχίες μας στο πέρασμα από την παιδική ηλικία σε αυτήν της σκέψης και της κρίσης, είναι το τι γίνεται μετά τον θάνατο μας..; Άλλοι καταπνίγουν τον φόβο που δημιουργείται με το να τον αντιμετωπίζουν ως ταμπού, αποφεύγοντας να συζητάνε γι’ αυτόν.

Άλλοι κινούμενοι από την περιέργεια, ξοδεύουν αρκετό από τον χρόνο τους αναζητώντας απαντήσεις. Και στις δύο περιπτώσεις όμως, είτε στην ενασχόληση και την έρευνα, είτε στη συνειδητή απομάκρυνση, η προσοχή μας είναι στραμμένη στο ίδιο ακριβώς σημείο. Τα εσωτερικά μας μάτια εστιάζουν εκεί, στον θάνατο, στο “μετά”..




Τι συμβαίνει όμως με το “τώρα”..; Ξεχασμένο, παρατημένο, συνεχίζει μόνο την πορεία του. Δεν γυρίζει να κοιτάξει πίσω, δεν σταματά ούτε για μια στιγμή, συνεχίζει τον δρόμο που ξεκίνησε την στιγμή της γέννησης μας. Και ο προορισμός του; Ο θάνατος..

Είναι καλό να έχεις έναν προορισμό στο ταξίδι σου,
αλλά εκείνο που μετράει τελικά είναι το ίδιο το ταξίδι.”

Λε Γκουίν Κ.Ούρσουλα, αμερικανίδα συγγραφέας.

Εστιάζοντας στο “μετά”, απομακρυνόμαστε συνειδητά από το “τώρα”..

Τα πρώτα σημάδια μιας ηθελημένης εθελοτυφλίας..

Ας αναρωτηθούμε όμως γιατί αυτή η εμμονή με το “μετά”; Επικεντρώνοντας την προσοχή μας εκεί μήπως χάνουμε το “τώρα”; Μήπως με αυτόν τον τρόπο αποφεύγουμε να αναρωτηθούμε για κάτι πολύ πιο σημαντικό; Για κάτι που αποτελεί άλυτο πρόβλημα για τους περισσότερους.. για την “ζωή” μας..

Πόσοι από εμάς μπορούν να απευθυνθούν στον εαυτό τους και με σιγουριά να πουν ότι ζουν όπως αυτοί θέλουν; Ότι κάνουν οποιαδήποτε στιγμήν αυτό που πραγματικά επιθυμούν και όχι κάτι παρόμοιο, συμβιβασμένο με τα πρέπει των συνανθρώπων τους; Πόσοι τελικά μπορούν να ισχυριστούν ότι «ζουν» και ότι δεν περιμένουν απλά τον θάνατο, με το να ξοδεύουν το «τώρα» προετοιμάζοντας το «αύριο», δίχως το «αύριο» να έρχεται ποτέ..;

Οι απαντήσεις λίγο πολύ αναμενόμενες. Αυθόρμητες δηλώσεις, δίχως δεύτερη σκέψη, που διαβεβαιώνουν τους υπόλοιπους ότι «Εγώ ΖΩ», που διαβεβαιώνουν τον ίδιο μας τον εαυτό.. Είναι σαν να προσπαθούμε κάτι να κρατήσουμε καλά κρυμμένο μέσα μας. 

Σκέψεις που ποτέ δεν πρόκειται να αποκαλύψουμε ούτε στα πιο κοντινά μας πρόσωπα. Σκέψεις που κάναμε σε σπάνιες στιγμές, όπου απευθυνόμενοι στον εαυτό μας μιλήσαμε μαζί του.. Σκέψεις που τελικά παραδεχτήκαμε, για μια φευγαλέα στιγμή, στον εαυτό μας και την αμέσως επόμενη τις θάψαμε ξανά βαθιά μέσα μας. Έτοιμοι για ακόμα μια φορά να βροντοφωνάξουμε, μέσα στην αφέλεια μας, «Εγώ ΖΩ»..

Ίσως λοιπόν ήρθε ο καιρός να απευθυνθούμε στον εαυτό μας. Να του αφιερώσουμε όσο περισσότερο χρόνο αντέχουμε και να του θέσουμε το σημαντικότερο ερώτημα. Ένα ερώτημα που όλη μας την ζωή αποφεύγαμε..

“Υπάρχει ζωή πριν τον θάνατο;”

Σύντροφος σε αυτήν την αναζήτηση, ο μεγάλος φιλόσοφος της Ζωής.

Ο Σενέκας, στον ρόλο του κριτή-Εαυτού.

Ο Λεύκιος Ανναίος Σενέκας ήταν ένας από τους λίγους ανθρώπους που είχαν αντέξει να θέσουν τις παραπάνω ερωτήσεις στον εαυτό τους.. Ζούσε μέσα στην προσπάθεια να προσδώσει μια καλύτερη ποιότητα στην ζωή του. Δρούσε με σκοπό να έχει μια μακρά ζωή και δίχως πόνους. Επιδεικνύοντας παντελής έλλειψη εγωισμού προσπαθούσε ταυτόχρονα να αφυπνίσει και τους συνανθρώπους του. Άφησε πίσω του μία πλειάδα μανιφέστων, ένα “κατηγορώ” προς τον ίδιο τον εαυτό μας. Άφησε τον χρόνο να μεταφέρει τις σκέψεις του, συμμάχησε με τον “αντίπαλο” αφήνοντας αυτόν να προσπαθήσει να μας αφυπνίσει.


Το πρώτο λάθος

Θυσία του “τώρα” για προετοιμασία του “αύριο”. Ένα “αύριο” που ίσως έρθει.

Συχνά αναρωτιόταν στην αγορά της Ρώμης

Γιατί οι περισσότεροι από εμάς δαπανάμε τα χρόνια μας όχι για να γευόμαστε τη ζωή, αλλά ξοδεύοντας την σε προετοιμασίες, που τάχα θα μας επιτρέψουν να τη χαρούμε στο απώτερο μέλλον;”. 

Οι σκέψεις του αυτές σήμερα φαντάζουν διαχρονικές. Μια σύντομη αναδρομή στο παρελθόν θα μας αποδείξει ότι δεν υπάρχει ούτε μια περίοδο της ζωής μας που να μην προετοιμάζουμε το μέλλον.. Από την παιδική ηλικία, περνώντας από τα σχολικά χρόνια, και καταλήγοντας ενήλικες με μια δουλειά να προσπαθούμε να ορθοποδήσουμε στην κοινωνία, όλα στο ίδιο μοτίβο..

“Κούραση “τώρα”, ξόδεψε τον χρόνο σου “τώρα” ώστε να μην έχεις πρόβλημα στο “μέλλον”. Σπούδασε “τώρα”, μάζεψε χρήματα “τώρα” ώστε να ζήσεις ένα καλύτερο “αύριο”..”

Ποιος αλήθεια μας έχει διαβεβαιώσει ότι το “αύριο” θα έρθει, ότι το “μέλλον” που χτίζουμε θυσιάζοντας το “τώρα” θα μας περιμένει να το γευτούμε; Είναι η ψευδαίσθηση ότι θα ζούμε αιώνια, αποτέλεσμα της συνέχειας της ύπαρξης μας από την στιγμή της γέννησης. Αυτή η συνέχεια αποπροσανατολίζει, μας δίνει μια υπόσχεση που δεν έχει το δικαίωμα να μας δώσει, μας διαβεβαιώνει ότι θα ζούμε αιώνια.. Τι αφέλεια αλήθεια; Και εμείς το δεχόμαστε..

Σαν παράσιτο στην καθησυχασμένες συνειδήσεις μας, ο Εαυτός μας εξοργίζεται “Τι στο καλό γίνεται; Ζείτε σαν να επρόκειτο να ζήσετε για πάντα. Ποτέ δεν αναλογίζεστε πόσο αδύναμοι είστε, δεν παρατηρείτε πόσο γρήγορα περνά ο καιρός. Τον χάνετε σαν να είχατε άλλον τόσο και ακόμα περισσότερο. Κι όλα αυτά ενώ είναι, όπως όλοι γνωρίζετε, πολύ πιθανό η μέρα που σπαταλάτε για κάποιον άλλο να είναι η τελευταία της ζωής σας..“..


Το δεύτερο λάθος
Ξοδεύεσαι στο “έξω”. Γύρνα το βλέμμα σου για μια φορά προς το εσωτερικό, προς τον Εαυτό σου..

Ίσως ήρθε η στιγμή να προσπαθήσουμε να κάνουμε αυτό που αποφεύγαμε τόσο καιρό, να κρίνουμε τον εαυτό μας. Να τον κατακρίνουμε για όσο χρόνο σπατάλησε για να ικανοποιήσει κάποιον άλλον, για κάποια ευγενική πράξη που κατέληξε υποχρέωση, για ένα βράδυ κραιπάλης προς χάριν της ματαιοδοξίας μας, για πράξεις ανούσιες σε μια προσπάθεια να γεμίσουμε τον ελεύθερο χρόνο που μας χαρίζει η απραγία μας..
Ποιος άνθρωπος πιστεύει ότι έχει “ζήσει” όλο τον χρόνο που πέρασε από την στιγμή της γέννηση του;

Υπάρχουν μύριες περιπτώσεις άκρατης σπατάλης της κάθε στιγμής. Άλλους τους πιάνει το πάθος του κέρδους, έναν άλλον να αποβλακώνεται απο την απραξία. Υπάρχουν και αυτοί που έχουν βάλει ως σκοπό να σχολιάζουν διαρκώς τα στραβά των άλλων, ή να συνηθίζουν την όψη ενός καθρέφτη φροντίζοντας τα κάλλη τους. Άλλοι χάνουν την ζωή τους μέσα σε απρόσωπες παρέες, προσπαθώντας να είναι αρεστοί στον καθέναν. Δεν έχει σημασία αν τον γνωρίζουν, δεν έχει καν σημασία αν αυτός τους αρέσει. Είναι και κάποιοι άλλοι, όντας ανίκανοι να καταπιαστούν με κάτι σταθερό, ασχολούνται όλο και με κάτι άλλο, κάνοντας συνεχώς καινούργια σχέδια, τα οποία και θα ξεχαστούν όταν νέα θα κάνουν την εμφάνιση τους..

