«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΣΤΗΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΣΤΗΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

Η Περιστερά ως Ιερό Σύμβολο στα Μινωικά Μυστήρια




Η θεά Νίκη στο Βερολίνο που έμεινε όρθια απο την εισβολή των Βάρβαρων


Η Περιστερά ως ιερό σύμβολο στα Μινωικά Μυστήρια
…Ο Άρθουρ Έβανς εξηγεί με βάση τα ευρήματα των ανασκαφών την σημασία των τριών στηλών της αίθουσας του Ιεροφάντη στις μυσταγωγικές λατρείες των Μινωιτών:

«…Από όλα αυτά τα λείψανα, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον από θρησκευτικής απόψεως παρουσιάζει ένα σύνολο από πήλινα αντικείμενα, που ανήκαν σε κάποιο θρησκευτικό οικοδόμημα, μεγαλύτερο από τα άλλα.

Αποτελείται από τρεις στήλες με κοινή βάση, σε κάθε μία από τις οποίες και επάνω από το τετραγωνικό κιονόκρανο της, στηρίζονται τα στρογγυλά άκρα ενός ζεύγους δοκών επάνω στις οποίες κάθεται μία περιστέρα. Το τετραγωνικό αυτό κιονόκρανο και οι δοκοί που στηρίζονται επάνω του, πρέπει να θεωρηθούν ότι παριστάνουν σε μικρογραφία τα δοκάρια της στέγης και τον θριγκό ενός κτηρίου.

Με άλλα λόγια, πρόκειται περί των στηλών του Οίκου, τα δε περιστέρια είναι το εξωτερικό και ορατό σημείο της θείας παρουσίας και προστασίας… Τα καθισμένα πουλιά, συμβολίζουν και σε αυτήν την περίπτωση την κάθοδο της θεότητας στο αντικείμενο που κάθονται. Μερικές φορές όπως στα παραπάνω παραδείγματα, ο βαιτυλικός κιών ή το κελί 
εγκλείουν την θεότητα.




Η Περιστερά ως ιερό σύμβολο στα Μινωικά Μυστήρια
Η περίφημη σκηνή της σαρκοφάγου της Αγίας τριάδας παριστάνει κορακοειδή πουλιά, που κατέβηκαν με τελετουργικούς εξορκισμούς και σπονδές επάνω στον ιερό Διπλό Πέλεκυ, ο οποίος έτσι είναι κατά κάποιο τρόπο ‘φορτισμένος’ με θεϊκή ουσία.


Τα περιστέρια που υπάρχουν στη χρυσή κύλικα των Μυκηνών και το κύπελλο του Νέστορος επαναλαμβάνουν την ίδια ιδέα. Αλλά το λατρευτικό αντικείμενο δεν ήταν το μόνο πού μπορούσε έτσι να καθαγιαστεί με το έμβλημα της καθόδου της πνευματικής δυνάμεως.


Η Περιστερά ως ιερό σύμβολο στα Μινωικά Μυστήρια
Στην περίπτωση των χρυσών πλακών του τάφου της τρίτης ακτίνος των Μυκηνών, τα περιστέρια δεν επικάθονται μόνο στο ιερό, αλλά και στο κεφάλι γυμνής γυναίκας και επίσης φαίνονται να πετούν από τους ώμους της.

Η κεντρική πήλινη μορφή, επίσης από το ιερό του Διπλού Πέλεκυ της Κνωσού, δείχνει το περιστέρι να κάθεται στο κεφάλι της. Σε αυτές τις περιπτώσεις έχουμε είτε εικόνες της ίδιας της περιστέρας- Θεάς, ενισχυμένης από ότι ήταν πιθανό ή παλαιότερη ζωομορφική της παράσταση, είτε εικόνες ιερειών, οι οποίες θεοποιούνται με την κάθοδο του πνεύματος με τη μορφή περιστέρας.



Μέχρι ποίου σημείου οι πρωτογενείς Μινωικές θρησκευτικές ιδέες ήταν οικείες στο Σημιτικό πνεύμα, φαίνεται πάλι εδώ από την καταπληκτική αναλογία που διακρίνουμε καθαρά στο βάπτισμα στον Ιορδάνη ποταμό (*) και από την εικόνα του Αγίου πνεύματος, το οποίο κατήλθε ‘εν είδει περιστεράς’, και εφώτησε τον Ιησού, σύμφωνα με την περιγραφή των Ευαγγελιστών.




Η Περιστερά ως ιερό σύμβολο στα Μινωικά Μυστήρια
Αυτό που πρέπει να έχουμε υπό από όλους αυτούς τους συσχετισμούς είναι ότι η θεότητα δεν ενοικεί προσωρινά, με την κατάλληλη ιερουργία, μόνο στα άψυχα αντικείμενα, όπως π.χ ο κίων ή το ιερό όπλο, αλλά ότι το πνευματικό Ον μπορεί να εισέλθει μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο, που είναι ο λάτρης ο ιερουργός, ο οποίος κατά αυτόν τον τρόπο γίνεται ‘άλλος Χριστός’»..

(*) Ο Γαλαξίας μας πήρε το όνομα του σύμφωνα με την αρχαία Ελληνική μυθολογία, από το γάλα που εκτινάχθηκε από τον μαστό της Ήρας, όταν ο Ερμής έβαλε κρυφά τον μικρό Ηρακλή να θηλάσει από αυτήν. Όταν Η Ήρα, αντιλήφθηκε την απάτη, έδιωξε βίαια το βρέφος, με αποτέλεσμα λίγο γάλα από τον μαστό της θεάς να χυθεί στους Ουρανούς…

Έτσι ο Γαλαξίας ήταν γνωστός στους αρχαίους ως γνωστός και σαν γαλακτίτης κύκλος ή κύκλος και γάλα. Από τους Πυθαγορείους ονομαζόταν «οδός των ψυχών» ενώ από τον ποιητή Πίνδαρο αναφέρεται σαν «λιπαρά οδός» ή «δρόμος του Διός». Οι αρχαίοι Έλληνες τον ονομάζουν «Ηριδανό ποταμό» και μέχρι σήμερα λέγεται «Ιορδάνης ποταμός»…. Σε όλους τους λαούς και σε όλες τις εποχές οι ονομασίες του Γαλαξία θυμίζουν ποταμό ή δρόμο.

Απόσπασμα από το βιβλίο μου «Η χαμένη κιβωτός της αρχαίας Ελληνικής μυθολογίας και των Μυστηρίων». (εκδ. Γεωργιάδη 2003)

Διαβάστε περισσότερα... »

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

Ετυμολογικές και εισαγωγικές παρατηρήσεις περί ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ




Οι αρχαίοι έλεγαν «Αρχὴ παιδεύσεως ἡτῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις», [1] με αυτήν την ρήση κατά νου, και βασιζόμενοι στην περί ορθότητας ονομάτων θεωρία του πλατωνικού Κρατύλου, θα θέσουμε με αυτόν τον τρόπο την αφετηρία του στοχασμού μας περί μυστηρίων, ιχνηλατώντας τον Λόγο (δηλαδή το νόημα) που βρίσκεται μέσα στις λέξεις που θα μας απασχολήσουν στην συνεχεία του παρόντος.

Οι λέξεις που θα αναλύσουμε είναι οι εξής:

ΜΥΩ – ΜΥΘΟΣ – ΜΥΣΤΗΡΙΑ
Ο «πυρήνας» της λεξικής μας αλληλουχίας είναι η λέξη: Μύω, που σημαίνει κλείνω τα μάτια, το στόμα ή οποιοδήποτε άνοιγμα, και χρησιμοποιείται για να δηλώσει το α-όρατο, το ά-ρητο και γενικότερα το απόκρυφο και μυστικό. Με κλειστό το στόμα (χείλη) και πάλση των φωνητικών χορδών, παράγεται ο ήχος μου…, όπως το μοσχάρι βοά (μουεί). Αυτή λέξη σχετίζετε με τις ιδέες της σιγής, του σκότους, της μόνωσης και του αλχημικού κορεσμού. Από το μύω παράγονται αρκετές λέξεις που περιέχουν τις παραπάνω έννοιες, ενδεικτικά αναφέρονται:

α) Ο μυελός και το μυαλό όπου σημαίνουν το κλεισμένο εντός του κρανίου ή του οστού γενικότερα.

β) Το Άγιο Μύρο προέρχεται από το ρήμα μύρω (μύω + ρέω > ρω, ρέω εκ των έσω)

γ) Οι μύχιες εσωτερικές – μυστικές σκέψεις ετυμολογικά προέρχονται από το μυω (μυχός μέ-μυκ-α (κ>χ), πρκμ. του μύω- το ενδότατο μέρος, το βάθος).

δ) το μύδι σημαίνει το ερμητικά κλεισμένο και παράγεται απευθείας από το μύω.

