«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΙΛΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΙΛΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

Ο Πιλάτος στην ιστορία και στα απόκρυφα κείμενα της Καινής Διαθήκης






Ένα ακόμη αμφιλεγόμενο πρόσωπο, εφάμιλλο του Ιούδα του Ισκαριώτη που πρόδωσε τον Χριστό, στην ιστορία του Χριστιανισμού, είναι αναμφίβολα και αυτό του Ρωμαίου διοικητή που καταδίκασε σε σταύρωση τον Χριστό. Και αυτό δεν είναι άλλο από τον γνωστό πλέον Πόντιο Πιλάτο. 

Αλλά, πέρα από τις διηγήσεις των κανονικών τεσσάρων Ευαγγελίων που μας δίνουν κάποιες πληροφορίες γι’ αυτόν, ποιος ήταν τελικά ο Πόντιος Πιλάτος και τι απέγινε μετά τα γεγονότα με τον Χριστό; Τον λόγο πλέον παίρνουν οι διηγήσεις της Ιστορίας καθώς και αυτές των απόκρυφων κειμένων της Καινής Διαθήκης. Ας παρακολουθήσουμε λοιπόν μαζί πρώτα τις διηγήσεις της Ιστορίας και μετά αυτές των απόκρυφων κειμένων...


Ο ΠΙΛΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
Ο Πόντιος Πιλάτος ήταν ο πέμπτος κατά σειρά επίτροπος που είδαν οι Ιουδαίοι να φτάνει στην χώρα τους, όταν θεσπίστηκε ο θεσμός αυτός το 6 μ.Χ., και διοίκησε από το 26 μ.Χ. έως το 36 μ.Χ. όταν αυτοκράτορας στην Ρώμη ήταν ο Τιβέριος. 

Λέγεται πως ανήκε στην τάξη των ιππέων, γιατί σ’ αυτή ανήκαν όσοι επιλέγονταν για να διοικήσουν την Ιουδαία και όχι αυτής των γερουσιαστών, και κατάγονταν από το σαμνιτικό γένος των Ποντίων, εξ ου και το πρώτο συνθετικό του ονόματός του. Αν και ανήκε στην τάξη των ιππέων διέθετε το δικαίωμα jus gladiiνα καταδικάζει δηλαδή κάποιον σε θάνατο και αυτό δείχνει πως η Ρώμη του αναγνώριζε πραγματική αυτονομία, αφού η Ιουδαία ανήκε διοικητικά στην επαρχία της Συρίας και ο διοικητής της έπρεπε να δίνει λόγο στον λεγάτο (διοικητή) αυτής. 

Όσον αφορά το δεύτερο συνθετικό Πιλάτος, μερικοί λέγουν πως είναι μια σύντμηση του «Pilaetus» δηλαδή του «κοκκινοσκούφη» που σήμαινε «απελεύθερος». Άλλοι λένε πως σήμαινε τον γιο του αξιωματικού που είχε τιμηθεί με τον τιμητικό «πίλον» (καπέλο).

Κάποιοι άλλοι λένε πως ήταν γιος του Μάρκου Ποντίου, στρατηγού στην Ισπανία, στον πόλεμο του Αγρίππα εναντίον των κατοίκων της Κανταβρίας και πως η γυναίκα του Κλαύδια Πρόκουλα, ήταν κόρη της περίφημης Κλαυδίας της θυγατέρας του Αυγούστου. Λέγεται πως η σταδιοδρομία του Πιλάτου, οφείλεται στην ακολασία της συζύγου του που είχε τροφοδοτήσει τα σκανδαλοθηρικά χρονικά της Ρώμης καθώς και την δική της παρουσία στην Ιερουσαλήμ κατά παράβαση των κανονισμών. 

Η αλήθεια όμως είναι πως διορίστηκε επίτροπος της Ιουδαίας έπειτα από μεσολάβηση του Λουκίου Αίλιου Σηιανού, ανώτατου αξιωματούχου ευνοούμενου του Τιβέριου και ο οποίος εχθρεύονταν τους Ιουδαίους. Και ενώ ο Πιλάτος αναφέρεται από τον Ιουδαίο ιστορικό Ιώσηπο,Ιουδαϊκός Πόλεμος 2,169 και από τον Ρωμαίο ιστορικό Τάκιτο, Annales XV, 44ως επίτροπος (procurator) σε μια επιγραφή που βρέθηκε το 1961 στην Καισάρεια αναφέρεται ως έπαρχος (praefectus).

Ο Πιλάτος τελών υπό την προστασία του Σηιανού ακολούθησε πολιτική η οποία προκάλεσε την εχθρότητα των Ιουδαίων γιατί πρόσβαλλε επανειλημμένα το θρησκευτικό τους αίσθημα. Μεταξύ άλλων, έδωσε εντολή να αναρτηθούν λατρευτικές εικόνες του αυτοκράτορα στην Ιερουσαλήμ και έκοψε νομίσματα τα οποία έφεραν παραστάσεις με ειδωλολατρικά θρησκευτικά σύμβολα.

Αλλά ας αφήσουμε τον εκκλησιαστικό ιστορικό Ευσέβιο Καισαρείας να μας τα διηγηθεί καλύτερα, ο οποίος αποδίδει τις συμφορές του Ιουδαϊκού Έθνους στην σταύρωση από αυτούς του Χριστού: «Συμφωνεί δε μ’ αυτόν και ο Ιώσηπος, δείχνοντας ομοίως πως οι συμφορές όλου του έθνους άρχισαν από τους χρόνους του Πιλάτου και των εγκλημάτων κατά του Σωτήρος. Άκου λοιπόν τι αναφέρει επί λέξει στο δεύτερο βιβλίο του Ιουδαϊκού πολέμου. “Ο δε Πιλάτος αποσταλείς ως επίτροπος στην Ιουδαία από τον Τιβέριο, μεταφέρει νύχτα καλυμμένες τις εικόνες του Καίσαρα στην Ιερουσαλήμ – πρόκειται για τα αποκαλούμενα εμβλήματα –. Αυτό την ημέρα προκάλεσε μεγάλη ταραχή στους Ιουδαίους, οι οποίοι αμέσως με τη θέα τους έμειναν κατάπληκτοι από την καταπάτηση των νόμων τους, οι οποίοι δεν επιτρέπουν να εισάγεται στην πόλη καμιά εικόνα.”» Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία Β 6, 3 – 4.