Τέλος υπάρχει και μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων που ψάχνουν διαρκώς να βρουν κάτι να υπηρετήσουν, κάτι να λατρέψουν.. Είτε αυτό λέγεται Θεός, είτε λέγεται Εξουσία.. “Ξοδεύουν την ζωή τους μέσα στην εκούσια δουλοπρέπεια..” θα μας έλεγε ο Σενέκας σε μια ονειρική σύγχρονη συζήτηση μαζί του. Και οι χειρότεροι; Όσοι δεν βρίσκουν τίποτα να τους ενδιαφέρει αρκετά ώστε να ασχοληθούν μαζί του, ζούνε μια βαλτώδη ζωή δίχως καμιά αξία. Μένουν άπραγοι, δίχως όνειρα, και έρχεται η στιγμή που σιχαίνονται και την ίδια τους την αδιαφορία..

” Μικρό είναι το κομμάτι που ζούμε απ’ τη ζωή μας.
Όσο για το υπόλοιπο κομμάτι της, κατά βάθος δεν είναι ζωή, αλλά μονάχα άδειος χρόνος..” με θυμό ο Εαυτός προσπαθεί να μας αφυπνίσει..

Το τρίτο λάθος
Η ζωή ΔΕΝ είναι μικρή, μικρός είναι ο χρόνος που όντως ζούμε.

Αναρωτηθείτε πόσες φορές ζητήσατε από κάποιον να σας αφιερώσει λίγο από τον χρόνο του. Πόσες φορές σας ζήτησε κάποιος άλλος να του δώσετε λίγο από τον δικό σας. Τι λογαριάσατε στις περιπτώσεις αυτές; Τους λόγους που ζητάτε ή σας ζητούν τον χρόνο αυτό, την εκτίμηση που τρέφεται προς το άλλο άτομο, τα κέρδη και τα οφέλη από μια τέτοια κίνηση.. Και ο χρόνος; Που είναι ο χρόνος; Κανείς δεν ασχολείται με το πόσο χρόνο του ζητήται να διαθέσει; Λες και ο χρόνος δεν έχει αξία, γιατί δεν είναι υλικό αγαθό..

Τον χρόνο μας τον δίνουμε αλόγιστα, σε μεγάλες ποσότητες, δίχως να κρίνουμε αν το κέρδος που θα αποκομίσουμε αξίζει μια τέτοια θυσία.. Τον προσφέρουμε δίχως δεύτερη σκέψη, αρκεί ως αντάλλαγμα να πάρουμε κάποια υπηρεσία, χρηματικό ποσό, υλικά οφέλη ή φήμη. “Περιφρονούμε το πιο πολύτιμο πράγμα“, λες και ο χρόνος επειδή δεν είναι υλικός δεν έχει αξία, λες και τον έχουμε απεριόριστο, λες και διατίθεται δωρεάν.. Είναι στην φύση του ανθρώπου να επιζητά υλικά αγαθά και, μέσα στην αφέλεια του, να προσφέρει απερίσκεπτα αγαθά άλλης φύσης.

Όταν λοιπόν παραπονιόμαστε ότι “Η ζωή είναι μικρή” , κλείνουμε τα μάτια εμπρός στην δική μας συνειδητή σπατάλη. Με παιδική αφέλεια κρύβουμε πίσω από το δάκτυλο μας την υποκρισία, κρυβόμαστε οι ίδιοι πίσω από αυτό. Δεν είναι λίγο ό,τι εμείς ξοδεύουμε αλόγιστα. Είναι ανόητο να χαρακτηρίσουμε λίγο κάτι που δεν του δίνουμε αξία..

Η αλήθεια είναι πως κανένας δεν μπορεί να βάλει στη θέση τους τα χρόνια που έχασες και κανένας δεν μπορεί να σου δώσει πίσω την ζωή σου.” 

προειδοποιεί ο Σενέκας.

Όσα και να κερδίσεις, όσα υλικά αγαθά και να έχεις μαζέψει, όση φήμη και να καταφέρεις να σε ακολουθεί, τον χρόνο κανείς δεν μπορεί να στον προσφέρει. Ο χρόνος μόνο δίνεται, μόνο χάνεται. Δεν κερδίζεται, δεν αγοράζεται.. Κυλάει το ίδιο γρήγορα για τον ανίσχυρο και τον ισχυρό, για τον άγνωστο και τον φημισμένο, για τον βαθιά θρησκευόμενο και τον άθρησκο. Ό,τι και να κάνεις στην ζωή σου, χρόνο που έδωσες δεν θα μπορέσεις ποτέ να πάρεις πίσω.. Σταμάτα λοιπόν να τον ανταλλάσσεις με ό,τι άλλο, είναι το μόνο αγαθό που δεν μπορείς να αποκτήσεις..

Παρατηρεί, πολύ εύστοχα, ο Σενέκας την αφέλεια μας..

Μίζεροι όταν πρόκειται για την περιουσία μας,
σπάταλοι όμως, όταν πρόκειται για το χρόνο μας.
Και το κωμικοτραγικό είναι ότι είμαστε σπάταλοι
στη μοναδική περίπτωση που η τσιγγουνιά δεν είναι κατακριτέα..”

Άλλο ζω και άλλο υπάρχω.. 

Δύο έννοιες τόσο διαφορετικές που όμως εύκολα συγχέονται.. Ο Σενέκας, ως εκπρόσωπος του πολλαπλού Εαυτού μας, άλλαζε τον λόγο του, αλλά όχι τις θέσεις του, ανάλογα με τις συζητήσεις στις οποίες έπαιρνε μέρος.. Του άρεσε όταν βρισκόταν σε παρέες με ηλικιωμένους να τους θέτει το παρακάτω ερώτημα..

“Να που έφτασες στα απώτατα όρια της ανθρώπινης ζωής και σε βαραίνουν πια σχεδόν εκατό χρόνια. Πες μας λοιπόν τι συμπέρασμα έβγαλες από τη ζωή σου. Κάνε τον εξής λογαριασμό: Αφαίρεσε από την ηλικία σου τον χρόνο που δαπάνησες για να υποχρεώσεις κάποιον, για τις ερωμένες σου, για ένα σημαντικό πρόσωπο, για έναν πελάτη, για μια οικογενειακή υποχρέωση με τη σύζυγό σου, για να κάνεις παρατήρηση σε κάποιον υπηρέτη, για κάθε είδους κοινωνική υποχρέωση και για την συμμετοχή σου στα κοινά. Βγάλε τον χρόνο που ήσουν άρρωστος καθώς επίσης και όσο χρόνο άφησες να περάσει ανεκμετάλλευτος. Θα δεις ότι έχεις ζήσει πολύ λιγότερα χρόνια από εκείνα που νομίζεις. 

Θυμήσου τώρα τις ελάχιστες φορές που κατάφερες να μην επιθυμήσεις τίποτα περισσότερο από αυτό που αποφάσισες αρχικά να επιδιώξεις, τις σπάνιες εκείνες ημέρες που τελείωσαν όπως ακριβώς είχες ευχηθεί, τις στιγμές όπου κατάφερες πραγματικά να αξιοποιήσεις τον εαυτό σου, που το πρόσωπο σου ήταν γαλήνιο, το πνεύμα σου ήρεμο. 

Ανακάλεσε στη μνήμη σου τα έργα που κατάφερες να πραγματοποιήσεις στη διάρκεια αυτής της μακρόχρονης ζωής, τους ανθρώπους που λεηλάτησαν τη ζωή σου όχι μόνο εν αγνοία σου, αλλά και χωρίς καν να πάρεις είδηση την απώλεια, τι ήταν εκείνο που μια μάταιη λύπη, μια ανόητη χαρά, ένα πάθος, μια συζήτηση γεμάτη κολακείες μπόρεσαν να σου κλέψουν, πόσο φαντάζει μικρό με την πάροδο του χρόνου το λίγο καλό που απόμεινε από όλα αυτά, και θα καταλάβεις ότι πεθαίνεις πρόωρα..”

Πεθαίνουμε πρόωρα, χαρίζοντας εν γνώση τις περισσότερες φορές μέρος από την ζωή μας. Δεν κατανοούμε το λάθος μας γιατί ποτέ δεν κρίνουμε τον εαυτό μας. Ξεγελάμε τις ανησυχίες μας, την αδυναμία μας να ζήσουμε, τον φόβο να αντιμετωπίσουμε τον εαυτό μας.. Πως; Μεταφέροντας τις ευθύνες στην ζωή.. Αν και τόσο γενναιόδωρα μας έχει φερθεί, την κατηγορούμαι συχνά εν γνώση της υποκρισίας μας.. “Είναι μικρή η ζωή” ακούμε συχνά.. Αλήθεια, υπάρχει κανένας ικανός να κρίνει την αξία της; Μόνο αυτός θα είχε και την γνώση να αξιολογήσει τον χρόνο που η ζωή μας δίνει.. Δεν αποτελούν τα χρόνια απόδειξη του πόσο ζήσαμε.. Άλλη ζωή κάνει όποιος έμαθε να αξιολογεί τον χρόνο του, άλλη όποιος έχει πέσει στην παράνοια της πολύ-απαιτητικής κοινωνίας..

Δεν είναι τα άσπρα μαλλιά και οι ρυτίδες που θα μας κάνουν να καταλάβουμε αν κάποιος έχει ζήσει πολύ, επειδή αυτά απλώς και μόνο δείχνουν αν κάποιος έχει υπάρξει πολύ..”

Μια γενική θεώρηση των λαθών μας. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.. Σύμφωνα με τον Σενέκα “Η ζωή μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις περιόδους.. Από αυτές εκείνη που ζούμε τώρα έχει ήδη φύγει, εκείνη που θα ζήσουμε επαφίεται στο τυχαίο και η μόνη σίγουρη είναι εκείνη που έχουμε ήδη ζήσει..” Το μέλλον είναι η περίοδος που η Τύχη βασιλεύει, η μόνη περίοδος που δεν ξέρουμε αν θα έχουμε την ευκαιρία να ζήσουμε, η μόνη που δεν ξέρουμε αν θα έρθει.. Το παρελθόν αποτελεί την περίοδο που ούτε η Τύχη ούτε και εμείς έχουμε καμιά εξουσία πάνω του. Είναι το κομμάτι που φροντίζει να μας θυμίζει τα λάθη και τις κατακτήσεις μας.. 