ε) Τέλος ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια άλλη λέξη που παράγετε από το μύω, το κρόμμυον (το γνωστό μας κρεμμύδι) που σημαίνει το κλεισμένο μέσα στη γη και μας φέρνει κατά νου την αλχημιστική φόρμουλα VITRIOL ή VITRIOLUM.[2]

Από το μύω περνάμε στον δεύτερο όρο μας, που είναι η λέξη Μύθος, που σημαίνει «τον σκοτεινὸ λόγον» και την διδασκαλία.
[3] Στην αρχαία εποχή ο μύθος ήταν αρχικά ταυτόσημος με τον λόγο και σήμαινε την προφορική διήγηση[4] – παράδοση και αργότερα έλαβε και την έννοια της διδασκαλίας που σχετίζονταν με κάτι το ιερό. [5] 

Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε ότι οι μύθοι δεν πρέπει να ταυτίζονται με «τοῖς παιδίοις μύθους» (δηλαδή τα παραμύθια) που όπως αναφέρει ο Πλατών στην Πολιτεία (377a) μπορεί να είναι εν τω συνόλω ψευδείς διηγήσεις αλλά, όμως υπάρχει μέσα τους και ένας πυρήνας αλήθειας. [6] Την ταύτιση του μύθου με το ιερό αναφέρει και ο αείμνηστος Αντώνιος Χαλάς στο παρακάτω απόσπασμα:

«Αλληγορία, ιερογλυφία, μύθος, παραβολή, σύμβολον είναι η δια τεχνηέσσης και επιστημονικής πολκής και συνθέσεως, ως εκ της διαλεκτικής δεινότητος του Ποιητού της, υπόκρυψις αιωνίας, απαστραπτούσης από κάλλος και δυναμικότητα Αληθείας».[7]

Και αλλού:
«Οι άνθρωποι της Ομηρικής εποχής, ως μέσα επομένως της ανυψώσεως των, της βελτιώσεως της ψυχής των και μορφώσεως των εχρησιμοποίουν τον μύθον, απείρως αποτελεσματικότερον και διδακτικώτερον και εξυψωτικώτερον του Βιβλίου. Τα μαθηματικά και τα σύμβολα, οι μύθοι ή ιερογλυφίαι είναι εκείνα, τα οποία ενέχουν μέσα των τα μαγικά και αποτελεσματικά μέσα της καθάρσεως του όμματος της ψυχής από την λύμην, την άγνοιαν, την παράκρουσιν και ακαθαρσίαν, μέχρις ότου τέλος επιτευχθή η ανάβλεψις αυτού και αρχίση η θεωρία των όντων ως αληθώς μυστηρίων»

Αυτή η μορφή διδασκαλίας που περιγραφεί ο Χαλάς, αποτελούμενη από τον Μύθο, που περίχεε τους Ιερούς Λογούς δηλαδή το δόγμα (γράμμα του νόμου), και την Διαλεκτική, που αποτελούσε την πρακτική τέχνη φανέρωσης της αληθείας του μύθου (πνεύμα των γραφών), φαίνεται πως αποτέλεσε κοινό τόπο σε όλες τις εσωτερικές σχολές της αρχαιότητας. 

Έτσι την εντοπίζουμε στους κόλπους όλων των αρχαίων μυστηρίων αλλά και στην χριστιανική διδασκαλία όπως μας την παραδίδει ο Μ. Βασίλειος: «Τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ πεφυλαγμένωνδογμάτων καὶ κηρυγμάτων, τὰ μὲν ἐκ τῆς ἐγγράφου διδασκαλίας ἔχομεν, τὰ δὲ ἐκ τῆςτῶν ἀποστόλων παραδόσεως διαδοθέντα ἡμῖν ἐν μυστηρίῳ παρεδεξάμεθα»[8] δηλαδή «Αγία Γραφή και Λατρεία, αποστολική παράδοση και λειτουργική κατανόηση της χριστιανικής αυτοσυνειδησίας, ευ-αγγέλιο και λειτ-ουργία, λόγος και μυστήριο»[9]απαρτίζουν το σύνολο της χριστιανικής διδασκαλίας. 

Κάτι ανάλογο φαίνεται πως συγκροτούσε και η εβραϊκή Καμπαλά,[10] ένα σύστημα που αποσκοπούσε στην μεταβίβαση μιας ιερής μυστικής διδασκαλίας, δια μέσου του Ραβίνου (Δασκάλου) στον μαθητή (ή κατά τα σωκρατικά πρότυπα εραστή και ερωμένου), με κύριο συστατικό τον προφορικό λόγο – μύθο και τον διαλογισμό σε σύμβολα και στις απόκρυφες έννοιες των γραφών. Υπό αυτό το πρίσμα δεν είναι παράξενη η προτίμηση της προφορικής διδασκαλίας τόσο από Σωκράτη και τον Πλάτωνα όσο και από πλήθος άλλων μυστών ανά τους αιώνες, ούτε πρέπει να μας φαίνετε παράξενη η υιοθέτηση του διαλόγου ως είδους γραφής τόσο από τον Πλάτωνα και τους συντάκτες των ερμητικών έργων, που αποδίδονται στον Ερμή τον Τρισμέγιστο, όσο και των ραβίνων που συνέταξαν το Ζοχάρ.[11]

Ο τρίτος και τελευταίος όρος της αλληλουχίας μας είναι η λέξη: Μυστήρια,[12] που εννοεί το σύνολο των παραπάνω εννοιών ως μια μυστική ή απόκρυφη διδασκαλία – τυπικό με σκοπό την μύηση. Τι είναι όμως μύηση; Ας δούμε έναν σύντομο εγκυκλοπαιδικό ορισμό:

ΜΥΗΣΗ: Μύησις εἶναι η ἐπέκτασις τῆς συνειδήσεως [και η προσέγγιση των θεϊκών όψεων που κρύβει μέσα του ο άνθρωπος] καί ἐπιτυγχάνεται διά μυσταγωγικῆς τελετῆς μέσω Τυπικοῦ, ἐν συνέχειᾳ δέ διά πρακτικῶν ἀσκήσεωνἀποβλεπουσῶν εἰς τήν ἐμπραγμάτον ἐπέκτασιν ταύτης.»[13]

Η μύηση σε συνδυασμό με την προσωπική αποκρυφιστική εργασία του μύστη, συγκροτούσαν ένα ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο διδασκαλίας, που μπορεί να χωριστεί σε τρία κύρια τμήματα:

Εναρμόνιση με τον Κοσμικό Νόμο, μέσα από την ορθή κατανόηση.

Διευθέτηση κάθε δυσαρμονίας, μέσα από την ορθή χρήση τα δύναμης που δίνει η γνώση.

Εξάγνιση της ψυχής, με καλές πράξεις σ’ όλα τα πεδία.[14]

Από την λέξη μυεω (που σημαίνει εισάγω στα μυστήρια) και είναι η λέξη: Μύστης, όπου κατά την αρχαιότητα σήμαινε αυτόν που έχει εισαχθεί (μυηθεί) στα μυστήρια «Εις μύστης είναι ο ενσαρκώνων την Μύησιν…Εις την αρχαιότητα ητο ο τίτλος των νεομυηθέντων, διότι ώφειλον να τηρούν κατά την πρώτην μύησιν οφθαλμούς και ωτα κλειστά».[15]

Τέλος ας δούμε πιο αναλυτικά τι ήταν τα μυστήρια: τα μυστήρια κατά την αρχαιότητα περιείχαν κατά κύριο λόγο το απόρρητο μέρος της λατρείας,[16] το οποίο μεταβιβαζόταν διάμεσου διαφόρων τελετών που είχαν ως σκοπό την μύηση των αμυήτων. 

Με τα μυστήρια οι μυημένοι αποκτούσαν ένα μέσο για να μεταβούν σε ένα πλατύτερο πεδίο αντίληψης - συνειδητοτητάς. Ανυψώνονταν από επίπεδο σε επίπεδο και επικοινωνούσαν με τον θειο Σπινθήρα που κρύβετε σε κάθε ανθρώπινο ον, ή αλλιώς με αυτό που οι αρχαίοι ονόμαζαν δαιμόνιο.[17] Σχετικά με τα δρώμενα δηλαδή τις μυσταγωγικές τελετές που λάμβαναν χώρα κατά την διάρκεια των μυστηρίων, από τα ολίγα τα οποία γνωρίζομεν περί αυτών, επρόκειτο περί αλληγορικών αναπαραστάσεων, συμβολιζουσών τα πεπρωμένα των ψυχών μετά θάνατον τον νόμον του αντιπεπονθόντος, την ενότητα που συνδέει προς άλληλα όλα τα όντα. Προς τούτοις εδιδάσκοντο οι τρόποι δια να καταστή η ψυχή αθάνατος εις την παρούσαν ζωήν (άσκησις και αποκάλυψις λανθανουσών δυνάμεων του ανθρώπου).[18]

Φ.Σ.