Μια άλλη φορά, επειδή χρειαζόταν χρήματα για την κατασκευή ενός υδραγωγείου, τα αφαίρεσε από το ιερό θησαυροφυλάκιο του Ναού. Τότε ξέσπασε μεγάλη εξέγερση που για να την καταπνίξει σκέφτηκε να στείλει αστυνομικούς μεταμφιεσμένους σε Ιουδαίους, οι οποίοι ανακατεύτηκαν με τον όχλο και τον κατέσφαξαν. 

Όμως ο Ευσέβιος Καισαρείας θα μας τα πει καλύτερα επικαλούμενος και πάλι τον Ιώσηπο: «Έπειτα ο ίδιος συγγραφέας ιστορεί με τους παρακάτω λόγους πως και μια άλλη συμφορά επέπεσε κατ’ αυτών. “Μετά δε από αυτά ξεκίνησε μια άλλη ταραχή, δαπανήσας τον ιερό θησαυρό – ο οποίος καλείται κορβανάς – για την κατασκευή υδραγωγείου προς μεταφορά υδάτων από απόσταση τριακοσίων σταδίων. Το πλήθος αγανάκτησε από αυτό, όταν δε ο Πιλάτος ήρθε στην Ιερουσαλήμ, αυτοί τον κύκλωσαν κραυγάζοντας. Εκείνος δε – επειδή προέβλεψε την ταραχή αυτών – αναμίξας στο πλήθος ένοπλους στρατιώτες, ντυμένους με πολιτικά ρούχα, και αφού τους απαγόρευσε να χρησιμοποιούν ξίφος, τους διέταξε να χτυπάνε με ρόπαλα αυτούς που κραύγαζαν, έδωσε το σύνθημα από το βήμα. 

Αφού χτυπήθηκαν μ’ αυτό τον τρόπο οι Ιουδαίοι, πολλοί πέθαναν από τις πληγές, και πολλοί καταπατήθηκαν από άλλους που είχαν τραπεί σε φυγή. Τρομαγμένο το πλήθος από την συμφορά αυτών που σκοτώθηκαν σιώπησε.”» Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία Β 6, 6 – 7.

Αλλά και ο Ευαγγελιστής Λουκάς μας διηγείται ένα ακόμη επεισόδιο από την απέχθεια και την εχθρότητα που είχε ο Πιλάτος για τους Ιουδαίους. Και αυτό συνέβη όταν έβαλε την αστυνομία του να σκοτώσει μερικούς Γαλιλαίους που έκαναν φασαρία με τις εκδηλώσεις τους στον Ναό: «Εκείνη τη στιγμή ήλθαν μερικοί και του είπαν (του Χριστού) για τους Γαλιλαίους, των οποίων το αίμα ο Πιλάτος ανέμιξε με τις θυσίες τους.» Κατά Λουκά 13:1. 

Δέκα χρόνια αργότερα όμως, μετά την τοποθέτησή του ως επιτρόπου στην Ιουδαία, έμελλε ο αδέξιος χειρισμός ενός γεγονότος που συνέβη στη Σαμάρεια να τον καταστρέψει και να βάλει τέλος και στην καριέρα του αλλά και στην ίδια του τη ζωή. 

Τα γεγονότα έχουν ως εξής. Στην Σαμάρεια εμφανίστηκε ένας ακόμα «προφήτης», που βεβαίωνε πως στην κορυφή του όρους Γαριζίν ήταν θαμμένο το Σκήνωμα(σώμα) του Μωϋσή μαζί με τα λειτουργικά αντικείμενα, που είχε χρησιμοποιήσει και πως θα πήγαινε ο ίδιος να τα βρει. Την ορισμένη μέρα στους πρόποδες του βουνού συγκεντρώθηκε μεγάλο πλήθος, το οποίο άρχισε να ανεβαίνει στο βουνό ψέλνοντας. 

Ο Πιλάτος όμως είχε διατάξει να καταληφθεί η κορυφή και να διαλύσουν την εκδήλωση. Έτσι και έγινε αλλά με βαρύ αντίτιμο, αφού έγινε μεγάλη σφαγή. Το θλιβερό αυτό γεγονός καθώς και οι συνεχείς διαμαρτυρίες των Ιουδαίων για τις ατασθαλίες του και την προσβολή της θρησκευτικής πίστης τους προς τον προϊστάμενό του, τον λεγάτο της Συρίας Βιττέλιο, είχε ως αποτέλεσμα να καταγγελθεί στην Ρώμη από αυτόν, να καθαιρεθεί από τη θέση του και να κληθεί στη Ρώμη. Εκεί δεν καταφέρνει να απαλλαγεί από την κατηγορία που τον βαρύνει, άλλωστε ο Σηιανός ο ισχυρός άντρας που τον προστάτευε είχε πεθάνει πλέον, και εξορίζεται στην Γαλατία από τον αυτοκράτορα Γάιο Καλιγούλα. 

Σύμφωνα με τον Ευσέβιο, η μαρτυρία του οποίου στηρίζεται σε ένα ελληνικό χειρόγραφο το οποίο δυστυχώς δεν διασώθηκε, βάζει τέρμα ο ίδιος στη ζωή του αυτοκτονώντας: «Δεν είναι άξιο ν’ αγνοείται πως επίσης εκείνος ο Πιλάτος, ο επί του Σωτήρος ηγεμών, σε τόσες συμφορές περιέπεσε, όπως λένε, κατά τους χρόνους του Γαΐου τους οποίους εξετάζουμε, ώστε αναγκάστηκε ν’ αυτοκτονήσει και να γίνει τιμωρός του εαυτού του με το ίδιο του το χέρι, διότι όπως φαίνεται η θεία δίκη τον καταδίωκε από κοντά. Το γεγονός αυτό ιστορούν οι Έλληνες που σημείωσαν τις Ολυμπιάδες μαζί με τα γεγονότα που συνέβησαν κατά τους χρόνους αυτούς.» Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία Β 7.