Τέλος υπάρχει και εκείνη η περίοδος, που δεν έχει την χρονική έκταση μιας “περιόδου”, αλλά μιας στιγμής. Είναι αυτή που ζούμε τώρα, και έχει ήδη φύγει.. Η μόνη που η Τύχη έρχεται σε δευτερεύουσα μοίρα, η μόνη που τον πρώτο λόγο έχουμε εμείς. Ο Εαυτός μας..

Τρεις διαφορετικές περίοδοι, με τρεις διαφορετικούς ρόλους. Τρεις μονάδες ξεχωριστές μεταξύ τους και ταυτόχρονα ένα.. Συνθέτουν το παζλ των αναμνήσεων, των πράξεων και των προσδοκιών μας, συνθέτουν ό,τι αποκαλούμε Ζωή. Καμία περίοδος δεν ανταλλάσσεται με κάποια άλλη, καμία δεν έχει περισσότερη αξία από τις άλλες. Το παρελθόν δεν είναι παρόν, όπως και το παρόν δεν είναι μέλλον..

Εμείς όμως επιμένουμε να ξοδεύουμε την μια για να ζήσουμε την άλλη.. Σπαταλώντας την μόνη περίοδο που αποφασίζουμε Εμείς περιμένουμε να μας ανταμείψει η Τύχη. Και αν μας ανταμείψει τελικά, πάλι εμείς εκεί.. Θα χαρίσουμε ό,τι κερδίσαμε περιμένοντας εκ νέου η Τύχη να μας δώσει την επόμενη ανταμοιβή. Και ξανά μετά το ίδιο, χανόμαστε στον φαύλο κύκλο που οι ίδιοι δημιουργήσαμε για τον εαυτό μας, ως τιμωρία.. Άδικο, ανούσιο, αφελές..

Η απόφαση που αμέσως θα ξεχάσεις.

Μια παρατήρηση δεν αλλάζει τίποτα. Μόνος σου πρέπει να κατακρίνεις, σκληρά, τον Εαυτό σου. Σε αυτή την εσωτερική αναζήτηση δεν έχουν χώρο τα ημίμετρα.. Τίποτα δεν θα σου μείνει αν γίνει απλά μια παρατήρηση από κάποιον άλλον. Θα καταλάβεις απλά το λάθος σου και την αμέσως επόμενη στιγμή ο Εαυτός σου πάλι θα ξεχάσει.. Ίσως μέσα στην έντονη στιγμή της παραδοχής των λαθών σου αποφασίσεις να αλλάξεις την κατάσταση. Αλλά αποφάσεις που πραγματοποιούνται δύσκολα, που απαιτούν θυσίες, εύκολα ξεχνιούνται.. Έτσι θα καταλήξει αυτή η αναζήτηση να γίνει μια ανάμνηση, και όσο θα περνάει ο χρόνος τόσο δεν θα θυμάσαι αν έγινε καν η αναζήτηση αυτή στην πραγματικότητα..

Ο Φαβιανός, δάσκαλος του Σενέκα, συνήθιζε να λέει..

Τα πάθη μας πρέπει να τα πολεμάμε,
όχι με μικρές μικρές μάχες,
ούτε προκαλώντας τους μικροτραυματισμούς,
αλλά με κατά μέτωπο επιθέσεις στέλνοντας τα από εκεί που ήλθαν.

Ως μια παράφραση λοιπόν των παραπάνω, θα κατέληγε ο καθένας στα εξής. “Για να αισθανθούμε τα σφάλματα μας δεν αρκεί μόνο μια παρατήρηση από κάποιον άλλον, αλλά πρέπει οι ίδιοι να κατακρίνουμε τον εαυτό μας.. Και σε θέματα που αφορούν την ζωή μας, πρέπει να τον κατακρίνουμε σκληρά..”

Επίλογος
Ο Βιργίλιος είχε συλλάβει την αξία του χρόνου, και την έκλεισε μέσα σε 3 στίχους.

Η καλύτερη της ζωής ημέρα,
των δύστυχων θνητών,
Πρώτη πάντα δραπετεύει.

Ο ίδιος διακηρύσσει την αξία της στιγμής, “μόνο γι’ αυτήν μπορείς να είσαι σίγουρος”. Αναρωτιέται, με ειλικρίνεια, πως είναι δυνατόν ο άνθρωπος να μένει απαθής και ανέκφραστος μπροστά στην αλληλουχία μηνών, ημερών, στιγμών.. Παρομοιάζει την ζωή με ένα χείμαρρο, που όσο και να προσπαθήσεις δεν πρόκειται ποτέ να προσπεράσεις σε ταχύτητα. Όσο πιο γρήγορα πιεις τόσο περισσότερο θα πιεις.. Την στιγμή ζήσε..

Την προτροπή του Βιργιλίου φέρεται να επικροτεί και ο Σενέκας. 

Στην δική μας ονειρική συζήτηση σπεύδει να τον συμπληρώσει, “Μην αφήσεις κανέναν να σου κλέψει έστω και μια μόνο μέρα, αν δεν είναι σε θέση να σου ανταποδώσει αυτήν την απώλεια..”.

Και εγώ, ως αποδέκτης της συζήτησης αυτής, ολοκληρώνω..

Ψάξε την αξία στον χρόνο σου, γύρνα για μια φορά τα εσωτερικά μάτια προς τον εαυτό σου, άρχισε να ζεις, να ζεις για τον εαυτό σου.”

Και οι σκέψεις πλέον έρχονται μόνες στον μυαλό μας, οι λύσεις επίσης. Βρίσκουμε τα λάθη μας που πρέπει να διορθώσουμε.. Αυτό τελικά θα μείνει από το άρθρο που μόλις διαβάσατε, για λίγες στιγμές θα έρθει και η απόφαση της αλλαγής.. Μια απόφαση όμως που σταδιακά θα ξεχάσετε..

Βιβλιογραφία:
1. Περί συντομίας της ζωής, Λεύκιος Ανναίος Σενέκας, εκδόσεις Πατάκη
2. Περί πνευματικής γαλήνης, Λεύκιος Ανναίος Σενέκας, εκδόσεις Πατάκη
3. Η Τέχνη της ζωής, J. Krishnanurti,εκδόσεις Καστανιώτη
4. Άπαντα Βιργιλίου, Βιργίλιος
5. Καθένας έχει τον παράδεισο που αξίζει, Octavio Paz, εκδόσεις Απόπειρα
6. Οι Δρόμοι της Γνώσης, συλλογικό, εκδόσεις Αρχέτυπο
7. “Η ουσία της διδασκαλίας του” του J. Krishnanurti και “Υπάρχει απάντηση στο μυστήριο του Θανάτου;” του Ευάγγελου Γράψα, εκδόσεις Μπουκουμάνης


Διαβάστε περισσότερα... »

Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

Μεταθανάτιες εμπειρίες: αλήθεια ή ψευδαίσθηση;




Που πηγαίνουμε όταν πεθαίνουμε, υπάρχει μετά θάνατον ζωή;


Αυτά τα ερωτήματα προσπαθεί να απαντήσει ομάδα ερευνητών από 17 ιδρύματα των ΗΠΑ και της Βρετανίας, με επικεφαλής τον γιατρό Σαμ Πάρνια (Σαμ Πάρνια) διευθυντή έρευνας της μονάδας ανάνηψης του πανεπιστημίου Stony Brook της Νέας Υόρκης.

Σύμφωνα με το BBC, η ομάδα του Πάρνια εδώ και χρόνια εξετάζει περιστατικά ανθρώπων που επέζησαν από έμφραγμα και τους ζητούν να ανακαλέσουν την εμπειρία τους, εάν τη θυμούνται, κατά τη διάρκεια που ήταν κλινικά νεκροί.

Το 2011 ο κ. Α. κατέρρευσε στη δουλειά του και εισήχθη εσπευσμένα στο νοσοκομείο του Southampton των ΗΠΑ. Είχε υποστεί καρδιακή προσβολή. Η καρδιά του είχε σταματήσει και οι γιατροί προσπαθούσαν να τον επαναφέρουν. Ένας από τους γιατρούς έδινε εντολές για τη χρήση του απινιδωτή.

Ο κ. Α. επανήλθε και όπως αναφέρει το ιατρικό περιοδικό «Resuscitation» (Ανάνηψη), θυμόταν και περιέγραφε πράγματα και καταστάσεις που δεν θα έπρεπε αφού ήταν κλινικά νεκρός.

Όχι μόνο έκανε αναφορές στις εντολές που άκουγε ότι έδιναν οι γιατροί, αλλά περιέγραφε και τα εξωτερικά χαρακτηριστικά τους.

Το προσωπικό του νοσοκομείου που συμμετείχε στις προσπάθειες ανάνηψής του, σύμφωνα με το ιατρικό περιοδικό, επιβεβαιώνει τη σειρά των γεγονότων ακριβώς όπως τα περιγράφει ο κ. Α.

Ωστόσο, ο ασθενής κατά τη διάρκεια που ήταν κλινικά νεκρός και ισχυρίζεται πως είχε εξωσωματική εμπειρία με αποτέλεσμα να βλέπει το σώμα του και το νοσηλευτικό προσωπικό, δήλωσε πως είδες και οντότητες.

«Ήταν μια γυναικεία παρουσία, στη γωνία στο νταβάνι και με κοίταζε. Δεν φοβόμουν, ένιωθα πως ήθελα να πάω κοντά της ήταν σαν να την γνώριζα» αναφέρει ο κ. Α.

Η μαρτυρία του Α. Είναι μια από πολλές. Όμως η επιστημονική κοινότητα έχει δυσκολία να αποφανθεί για κάτι που είναι τόσο δύσκολο να αποδειχθεί.

Κάποιοι υποστηρίζουν πως πρόκειται για παραισθήσεις, ενώ άλλοι δεν αγγίζουν καθόλου το συγκεκριμένο ζήτημα καθώς απέχει πολύ από την επιστημονική εξερεύνηση και τεκμηρίωση.

Αντίθετα ο Πάρνια εδώ και τέσσερα χρόνια έχει συλλέξει περισσότερα από 2.000 περιστατικά με ανθρώπους που έχουν υπάρξει κλινικά νεκροί και επανήλθαν.

Όπως αναφέρει, σύμφωνα με το BBC, περίπου το 16% αυτών που επιστρέφουν από μια κατά τα φαινόμενα μια μη αναστρέψιμη κατάσταση, έχει κάποιου είδους εμπειρία.