[1] Φράση του σωκρατικού φιλοσόφου Αντισθένη σωζόμενη στο έργο του Επίκτητου«Διατριβαί», Ι.17,12.
[2] Η ερμηνεία των λέξεων είναι: α) Visita Interiora Terrae, Rectificando Invenies Occultum Lapidem ήτοι: Επισκέψου το εσωτερικό της γης, και καθώς θα βελτιώνεσαι –από τους καθαρμούς – θα βρεις τον απόκρυφο λίθο (την Λίθο των Σοφών). β) Visita Interiora Terrae, Rectificando Invenies Occultum Lapidem, Veram Medicinam ήτοι: Επισκέψου το εσωτερικό της γης, και καθώς θα βελτιώνεσαι –από τους καθαρμούς – θα βρεις τον απόκρυφο λίθο (την Λίθο των Σοφών) που είναι η αληθινή πανάκεια.
[3] κατά το Μέγα Ετυμολογικόν.
[4] Με αυτόν αυτήν την έννοια χρησιμοποιείτε π.χ. στα Ομηρικά έπη.
[5] Βλ. Σ. Ψάλτου, «Μύθος», Θρησκειολογικό Λεξικό (2000) σελ. 401.
[6] «τὸ ὅλον εἰπεῖν ψεῦδος, ἔνι δὲ καὶ ἀληθῆ.»
[7] Αντώνιος Φ. Χαλάς, Αποκρυφισμός και Αρχαία Ελλάς, εκδ. Οίκος Αντωνίου Φιλίππου Χαλά, Αθήναι 1930;, σελ. 131.
[8] Περί του Αγίου Πνεύματος, 27.66, PG32, 188-189
[9] Πέτρος Βασιλειάδης, Lex Orandi, εκδ. Ίνδικτος Αθήναι 2001, σελ. 135.
[10] Εβραϊκή Μυστική Δοξασία που αρχικά μεταβιβαζόταν μόνο από στόμα σε αυτί, η λέξη Qabalah ή Cabbala προέρχεται από την εβραϊκή ρίζα QBL (Κ ΜπΛ), που σημαίνει δέχομαι.
[11] Το Βιβλίο της Λαμπρότητας (στα εβραϊκά Σεφερ χαΖοχάρ) αποτελεί τον πυρήνα της καμπαλιστικής διδασκαλίας και μαζί με το Βιβλίο της Δημιουργίας (στα εβραϊκά Σεφέρ Γετζιρά) είναι το αρχαιότερο έργο της καμπαλιστικής φιλολογίας.
[12] Λέγονταν και τελεσφορίαι, όργια ή εορταί μυήσεως.
[13] Πέτρος Γράβιγγερ, «Εγκυκλοπαίδεια Εσωτερισμού και Αποκρύφου Γνώσεως», τόμος Δ’, Αθήναι 1973, σ. 346.
[14] Ντίον Φόρτσιουν, «Η Εκπαίδευση και το Έργο ενός Μυημένου», Αθήνα 1983, σ. 74.
[15] ΕΕΑΓ, τ. 4, σελ. 374
[16] Βλ. Διδως Καλλέργη, «τα αρχαία μυστήρια: η πνευματική κληρονομία της Αρχαίας Ελλάδος», εκδ. Ιδεοθέατρον, Αθήνα χ.χ., σελ. 9.
[17] Βλ. Φιλοσοφικός Σύλλογος «Ιάμβλιχος», «Φωτεινά μονοπάτια», Αθήνα 1993, εκδ, Ιάμβλιχος, σελ. 126.[18] ΕΕΑΓ, τ. 4, σελ. 384

Διαβάστε περισσότερα... »

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

Διονυσιακά και Ορφικά μυστήρια



Το πρόβλημα που καλείται να λύσει ο μελετητής στην ανίχνευση των Διονυσιακών και Ορφικών μυστηρίων, εκτός των ελάχιστων και πολλές φορές αντιφατικών πληροφοριών, είναι αφενός ποια η σχέση του Ορφέα με τον Διόνυσο, και αφετέρου η ανακάλυψη του -ποιος προηγείται ποίου -.

Ο Διόνυσος είναι ο «νεώτερος» θεός που εντάχθηκε στο αρχαιοελληνικό πάνθεον, ο οποίος όμως επέδρασε καταλυτικά μετά τον 6ο αιώνα, τόσο στην θρησκεία όσο και στην τέχνη, το θέατρο και την ποίηση. Σύμφωνα με την μυθολογία ο Διόνυσος ήταν υιός Θεού -του Δία- και μίας θνητής της Σεμέλης, την οποία γονιμοποίησε ο Δίας, με τη μορφή χρυσής βροχής.

Η Ήρα από ζήλια έπεισε την Σεμέλη όταν ήταν σε εν - Δια- φέρουσα, να ζητήσει από τον Δία να εμφανιστεί μπροστά της με την Θεϊκή μορφή του. Η Σεμέλη δεν άντεξε την θέα του Θεού και πέθανε. Ο Δίας για να σώσει το βρέφος Διόνυσο, τον μεγαλώνει στον μηρό του, από όπου βγήκε όταν ήρθε η μέρα να γεννηθεί. Έτσι ο Διόνυσος λέγεται ότι έχει διπλή γέννηση.

Στην Ορφική εκδοχή του μύθου ο Διόνυσος Ζαγρέας γιος του Δία και της Περσεφόνης, ως βρέφος κατασπαράσσεται από τους Τιτάνες μετά από προτροπή της Ήρας. Η Αθηνά σώνει την καρδία του Διόνυσου την οποία παρέδωσε στον Δία, ο οποίος στην συνέχεια γεννά επίσης για δεύτερη φορά τον Διόνυσο.




Ο Δίας όμως εξοργισμένος από την πράξη των Τιτάνων τους κατακεραύνωνει, και από τη στάχτη τους, προσθέτοντας λίγο νερό, έφτιαξε την ανθρώπινη φυλή.

Επειδή όμως οι Τιτάνες είχαν φάει τον Διόνυσο πέρασε μέσα τους το Θεϊκό στοιχείο, και από αυτούς σε εμάς. Έτσι είχαν πλέον μέσα τους Θεϊκή φύση αλλά και ένα βαρύ αμάρτημα. Συνεπώς σε επίπεδο συμβολισμού, ο άνθρωπος οφείλει να νικήσει το «τιτανικό» στοιχείο, και να ενωθεί με το Θεό-Διόνυσο, 
ενισχύοντας το ενυπάρχον σε αυτόν Θεϊκό στοιχείο του Διόνυσου Ζαγρέα».

Και στις δύο εκδοχές του μύθου λοιπόν, έχουμε έναν Θεό που «πεθαίνει» και «αναγεννάται». Συνεπώς έχουμε για πρώτη φορά στον Ελληνικό χώρο την εμφάνιση ενός Θεού που, υπόκειται σε φθορά, θάνατο και επαναγγένηση, κάτι που πριν θεωρούνταν αδιανόητο.

Ο «Θεϊκός θάνατος» και η «αναγέννηση», συμβολίζει τις περιοδικές λειτουργίες την Φύσης, τις καταστροφές τις εναλλαγές ζωής και θανάτου της. Συμβολισμοί που θα είναι εφεξής κοινό μοτίβο τόσο στα Μικρά, όσο και στα Μεγάλα Διονύσια και Ελευσίνια Μυστήρια, είτε με το μύθο του Διονύσου, είτε με εκείνο της Περσεφόνης και της αναζητούσας, ως Δηώ, Δήμητρας. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο οι Πελασγοί άκουσαν για τον Διόνυσο πολύ αργότερα από τα ονόματα των άλλων Θεών.

Ο Παυσανίας αναφέρει τον Πήγασο, ιερέα του Διόνυσου από την Βοιωτία, ο οποίος πήγε στην Αθήνα το άγαλμα του Θεού θέλοντας να εισαγάγει την λατρεία του. Οι Αθηναίοι όμως δεν τον δέχθηκαν μίας και ο Διόνυσος προσέβαλε τα αιδοία των Αθηναίων ανδρών με νόσο την οποία δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν, εξαναγκάζοντάς τους να τον λατρεύουν φτιάχνοντας φαλλούς για χάρη του.




Ο Ευριπίδης (Βάκχες,) παριστάνει τη διονυσιακή λατρεία σαν είδος «παγκόσμιας θρησκείας», η οποία προέρχονταν από τα βουνά της Λυδίας και της Φρυγίας, σύμφωνα όμως με τους περισσότερους σύγχρονους μελετητές ο Διόνυσος είναι θρακικής προέλευσης. Σταδιακά ο Διόνυσος από Θεός του τρύγου και του οίνου, θα μεταβληθεί σε Θεό των γυναικών, η λατρεία των οποίων ήταν «οργιαστική».

Ταυτόχρονα από Θεός της ευθυμίας γίνεται ο «πάσχων Θεός» στον οποίο ήταν αφιερωμένοι οι 3 μήνες του χειμώνα, κατά τους οποίους κατέβαινε στον κάτω κόσμο. Στην συνέχεια έρχονταν ξανά στην ζωή την άνοιξη (όσον καιρό δηλαδή ο αδελφός του Απόλλωνας ο κύριος του δελφικού χώρου, έλειπε στους Υπερβόρειους). Τους μήνες αυτούς αντί για τον παιάνα του Απόλλωνα αντηχούσε στους Δελφούς ο διθύραμβος, το λατρευτικό τραγούδι του Διονύσου. Τότε και οι Βάκχες των Δελφών ανέβαιναν στον Παρνασσό για να χαιρετήσουν την «ανάσταση του».

Έτσι στην κλασσική εποχή ο Διόνυσος δεν είναι πια μόνον ο Θεός του κρασιού. Ο Πλούταρχος το επιβεβαιώνει με ένα χωρίο του Πινδάρου, όπου ο Διόνυσος αναφέρεται ως δενδρίτης ή εν - δενδρος, ως η δύναμη δηλ που ενυπάρχει στο δέντρο, ανθιος - ο φορέας της άνθησης, κάρπιος - ο φορέας των καρπών, φλεύς ή φλέως - η πλησμονή της ζωής.

Περιοχή του είναι, όπως λέει ο Πλούταρχος, ολόκληρη η υγρή φύση όχι μόνο η ρευστή φωτιά του σταφυλιού, αλλά και ο χυμός που ανεβαίνει στο νέο δέντρο, το αίμα που χτυπάει στις φλέβες του νεαρού ζώου, όλα τα μυστηριώδη και ανεξέλεγκτα ρεύματα, η πλημμυρίδα και η άμπωτη μέσα στη ζωή της φύσης.

Οι γιορτές του Διονύσου ήταν και η αρχή του θεάτρου, του σατυρικού δράματος, της κωμωδίας και της τραγωδίας. Οι ιερές τελετές του Διονύσου γιορτάζονται κάθε δυο χρόνια στις αρχές του Δεκέμβρη στον Παρνασσό, και σε αυτά έπαιρναν μέρος μόνο οι γυναίκες Μαινάδες ή Βάκχες, οργανωμένες σε θιάσους.