Ο ΠΙΛΑΤΟΣ ΣΤΑ ΑΠΟΚΡΥΦΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ
Το πρόσωπο και η καθοριστική συμβολή του Πιλάτου στην καταδίκη του Χριστού, όπως ήταν φυσικό, δεν μπορούσε να αφήσει αδιάφορες τις απόκρυφες διηγήσεις της Καινής Διαθήκης. Λέγοντας απόκρυφες διηγήσεις ή απόκρυφα είναι εκείνα τα βιβλία της Καινής Διαθήκης τα οποία δεν περιλαμβάνονται στον κανόνα δηλαδή τον κατάλογο αυτής, όταν αυτός διαμορφώθηκε παντελώς και «έκλεισε» στα τέλη του 3ου αιώνα, περιλαμβάνοντας μόνο 27 βιβλία από τα εκατοντάδες που κυκλοφορούσαν μέχρι τότε. 

Τα απόκρυφα βιβλία αυτά μπορεί να ήταν ευαγγέλια, επιστολές, πράξεις, αποκαλύψεις κ.λ.π. και σκοπό είχαν να συμπληρώσουν τα κενά που υπήρχαν στα κανονικά βιβλία της Καινής Διαθήκης γύρω από τη ζωή του Χριστού, των μαθητών του, των στενών συγγενών του ή διαφόρων προσώπων που έπαιξαν σημαντικό ρόλο και είχαν σχέση με αυτόν. Για να γίνουν αποδεκτά από τους πιστούς, οι συγγραφείς τους – που πολλές φορές ήταν και αιρετικοί – χρησιμοποιούσαν τα ονόματα των μαθητών ή Αποστόλων του Χριστού π.χ. ευαγγέλιο του Θωμά, καθώς επίσης γνωστών προσώπων της πρώτης Εκκλησίας π.χ. το ευαγγέλιο της Μαγδαληνής. 

Τα περισσότερα από αυτά είναι αφελή αναγνώσματα, με πολλά μυθολογικά και υπερβολικά στοιχεία, τα οποία όμως πολλά από αυτά, έχουν «περάσει» μέσα στον Χριστιανισμό, με αποτέλεσμα πολλοί πιστοί σήμερα να νομίζουν πως αποτελούν διδασκαλία του Χριστιανισμού. Βέβαια οφείλουμε να ομολογήσουμε πως κάποια από αυτά, μέχρι να διαμορφωθεί ο τελικός κανόνας της Καινής Διαθήκης έχαιραν μεγάλης εκτίμησης σε πολλές εκκλησίες των πρώτων Χριστιανικών αιώνων, όπως λόγου χάρη «ο Ποιμήν του Ερμά», ώστε να είναι αυτός ο λόγος της σύγχυσης πολλών Χριστιανών. Τέλος, τα βιβλία αυτά ονομάστηκαν «απόκρυφα», επειδή οι συγγραφείς τους ισχυρίζονται πως στηρίζονται σε απόκρυφες πηγές που είναι γνωστές, μόνον σ’ αυτούς.

Τώρα όσον αφορά τις απόκρυφες διηγήσεις για το πρόσωπο του Πιλάτου, εμάς θα μας απασχολήσουν τρεις: «Επιστολές του Ηρώδη και του Πιλάτου», «Η δίκη και η καταδίκη του Πιλάτου» και «Ο θάνατος του Πιλάτου».


Επιστολές του Ηρώδη και του Πιλάτου
Οι Επιστολές αυτές συνδέουν τη Ρωμαϊκή ιστορία με τα πάθη και το θάνατο του Ιησού Χριστού. Υπάρχουν γραμμένες στην συριακή γλώσσα, σε χειρόγραφα του 6ου ή 7ου αιώνα μ.Χ. και φυλάσσονται στο Βρετανικό μουσείο. Ο «πολύς» Τίσσεντορφ, αυτός που ανακάλυψε τον Σιναϊτικό κώδικα της Καινής Διαθήκης, αναφέρει στις «Απόκρυφες Αποκαλύψεις» του, πως είχε στην κατοχή του ένα αντίγραφο των επιστολών αυτών στην ελληνική γλώσσα. Διαβάζοντας κάποιος τις Επιστολές αυτές, δεν μπορεί παρά να μειδιάσει για την αφέλεια και την υπερβολή που τις διακρίνει:

1. Επιστολή του Ηρώδη προς τον κυβερνήτη Πιλάτο 
Την Επιστολή αυτή την στέλνει ο Ηρώδης – γιος του Ηρώδη του Μεγάλου – στον Πιλάτο για να μοιραστεί την αγωνία του και την θλίψη από τις συμφορές που τον βρήκαν, για τα όσα κακά έκανε στον Ιωάννη τον Βαπτιστή και επειδή χλεύασε τον Χριστό. Αναφέρει πως η κόρη του η Ηρωδιάδα, έπαιζε στην επιφάνεια μιας παγωμένης δεξαμενής, έσπασε όμως ο πάγος και το κορίτσι αποκεφαλίστηκε. 

Βλέπουμε δηλαδή στο σημείο αυτό την προσπάθεια του ανώνυμου συγγραφέα να συνδυάσει τον τρόπο θανάτου του κοριτσιού με το τρόπο θανάτου του Ιωάννη του Βαπτιστή, που είναι παρόμοιος. Ομοίως και ο γιος του Αζβόνιος βρίσκεται σε αγωνία στην ώρα του θανάτου του. Ο ίδιος ο Ηρώδης πάσχει από υδρωπικία και έχει αρχίσει το σώμα του να βγάζει σκουλήκια. Αλλά και η γυναίκα του έχασε το φως της από το αριστερό μάτι. Τέλος τον παρακινεί να θυμάται μαζί με την γυναίκα του Πρόκλα τον Ιησού μέρα και νύχτα και πως η Βασιλεία του Θεού θα ανήκει πλέον στους Εθνικούς (ειδωλολάτρες), επειδή οι Ιουδαίοι τον απέρριψαν. 