Στόχος της έρευνας είναι να κατανοηθεί η διανοητική και συνειδησιακή κατάσταση της στιγμής του θανάτου.

Όπως αναφέρει ο Πάρνια αν και είναι γνωστό ότι ο εγκέφαλος δεν μπορεί να λειτουργήσει, όταν η καρδιά έχει σταματήσει να χτυπά, υπάρχουν περιπτώσεις που φαίνεται πως η συνειδητή επίγνωση συνεχίστηκε τουλάχιστον για τρία λεπτά μετά το σταμάτημα της καρδιάς, παρ” όλο που ο εγκέφαλος τυπικά παύει να λειτουργεί 20 έως 30 δευτερόλεπτα, από τη στιγμή που η καρδιά σταματήσει.

Η διανοητική εμπειρία του θανάτου είναι πολύ ευρύτερη από ότι πίστευαν μέχρι πρότινος, υποστηρίζει ο ίδιος και αναφέρει διάφορα στάδια που φαίνεται πως βίωσαν οι ασθενείς του.

Πρόκειται για τα εξής:

Φόβο
Οράματα με ζώα ή φυτά
Μαρτυρίες για την αντίληψη έντονου φωτός
Βία και αίσθηση καταδίωξης
Deja vu
Ορισμένοι βλέπουν μέλη της οικογένειάς τους

Όπως εξηγεί ο Πάρνια, οι εμπειρίες αυτές μπορεί να προκαλέσουν ευφορία ή τρόμο σε ορισμένους που τις βιώνουν.

Υπάρχουν περιστατικά που ασθενείς, οι οποίοι επανήλθαν, περιέγραψαν πως έπρεπε να καταφέρουν να περάσουν κάποια δοκιμασία, όπως για παράδειγμα να καούν σε κάποιου είδους τελετή. Κάποιοι άλλοι είδαν ότι παρασύρονταν σε βαθιά νερά.

Αντίστοιχα υπάρχουν και περιπτώσεις, ένα 22% ανθρώπων που περιγράφουν αισθήματα μακαριότητας, γαλήνης και ευτυχίας. Αυτοί οι άνθρωποι περιγράφουν ότι είδαν φυτά και όχι λουλούδια ή ζώα, ενώ άλλοι περιγράφουν ότι λούζονται από φως ή πως συναντούν και πάλι μέλη της οικογένειάς τους.

Είναι ξεκάθαρο πως υπάρχει κάποιου είδους εμπειρία τι στιγμή που κάποιος πεθαίνει ή είναι κλινικά νεκρός, λέει ο Πάρνια και επισημαίνει πως ο τρόπος που αντιλαμβάνονται τη συγκεκριμένη εμπειρία εξαρτάται από τις πεποιθήσεις που είχαν στη ζωή τους και το περιβάλλον που έχουν μεγαλώσει.

Το υποσυνείδητο, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, είναι πολύ ισχυρό, έτσι σε κάποιο παιδί ο πατέρας του έλεγε πως όταν πεθάνει θα δεις τον Ιησού, το πιο πιθανό είναι πως εάν πράγματι το παιδί βρεθεί κλινικά νεκρό και επανέλθει να πει στον πατέρα του πόσο δίκιο, είχε αφού πράγματι είδε τον Ιησού.

Ο Πάρνια πιστεύει πως πολύ περισσότεροι άνθρωποι έχουν παρεμφερείς εμπειρίες, όταν πλησιάζει η στιγμή του θανάτου τους, όμως τα φάρμακα και τα ηρεμιστικά που τους χορηγούν οι γιατροί, τους εμποδίζουν να τις θυμηθούν. Όμως ένα μεγάλο ποσοστό αυτών που θυμούνται υιοθετεί έναν που αισιόδοξο και αλτρουιστικό τρόπο ζωής.

Όπως και να έχει η ομάδα του Πάρνια ευελπιστεί ότι η δουλειά τους θα ρίξει φως στα μεγάλα και μέχρι στιγμής αναπάντητα ερωτήματα που αφορούν το θάνατο και θα ανοίξουν τη συζήτηση μεταξύ της επιστημονικής κοινότητας προκειμένου να συμφωνηθεί πως το συγκεκριμένο θέμα χρήζει περαιτέρω έρευνας και μελέτης.

Διαβάστε περισσότερα... »

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015

Η Κβαντική υπόσταση της Ψυχής







Δύο παγκοσμίου φήμης επιστήμονες της κβαντικής θεωρίας, μπορούν να αποδείξουν την ύπαρξη της ψυχής. Η επιθανάτια εμπειρία συμβαίνει όταν οι κβαντική ουσίες που αποτελούν την ψυχή, εγκαταλείψουν το νευρικό σύστημα και εισάγονται στο σύμπαν γενικότερα, σύμφωνα με μια αξιόλογη θεωρία που προτείνεται από τους δύο διαπρεπείς επιστήμονες.

Η ιδέα τους πηγάζει από την αντίληψη του εγκεφάλου που είναι σαν ένας βιολογικός υπολογιστής, “με 100 δισεκατομμύρια νευρώνες και τις συναπτικές συνδέσεις τους, που ενεργούν ως δίκτυα πληροφόρησης”, οι οποίες μπορούν να παραμείνουν στο σύμπαν, ακόμη και μετά το θάνατο, εξηγώντας τις αντιλήψεις εκείνων που είχαν σχεδόν μία εμπειρία θανάτου.



Ο Αμερικανός Dr Stuart Hameroff και ο Βρετανός φυσικός Sir Roger Penrose ανέπτυξαν την κβαντική θεωρία της συνείδησης υποστηρίζοντας ότι οι ψυχές μας περιέχεται μέσα σε δομές που ονομάζονται μικροσωληνίσκοι που ζουν μέσα στα κύτταρα του εγκεφάλου μας.






Σε μια επιθανάτια εμπειρία οι μικροσωληνίσκοι χάνουν την κβαντική τους κατάσταση, αλλά οι πληροφορίες στο εσωτερικό τους δεν καταστρέφονται. Ή σε απλούς όρους, η ψυχή δεν πεθαίνει αλλά επιστρέφει στο σύμπαν. Έτσι, είναι δεκτό ότι οι ψυχές μας είναι περισσότερο από την αλληλεπίδραση των νευρώνων στον εγκέφαλο. Στην πραγματικότητα κατασκευάζονται από την ίδια τη δομή του σύμπαντος – και μπορεί να υπάρχουν από την αρχή του χρόνου.

Ας πούμε ότι η καρδιά σταματά να χτυπά, το αίμα σταματά να ρέει, τότε οι μικροσωληνίσκοι χάνουν την κβαντική τους κατάσταση, αλλά η κβαντική πληροφορία εντός των μικροσωληνίσκων δεν καταστρέφεται, δεν μπορεί να καταστραφεί, διανέμεται και διαχέεται στο σύμπαν γενικότερα.





Εάν ο ασθενής έχει αναβιώσει, από αυτή την κατάσταση τότε οι κβαντικές πληροφορίες μπορεί να πάνε πίσω στους μικροσωληνίσκους και ο ασθενής λέμε ότι είχε μια εμπειρία κοντά στο θάνατο. 



Σε περίπτωση όμως θανάτου του ασθενούς, η κβαντική πληροφορία μπορεί να υπάρξει έξω από το σώμα του επ’ αόριστον – ως ψυχή.







Η κβαντική θεωρία θεωρείται γενικά σαν μια απ’ τις πιο επιτυχημένες επιστημονικές θεωρίες που διατυπώθηκαν ποτέ. Αλλά ενώ η μαθηματική περιγραφή του κβαντικού κόσμου επιτρέπει, οι πιθανότητες των πειραματικών αποτελεσμάτων να είναι υπολογίσιμες με υψηλό βαθμό ακρίβειας, δεν υπάρχει ομοφωνία στο τι σημαίνει σε εννοιολογικούς όρους.


Κβαντική αβεβαιότητα: Σύμφωνα με την αρχή της αβεβαιότητας, η θέση και η ορμή ενός υποατομικού σωματιδίου, δεν μπορούν να υπολογισθούν ταυτόχρονα, με ακρίβεια μεγαλύτερη απ’ αυτή που ορίζει η σταθερά του Plank. Κι αυτό επειδή, σε κάθε μέτρηση, ένα σωματίδιο πρέπει να αλληλεπιδράσει με ένα τουλάχιστον φωτόνιο ή κβάντα ενέργειας, το οποίο δρα και σαν σωματίδιο και σαν κύμα και το επηρεάζει με απρόβλεπτο και ανεξέλεγκτο τρόπο.









Μια ακριβή μέτρηση της θέσης ενός ηλεκτρονίου σε τροχιά, μέσω μικροσκοπίου για παράδειγμα, απαιτεί τη χρήση μικρού μήκους κύματος φωτός, με αποτέλεσμα να μεταφέρεται στο ηλεκτρόνιο μια μεγάλη αλλά απρόβλεπτη ορμή. 



Απ’ την άλλη μεριά, μια ακριβή μέτρηση της ορμής του ηλεκτρονίου, απαιτεί κβάντα φωτός πολύ χαμηλής ορμής (και γι’ αυτό μεγάλου μήκους κύματος), κάτι που οδηγεί σε μεγάλη γωνία περίθλασης στο φακό και κακό προσδιορισμό της θέσης.








Αλλά, σύμφωνα με τη συνηθισμένη ερμηνεία της κβαντικής φυσικής, όχι μόνο μας είναι αδύνατο να υπολογίσουμε ταυτόχρονα τη θέση και την ορμή ενός σωματιδίου με ίδια ακρίβεια, αλλά και ένα σωματίδιο δεν έχει καλά καθορισμένες ιδιότητες όταν δεν αλληλεπιδρά με ένα όργανο μέτρησης. Γι’ αυτό, η αρχή της αβεβαιότητας συνεπάγεται ότι, ένα σωματίδιο δεν μπορεί ποτέ να βρίσκεται σε ακινησία, αλλά υπόκειται σε σταθερές ταλαντώσεις ακόμα κι όταν δεν διεξάγεται κάποια μέτρηση και αυτές οι ταλαντώσεις υποτίθεται ότι δεν έχουν καθόλου αιτία.