Οι Μαινάδες ή Θυϊάδες γνωστές και ως Βάκχες αποτελούσαν τις ιέρειες του Διονύσου, οι οποίες ήταν γυναίκες αφιερωμένες στο Θεό Διόνυσο, και αποτελούσαν το ιερατείο της διονυσιακής λατρείας. Ο Ορφέας αργότερα τις απέκλεισε από τα αναμορφωμένα μυστήρια του και αυτές εκδικούμενες, σύμφωνα με τον μύθο, τον φόνευσαν.




Οι Βάκχες πριν την τέλεση των διονυσιακών τελετουργιών υποβάλλονταν σε διάφορα τελετουργικά καθαρότητας, που περιελάμβαναν νηστεία, αλλά και σεξουαλική αποχή. Κατά την διάρκεια των τελετουργιών οι Βάκχες «βάκχευαν» έπεφταν δηλ. σε «θρησκευτική μανία» δια μέσω των τελετουργικών χορών, τραγουδιών, και κραυγών υπό των ήχο κυμβάλων. Οι Βάκχες δρούσαν αλλόφρονες σε κατάσταση καταληψίας υπό την επήρεια του πνεύματος που τις είχε καταλάβει. Εδώ ανιχνεύεται και ο Διονυσιακός μυστικισμός, σύμφωνα με τον οποίο ο Διόνυσος ενωνόταν με τις ψυχές των μυημένων μέσω της τελετουργικής « έκστασης».

Οι Βάκχες κρατούσαν στο ένα χέρι αναμμένο πυρσό και στο άλλο την μακριά ράβδο τους, τον Θύρσο, στολισμένο στην κορυφή με κισσό, ενώ κάποιες κρατούσαν στα χέρια και φίδια, ίσως κατάλοιπο των Κρητικών μυστηρίων. Φορούσαν επίσης την «νεβρίδα»που ήταν το ζώο που καταβροχθίζονταν κατά την διάρκεια της Ωμοφαγίας (συνήθως ταύρου).

Ο Ευριπίδης χωρίζει σε δύο στάδια την Ωμοφαγία. Οι Μαινάδες πρώτα ξέσχιζαν το θύμα, ενώ ευρίσκετο ακόμη εν ζωή πολλές φορές, και κατόπιν έτρωγαν το κρέας του ωμό, όπως συνέβαινε και στον μύθο του Διονύσου-Ζαγρέα.

Ο Ευριπίδης αναφέρεται φανερά αμήχανος σε αυτήν την συνήθεια, δύο φορές (Βάκχες, Κρήτες,), μιας και την προσπερνάει γρήγορα και διακριτικά. Και ο Πλούταρχος περιγράφει και αυτός ως βάρβαρο έθιμο και αυτός τον διαμελισμό και την ωμοφαγία:

«Υπάρχουν ορισμένες τελετές και θυσιαστικές τελετουργίες καθώς και άτυχες και ζοφερές ημέρες, κατά τις οποίες λαμβάνουν χώρα ωμοφαγίες και διαμελισμοί και νηστείες και στηθοχτυπήματα και επίσης επαίσχυντοι λόγοι, αναφορικά με πράγματα ιερά και μανία και κραυγές που υψώνονται με ένα δυνατό ήχο και το λαιμό να κινείται πέρα-δώθε».

Ίσως γι’ αυτό οι μέρες που ορίζονταν για την ωμοφαγία ήταν «αποφράδες» και σκυθρωπαί». Είναι πολύ πιθανό η ωμοφαγία να γινόταν σε «αναπαράσταση» της ημέρας όπου το νήπιο Διόνυσος κατασπαράχτηκε και καταβροχθίστηκε από τους Τιτάνες. Από την άλλη, πιθανότατα θεωρούσαν ότι το θύμα ενσάρκωνε τις ζωτικές δυνάμεις του ίδιου του Θεού, που με την πράξη της ωμοφαγίας μεταβιβάζονταν στους λάτρεις του. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς κατακρίνοντας τις τελετές αυτές αναφέρει:




«Οι βάκχοι τελούν όργια προς τιμήν του μαινόμενου Διόνυσου, με ωμοφαγία τηρούν την ιερή μανία και η τελετουργία τους ολοκληρώνεται με το μοίρασμα της σάρκας των σφαγιασθέντων θυμάτων, καθώς είναι στεφανωμένοι με φίδια».

Στην Αθήνα τα μικρά Διονύσια τελούνταν τον μήνα Ποσειδεώνα (τέλη Δεκεμβρίου, αρχές Ιανουαρίου), διακρίνονταν δε στα «κατά αγρούς», και στα «κατά άστυ». Τα μεγάλα Διονύσια τελούνταν κατά τον μήνα Ανθεστηρίωνα (τέλος Φεβρουαρίου, αρχές Μαρτίου), και τον Ελαφηβίωνα (28 Μαρτίου μέχρι 2 Απριλίου).

Ο Διόνυσος θα παίξει με την πάροδο του χρόνου κεντρικό ρόλο και στα Ελευσίνια μυστήρια ως «υιός Ίακχος», γίνεται το κύριο αντικείμενο της μυστικής λατρείας των Ορφικών, και σταδιακά αναπτύσσει σχέσεις με τις Θεές της γης, και Θεές της γονιμότητας (Ρέα, Ήρα, Δήμητρα, Αριάδνη, Περσεφόνη). Ποίος ο λόγος όμως της αναδιαμόρφωσης τόσο του Διονύσου όσο και των τελετών του;

Η απάντηση είναι ο Ορφισμός και ο δάσκαλος Ορφέας. Ο Ορφισμός κατέχει ξεχωριστή θέση στην πορεία της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας και φιλοσοφίας, καθώς εισάγει νέα μυστικιστικά στοιχεία στην θρησκεία, αλλά και την έννοια του Θεού δημιουργού. 

Ο Πρόκλος μας αποκαλύπτει στα σχόλια εις τον Πλατωνικό Τίμαιο:

«Πράγματι όλη η Ελληνική θρησκεία προέρχεται από την Ορφική μυσταγωγία. Πρώτα ο Πυθαγόρας εδιδάχθη από τον Αγλαόφημο τα μυστήρια των Θεών, και δεύτερος ο Πλάτων αντελήφθη την ολοκληρωμένη σχετικώς με αυτά γνώση από τα Πυθαγόρεια και Ορφικά γραπτά» .

O Ορφισμός πρεσβεύει ένα είδος πανθεϊστικού μονοθεϊσμού, μιλά για διττή ουσία του ανθρώπου, Θεία και τιτανική, θεωρεί το σώμα ως τάφο της ψυχής, δέχεται την μετεμψύχωση, εισάγει τους καθαρμούς, την νηστεία και την αποχή από το κρέας, εκεί που πριν υπήρχε η Διονυσιακή «ωμοφαγία». Ποίος όμως ήταν ο Ορφέας;

Ο Ορφέας σύμφωνα με την μυθολογία έζησε πριν τον Τρωικό πόλεμο (ο οποίος έγινε με τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις γύρω στο 1500 π.χ). Πατέρας του ήταν ο Οίαγρος βασιλέας της Θράκης, και μητέρα του η Μούσα Καλλιόπη. Η συμμετοχή του στην Αργοναυτική Εκστρατεία και η κατάβαση του στον Άδη με σκοπό να επαναφέρει στον πάνω Κόσμο την Ευρυδίκη, αποτελούν τα σημαντικότερα στοιχεία της μυθικής ζωής του.




Η δύναμη της μουσικής και της φωνής του ήταν τέτοια, που μπορούσε να κατευνάσει την οργή των κυμάτων, να υπερισχύσει του τραγουδιού των σειρήνων, να αδρανοποιήσει τον δράκο φύλακα του χρυσόμαλλου δέρατος, να μαγεύει τον κέρβερο έως και τον Πλούτωνα κατά την κάθοδό του στον Άδη.

Στον αντίστοιχο μύθο, ο Πλούτωνας ο βασιλιάς του Κάτω Κόσμου δέχτηκε να ελευθερώσει την αγαπημένη του Ευρυδίκη, με τον όρο εκείνη να μην μιλήσει στον Ορφέα, και εκείνος να μην την κοιτάξει έως ότου βγουν στο φως του Ήλιου. 

Ο Ορφέας όμως αδημονώντας να την αντικρίσει, στράφηκε λίγο πριν φτάσουν στην «έξοδο» και η σκιά της Ευρυδίκης επέστρεψε στον κόσμο των νεκρών. Ο Ορφέας περιπλανιόταν για 7 ημέρες δίχως τροφή θρηνώντας για τον δεύτερο χαμό της γυναίκας του. Από τότε έγινε αδιάφορος προς τις γυναίκες και ταπείνωνε όσες τον πλησιάζαν. 

Μερικοί λένε πως μη αντέχοντας τον πόνο, αυτοκτόνησε. Άλλοι λένε πως ο Διόνυσος τον τιμώρησε επειδή περιφρονούσε τα μυστήρια του και έστειλε τις Βάκχες του να διασπάσουν τα μέλη του και να τα πετάξουν μακριά. Οι Μούσες τότε μάζεψαν τα μέλη του και τα έθαψαν στα Λείβδηθρα, ενώ το κεφάλι του που το έριξαν στον Έβρο κατέληξε στη Λέσβο. Άλλοι λένε πως ο Ορφέας θανατώθηκε από τις γυναίκες της Θράκης που τον εκδικήθηκαν επειδή τις απέκλεισε από τα Μυστήρια του.