2. Επιστολή του Πιλάτου προς τον Ηρώδη
Απαντώντας ο Πιλάτος στον Ηρώδη βεβαιώνει την Ανάσταση του Χριστού και την εμφάνισή του στους μαθητές και πως η γυναίκα του Πρόκλα πήρε μαζί της τον εκατόνταρχο Λογγίνο και τους 12 στρατιώτες που φρουρούσαν τον τάφο του Ιησού και πήγαν να τον χαιρετήσουν εκεί που κάθονταν με τους μαθητές του! Μάλιστα ο ίδιος ο Πιλάτος επειδή ήταν άρρωστος πήρε μαζί του 50 στρατιώτες και πήγε και συνάντησε τον αναστημένο Ιησού και του ζήτησε να τον συγχωρήσει. Στη συνέχεια μιλάει ο Ιησούς, πως για το πρόσωπό του είχαν μιλήσει ο Ιουστίνος – προφανώς εννοεί τον Φιλόσοφο, που έζησε τον 2ο αιώνα μ.Χ. – κάποιον Θεόδωρο και τέλος τον Ιουδαίο ιστορικό Ιώσηπο! 

3. Η επιστολή του Πόντιου Πιλάτου προς τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα – σχετικά με τον Κύριο Ιησού Χριστό.

Είναι μια σύντομη επιστολή που υποτίθεται πως στέλνεται προς τον Τιβέριο, στην οποία ο Πιλάτος μιλάει για την καταδίκη που επέβαλε στον Χριστό, έστω παρά τη θέλησή του και πως οι μαθητές του πρόκοψαν και κάνουν έργα αγαθά στο όνομά του.

4. Η αναφορά του Πόντιου Πιλάτου προς τον Αύγουστο Καίσαρα της Ρώμης, για τον Ιησού Χριστό.

Διαβάζοντας κάποιος την αναφορά αυτή, νομίζει πως διαβάζει την αναφορά κάποιου μαθητή ή έστω κάποιου οπαδού του Χριστού. Μιλάει για τις θεραπείες που έκανε, τα θαύματά του, την Ανάσταση του Λαζάρου, την εκβολή των δαιμονίων από τους δαιμονισμένους και γενικά για τα θαύματά του που μας είναι γνωστά από τα Ευαγγέλια. Μιλάει για τα θαυμαστά γεγονότα που έγιναν κατά τη διάρκεια της σταύρωσης του Χριστού και πως και αυτός ο ίδιος είδε κάποιους από τους αναστημένους νεκρούς της Παλαιάς Διαθήκης. Συνεχίζει με υπερφυσικά γεγονότα που δεν αναφέρονται στην Καινή Διαθήκη και πως πολλοί Ιουδαίοι έπεσαν μέσα σ’ ένα χάσμα που είχε ανοίξει στο ιερό του Ναού.

5. Η αναφορά του Πόντιου Πιλάτου προς τον Τιβέριο Καίσαρα της Ρώμης

Είναι μια παραλλαγή της παραπάνω αναφοράς οπότε δεν χρειάζεται να αναφέρουμε ξανά τα ίδια πράγματα.

Η δίκη και η καταδίκη του Πιλάτου
Το κείμενο αυτό που συνήθως τιτλοφορείται «Η παράδοση του Πιλάτου» θεωρείται σαν μια ιστορική συνέχεια των επιστολών και υπάρχει στο ίδιο χειρόγραφο με τις επιστολές, χωρίς όμως κάποιο τίτλο. Ξεκινάει με την κλήση του Πιλάτου στη Ρώμη για να δικαστεί, επειδή μετά την καταδίκη του Ιησού είχε πέσει σκοτάδι σ’ όλο τον κόσμο και είχαν γίνει σεισμοί, τρομοκρατώντας έτσι τον κόσμο.

Η δίκη γίνεται από τον ίδιο τον αυτοκράτορα – ο οποίος έχοντας διαβάσει τις αναφορές του Πιλάτου – τον καλεί να απολογηθεί γιατί καταδίκασε ένα αθώο. Ο Πιλάτος απαντάει πως δεν φταίει αυτός αλλά οι Ιουδαίοι. Ο αυτοκράτορας του λέει πως έπρεπε να στείλει τον Ιησού στον ίδιο να τον δικάσει. Μόλις όμως αναφέρει το όνομα του Χριστού τα αγάλματα των θεών που υπήρχαν στην αίθουσα έγιναν συντρίμμια και όλους τους κυρίεψε ο φόβος. 

Την επόμενη μέρα ο Καίσαρας τον καλεί να του πει για μια ακόμη φορά ποιος ήταν τελικά αυτός, στο όνομα του οποίου συντρίφτηκαν τα αγάλματα των θεών. Ο Πιλάτος απαντάει πως έχει πειστεί πως ο Χριστός είναι μεγαλύτερος από τους θεούς τους και για μια ακόμη φορά ρίχνει το φταίξιμο στους Ιουδαίους για την σταύρωση του. 

Τότε ο Καίσαρας γεμάτος οργή στέλνει διάταγμα στον Λικιανό διοικητή της Ανατολικής Επαρχίας να διαλύσει το έθνος των Ιουδαίων. Μάλιστα στο διάταγμα αυτό ο Καίσαρας αναγνωρίζει πως σταυρώθηκε ένας θεός. Ο Λικιανός εκτελεί την εντολή του Καίσαρα και διαλύει το έθνος των Ιουδαίων. 

Ο Καίσαρας ανακρίνει για μία ακόμη φορά τον Πιλάτο και διατάζει έναν αξιωματικό ονόματι Άλβιους να τον αποκεφαλίσει λέγοντας: «Όπως σκότωσε τον δίκαιο άνθρωπο που ονομάζεται Χριστός έτσι θα πέσει κι αυτός με τον ίδιο τρόπο και δεν θα βρει λυτρωμό». 