Με άλλα λόγια, ο κβαντικός κόσμος πιστεύεται ότι χαρακτηρίζεται από πλήρη έλλειψη αιτιοκρατίας, εγγενή ασάφεια και αμείωτη ανομία. Όπως το θέτει ο σύγχρονος φυσικός David Bohm «υποτίθεται ότι σε κάθε πείραμα, το ακριβές αποτέλεσμα που θα επιτευχθεί, είναι εντελώς αυθαίρετο, με την έννοια ότι δεν έχει σχέση με οτιδήποτε άλλο που υπάρχει ή που έχει υπάρξει στον κόσμο.»

Ο Bohm (ibid, σελ. 95) θεωρεί ότι, η εγκατάλειψη της αιτιότητας υπήρξε πολύ βιαστική: «είναι αρκετά πιθανό, ενώ η κβαντική θεωρία και μαζί της και η αρχή της απροσδιοριστίας είναι έγκυρες με πολύ βαθμό προσέγγισης σε ένα συγκεκριμένο πεδίο παύουν και οι δύο να είναι έχουν αξία σε νέα πεδία κάτω απ’ αυτό το οποίο η σύγχρονη θεωρία είναι εφαρμόσιμη. Έτσι, το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει βαθύτερο επίπεδο αιτιατά καθορισμένης κίνησης, είναι απλά κυκλική αιτιολόγηση, αφού θα προκύψει μόνο αν υποθέσουμε προκαταβολικά ότι δεν υπάρχει τέτοιο επίπεδο.» Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι φυσικοί αρκούνται να δεχθούν την υπόθεση του απόλυτα τυχαίου. Θα επιστρέψουμε σ’ αυτό το θέμα αργότερα, σε συνδυασμό με την ελεύθερη βούληση.



Ένα κβαντικό σύστημα αναπαριστάται μαθηματικά με μια κυματοσυνάρτηση, που προκύπτει απ’ την εξίσωση Schrodinger. 

Η κυματοσυνάρτηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να υπολογίσουμε την πιθανότητα να βρεθεί ένα σωματίδιο σε κάποιο σημείο του χώρου. Όταν πραγματοποιείται μια μέτρηση, το σωματίδιο βρίσκεται φυσικά σε μία μόνο θέση, αλλά αν η κυματοσυνάρτηση υποτίθεται ότι παρέχει μια πλήρη και επακριβή περιγραφή της κατάστασης του κβαντικού συστήματος – όπως είναι στην συνηθισμένη ερμηνεία – αυτό θα σήμαινε ότι μεταξύ των μετρήσεων το σωματίδιο διαλύεται σε μια «επαλληλία κυμάτων πιθανοτήτων» και είναι δυναμικά παρόν σε πολλά διαφορετικά μέρη ταυτόχρονα.






Τότε, όταν πραγματοποιείται η επόμενη μέτρηση, αυτό το πακέτο κυμάτων υποτίθεται ότι «διαλύεται» ακαριαία, με κάποιο τυχαίο και μυστηριώδη τρόπο, ξανά σε ένα σωματίδιο σε ορισμένο χώρο.




Αυτή η ξαφνική και συνεχή «διάλυση» παραβιάζει την εξίσωση Schrodinger και δεν επεξηγείται περαιτέρω στην συνηθισμένη ερμηνεία.

Αφού η συσκευή μέτρησης που υποτίθεται ότι κάνει την κυματοσυνάρτηση ενός σωματιδίου να καταρρεύσει, είναι φτιαγμένη από υποατομικά σωματίδια, φαίνεται ότι η δική της κυματοσυνάρτηση θα έπρεπε να καταρρέει από άλλη συσκευή μέτρησης (η οποία θα μπορούσε να είναι το μάτι και το μυαλό ενός ανθρώπινου παρατηρητή), η οποία με τη σειρά της χρειάζεται να καταρρεύσει από μία ακόμα συσκευή μέτρησης κ.ο.κ., οδηγώντας σε μια άπειρη διαδρομή προς τα πίσω.

Στην πραγματικότητα, η κοινώς αποδεκτή ερμηνεία της κβαντικής θεωρίας συνεπάγεται ότι όλα τα μακροσκοπικά αντικείμενα που βλέπουμε γύρω μας υπάρχουν σε μια αντικειμενική, ευκρινή κατάσταση μόνο όταν μετριούνται ή παρατηρούνται. Ο Schrodinger επινόησε μια διάσημη ιδέα-πείραμα για να επιδείξει παράλογες συνέπειες αυτής της ερμηνείας. Μια γάτα τοποθετείται σ’ ένα κουτί που περιέχει μια ραδιενεργή ουσία, έτσι ώστε να υπάρχει πιθανότητα 50-50 ένα άτομο να διασπασθεί σε μία ώρα.

Αν ένα άτομο διασπασθεί, προκαλεί την απελευθέρωση ενός δηλητηριώδους αερίου, που σκοτώνει τη γάτα. Μετά από μια ώρα η γάτα υποτίθεται ότι είναι ταυτόχρονα νεκρή και ζωντανή (και καθετί ανάμεσα στα δύο), μέχρι κάποιος να ανοίξει το κουτί και ακαριαία να προκαλέσει την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης του, σε μια νεκρή ή ζωντανή γάτα.




Ποικίλες λύσεις έχουν προταθεί για το «πρόβλημα μέτρησης» που σχετίζεται με την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης. Κάποιοι φυσικοί υποστηρίζουν ότι ο κλασικός κόσμος ή μακρόκοσμος δεν πάσχει από την κβαντική ασάφεια, επειδή μπορεί να αποθηκεύσει πληροφορίες και υπόκειται σ’ ένα «βέλος του χρόνου», ενώ ο κβαντικός κόσμος ή μικρόκοσμος προβάλλεται ως αδύνατος να αποθηκεύσει πληροφορίες και χρονικά ανατρέψιμος (Pagels, 1983).






Μια πιο εξωφρενική προσέγγιση, είναι η υπόθεση των πολλαπλών συμπάντων, η οποία ισχυρίζεται ότι το σύμπαν διχάζεται κάθε φορά που εκτελείται μια μέτρηση (ή μια αλληλεπίδραση παρόμοια με μέτρηση), έτσι ώστε όλες οι πιθανότητες που αναπαριστούνται απ’ την κυματοσυνάρτηση (π.χ. μια ζωντανή γάτα και μια νεκρή γάτα) υπάρχουν αντικειμενικά, αλλά σε διαφορετικά σύμπαντα. 

Η Συνείδηση μας, υποτίθεται ότι διαιρείται σταθερά σε διαφορετικούς εαυτούς, που κατοικούν αυτούς τους πολλαπλασιαζόμενους, μη-επικοινωνούντες κόσμους.

Άλλοι θεωρητικοί υποθέτουν ότι, είναι η Συνείδηση που προκαλεί την κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης και έτσι δημιουργεί την πραγματικότητα. Στην άποψη αυτή, ένα υποατομικό σωματίδιο δεν προσλαμβάνει συγκεκριμένες ιδιότητες όταν αλληλεπιδρά με μια συσκευή μέτρησης, αλλά μόνο όταν η ανάγνωση της συσκευής μέτρησης καταγράφεται στο μυαλό ενός παρατηρητή (το οποίο μπορεί φυσικά να συμβεί, πολύ μετά αφού έχει πραγματοποιηθεί η μέτρηση).




Σύμφωνα με την πιο ακραία, ανθρωποκεντρική εκδοχή αυτής της θεωρίας, μόνο τα ενσυνείδητα όντα, όπως εμείς, μπορούν να προκαλούν την κατάρρευση μιας κυματοσυνάρτησης. Αυτό σημαίνει ότι, όλο το σύμπαν πρέπει να υπήρχε πρωταρχικά σε λανθάνουσα κατάσταση σε μια υποθετική σφαίρα κβαντικών πιθανοτήτων, μέχρι που ενσυνείδητα όντα εξελίχθηκαν βαθμιαία και προκάλεσαν την κατάρρευση του εαυτού τους και του υπόλοιπου του τμήματος της πραγματικότητάς τους στον υλικό κόσμο και τα αντικείμενα παραμένουν σε μια κατάσταση πραγματικότητας, μόνο όσο παρατηρούνται απ’ τους ανθρώπους (Goswami, 1993).

Παρ’ όλα αυτά, άλλοι θεωρητικοί πιστεύουν ότι, μη ενσυνείδητες οντότητες, συμπεριλαμβανομένων γατών και πιθανόν ακόμα και ηλεκτρονίων, μπορούν ίσως να προκαλέσουν την κατάρρευση των κυματοσυναρτήσεων τους (Herbert, 1993).

Η θεωρία της κατάρρευσης της κυματοσυνάρτησης (ή κατάρρευση των ανυσμάτων κατάστασης, όπως αποκαλείται μερικές φορές), εγείρει το ερώτημα, πώς τα «κύματα πιθανότητας» που η κυματοσυνάρτηση θεωρείται ότι αναπαριστά, μπορούν να καταρρεύσουν σε ένα σωματίδιο, αν δεν είναι τίποτα άλλο παρά αφηρημένα μαθηματικά δημιουργήματα.

Αφού η ιδέα των πακέτων κυμάτων που απλώνονται και καταρρέουν δεν βασίζεται σε αυστηρά πειραματικά δεδομένα, αλλά μόνο σε ιδιαίτερες ερμηνείες της κυματοειδούς συνάρτησης, αξίζει να ρίξουμε μια ματιά σε μια απ’ τις κύριες εναλλακτικές ερμηνείες, αυτή του David Bohm και των συνεργατών του, που παρέχει μια κατανοητή εκτίμηση του τι μπορεί να συμβαίνει στο κβαντικό επίπεδο.

Η οντολογική ερμηνεία της κβαντικής φυσικής του Bohm, απορρίπτει την υπόθεση ότι η κυματοσυνάρτηση δίνει την πιο σωστή περιγραφή της δυνατής πραγματικότητας και έτσι αρνείται την ανάγκη να εισάγει μια άρρωστα-ορισμένη και μη ικανοποιητική έννοια της κατάρρευσης της κυματοσυνάρτησης (και όλων των παραδόξων που την συνοδεύουν).