Ο Ορφέας ήταν μουσικός, «προφήτης», «δάσκαλος» που έφερε μαζί του μία νέα θρησκεία επιθυμώντας να αναμορφώσει την παλιά. Είναι η πρώτη φορά που στην Ιστορία της Ελληνικής Θρησκείας που συναντούμε τον ιδρυτή μιας Θρησκείας, ο οποίος είναι άνθρωπος αλλά συγχρόνως μυθικός ήρωας, ο οποίος πεθαίνει ως μάρτυρας της πίστης του.

Γνωρίζουμε ότι ο Ορφέας αναδιοργάνωσε και αναμόρφωσε τις τελετές του Βάκχου, σε ποιο βαθμό όμως αναδιοργάνωσε μια θρησκεία ή αναπλάστηκε ο ίδιος ποτέ δεν θα το γνωρίσουμε πλήρως.

Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν είναι ο Ορφισμός υπήρξε η εξέλιξη της Διονυσιακής λατρείας ή ο Ορφισμός χρησιμοποίησε ως «όχημα» και μετασχημάτισε την διονυσιακή λατρεία.

Το σίγουρο είναι ότι ο Ορφισμός και οι ορφικές τελετές είχαν έρθει στην Αθήνα πριν την κλασσική περίοδο. Ο ανώνυμος συγγραφέας του έργου «φιλοσοφούμενα» μας λέει ότι οι «βακχικές τελετές του Ορφέα» είχαν εδραιωθεί και δοθεί στους ανθρώπους της Φλύας στην Αττική πριν την καθιέρωση των «Ελευσίνιων τελετών μύησης».

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ο Ορφέας τροποποίησε οργάνωσε και αναδιαμόρφωσε τις βακχικές τελετές. Σε αυτό το σημείο δεν θα μπορούσαμε να μην εντοπίσουμε τις ομοιότητες που μοιράζονται ο Διόνυσος και ο Ορφέας με τον Ιησού Χριστό, εάν και είναι γνωστές. Είναι οι « ποιμένες» και «σωτήρες» που αναμορφώνουν τις θρησκείες.

Σε όλη του η ζωή παρουσιάζεται να φέρει την τάξη και την ευπρέπεια σε ένα οργιαστικό και θορυβώδες τυπικό. Ο Ορφέας γενικά πιστεύεται ότι ήρθε από την Θράκη, αλλά ίσως και να ήρθε από τον νότο, και συγκεκριμένα από την Κρήτη. Ο Διόδωρος μάλιστα λέει ότι ο Ορφέας πήγε στην Αίγυπτο για να μάθει τις τελετές και την θεολογία του.




Το πιο πιθανό είναι να υπήρχαν πολλοί με το όνομα Ορφέας, τα ίχνη όμως του πρώτου μεγάλου διδασκάλου Ορφέα χάνονται στα βάθη της προ - ιστορίας. 

Σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη, ο Διόνυσος προηγείται του Ορφέα: «Ο Χάροψ παππούς του Ορφέα , βοήθησε το Θεό και ο Διόνυσος σε ένδειξη ευγνωμοσύνης του δίδαξε τα όργια των τελετών του. Ο Χάροψ τα μετάδωσε στον γιο του Οίαγρο και ο Οίαγρος στον Ορφέα. Ο Ορφέας όντας εκ φύσεως χαρισματικός και περισσότερο εκπαιδευμένος από τον κάθε ένα, έκανε πολλές τροποποιήσεις στις οργιαστικές τελετές για αυτό ονομάζουν τις τελετές που προήλθαν από τον Διόνυσο Ορφικές».

Ο Ηράκλειτος επίσης λέει για τον Ορφέα: «Ρύθμισε την θρησκεία του Διονύσου στην Θράκη στο όρος Αίμος όπου λένε ότι υπάρχουν κάποια γραπτά σε πινακίδες του». Ο Απολλόδωρος όμως δηλώνει ότι ο Ορφέας: «επινόησε τα μυστήρια του Διονύσου…». Ο Κόνων την εποχή του αυτοκράτορα Αυγούστου αναφέρει:

«Κοντά στο Διόν είναι ένα χωρίο που ονομάζεται Πίμπλεια, όπου έζησε ο Ορφέας. Ο Ορφέας ήταν από την φυλή των Κικόνων, και ήταν άνθρωπος με μαγικές δυνάμεις όσον αφορά την μουσική και την μαντεία. Περιφερόταν τελώντας οργιαστικές τελετές, και αργότερα γεμάτος αυτοπεποίθηση απόκτησε πολλούς ακολούθους και μεγάλη επιρροή. Μερικοί τον δέχτηκαν οικειοθελώς άλλοι υποψιαζόμενοι ότι ετοιμάζει αναταραχές και συνομωσία του επιτέθηκαν και τον έσφαξαν».




Σύμφωνα με τον Αριστοφάνη: «Ο Ορφέας μας δίδαξε τα μυστήρια, και πώς να λείψουμε από τον φόνο και γητειές για τις αρρώστιες και μαντολογήματα». Τέλος ο Ερατοσθένης υποστηρίζει:

«Ο Ορφέας δεν τιμούσε τον Διόνυσο αλλά θεωρούσε τον Ήλιο ως μεγαλύτερο των Θεών, τον οποίο ονόμαζε επίσης Απόλλωνα. Και ξυπνώντας νωρίς το πρωί ανέβαινε στο βουνό που ονόμαζε Παγγαίο και περίμενε την ανατολή του Ήλιου για να δει την πρώτη του αχτίδα. Για τούτο ο Διόνυσος εξοργίστηκε και έστειλε εναντίον του τις Βασσαρίδες του, όπως λέει ο ποιητής Αισχύλος. Και τον κατακρεούργησαν και τον διαμέλισαν».

Έχουμε λοιπόν αντιφατικά στοιχεία. Σε κάθε περίπτωση η αρχαία παράδοση σε πολλές περιπτώσεις ήθελε τον Ορφέα «εχθρό» του Διονύσου, και θύμα των πιστών του Θεού. Αντικειμενικά υπάρχουν βασικές διαφορές μεταξύ του Ορφέα και του Διόνυσου.

Ο Ορφέας ποτέ δεν παίζει τον αυλό που επιφέρει την μανία ούτε χτυπά εκκωφαντικά τα κύμβαλα, στον αντίποδα ο Διόνυσος είναι ο Θεός της μέθης της έκστασης και του θορύβου.




Το μεγάλο βήμα του Ορφέα είναι ότι διατηρώντας την βακχική πίστη πως άνθρωπος μπορεί να φτάσει «μέθεξη», στην «θέωση» κάτι που πριν αποτελούσε ύβρη, άλλαξε την αντίληψη του τι είναι Θεός, και επεδίωξε να αποκτήσει αυτή την Θεότητα με εντελώς διαφορετικά μέσα. Για τον Ορφισμό ο Θεός κατοικεί στα βάθη του είναι μας, κρυμμένος στην ύλη και καθήκον μας είναι να τον απελευθερώσουμε από τα δεσμά των Τιτάνων.

Η «θέωση» που αναζητούσαν στο εξής δεν ήταν σωματική μέθη αλλά πνευματική έκσταση, και τα μέσα που υιοθέτησαν δεν ήταν η οινοποσία, αλλά αποχή και τελετές καθαρμού. Έως τότε αποτελούσε ύβρη ο άνθρωπος να θέλει να γίνει Θεός, ενώ οι ανθρωπινές σύμφορες από την άλλη πιστεύονταν ότι οφείλονταν στις χθόνιες δυνάμεις των νεκρών ή των ηρώων και ο εξαγνισμός γινόταν με αιματηρές θυσίες. Μερικοί υποστηρίζουν πως η σπουδαιότερη συμβολή του Διονύσου στην θρησκεία της αρχαίας Ελλάδος, ήταν η ελπίδα που έφερε για αθανασία, κάτι που οφείλετε στους Ορφικούς οι οποίοι αναμφίβολα πίστευαν στην μελλοντική ζωή.

Η επίδραση του Ορφισμού ήταν καταλυτική καθώς εισήγαγε στον Ελληνικό κόσμο το στοιχείο του μυστικισμού και του δυϊσμού ψυχής-σώματος, του πνεύματος και ύλή, όπως αποκαλύπτει και η χρυσή πλάκα του Ιππωνίου αναφερόμενη στην καταγωγή της ψυχής: «Είμαι παιδί της Γης και του Έναστρου Ουρανού»...

Πριν τους Ορφικούς και σύμφωνα με την Ομηρική άποψη η ψυχή ήταν μια σκιά που εγκατέλειπε τον νεκρό τη στιγμή του θανάτου για να οδηγηθεί στο Βασίλειο του Άδη. Οι Ορφικοί υποστήριζαν ότι η ψυχή είναι αυτό που υποκινεί τον άνθρωπο, η αρχή όλων, ενώ ο σώμα η φυλακή της ψυχής, κάτι που πέρασε και στον Χριστιανισμό. Πίστευαν ότι η ψυχή είναι θεϊκή και ενσαρκώνεται λόγω ενός προγενέστερου αμαρτήματος της.