Ο Πιλάτος πριν αποκεφαλιστεί προσευχόμενος ζητάει από τον Χριστό να τον συγχωρήσει και μάλιστα ζητάει να συγχωρήσει και τη σύζυγό του Πρόκλα που βρίσκονταν δίπλα του. Αξίζει πιστεύουμε σ’ αυτό το σημείο να δούμε πως τελειώνει το απόκρυφο αυτό: «Μόλις τέλειωσε ο Πιλάτος την προσευχή του, ακούστηκε μια φωνή απ’ τον ουρανό να λέει, “Όλες οι γενεές και οι οικογένειες των Εθνικών θα σε αποκαλούν μακάριο, γιατί με σένα εκπληρώθηκαν όλα όσα είχαν ειπωθεί για μένα από τους προφήτες. Εσύ πρέπει να είσαι μάρτυράς μου στη δεύτερη παρουσία μου όταν θα κρίνω τις 12 φυλές του Ισραήλ κι εκείνους που δεν ομολόγησαν το όνομά μου”. 

Και ο διοικητής έκοψε το κεφάλι του Πιλάτου και τότε ένας άγγελος Κυρίου το παρέλαβε. Και όταν η Πρόκλα, η σύζυγός του, είδε τον άγγελο να έρχεται και να παίρνει το κεφάλι του, άφησε γεμάτη χαρά το πνεύμα της και θάφτηκε μαζί με τον σύζυγό της».


Ο θάνατος του Πιλάτου
Το απόκρυφο αυτό, σε σχέση με το προηγούμενο, στέκεται παντελώς αρνητικά απέναντι στον Πιλάτο. Ξεκινάει με τον αυτοκράτορα Τιβέριο που έπασχε από μια σοβαρή ασθένεια, να στέλνει τον Βολουσιανό έναν από τους αυλικούς του στον Πιλάτο να του στείλει τον Ιησού για τον οποίο είχε ακούσει πως μπορεί να το θεραπεύσει, μη γνωρίζοντας πως ο Πιλάτος τον είχε θανατώσει. 

Απολογούμενος στον αγγελιοφόρο ο Πιλάτος λέει πως τον σταύρωσε επειδή ήταν κακοποιός και λαοπλάνος. Επιστρέφοντας ο Βολουσιανός στεναχωρημένος που δεν μπορεί να εκπληρώσει την αποστολή του, συναντά την Βερονίκη η οποία είχε πάει σ’ ένα ζωγράφο για να της φτιάξει την εικόνα του Ιησού για παρηγοριά, αλλά πηγαίνοντας με τον καμβά στον ζωγράφο συνάντησε τον Ιησού. 

Μαθαίνοντας αυτός που πηγαίνει η Βερονίκη, της ζήτησε τον καμβά και όταν της τον ξανάδωσε ήταν πάνω του αποτυπωμένο το πρόσωπό του. Αν λοιπόν ο Τιβέριος κοίταζε με θέρμη την εικόνα θα γινόταν καλά. Ο Βολουσιανός επιστρέφει με την Βερονίκη στη Ρώμη και εξηγεί τα καθέκαστα για τον Πιλάτο και την εικόνα στον Τιβέριο, ο οποίος πράγματι κοιτώντας τη ξαναβρίσκει την υγεία του. Γεμάτος οργή ζητάει να φέρουν τον Πιλάτο στη Ρώμη, ο οποίος παρουσιάζεται μπροστά του κρατώντας τον χιτώνα του Χριστού. Αμέσως η οργή του εξανεμίστηκε και αυτό γινόταν κάθε φορά που ο Πιλάτος εμφανίζονταν μπροστά του με τον χιτώνα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να τον τιμωρήσει. 

Κάποιος χριστιανός όμως αποκάλυψε την αιτία αυτής της συμπεριφοράς του και αφού αφαίρεσε τον χιτώνα αποφάσισε να τον τιμωρήσει με τον πιο ατιμωτικό τρόπο. 

Όταν το έμαθε ο Πιλάτος αυτοκτόνησε με μαχαίρι. Έδεσαν τότε στο σώμα του ένα βράχο και τον βύθισαν στον ποταμό Τίβερη. Όμως οι δαίμονες δημιουργούσαν προβλήματα με αστραπές, θύελλες κ.λ.π. προκαλώντας τον φόβο σε όλους. Τότε οι Ρωμαίοι έβγαλαν το σώμα του από τον Τίβερη και τον μετέφεραν στην Βιέννη, στον ποταμό Ρον, γιατί η ονομασία Βιέννη – όπως λέει και το απόκρυφο – σημαίνει «τόπος της Κόλασης». Τα ίδια πράγματα όμως συνέβαιναν και εκεί, όπως και στην περιοχή της Λωζάνης, όταν μεταφέρθηκε εκ νέου. Τελικά το βύθισαν σε μια δεξαμενή που περιβάλλονταν από βουνά, που όπως λένε εξακολουθούν να συμβαίνουν τα ίδια διαβολικά τεχνάσματα. 

Πάντως και με την συνδρομή των απόκρυφων διηγήσεων, αλλά και την Χριστιανική παράδοση που δημιουργήθηκε με το πέρασμα του χρόνου ο Πιλάτος τιμάται ως άγιος από την Αιθιοπική Εκκλησία, ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη σύζυγό του Πρόκλα στις 27 Οκτωβρίου. 


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Απόκρυφα Κείμενα Καινής Διαθήκης, Τόμος 2, Εκδόσεις «Πύρινος Κόσμος»
2. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα
3. Ελληνική Εκπαιδευτική Εγκυκλοπαίδεια
4. Ευσέβιος Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία, Εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς»5. Ντανιέλ Ροπς, Η καθημερινή ζωή στην Παλαιστίνη στους χρόνους του Χριστού, Εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα

Διαβάστε περισσότερα... »

«τί ἐστιν ἀλήθεια;»



 (Σχόλιο στο Ιω. 18,37-38) 
του ομότιμου καθηγητή του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ Ιωάννη Γαλάνη


Η μελέτη προέρχεται από το: 
Ιωάννη Γαλάνη, Βιβλικές Ερμηνευτικές και Θεολογικές Μελέτες, ΒΒ 20, Εκδόσεις Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2001, 389-398.