Αντίθετα υποθέτει την πραγματική ύπαρξη των σωματιδίων και των πεδίων: τα σωματίδια έχουν μια περίπλοκη εσωτερική δομή και συντροφεύονται πάντα από ένα κβαντικό κυματικό πεδίο· επηρεάζονται όχι μόνο από κλασικές ηλεκτρομαγνητικές δυνάμεις, αλλά και από μια λεπτότερη δύναμη, το κβαντικό δυναμικό, που ορίζεται απ’ το κβαντικό τους πεδίο, το οποίο υπακούει στην εξίσωση Schrodinger (Bohm & Hiley, 1993, Bohm & Peat, 1989, Hiley & Peat, 1991).




Το κβαντικό δυναμικό μεταφέρει πληροφορίες απ’ όλο το περιβάλλον και παρέχει άμεσες, μη-τοπικές συνδέσεις μεταξύ κβαντικών συστημάτων. Κατευθύνει τα σωματίδια με τον ίδιο τρόπο που κατευθύνουν τα ραδιοφωνικά κύματα ένα πλοίο με αυτόματο πιλότο – όχι με την έντασή τους, αλλά με τη μορφή τους. Είναι εξαιρετικά ευαίσθητο και περίπλοκο, ώστε οι σωματιδιακές τροχιές εμφανίζονται χαοτικές. Αντιστοιχούν σ’ αυτό που ο Bohm ονομάζει ενυπάρχουσα τάξη, η οποία μπορεί να θεωρηθεί, σαν ένας αχανής ωκεανός ενέργειας στον οποίο ο φυσικός ή αναπτυσσόμενος κόσμος είναι ένας απλός κυματισμός.

Ο Bohm δείχνει ότι η ύπαρξη μιας δεξαμενής ενέργειας αυτού του είδους αναγνωρίζεται, αλλά της δίνεται μικρή εκτίμηση, απ’ την κοινώς αποδεκτή κβαντική θεωρία, η οποία αξιώνει ένα καθολικό κβαντικό πεδίο – το κβαντικό κενό ή πεδίο μηδενικού σημείου – που αποτελεί τη βάση του υλικού κόσμου. Πολύ λίγα είναι σήμερα γνωστά για το κβαντικό κενό, αλλά η ενεργειακή του πυκνότητα εκτιμάται στο αστρονομικό 10108 J/cm3 (Forward, 1996, σελ. 328-37).




Στην συμπεριφορά της θεωρίας του για το κβαντικό πεδίο, ο Bohm προτείνει ότι, το κβαντικό πεδίο (η ενυπάρχουσα τάξη) υπόκειται στη διαμορφωτική και οργανωτική επιρροή ενός υπερ-κβαντικού δυναμικού, που εκφράζει τη δράση μιας υπερ-ενυπάρχουσας τάξης. Το υπερ-κβαντικό δυναμικό κάνει τα κύματα να συγκλίνουν ή να αποκλίνουν, παράγονταν ένα είδος συμπεριφοράς όμοιας με των σωματιδίων.




Οι φαινομενικά διαφορετικές μορφές που βλέπουμε γύρω μας είναι συνεπώς μόνο σχετικά σταθερά και ανεξάρτητα μοτίβα, που δημιουργούνται και υποστηρίζονται από μια ακατάπαυστη και βασική κίνηση τυλίγματος και ξετυλίγματος, με τα σωματίδια να διαλύονται σταθερά σε μια ενυπάρχουσα τάξη και μετά να κρυσταλλοποιούνται ξανά. Αυτή η διαδικασία πραγματοποιείται ακατάπαυστα και με μια εκπληκτική γρηγοράδα και δεν εξαρτάται από κάποια μέτρηση που γίνεται.

Στο μοντέλο του Bohm, ο κβαντικός κόσμος υπάρχει όταν δεν παρατηρείται και μετριέται. Απορρίπτει την θετικιστική άποψη, ότι κάτι που δεν μπορεί να μετρηθεί ή να γίνει γνωστό με ακρίβεια, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι υπάρχει. Με άλλα λόγια δεν συγχέει την επιστημολογία με την οντολογία, τον χάρτη με την περιοχή. 

Για τον Bohm, οι πιθανότητες που υπολογίζονται για την κυματοσυνάρτηση, υποδεικνύουν τις πιθανότητες ενός σωματιδίου να βρίσκεται σε διαφορετικές θέσεις, άσχετα από το αν γίνεται μια μέτρηση, ενώ στην κοινά αποδεκτή ερμηνεία, υποδεικνύουν τις πιθανότητες ενός σωματιδίου να δημιουργείται σε διαφορετικές θέσεις όταν γίνεται μια μέτρηση.

Το σύμπαν αυτοπροσδιορίζεται συνεχώς μέσα απ’ τις ακατάπαυστες αλληλεπιδράσεις του – απ’ τις οποίες η μέτρηση είναι μόνο ένα συγκεκριμένο παράδειγμα – και γι’ αυτό δεν μπορούν να προκύπτουν παράλογες καταστάσεις, όπως νεκρο-ζωντανές γάτες.

Έτσι, αν και ο Bohm απορρίπτει την άποψη ότι η ανθρώπινη συνείδηση δημιουργεί τα κβαντικά συστήματα και δεν πιστεύει ότι οι διάνοιές μας έχουν φυσιολογικά σημαντική επίδραση στο αποτέλεσμα μιας μέτρησης (εκτός με την έννοια ότι επιλέγουμε τη διευθέτηση του πειράματος), η ερμηνεία του ανοίγει το δρόμο για τη λειτουργία βαθύτερων, λεπτότερων και περισσότερο νοητικών επιπέδων της πραγματικότητας.




Υποστηρίζει ότι η συνείδηση ριζώνει βαθιά στην ενυπάρχουσα τάξη και γι’ αυτό είναι παρούσα σε κάποιο βαθμό σε όλες τις υλικές μορφές. Προτείνει, ότι ίσως υπάρχει μια άπειρη σειρά από ενυπάρχουσες τάξεις, με την καθεμιά να έχει ταυτόχρονα μια υλική πλευρά και μια συνειδησιακή πλευρά: «καθετί υλικό είναι επίσης και νοητικό και καθετί νοητικό είναι επίσης υλικό, αλλά υπάρχουν ακόμα λεπτότερα επίπεδα ύλης απ’ όσα γνωρίζουμε» (Weber, 1990, σελ. 151).

Η έννοια του ενυπάρχοντος πεδίου θα μπορούσε να ειδωθεί σαν μια εκτεταμένη μορφή υλισμού, αλλά, λέει, «θα μπορούσε εξίσου να αποκαλείται ιδεαλισμός, πνεύμα, Συνείδηση. Ο διαχωρισμός των δύο – ύλης και πνεύματος – αποτελεί μία αφαίρεση. Το έδαφος είναι πάντα ένα.» (Weber, 1990, σελ. 101)

Η κβαντική απροσδιοριστία είναι ξεκάθαρα ανοικτή σε ερμηνεία: είτε σημαίνει κρυμμένες (για μας) αιτίες, ή πλήρη απουσία αιτιών. Η θέση πως κάποια γεγονότα «μόλις συμβαίνουν» για κανένα λόγο δεν είναι δυνατό να αποδειχθούν, επειδή η ανικανότητά μας να αναγνωρίσουμε μια αιτία, δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι δεν υπάρχει αιτία. Η έννοια της απόλυτης πιθανότητας συνεπάγεται ότι τα κβαντικά συστήματα μπορούν να δράσουν εντελώς αυθόρμητα, εντελώς απομονωμένα και ανεπηρέαστα από καθετί άλλο στο σύμπαν.




Η αντίθετη άποψη είναι ότι, όλα τα συστήματα συμμετέχουν συνεχώς σε ένα περίπλοκο δίκτυο αιτιατών αλληλεπιδράσεων και διασυνδέσεων, σε πολλά διαφορετικά επίπεδα. Μεμονωμένα κβαντικά συστήματα συμπεριφέρονται σίγουρα απρόβλεπτα, αλλά παρ’ όλα αυτά αν δεν υπόκεινταν σε κάποιους αιτιατούς παράγοντες, θα ήταν δύσκολο να καταλάβουμε, γιατί η ομαδική τους συμπεριφορά παρουσιάζει στατιστικές κανονικότητες.

Η θέση ότι, καθετί έχει μια αιτία, ή μάλλον πολλές αιτίες, δεν συνεπάγεται απαραίτητα ότι όλα τα γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων και των επιλογών μας, είναι αυστηρά προκαθορισμένα από καθαρά φυσικές διαδικασίες – μια άποψη που συχνά αποκαλείται «αυστηρή αιτιοκρατία» (Thornton, 1989). 

Η έλλειψη αιτιοκρατίας στο κβαντικό επίπεδο, παρέχει ένα άνοιγμα για δημιουργικότητα και ελεύθερη βούληση.

Αλλά αν αυτή η έλλειψη αιτιοκρατίας ερμηνεύεται σαν απόλυτη πιθανότητα, θα σήμαινε ότι οι επιλογές και οι δράσεις μας απλά «ξεφυτρώνουν» με εντελώς τυχαίο και αυθαίρετο τρόπο, κατά την οποία περίπτωση μετα βίας θα αποκαλούνταν δικές μας αποφάσεις και έκφραση της δικιάς μας ελεύθερης βούλησης.

Εναλλακτικά, η έλλειψη κβαντικής αιτιοκρατίας θα μπορούσε να ερμηνευθεί σαν αιτιότητα από λεπτότερα, μη-φυσικά επίπεδα, έτσι ώστε οι πράξεις της ελεύθερης βούλησής μας έχουν αιτία – αλλά αυτή των αυτοσυνείδητων διανοιών μας. Απ’ αυτή την προοπτική – που μερικές αποκαλείται «ήπια αιτιοκρατία» – η ελεύθερη βούληση περιλαμβάνει την ενεργή, αυτό-συνείδητη αυτό-αιτιοκρατία.

Σύμφωνα με τον ορθόδοξο επιστημονικό υλισμό, οι διανοητικές καταστάσεις είναι πανομοιότυπες με τις καταστάσεις του εγκεφάλου· οι σκέψεις μας και τα συναισθήματά μας και η αίσθηση του εαυτού μας, γεννιούνται από ηλεκτροχημική δραστηριότητα στον εγκέφαλο. Αυτό θα σήμαινε είτε ότι ένα μέρος του εγκεφάλου ενεργοποιεί ένα άλλο, το οποίο ενεργοποιεί μετά ένα άλλο κ.λπ. ή ότι μια ιδιαίτερη περιοχή του εγκεφάλου ενεργοποιείται αυτόματα, χωρίς κάποια αιτία και είναι δύσκολο να δούμε πώς καθεμία απ’ τις εναλλακτικές λύσεις θα παρείχε μια βάση για ένα συνειδητό εαυτό και μια ελεύθερη βούληση.