Έτσι υπάρχοντας στο σώμα εκτός το ότι φυλακίζεται, λυτρώνεται κιόλας μέσα από τον κύκλο της επαναλαμβανόμενης μετενσάρκωσης. Οι Ορφικοί πρώτοι πίστεψαν πως όχι μόνο είναι δυνατή η επιστροφή του νεκρού στον επίγειο κόσμο (μετενσάρκωση), αλλά ότι μπορεί κάποιος να βγει από τον αιώνιο κύκλο των συνεχόμενων μετενσαρκώσεων. Στην Ολβία του Ε. Πόντου, ανακαλύφθηκαν οστέινες πλάκες, του 5ου π.χ αιώνα, με τις λέξεις : ΒΙΟΣ - ΘΑΝΑΤΟΣ – ΒΙΟΣ.

Οι μυστηριακές τελετές του Ορφισμού διακρίνονταν σε δύο επίπεδα, στον εξαγνισμό και στην μύηση, και διαδραματίζονταν την νύκτα συμβολίζοντας την μετάβαση από το σκότος της άγνοιας στο φως της αλήθειας.

Δια μέσου της μύησης στα Ορφικά Μυστήρια αποκαλύπτονταν στον άνθρωπο οι αρχετυπικές αλήθειες, έχοντας ως αρωγό τον Θεό Διόνυσο πού ήταν ο λυτρωτής της ανθρώπινης ψυχής, που την οδηγούσε στην αθανασία του ουρανού.

Οι Ορφικοί συγκεντρώνονταν είτε σε οικίες, είτε σε φυσικά σπήλαια για να ψάλουν ύμνους και να γνωρίσουν την διδασκαλία του Ορφέα, υπό το φως του ιερού πυρ που δεν έσβηνε πότε. Η επίδραση του Ορφισμού επηρέασε τόσο πολύ τον Πυθαγόρα, ώστε την εποχή του Πεισιστράτου ήταν πολύ δύσκολο να ξεχωρίσουν τα γνήσια Ορφικά από τα Πυθαγόρεια μυστήρια. Ο Ορφισμός επέδρασε καταλυτικά στην Ελληνική φιλοσοφία για δυο λόγους:

Σύμφωνα με τον Ορφισμό ο Θεός κατοικεί στα βάθη του αυτού μας, κρυμμένος στην ύλη. Ο Διονυσιακός άνθρωπος μπορεί εξ ιδίων να απελευθερωθεί από τα Τιτανικά δεσμά του και να σωθεί. Η Θεϊκή προέλευση της ψυχής ενοποιεί όλους τους ανθρώπους και τους φέρνει σε απευθείας ένωση με την Θεια ουσία.

Σύμφωνα με την Ορφική θεογονία αρχικά στο Σύμπαν υπήρχε η συνεχής ροή του Χρόνου από την οποία προήλθαν οι δύο Κοσμογονικές Ουσίες: Ύδωρ και Γη, Αιθήρ και Χάος. Διάμεσο του Φάνη Έρωτα δημιουργήθηκε το Ορφικό Ωόν, από όπου προήλθε το σύμπαν. (Στους Ορφικούς Φάνης ονομάζεται ο πρώτος Διόνυσος, ο Ζαγρέυς που διαμελίστηκε από τους Τιτάνες δεύτερος Διόνυσος, ενώ ο τρίτος Διόνυσος είναι ο αναστημένος από τον Δια).

Σχετικά με το Ορφικό αυγό ο Πρόκλος γράφει (Πλάτων Τίμαιος):

«Όπως το ωόν περιελάμβανε την σπερματική αιτία του ζώου, έτσι και ο κρυφός διάκοσμος περιέχει κάθε τι το νοητό. Και όπως το ζώον έχει διαιρεμένα όσα ευρίσκοντο σαν σπέρματα στο ωόν, έτσι και ο Θεός προάγει σε εμφάνιση το άρρητον και ακατάληπτον των πρώτων αιτίων. Για τούτο ο Φάνης δοξάζεται ως θήλυς και δημιουργός».

και ο Κλήμης: «Μέσα στην περιφέρεια του Ωού διαμορθώθηκε ένα αρρενόθηλυ ζωντανό ον, με πρόνοια του ενυπάρχοντος μέσα θεϊκού πνεύματος, το οποίο ο Ορφέας το αποκαλεί Φάνητα, διότι όταν φάνηκε, από αυτόν έλαμψε το παν, με το φέγγος του διαπρεπέστερου στοιχείου, του πυρός, εκπληρούμενο μέσα στο υγρό στοιχείο»

Το Ύδωρ ή Αιθέρας Έν, αποτελεί την πρώτη Κοσμογονική Ουσία, ή Ενεργητική Αρχή, η «Συνεχής Ουσία». Η Γη ή Χάος ή Πάσχον ή Αόριστος Δυάς ή Έτερον ή Άπειρον των Πυθαγορείων, το οποίο βρίσκεται σε κατάσταση αμορφίας, αταξίας, αρρυθμίας, συγχύσεως, ταραχής, αποτελεί την«Μεριστή Ουσία» η οποία έχει την ιδιότητα της κίνησης και της ζωής και διακόπτει το συνεχές της συνεχούς ουσίας. 

Το Έν και η Δυάς είναι οι δύο πρώτες κοσμογονικές ουσίες, οι οποίες συνιστούν όλη την δημιουργία. Από αυτές και διάμεσο της ενέργειας του Φάνη-Ερωτά που προκαλεί την επαφή και μίξη των στοιχείων αρχίζει η πορεία του κόσμου. Ο κόσμος γίνεται αντιληπτός ως Ένας που πολλαπλασιάζεται εσωτερικά με τη δημιουργία των διαφόρων μορφών ζωής. Τόσο οι Θεοί, όσο και οι άνθρωποι θεωρούνται δημιουργήματα του Κόσμου, στον οποίο μετέχουν και υπάγονται στους νόμους που διέπουν τη δομή και λειτουργία του. Οι Θεοί και οι Θεές θεωρούνται θεματοφύλακες αυτών των νόμων, χωρίς όμως να εκφεύγουν αυτών.


Διαβάστε περισσότερα... »

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014

Μύθοι και μυσταγωγικές τελετές στην Αρχαιότητα




Οι αρχαίοι έλεγαν «Αρχὴ παιδεύσεως ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις», με αυτήν την ρήση κατά νου, και βασιζόμενοι στην περί ορθότητας ονομάτων θεωρία του πλατωνικού Κρατύλου, θα θέσουμε με αυτόν τον τρόπο την αφετηρία του στοχασμού μας περί μυστηρίων, ιχνηλατώντας τον Λόγο (δηλαδή το νόημα) που βρίσκεται μέσα στις λέξεις που θα μας απασχολήσουν στην συνεχεία του παρόντος. Οι λέξεις που θα αναλύσουμε είναι οι εξής:


ΜΥΩ – ΜΥΘΟΣ – ΜΥΣΤΗΡΙΑ

Ο «πυρήνας» της λεξικής μας αλληλουχίας είναι η λέξη: Μύω, που σημαίνει κλείνω τα μάτια, το στόμα ή οποιοδήποτε άνοιγμα, και χρησιμοποιείται για να δηλώσει το α-όρατο, το ά-ρητο και γενικότερα το απόκρυφο και μυστικό. 

Με κλειστό το στόμα (χείλη) και πάλση των φωνητικών χορδών, παράγεται ο ήχος μου…, όπως το μοσχάρι βοά (μουεί). Αυτή λέξη σχετίζετε με τις ιδέες της σιγής, του σκότους, της μόνωσης και του αλχημικού κορεσμού. 

Από το μύω παράγονται αρκετές λέξεις που περιέχουν τις παραπάνω έννοιες, ενδεικτικά αναφέρονται :

α) Ο μυελός και το μυαλό όπου σημαίνουν το κλεισμένο εντός του κρανίου ή του οστού γενικότερα.

β) Το Άγιο Μύρο προέρχεται από το ρήμα μύρω (μύω + ρέω > ρω, ρέω εκ των έσω).

γ) Οι μύχιες εσωτερικές – μυστικές σκέψεις ετυμολογικά προέρχονται από το μυω (μυχός μέ-μυκ-α (κ>χ), πρκμ. του μύω- το ενδότατο μέρος, το βάθος).

δ) το μύδι σημαίνει το ερμητικά κλεισμένο και παράγεται απευθείας από το μύω.

ε) Τέλος ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια άλλη λέξη που παράγετε από το μύω, το κρόμμυον (το γνωστό μας κρεμμύδι) που σημαίνει το κλεισμένο μέσα στη γη και μας φέρνει κατά νου την αλχημιστική φόρμουλα VITRIOL ή VITRIOLUM.



Από το μύω περνάμε στον δεύτερο όρο μας, που είναι η λέξη Μύθος, που σημαίνει «τον σκοτεινὸ λόγον» και την διδασκαλία. Στην αρχαία εποχή ο μύθος ήταν αρχικά ταυτόσημος με τον λόγο και σήμαινε την προφορική διήγηση – παράδοση και αργότερα έλαβε και την έννοια της διδασκαλίας που σχετίζονταν με κάτι το ιερό. 

Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε ότι οι μύθοι δεν πρέπει να ταυτίζονται με «τοῖς παιδίοις μύθους» (δηλαδή τα παραμύθια) που όπως αναφέρει ο Πλατών στην Πολιτεία (377a) μπορεί να είναι εν τω συνόλω ψευδείς διηγήσεις αλλά, όμως υπάρχει μέσα τους και ένας πυρήνας αλήθειας. Την ταύτιση του μύθου με το ιερό αναφέρει και ο αείμνηστος Αντώνιος Χαλάς στο παρακάτω απόσπασμα:

«Αλληγορία, ιερογλυφία, μύθος, παραβολή, σύμβολον είναι η δια τεχνηέσσης και επιστημονικής πολκής και συνθέσεως, ως εκ της διαλεκτικής δεινότητος του Ποιητού της, υπόκρυψις αιωνίας, απαστραπτούσης από κάλλος και δυναμικότητα Αληθείας».