α. Το κείμενο


Το τεμάχιο Ιω. 18,37-38 περιέχει δύο ερωτήσεις του Πιλάτου προς τον Ιησού και μία απάντηση του Ιησού. Οι δύο αυτοί στίχοι ανήκουν στην περικοπή Ιω. 18,28-19,16, η οποία αναφέρεται στη δίκη και την καταδίκη του Χριστού και αποτελεί το τέταρτο ευαγγελικό ανάγνωσμα της Μεγάλης Πέμπτης. Το διάλογο αυτό αναφέρουν και οι τρεις Συνοπτικοί ευαγγελιστές Ματθαίος, Μάρκος και Λουκάς. Δεν περιέχουν όμως, όπως ο Ιωάννης, την εκτενή απάντηση του Χριστού στο ερώτημα του Πιλάτου «σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων;». 

Δηλαδή στους Συνοπτικούς υπάρχει μόνο η απάντηση του Ιησού «σὺ λέγεις» και απουσιάζουν τα: «ἐγὼ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ· πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς». 

Επίσης απουσιάζει από τους Συνοπτικούς το κρίσιμο ερώτημα του Πιλάτου προς τον Ιησού: «τί ἐστιν ἀλήθεια;». Οι δύο στίχοι δεν παρουσιάζουν προβλήματα κριτικής του κειμένου στη χειρόγραφη παράδοση. Οι ελάχιστες προσθήκες λέξεων είναι εντελώς επουσιώδεις.


β. Η συνάφεια του κειμένου

Ο διάλογος του Πιλάτου με το Χριστό γίνεται στο πραιτώριο, δηλαδή στην επίσημη κατοικία του Ρωμαίου διοικητή στην Ιερουσαλήμ. Μετά την προδοσία του από τον Ιούδα, ο Χριστός συλλαμβάνεται από Ρωμαίους στρατιώτες και Ιουδαίους φρουρούς στον κήπο που βρισκόταν «πέραν του χειμάρρου τών Κέδρων» (18,1) και οδηγείται στον αρχιερέα Άννα. Εκείνος, αφού τον ανέκρινε περί των μαθητών αυτού και περί της διδαχής αυτού τον έστειλε στον Καϊάφα, «ὃς ἦν ἀρχιερεὺς τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐκείνου» (18,13) και γαμβρός του Άννα. Μετά την ολονύχτια ανάκριση, το πρωί το πλήθος οδήγησε το Χριστό από το σπίτι του Καϊάφα στο πραιτώριο, όπου βρισκόταν ο Πιλάτος. 

Εκείνος ζήτησε πρώτα να μάθει την κατηγορία εναντίον του Χριστού. Η απάντηση που πήρε από τον όχλο ήταν: «εἰ μὴ ἦν οὗτος κακὸν ποιῶν, οὐκ ἄν σοι παρεδώκαμεν αὐτόν» (18,30). Ο Πιλάτος έκανε μια προσπάθεια να απαλλαγεί από την ευθύνη της δίκης ζητώντας από τους Ιουδαίους να τον δικάσουν οι ίδιοι σύμφωνα με το δικό τους νόμο. 

Εκείνοι όμως απέρριψαν την πρόταση αυτή με το επιχείρημα: «ἡμῖν οὐκ ἔξεστιν ἀποκτεῖναι οὐδένα» (18,31). Μετά από όλα αυτά άρχισε η ανάκριση του Χριστού και το πρώτο ερώτημα που του απηύθυνε ο Πιλάτος είναι: «σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων;» (18,33). Προτού ο Χριστός απαντήσει ζήτησε από τον Πιλάτο να μάθει αν το ερώτημα το έκανε από μόνος του ή του είχαν μιλήσει άλλοι γι’ αυτόν» (18,34: «ἀπὸ σεαυτοῦ σὺ τοῦτο λέγεις ἢ ἄλλοι εἶπόν σοι περὶ ἐμοῦ;»). 

Η διευκρίνηση αυτή ήταν απαραίτητη για να δοθεί η ανάλογη απάντηση. Άν το ερώτημα το είχε διατυπώσει ό Πιλάτος, τότε ο χαρακτηρισμός του Χριστού ως «βασιλιά τών ’Ιουδαίων» θα είχε πολιτική σημασία και η απάντηση που θα έπαιρνε έπρεπε να είναι αρνητική. Άν όμως το ερώτημα το είχαν προκαλέσει οι Ιουδαίοι, τότε ο τίτλος βασιλιάς είχε και θρησκευτικό και πολιτικό χαρακτήρα και έπρεπε να δοθεί κάποια απάντηση που να αποκλείει την πολιτική χροιά του τίτλου. Ο Χριστός, όπως είναι γνωστό, ταύτιζε την έννοια του βασιλιά με τον τίτλο του Μεσσία. Ο Πιλάτος διευκρίνισε πως, ό,τι γνωρίζει, προέρχεται από πληροφορίες των Ιουδαίων και ρώτησε και πάλι το Χριστό: «τί ἐποίησας;». 

Εκείνος απάντησε στο αρχικό ερώτημα λέγοντας: «ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου· εἰ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἦν ἡ βασιλεία ἡ ἐμή, οἱ ὑπηρέται οἱ ἐμοὶ ἠγωνίζοντο [ἂν] ἵνα μὴ παραδοθῶ τοῖς Ἰουδαίοις· νῦν δὲ ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐντεῦθεν» (στ. 36).

Τα λόγια αυτά του Ιησού προκάλεσαν έκπληξη στον Πιλάτο, επειδή προφανώς περίμενε αρνητική απάντηση, γι’ αυτό ρώτησε και πάλι: «οὐκοῦν βασιλεὺς εἶ σύ;» (στ. 37). Ο Χριστός δεν αρνείται αυτόν τον τίτλο και του είπε: «σὺ λέγεις ὅτι βασιλεύς εἰμι. ἐγὼ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ· πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς» (στ. 37). Ύστερα από όλα αυτά τα περί αληθείας ο Πιλάτος διατύπωσε το ερώτημα «τί ἐστιν ἀλήθεια;» χωρίς να περιμένει κάποια απάντηση και χωρίς ο Χριστός να του απαντήσει.