Ο Francis Crick (1994), για παράδειγμα, που πιστεύει ότι η συνείδηση είναι βασικά ένα πακέτο νεύρων, λέει ότι η κύρια έδρα της ελεύθερης βούλησης είναι πιθανόν μέσα ή κοντά σε ένα κομμάτι του εγκεφαλικού φλοιού γνωστό σαν anterior cingulate sulcus, αλλά υπαινίσσεται ότι η αίσθηση της ελευθερίας μας είναι σε μεγάλο μέρος, αν όχι ολοκληρωτικά, μια παραίσθηση.

Εκείνοι που μειώνουν τη συνείδηση σε ένα υποπροϊόν του εγκεφάλου διαφωνούν για τη σπουδαιότητα των κβαντο-μηχανικών απόψεων των νευρωνικών δικτύων: για παράδειγμα, ο Francis Crick, ο αείμνηστος Roger Sperry (1994), και ο Daniel Dennett (1991), τείνουν να αγνοήσουν την κβαντική φυσική, ενώ ο Stuart Hameroff (1994) πιστεύει ότι η συνείδηση προέρχεται από κβαντική συνοχή στους μικροσωληνίσκους πρωτοπλάσματος μέσα στους νευρώνες του εγκεφάλου.

Μερικοί ερευνητές βλέπουν μια σχέση μεταξύ της συνείδησης και του κβαντικού κενού: για παράδειγμα, ο Charles Laughlin (1996) υποστηρίζει ότι οι νευρωνικές δομές που μεσολαβούν για την συνείδηση ίσως να αλληλεπιδρούν μη-τοπικά με το κενό (ή κβαντική θάλασσα), ενώ ο Edgar Mitchell (1996) πιστεύει ότι, τόσο η ύλη όσο και η συνείδηση απορρέουν απ’ το ενεργειακό δυναμικό του κενού.




Ο Νευροεπιστήμονας Sir John Eccles απορρίπτει την υλιστική άποψη σαν «πρόληψη» και υποστηρίζει τη δυαδική διαδραστικότητα: υποστηρίζει ότι υπάρχει ένας ψυχικός κόσμος μαζί με τον υλικό κόσμο, και ότι ο νους μας ή ο εαυτός μας ενεργεί στον εγκέφαλο (ειδικά η συμπληρωματική κινητήρια περιοχή του νευροφλοιού) στο κβαντικό επίπεδο, αυξάνοντας την πιθανότητα της πυροδότησης επιλεγμένων νευρώνων (Eccles, 1994, Giroldini, 1991).

Υποστηρίζει ότι ο νους όχι μόνο δεν είναι φυσικός, αλλά απολύτως μη υλικός και μη στερεός. Παρ’ όλα αυτά, αν δεν σχετίζονταν με κάποιο είδος ενέργειας-ουσίας, θα ήταν μια φτωχή αφαίρεση και γι’ αυτό ανήμπορος να ασκήσει οποιαδήποτε επιρροή στο φυσικό κόσμο. 

Αυτή η αντίρρηση, εφαρμόζεται επίσης σε αυτούς που είναι αντίθετοι στην ελάττωση, οι οποίοι κρατιούνται μακριά από τη λέξη «δυαδικός» και περιγράφουν την ύλη και τη συνείδηση σαν συμπληρωματικές ή δυαδικές όψεις της πραγματικότητας, και ακόμα αρνούνται στη συνείδηση κάθε ενεργητική και πραγματική φύση, υποδηλώνοντας έτσι ότι είναι κατ’ ουσία διαφορετική απ’ την ύλη και στην πράξη μια απλή αφαίρεση.

Μια εναλλακτική τοποθέτηση είναι αυτή που αντηχεί σε πολλές μυστικιστικές και πνευματικές παραδόσεις: αυτή η φυσική ύλη είναι μόνο μια «οκτάβα» σε ένα άπειρο φάσμα ύλης-ενέργειας ή συνείδησης-ουσίας και όπως ο φυσικός κόσμος οργανώνεται και συντονίζεται κατά μεγάλο μέρος από εσωτερικούς κόσμους (αστρικό, νοητικό και πνευματικό), έτσι το φυσικό σώμα ενεργοποιείται και ελέγχεται κατά μεγάλο μέρος από λεπτότερα σώματα ή ενεργειακά πεδία, συμπεριλαμβανομένου ενός αστρικού σώματος-ομοιώματος και ενός νου ή ψυχής (βλ. Purucker, 1973).



Σύμφωνα με την άποψη αυτή, η φύση γενικά, και όλες οι οντότητες που την αποτελούν, σχηματίζονται και οργανώνονται κυρίως από μέσα προς τα έξω, από βαθύτερα επίπεδα της δομής τους. Αυτός ο εσωτερικός προσανατολισμός είναι κάποτε αυτόματος και παθητικός, κάνοντας να εμφανίζονται οι αυτόματες σωματικές λειτουργίες μας και η συνήθης και ενστικτώδης συμπεριφορά και τακτικά, οι νομιμοφανείς λειτουργίες της φύσης γενικά, και κάποτε είναι ενεργός και αυτοσυνείδητος, όπως στις σκόπιμες και βουλητικές πράξεις μας.

Ένα φυσικό σύστημα που υπόκειται σε τέτοιες λεπτότερες επιρροές δεν δέχεται τόσο επιδράσεις από έξω, όσο κατευθύνεται από μέσα. Εκτός του ότι επηρεάζουν τους εγκεφάλους και τα σώματά μας, οι διάνοιές μας φαίνεται επίσης ότι μπορούν να επηρεάσουν άλλες διάνοιες και σώματα και άλλα φυσικά αντικείμενα σε απόσταση, όπως φαίνεται στα παραφυσικά φαινόμενα.




Ήταν ο David Bohm και ένας απ’ τους υποστηρικτές του, ο John Bell απ’ το CERN, που έθεσαν το μεγαλύτερο μέρος του θεωρητικού υπόβαθρου για τα πειράματα ERP που πραγματοποιήθηκαν απ’ τον Alain Aspect το 1982 (το πρώτο πείραμα-σκέψης προτάθηκε απ’ τους Einstein, Podolsky, και Rosen το 1935).

Αυτά τα πειράματα έδειξαν ότι, αν δύο κβαντικά συστήματα αλληλεπιδράσουν και κατόπιν διαχωριστούν, η συμπεριφορά τους, συσχετίζεται με ένα τρόπο που δεν μπορεί να εξηγηθεί με όρους σημάτων που ταξιδεύουν ανάμεσά τους με την ταχύτητα του φωτός ή χαμηλότερη.* Αυτό το φαινόμενο είναι γνωστό ως μη-εντοπισμός και δέχεται δύο βασικές ερμηνείες: είτε συνεπάγεται άμεση, ακαριαία δράση από απόσταση, ή συνεπάγεται μεταβίβαση σημάτων ταχύτερη του φωτός.




* Τα πειραματικά αποτελέσματα δεν είναι τόσο σαφή όσο παρουσιάζονται προς τα έξω και εφαρμόζονται ρυθμίσεις με μεγάλη ασάφεια δεδομένων. Βλ. C.H. Thompson, ‘Behind the scenes at the EPR magic show’, εκδ. F. Selleri, ‘Open Questions in Relativistic Physics’, Montreal: Apeiron, 1998, σελ. 351-9; C.H. Thompson, ‘The tangled methods of quantum entanglement experiments’, http://users.aber.ac.uk/cat/Tangled/tangled.html. (ησημείωσηπροστέθηκεστονΝοέμβριοτου 2000).

Αν οι μη-τοπικοί συσχετισμοί είναι απόλυτα ακαριαίοι, θα ήταν ουσιαστικά μη αιτιατοί, αν δύο γεγονότα συμβαίνουν εντελώς ταυτόχρονα, «αιτία» και «αποτέλεσμα» θα ήταν δυσδιάκριτα, και δεν θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το ένα απ’ τα γεγονότα προκαλεί το άλλο μέσω μεταφοράς δύναμης ή ενέργειας, επειδή καμιά τέτοια μετάδοση δεν θα μπορούσε να γίνει απείρως γρήγορα. Γι’ αυτό δεν θα μπορούσε να υπάρξει αιτιατός μηχανισμός μετάδοσης που να εξηγείται, και οι όποιες έρευνες θα περιορίζονταν στις συνθήκες που επιτρέπουν να συμβαίνουν γεγονότα συσχέτισης σε διαφορετικά μέρη.

Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι το φως και άλλα είδη ηλεκτρομαγνητισμού θεωρήθηκαν επίσης κάποτε ότι διαδίδονταν ακαριαία, έως ότου τα δεδομένα της παρατήρησης απέδειξαν το διαφορετικό. Είναι αδύνατον να επιβεβαιωθεί η υπόθεση ότι, οι μη-τοπικές συνδέσεις είναι απόλυτα ακαριαίες, καθώς θα χρειάζονταν δύο τέλεια συγχρονισμένες μετρήσεις, οι οποίες θα απαιτούσαν άπειρη ακρίβεια. Παρ’ όλα αυτά, καθώς έδειξαν ο David Bohm και ο Basil Hiley (1993, σελ. 293-4, 347), αυτό θα μπορούσε να είναι πειραματικά πλαστογραφημένο.

Επειδή, αν οι μη-τοπικές συνδέσεις δεν διαδίδονται με άπειρες ταχύτητες, αλλά με την ταχύτητα του φωτός ή μεγαλύτερες μέσω ενός «κβαντικού αιθέρα» – ένα υποκβαντικό πεδίο όπου η σύγχρονη κβαντική θεωρία και η θεωρία της σχετικότητας θα κατέρρεαν – τότε οι συσχετίσεις που προβλέπονται απ’ την κβαντική θεωρία θα εξαφανίζονταν, αν οι μετρήσεις γίνονταν σε περιόδους μικρότερες απ’ αυτές που απαιτούνται για τη μετάδοση των κβαντικών συνδέσεων μεταξύ των σωματιδίων. Τέτοια πειράματα είναι πέρα απ’ τις δυνατότητες της παρούσας τεχνολογίας, αλλά ίσως να είναι δυνατά στο μέλλον. Αν υπάρχουν αλληλεπιδράσεις υπεράνω του φωτός, θα ήταν «μη-τοπικές» μόνο με τη λογική του μη-φυσικού.