Και αλλού:
«Οι άνθρωποι της Ομηρικής εποχής, ως μέσα επομένως της ανυψώσεως των, της βελτιώσεως της ψυχής των και μορφώσεως των εχρησιμοποίουν τον μύθον, απείρως αποτελεσματικότερον και διδακτικώτερον και εξυψωτικώτερον του Βιβλίου. Τα μαθηματικά και τα σύμβολα, οι μύθοι ή ιερογλυφίαι είναι εκείνα, τα οποία ενέχουν μέσα των τα μαγικά και αποτελεσματικά μέσα της καθάρσεως του όμματος της ψυχής από την λύμην, την άγνοιαν, την παράκρουσιν και ακαθαρσίαν, μέχρις ότου τέλος επιτευχθή η ανάβλεψις αυτού και αρχίσει η θεωρία των όντων ως αληθώς μυστηρίων» 




Αυτή η μορφή διδασκαλίας που περιγραφεί ο Χαλάς, αποτελούμενη από τον Μύθο, που περίχεε τους Ιερούς Λογούς δηλαδή το δόγμα (γράμμα του νόμου), και την Διαλεκτική, που αποτελούσε την πρακτική τέχνη φανέρωσης της αληθείας του μύθου (πνεύμα των γραφών), φαίνεται πως αποτέλεσε κοινό τόπο σε όλες τις εσωτερικές σχολές της αρχαιότητας. Έτσι την εντοπίζουμε στους κόλπους όλων των αρχαίων μυστηρίων αλλά και στην χριστιανική διδασκαλία όπως μας την παραδίδει ο Μ. Βασίλειος: 

«Τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ πεφυλαγμένων δογμάτων καὶ κηρυγμάτων, τὰ μὲν ἐκ τῆς ἐγγράφου διδασκαλίας ἔχομεν, τὰ δὲ ἐκ τῆς τῶν ἀποστόλων παραδόσεως διαδοθέντα ἡμῖν ἐν μυστηρίῳ παρεδεξάμεθα», δηλαδή «Αγία Γραφή και Λατρεία, αποστολική παράδοση και λειτουργική κατανόηση της χριστιανικής αυτοσυνειδησίας, ευ-αγγέλιο και λειτ-ουργία, λόγος και μυστήριο» απαρτίζουν το σύνολο της χριστιανικής διδασκαλίας. 

Κάτι ανάλογο φαίνεται πως συγκροτούσε και η εβραϊκή Καμπαλά, ένα σύστημα που αποσκοπούσε στην μεταβίβαση μιας ιερής μυστικής διδασκαλίας, δια μέσου του Ραβίνου (Δασκάλου) στον μαθητή (ή κατά τα σωκρατικά πρότυπα εραστή και ερωμένου), με κύριο συστατικό τον προφορικό λόγο – μύθο και τον διαλογισμό σε σύμβολα και στις απόκρυφες έννοιες των γραφών. 

Υπό αυτό το πρίσμα δεν είναι παράξενη η προτίμηση της προφορικής διδασκαλίας τόσο από Σωκράτη και τον Πλάτωνα όσο και από πλήθος άλλων μυστών ανά τους αιώνες, ούτε πρέπει να μας φαίνετε παράξενη η υιοθέτηση του διαλόγου ως είδους γραφής τόσο από τον Πλάτωνα και τους συντάκτες των ερμητικών έργων, που αποδίδονται στον Ερμή τον Τρισμέγιστο, όσο και των ραβίνων που συνέταξαν το Ζοχάρ.

Ο τρίτος και τελευταίος όρος της αλληλουχίας μας είναι η λέξη: Μυστήρια, που εννοεί το σύνολο των παραπάνω εννοιών ως μια μυστική ή απόκρυφη διδασκαλία – τυπικό με σκοπό την μύηση. Τι είναι όμως μύηση; Ας δούμε έναν σύντομο εγκυκλοπαιδικό ορισμό:



ΜΥΗΣΗ: Μύησις εἶναι η ἐπέκτασις τῆς συνειδήσεως [και η προσέγγιση των θεϊκών όψεων που κρύβει μέσα του ο άνθρωπος] καί ἐπιτυγχάνεται διά μυσταγωγικῆς τελετῆς μέσω Τυπικοῦ, ἐν συνέχειᾳ δέ διά πρακτικῶν ἀσκήσεων ἀποβλεπουσῶν εἰς τήν ἐμπραγμάτον ἐπέκτασιν ταύτης.»

Η μύηση σε συνδυασμό με την προσωπική αποκρυφιστική εργασία του μύστη, συγκροτούσαν ένα ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο διδασκαλίας, που μπορεί να χωριστεί σε τρία κύρια τμήματα:

Εναρμόνιση με τον Κοσμικό Νόμο, μέσα από την ορθή κατανόηση.

Διευθέτηση κάθε δυσαρμονίας, μέσα από την ορθή χρήση τα δύναμης που δίνει η γνώση. Εξάγνιση της ψυχής, με καλές πράξεις σ’ όλα τα πεδία.

Από την λέξη μυέω (που σημαίνει εισάγω στα μυστήρια) και είναι η λέξη: Μύστης, όπου κατά την αρχαιότητα σήμαινε αυτόν που έχει εισαχθεί (μυηθεί) στα μυστήρια «Εις μύστης είναι ο ενσαρκώνων την Μύησιν…Εις την αρχαιότητα ητο ο τίτλος των νεομυηθέντων, διότι ώφειλον να τηρούν κατά την πρώτην μύησιν οφθαλμούς και ωτα κλειστά».


Τέλος ας δούμε πιο αναλυτικά τι ήταν τα Μυστήρια: τα μυστήρια κατά την αρχαιότητα περιείχαν κατά κύριο λόγο το απόρρητο μέρος της λατρείας, το οποίο μεταβιβαζόταν διάμεσου διαφόρων τελετών που είχαν ως σκοπό την μύηση των αμυήτων. Με τα μυστήρια οι μυημένοι αποκτούσαν ένα μέσο για να μεταβούν σε ένα πλατύτερο πεδίο αντίληψης- συνειδητοτητάς. 

Ανυψώνονταν από επίπεδο σε επίπεδο και επικοινωνούσαν με τον θείο Σπινθήρα που κρύβετε σε κάθε ανθρώπινο ον, ή αλλιώς με αυτό που οι αρχαίοι ονόμαζαν 'δαιμόνιο'. 

Σχετικά με τα δρώμενα δηλαδή τις μυσταγωγικές τελετές που λάμβαναν χώρα κατά την διάρκεια των μυστηρίων, από τα ολίγα τα οποία γνωρίζομεν περί αυτών, επρόκειτο περί αλληγορικών αναπαραστάσεων, συμβολιζουσών τα πεπρωμένα των ψυχών μετά θάνατον τον νόμον του αντιπεπονθόντος, την ενότητα που συνδέει προς άλληλα όλα τα όντα. 

Προς τούτοις εδιδάσκοντο οι τρόποι δια να καταστή η ψυχή αθάνατος εις την παρούσαν ζωήν (άσκησις και αποκάλυψις λανθανουσών δυνάμεων του ανθρώπου).

Διαβάστε περισσότερα... »

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014

Το μυστήριο της άσβεστης φλόγας




Σε πολλές γραπτές μαρτυρίες αλλά και ευρήματα που βρέθηκαν σε ανασκαφές , δείχνουν ότι οι αρχαίοι είχαν λυχνάρια και λάμπες που έκαιγαν για αιώνες χωρίς κανένας να προσθέτει καύσιμο!

Το 1401 ανακαλύφθηκε ο τάφος του Πάλλα, γιου του βασιλιά της Τρωικής περιόδου Evander. Μέσα στον τάφο βρέθηκε λάμπα να καίει. Αυτό από μόνο του είναι εκπληκτικό καθώς ο Πάλλας πέθανε τον 12ο αιώνα προ Χριστού.

Εκπληκτικότερο το γεγονός ότι δεν μπορούσαν αυτοί που βρήκαν τον τάφο να σβήσουν τη λάμπα. Ούτε το νερό την επηρέαζε και μόνο όταν την αδειάσανε από το υγρό που περιείχε έσβησε. Έκαιγε επί 2.600 χρόνια !!!

Τέτοιο λυχνάρι βρέθηκε στον τάφο της κόρης του Κικέρωνα κοντά στην Αππία οδό της Ρώμης. Το άνοιγμα του τάφου της Tullia, κόρης του Μάρκου Κικέρωνα το περιέγραψε ο Guido Pancirolli, στις αρχές του 16ου αιώνα. Παρά την παρέλευση 1550 χρόνων η λάμπα που βρέθηκε στον τάφο, συνέχιζε να καίει.

Στον καιρό των φιλοσόφων της Ελλάδας και της Ρώμης η αιώνια φλόγα ήταν κάτι το συνηθισμένο. Ο Πλίνιος έλεγε ότι μια λάμπα γεμισμένη με το αγνότερο λάδι και με φυτίλι από αμίαντο και άλλα υλικά θα μπορούσε να καίει για πάντα.

Παρόμοιες ιδέες είχε και ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς. Κανείς από τους δύο δεν θεώρησε σκόπιμο να καταφύγει στην μαγεία ή την αλχημεία. Πίστευαν μόνο πως χρειάζονταν η καθαρότητα των συστατικών και ο κατάλληλος τεχνίτης, χωρίς δυστυχώς να αναφέρουν περισσότερες λεπτομέρειες.