γ. Ερμηνευτικές παρατηρήσεις

Όλη η διαλογική συζήτηση μεταξύ Πιλάτου και Χριστού έχει ως αφορμή την κατηγορία ότι ο Χριστός είναι βασιλιάς των Ιουδαίων και ως κεντρικό της θέμα την αποδοχή εκ μέρους του Χριστού του τίτλου του βασιλιά, και την αδυναμία τόσο του Πιλάτου όσο και των Ιουδαίων να κατανοήσουν τη σημασία του τίτλου αυτού. Ο τίτλος όμως του βασιλιά συνδυάζεται από το Χριστο με τη μαρτυρία περί αληθείας, την όποια ήλθε να αποκαλύψει στον κόσμο.



Είναι γνωστό ότι η αναμονή της βασιλείας του Θεού ήταν το κεντρικό σημείο της εσχατολογικής ελπίδας των Ιουδαίων. Από αυτή πήγαζαν οι αντιλήψεις για τον μέλλοντα βασιλιά, ο οποίος αναμενόταν να είναι δίκαιος, ταπεινός και ειρηνικός και η κυριαρχία του να εκτείνεται μέχρι τα πέρατα της γης (Ζαχ. 9,9-10). Την ελπίδα αυτή την προκάλεσαν οι εθνικές δοκιμασίες του Ιουδαϊσμού μετά τη βαβυλώνια αιχμαλωσία. 

Οι Μακκαβαίοι βασιλείς δεν έπεισαν ότι είχαν να παρουσιάσουν κάτι το ξεχωριστό, γιατί υιοθέτησαν σε πολλά σημεία μεθόδους των ειδωλολατρών βασιλέων. Το ίδιο συνέβη και με τους Ηρώδες βασιλείς, οι οποίοι επηρεάζονταν και ενεργούσαν σύμφωνα με τις απαιτήσεις των Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Έτσι η αναμονή του εσχατολογικού βασιλιά, όπως περιγράφεται στις προφητείες και στους μεσσιανικούς Ψαλμούς, γίνεται αναγκαία και επιτακτική. Αλλοιώνεται όμως ο θρησκευτικός του χαρακτήρας, γιατί αναμένεται ως ο Μεσσίας που θα απελευθερώσει τους Ιουδαίους από την ξένη κυριαρχία και καταπίεση. Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να κατανοηθούν τα περί βασιλέως των Ιουδαίων της περικοπής. 

Το παράδοξο όμως είναι ότι οι Ιουδαίοι κατηγορούν στον Πιλάτο το Χριστό, για τον ισχυρισμό του ότι είναι βασιλιάς ενώ οι ίδιοι θα επιθυμούσαν ένα βασιλιά, ο οποίος θα τους απάλλασσε από τη ρωμαϊκή κυριαρχία. Δηλαδή κανονικά θα έπρεπε να τον κατηγορήσουν ότι δεν είναι ό βασιλιάς που εκείνοι θα ήθελαν να είναι. Αποκρύπτουν όμως την αλήθεια, γιατί μια τέτοια κατηγορία θα ήταν απαράδεκτη για τον Πιλάτο και τις ρωμαϊκές αρχές γενικά. Έτσι αναγκάζονται να του αποδώσουν την κατηγορία ότι ισχυρίζεται πως είναι βασιλιάς των Ιουδαίων και υπαινίσσονται ότι ανταγωνίζεται τον Καίσαρα. Με τον τρόπο αυτό αναγκάζονται να αναγνωρίσουν το Ρωμαίο αυτοκράτορα ως απόλυτο εξουσιαστή και των Ιουδαίων.

Ο Χριστός δέχεται μπροστά στον Πιλάτο τον τίτλο του βασιλιά, αλλά αρνείται κάθε πολιτικό και κοσμικό χαρακτήρα στη δική του βασιλεία λέγοντας ότι «ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» (στ. 36). Παίρνοντας ίσως κάποια αφορμή από την απόκρυψη της αλήθειας και την υποκριτική συμπεριφορά των κατηγόρων του τονίζει το σκοπό της παρουσίας του στον κόσμο, ο οποίος είναι: «ἐγὼ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ· πᾶς ὁ ὢν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς» (στ. 37). 

Όλα αυτά αναγκάζουν τον Πιλάτο να ρωτήσει: «τί ἐστιν ἀλήθεια;» (στ. 38). Είναι ένα πολύ σημαντικό και πολύ κρίσιμο ερώτημα και για την εποχή του και για κάθε εποχή. Είναι άγνωστο με ποια έννοια υπέβαλε ο Πιλάτος την ερώτηση αυτή. Ίσως εκφράζει κάποια απαισιοδοξία, ίσως, το πιο πιθανό, αδιαφορία, ίσως σαρκασμό, ίσως κάπως απίθανο, αγωνιώδη αναζήτηση από τον ίδιο, της πραγματικής αλήθειας.

Το πρόβλημα της αλήθειας είναι πολύ παλαιό και απασχόλησε τόσο τη φιλοσοφία όσο και τη θρησκεία. Στην Π.Δ. οι λέξεις που εκφράζουν την έννοια της αλήθειας χρησιμοποιούνται συχνά με θρησκευτικό περιεχόμενο και οι σημασίες τους είναι πολλές. Κατ’ αρχήν αλήθεια είναι η σταθερότητα, η εμπιστοσύνη, η πραγματικότητα, η εντιμότητα, η καλοσύνη, η ειλικρίνεια και ακόμη η ιδιότητα κάποιου να είναι σταθερός. Η έννοια της αλήθειας συνδέεται στενά με το Θεό και ταυτίζεται με την έννοια της πιστότητας (Ψλ. 131,11). 