Η μη-τοπικότητα έχει επικαλεστεί σαν εξήγηση για την τηλεπάθεια και τη διόραση, αν και μερικοί ερευνητές πιστεύουν ότι ίσως να περιλαμβάνει ένα βαθύτερο επίπεδο μη-τοπικότητας ή αυτό που ο Bohm ονομάζει «υπερ – μη-τοπικότητα» (ίσως όμοια με τον «μορφικό συντονισμό» («morphic resonance») του Sheldrake). 

Όπως ήδη έχει δειχθεί, αν η μη-τοπικότητα ερμηνεύεται ως ικανότητα ακαριαίας σύνδεσης, θα συνεπάγονταν ότι οι πληροφορίες θα «λαμβάνονταν» σε απόσταση, ακριβώς την ίδια στιγμή που γεννιούνται, δίχως να υφίστανται κάποιο είδος μετάδοσης. Κυρίως, κάποιος θα προσπαθούσε τότε να καταλάβει τις συνθήκες που επιτρέπουν την άμεση εμφάνιση της πληροφορίας.





Η εναλλακτική θέση είναι ότι η πληροφορία – που είναι βασικά ένας τύπος ενέργειας - χρειάζεται πάντα κάποιο χρόνο για να ταξιδέψει από την πηγή σε κάποιο άλλο τόπο, ότι η πληροφορία αποθηκεύεται σε κάποιο παραφυσικό επίπεδο και ότι, μπορούμε να έχουμε πρόσβαση σ’ αυτή την πληροφορία ή να ανταλλάξουμε πληροφορίες με άλλες διάνοιες, αν υπάρχουν οι απαραίτητες συνθήκες της «συμπαθητικού συντονισμού». Όπως και με το EPR, η υπόθεση ότι η τηλεπάθεια είναι απόλυτα ακαριαία είναι αναπόδεικτη, αλλά ίσως θα ήταν δυνατό να επινοήσουμε πειράματα που θα μπορούσαν να το ανασκευάσουν.

Επειδή, αν τα φαινόμενα ESP περιλαμβάνουν λεπτότερους τύπους ενέργειας που ταξιδεύει με πεπερασμένες αλλά κάτω του φωτός ταχύτητες διαμέσου υπερφυσικών σφαιρών, ίσως είναι δυνατόν να ανιχνεύσουμε μια καθυστέρηση μεταξύ της μετάδοσης και της λήψης και επίσης κάποια εξασθένιση της επίδρασης από πολύ μακρινές αποστάσεις, αν και ήδη αποτελεί στοιχείο ότι κάθε εξασθένιση πρέπει να δοκιμαστεί πολύ λιγότερο απ’ την ηλεκτρομαγνητική ενέργεια, η οποία υπόκειται στον νόμο του αντίστροφου-τετραγώνου.




Όσο για την πρόγνωση, την τρίτη κατηγορία του ESP, μια πιθανή εξήγηση είναι ότι, περιλαμβάνει άμεση, «μη-τοπική» πρόσβαση στο πραγματικό μέλλον. Εναλλακτικά, ίσως να περιλαμβάνει την διορατική αντίληψη ενός πιθανού μελλοντικού σεναρίου, που ξεκινάει να παίρνει μορφή με βάση τις τωρινές τάσεις και προθέσεις, σε συμφωνία με την παραδοσιακή ιδέα ότι τα επερχόμενα γεγονότα ρίχνουν τη σκιά τους πριν απ’ αυτά. Ο Bohm λέει ότι, τέτοια προσκίαση συμβαίνει «βαθιά στην ενυπάρχουσα τάξη» (Talbot, 1992, σελ. 212) – την οποία κάποιες μυστικιστικές παραδόσεις αποκαλούν αστρικές ή ακασικές σφαίρες.

Ψυχοκίνηση και ο αόρατος κόσμος: Η μικρο-ψυχοκίνηση περιλαμβάνει την επιρροή της συνείδησης στα ατομικά σωματίδια. Σε κάποια πειράματα μικρο-ψυχοκίνησης που διεξήχθησαν από τον Helmut Schmidt, ομάδες αντικειμένων μπορούσαν τυπικά να αλλάξουν τις πιθανότητες των κβαντικών γεγονότων από 50% σε 51% και μερικά άτομα κατάφεραν πάνω από 54% (Broughton, 1991, σελ. 177). Πειράματα στο εργαστήριο PEAR στο Πανεπιστήμιο του Princeton απέφεραν μικρότερες μετακινήσεις ενός δεκάκις χιλιοστού (Jahn & Dunne, 1987).




Μερικοί ερευνητές έχουν επικαλεστεί τη θεωρία της κατάρρευσης της κυματοσυνάρτησης εξαιτίας της συνείδησης, για να εξηγήσουν τέτοια αποτελέσματα. Υποστηρίζεται ότι, στην μικρο-ψυχοκίνηση, σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη, το παρατηρούμενο αντικείμενο βοηθάει να καθορίσουμε ποιο θα είναι το αποτέλεσμα της κατάρρευσης της κυματοσυνάρτησης, ίσως με κάποιο τύπο της πληροφοριακής διαδικασίας. (Broughton, 1991, σελ. 177-81).

Ο Eccles ακολουθεί παρόμοια προσέγγιση για να εξηγήσει πώς οι διάνοιές μας ενεργούν πάνω στους εγκεφάλους μας. Παρ’ όλα αυτά, η έννοια της κατάρρευσης της κυματοειδούς συνάρτησης δεν είναι απαραίτητη για να εξηγήσουμε την αλληλεπίδραση πνεύματος-ύλης. Θα μπορούσε ισοδύναμα να υιοθετήσουμε την άποψη ότι, τα υποατομικά σωματίδια πηγαινοέρχονται συνέχεια μέσα και έξω από την φυσική ύπαρξη και ότι, το αποτέλεσμα της διαδικασίας είναι μετατρέψιμο από τη βούλησή μας – μια φυσική δύναμη.

Η μικρο-ψυχοκίνηση περιλαμβάνει την κίνηση σταθερών, φυσιολογικά αμετακίνητων αντικειμένων με νοητική προσπάθεια. Σχετικά φαινόμενα περιλαμβάνουν την κίνηση poltergeist, τις υλοποιήσεις και αποϋλοποιήσεις, την τηλεμεταφορά και την αιώρηση. Αν και έχει συλλεχθεί απ’ τους ερευνητές εντυπωσιακός όγκος μαρτυριών τέτοιων φαινομένων τα τελευταία 150 χρόνια (Inglis, 1984, 1992· Milton, 1994), η μικρο-ψυχοκίνηση είναι ένα θέμα ταμπού και προκαλεί μικρό ενδιαφέρον, παρ’ όλο το δυναμικό του για να ανατρέψει το σύγχρονο υλιστικό παράδειγμα και να προκαλέσει επανάσταση στην επιστήμη – ή ίσως αυτή να είναι η αιτία.

Τέτοια φαινόμενα περιλαμβάνουν καθαρά πολλά περισσότερα από την μεταβολή της πιθανολογικής συμπεριφοράς των ατομικών σωματιδίων και αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν ένδειξη δυνάμεων, καταστάσεων της ύλης και μη-φυσικών ζώντων οντοτήτων, ακόμα άγνωστων στην επιστήμη. Μια ακόμα ένδειξη θα παρείχε διαβεβαίωση ότι αυτά τα πράγματα υπάρχουν· το ότι μέσα στην ενότητα της φύσης που περικλείει τα πάντα, υπάρχει ατέλειωτη ανομοιότητα.

Η πιθανή ύπαρξη λεπτότερων πεδίων που αλληλοδιαπερνούν το φυσικό πεδίο εν πάσει περιπτώσει ανοικτή σε έρευνα (βλ. Tiller, 1993) και αυτό είναι κάτι παραπάνω απ’ ό,τι μπορεί να ειπωθεί για τις υποθετικές πρόσθετες διαστάσεις που απαιτεί η θεωρία των υπερχορδών, οι οποίες λέγεται ότι περιπλέκονται σε μια περιοχή δισεκατομμυριοστού-τρισεκατομμυριοστού του τρισεκατομμυριοστού του εκατοστού και γι’ αυτό είναι εντελώς απλησίαστες ή των υποθετικών «συμπάντων-μωρών» και των «συμπάντων-φυσαλίδων» που απαιτούν κάποιοι κοσμολόγοι, τα οποία λέγεται ότι υπάρχουν σε κάποια εξίσου απροσπέλαστη «διάσταση».









Η υπόθεση των υπερφυσικών κόσμων δεν φαίνεται να ευνοείται από πολλούς ερευνητές. Ο Edgar Mitchell (1996), για παράδειγμα, πιστεύει ότι όλα τα φυσικά φαινόμενα περιλαμβάνουν μη-τοπικό συντονισμό ανάμεσα στον εγκέφαλο και το κβαντωμένο κενό και επακόλουθη πρόσβαση σε ολογραφικές, μη-τοπικές πληροφορίες. 

Κατά την άποψή του, αυτή η υπόθεση θα μπορούσε να εξηγήσει όχι μόνο την ψυχοκίνηση και το ESP, αλλά επίσης τις εξωσωματικές εμπειρίες και τις εμπειρίες κοντά στο θάνατο, τα οράματα και τα φαντάσματα και στοιχεία που παραθέτονται συνήθως υπέρ της μετενσάρκωσης της ψυχής.

Περαιτέρω πειραματικές μελέτες φαινομένων που σχετίζονται με τη συνείδηση, φυσικών και παραφυσικών, θα επέτρεπαν να δοκιμαστούν με πιθανότητες επιτυχίας τα υπέρ και τα κατά των διάφορων συγκρουόμενων θεωριών. Τέτοιες έρευνες θα μπορούσαν να βαθύνουν τη γνώση μας των λειτουργιών τόσο του κβαντικού κόσμου όσο και των διανοιών μας και της σχέσης ανάμεσά τους και να αποκαλύψουν αν το κβαντικό κενό είναι πραγματικά το κατώτερο σημείο της ύπαρξης ή αν υπάρχουν βαθύτεροι κόσμοι στη φύση που αναμένουν να εξερευνηθούν, από τον άνθρωπο


Διαβάστε περισσότερα... »