Έγιναν πολλά πειράματα σύμφωνα με τα λεγόμενα του Πλίνιου και του Ήρωνα αλλά δεν στέφθηκαν από επιτυχία. Τεράστια ποσά γνώσης του αρχαίου κόσμου χάθηκαν στο Μεσαίωνα μεταξύ αυτών και της άσβεστης φλόγας.
πηγή-wwwaporrito
Διαβάστε περισσότερα... »

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

Δεν θέλουν να ξέρεις...




Είναι γνωστό σε όλους ότι οι Δελφοί είναι ο ομφαλός της γης. Τι σημαίνει όμως αυτό;

 Για να βρούμε την αληθινή σημασία των λέξεων θα ανατρέξουμε στην ετυμολογία (έτυμο=αλήθεια).

Δελφοί είναι μια λέξη που την χρησιμοποιούμε καθημερινά ακόμα και σήμερα. Μόνο που βάζουμε ένα -α- μπροστά και γίνεται α-δελφοί. 

Δελφύς σημαίνει μήτρα και με το -α- που δηλώνει το ομοούσιο γίνεται αδελφός (δηλαδή απο την ίδια μήτρα).

Ο Ομφαλός τώρα προέρχεται από την λέξη ομφή που σημαίνει την θεϊκή φωνή (οι άλλες δύο φωνές είναι η αυδή που είναι η ανθρώπινη φωνή και όσσα ή όττα, η μαντική φωνή).

Άρα ο ομφαλός είναι το σημείο απ' όπου βγαίνει η θεϊκή φωνή μέσω της ιέρειας του Απόλλωνα, της Πυθίας. 

Και η Πυθία όταν μιλάει, όταν αγορεύει, γίνεται Πυθαγόρας, ο μεγαλύτερος μύστης όλων των εποχών. Κι ο μύστης είναι αυτός που κατέχει το μυστικό. Κι αυτό το μυστικό βρίσκεται μέσα στον καθένα μας.


Είτε το ξέρεις, είτε όχι, κουβαλάς μέσα σου το μέγα μυστικό. Μην ξεχνάς ότι προέρχεσαι από μια μήτρα (δελφύς) και η θεϊκή φωνή έχει αποτυπώσει ανεξίτηλα το σημάδι της πάνω στην κοιλιά σου (ομφαλός). Ακόμα και αν δεν το αντιλαμβάνεσαι, το νιώθεις. Το νιώθεις κάποιες στιγμές που σαν αστραπή φωτίζουν τις νύχτες της μίζερης λογικής σου.

"...
 Η σημερινή, φτωχή και μίζερη, όλο φρόνηση, λογική και συμβιβασμό ψυχή μας είναι φλούδι φτενό που μάχεται να σκεπάσει και να πνίξει μέσα, βαθιά μας, φοβερές αρχέγονες δυνάμεις. Μα έρχουνται οι αστραπές ετούτες, έρχεται ο ύπνος, έρχεται ο Προφήτης και σπά τη φλούδα και τις ελευτερώνει!"
(Νίκος Καζαντζάκης, Συμπόσιον)

Κι αυτό το μυστικό, στο κρατάνε μυστικό, γιατί αν μάθεις ότι ο Θεός κατοικεί μέσα σου, τότε είσαι ανίκητος. Και δεν θα το ήθελαν.


Διαβάστε περισσότερα... »

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Τα αναπάντητα μυστήρια των γραμμών Νάζκα, στο Περού



Αποτελούν ένα από τα πιο μυστηριώδη και ανεξήγητα «μνημεία» που άφησαν πίσω τους οι αρχαίοι πολιτισμοί της Νότιας Αμερικής. 

Οι γραμμές Νάζκα οι οποίες καλύπτουν μια έκταση περίπου 450 τετραγωνικά χιλιόμετρα ανάμεσα στις πόλεις της Νάζκα και της Πάλπα στους πρόποδες των Ανδεων, χωρίς ακόμη να έχει ερμηνευθεί αποτελεσματικά ο λόγος που κατασκευάσθηκαν.

Οι γραμμές Νάζκα εκτιμάται πως δημιουργήθηκαν από τη φυλή Νάζκα γύρω στο 200 π.Χ. - 700 μ.Χ. Και τα εκατοντάδες σχήματα που έχει σχεδιάσει η αρχαία φυλή, απεικονίζει από τα πιο απλά γεωμετρικά σχήματα, μέχρι σχέδια ζώων, όπως λάμα, πίθηκοι, αράχνες αλλά και σχέδια ανθρώπων, με τις μεγαλύτερες φιγούρες να έχουν μήκος πάνω από 200 μέτρα.



Από τι υλικό δημιουργήθηκαν
Οι γραμμές δημιουργήθηκαν σκάβοντας την κοκκινωπή επιφάνεια της ερήμου, έως ότου φανεί το ασπριδερό στρώμα άμμου που βρίσκεται από κάτω. Χάρη στο ξηρό και σταθερό κλίμα της περιοχής, καθώς και στη γεωγραφική απομόνωση της, το μεγαλύτερο μέρος των γραμμών έχει συντηρηθεί, αναφέρει το wikipedia.


Από που είναι ορατές
Ένα άλλο ερώτημα το οποίο έρχεται να προστεθεί στο ήδη μυστηριώδες αυτό φαινόμενο, είναι η ορατότητα τους. Για πολλά χρόνια επικρατούσε η θεωρία ότι οι γραμμές Νάζκα είναι ορατές μόνο από τον αέρα κατά την πτήση. Ωστόσο την θεωρία αυτή ανέτρεψε ο Περουβιανός αρχαιολόγος Torribio Mejita Xesspe, ο οποίος τις εντόπισε κατά τη διάρκεια πεζοπορίας το 1927.


Πως τις κατασκεύασαν
Το τρίτο ερώτημα το οποίο δεν έχει ερμηνευθεί ακόμη επαρκώς, είναι το δύσκολο εγχείρημα της κατασκευής των γραμμών Νάζκα. 

Οι γραμμές σχηματίστηκαν από μία ρηχή τάφρο η οποία είχε βάθος μεταξύ 10- 15 εκατοστά. Οι τάφροι δημιουργήθηκαν αφού πρώτα αφαιρέθηκαν τα κόκκινου χρώματος χαλίκια τα οποία καλύπτουν την επιφάνεια της ερήμου, μέχρι που εμφανίστηκαν τα χαλίκια λευκού χρώματος που απεικονίζουν τις γραμμές δημιουργώντας μια έντονη χρωματική αντίθεση, ενώ παράλληλα λόγω της υψηλής περιεκτικότητας υδροξειδίου του ασβεστίου, δημιουργείται ένα στρώμα το οποίο προφυλάσσει τις γραμμές από την διάβρωση. 

Μέχρι στιγμής δεν έχει εξηγηθεί επαρκώς το πως και εάν γνώριζε η φυλή Νάζκα τις «προστατευτικές» αυτές ιδιότητες, καθώς και από που αντλήθηκε η τεχνογνωσία του όλου εγχειρήματος.


Γιατί τις κατασκεύασαν
Το τέταρτο και πιο «καυτό» ερώτημα, είναι ο λόγος που κατασκευάστηκαν αυτά τα θαυμαστά σχέδια, ερώτημα το οποίο έχει δημιουργήσει πλήθος διατυπώσεων και θεωριών ενώ έχει πυροδοτήσει και αρκετές θεωρίες συνωμοσίας.

Επιστήμονες οι οποίοι έχουν μελετήσει τον αρχαίο πολιτισμό των Νάζκα καθώς και την πολύπλοκη κατασκευή των γραμμών, έχουν κάνει μια πρώτη υπόθεση ότι ενδεχομένως να δημιουργήθηκαν από την φυλή Νάζκα για να τις βλέπουν από ψηλά οι θεοί.

Άλλοι πιθανολογούν ότι οι γραμμές αποτελούσαν ένα είδος παρατηρητηρίου, το οποίο έδειχνε προς το σημείο του ορίζοντα όπου ανατέλλουν ή δύουν ο ήλιος και άλλα ουράνια σώματα κατά τα ηλιοστάσια ή ακόμα ότι αναπαριστούν αστερισμούς ή άλλες ουράνιες μορφές.

Το 1985 ο αρχαιολόγος Johan Reinhard δημοσίευσε αρχαιολογικά δεδομένα που ανέφεραν ότι στον πολιτισμό της φυλής Νάζκα, από την αρχαία περίοδο ως και πιο πρόσφατα, ήταν κυρίαρχη η λατρεία των βουνών και άλλων πηγών νερού και διατύπωσε τη θεωρία ότι οι γραμμές και οι μορφές ήταν μέρος θρησκευτικών πρακτικών που περιελάμβαναν τη λατρεία θεών οι οποίοι σχετίζονται με το νερό, ενώ προσέθεσε στη θεωρία του και το ενδεχόμενο οι γραμμές αυτές να αποτελούν ιερά μονοπάτια που οδηγούν σε χώρους λατρείας των θεοτήτων.

Παρά τις συνεχείς έρευνες και διατυπώσεις θεωριών που έχουν γίνει ως σήμερα, κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει πλήρως τον λόγο που δημιουργήθηκαν αυτές οι μυστηριώδεις γραμμές, ενώ παράλληλα κάποιες από τις απεικονίσεις δεν έχουν ερμηνευθεί πλήρως.

Διαβάστε περισσότερα... »