Τα ίδια τα λόγια του Θεού, έκτος του ότι είναι αληθινά, χαρακτηρίζονται και ως αλήθεια (Ψλ. 118,160). Αλήθεια επίσης είναι ο νόμος του Θεού, η σοφία του Θεού, ο ίδιος ο Θεός (Ψλ. 24,5. 25,3. 85, 11). Στην Κ.Δ. η αλήθεια είναι το θέλημα του Θεού, ο λόγος του Θεού, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως «λόγος της αληθείας» (Εφ. 1,13 κ.α.) η «αλήθεια του ευαγγελίου» (Γαλ. 2,5.14).

Στη θεολογία του Ιωάννη ειδικότερα η έννοια της αλήθειας κατέχει κεντρική θέση. Ο Λόγος του Θεου, ο οποίος «σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν έν ημίν» (Ιω. 1,14) ήταν «πλήρης χάριτος και αλήθειας» (Ιω. 1,14). Αυτή η χάρη και η αλήθεια πού ήρθε στον κόσμο «διά Ιησού Χριστού» είναι υπέρτερη του νόμου, ο οποίος δόθηκε «διά Μωυσέως». Η μία αποκάλυψη διαφέρει από την άλλη. 

Ο Μωυσής ήταν απλώς μεσολαβητής, ενώ ο Χριστός ο Λόγος του Θεού. Ακόμη ο νόμος ήταν σκιά των μελλόντων (Κολ. 2,17), ενώ στο πρόσωπο του Χριστού έχουμε αποκάλυψη του ίδιου του Θεού. Ο νόμος κατέστησε τους ανθρώπους ενόχους, ενώ η χάρη και η αλήθεια τους απάλλαξε από την ενοχή αυτή. Η αλήθεια που κήρυξε ο Χριστός στον κόσμο ήταν η αλήθεια που άκουσε από το Θεό (Ιω. 8,40). Το πιο σημαντικό στον Ιωάννη είναι ότι ο Χριστός είναι η αλήθεια και μάλιστα «η οδός και η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14,6). Είναι ο ωραιότερος αυτοχαρακτηρισμός του Χριστού και μια από τις περιεκτικότερες θεολογικές εκφράσεις της Κ.Δ. Ο Χριστός είναι η οδός, η οποία οδηγεί τον πιστό σωστά και σταθερά κοντά στον Θεό Πατέρα και τον εντάσσει σε μια νέα οικογένεια, την οικογένεια του Θεού. Εκείνος δια του σταυρικού του θανάτου και της αναστάσεώς του αποκατέστησε τη χαμένη επικοινωνία του ανθρώπου με το Θεό Πατέρα.

Ο Χριστός είναι «και η αλήθεια» όχι απλώς αλήθεια – επειδή αποκαλύπτει τη μόνη αλήθεια, τον Πατέρα. Ο Χριστός είναι ακόμη «και η ζωή», γιατί με την ανάστασή του καταργεί το θάνατο και οδηγεί στην πραγματική και ατελευτητη ζωή. Η έννοια της αλήθειας συνυπάρχει στον Ιωάννη και με το Άγιο Πνεύμα. Χρησιμοποιεί τη φράση «το Πνεύμα τής αλήθειας» (14,17), η οποία σημαίνει ότι το Άγιο Πνεύμα έχει την αλήθεια, μαρτυρεί για την αλήθεια και προπαντός οδηγεί τους πιστούς «ἐν τῇ ἀληθείᾳ πάση» (Ιω. 16,13).


δ. Θεολογική προσέγγιση για το παρόν


Τί είναι αλήθεια; 

Είναι ένα ερώτημα πολύ επίκαιρο, πολύ επίμονο και πολύ δύσκολο. Η έννοια της αλήθειας απασχόλησε και απασχολεί τη φιλοσοφία, τη θρησκεία και την επιστήμη. Η αλήθεια δεν είναι παντού η ίδια. Χρησιμοποιείται σε πολλές περιπτώσεις και σε διαφορετικά επίπεδα. Έχει πολλές μορφές, και είναι φυσικό να έχει πολλές και ποικίλες σημασίες. Αυτό εμποδίζει τη διατύπωση τής άλήθειας μέ κάποιο γενικό ορισμό γι’ αυτό στον τομέα της φιλοσοφίας έχουν άναπτυχθεί πολλές θεωρίες που επιχειρούν να προσδιορίσουν την έννοια της αλήθειας. Το ερώτημα όμως τί είναι άλήθεια δεν είναι μόνο θεωρητικό, γιατί δεν υπάρχει μόνο η θεωρητική αλήθεια, η επιστημονική αλήθεια. Υπάρχει και η πρακτική, η καθημερινή αλήθεια. 

Αυτή που διαρκώς αντιμετωπίζει α άνθρωπος στην πορεία του μέσα στη ζωή, στις σχέσεις του με το συνάνθρωπο, στους σκοπούς που επιδιώκει, στις ελπίδες του, στις προσδοκίες του, στα προβλήματα που συναντά για το τί είναι σωστό, γνήσιο και πραγματικό και τί όχι. Έτσι όλοι οι άνθρωποι αναρωτιώνται σε πολλές στιγμές της καθημερινής τους δραστηριότητας τί είναι αλήθεια, γιατί όλοι αναζητούν την αλήθεια, απαιτούν την αλήθεια, αλλά συνήθως δεν συμφωνούν με αυτό που αντιμετωπίζουν ως αλήθεια, τους προβάλλεται ως αλήθεια ή τους επιβάλλεται ως αλήθεια. 

Το πρόβλημα για όλους αυτούς δεν είναι, αν αυτά που βλέπουν γύρω τους είναι αληθινά, αλλά αν αυτά που κατασκευάζουν και τους παρουσιάζουν οι συνάνθρωποί τους και τα απευθύνουν είτε στις αισθήσεις είτε στη νόηση, είναι αληθινά. Η επέμβαση του ανθρώπινου παράγοντα στη λειτουργία της αλήθειας συχνά αλλοιώνει την έννοια και το χαρακτήρα της. Δηλαδή το ερώτημα για το τι είναι αλήθεια ισχύει κυρίως για τις περιπτώσεις που υπεισέρχεται ο ανθρώπινος παράγοντας. Η αμαρτωλή διάθεση του ανθρώπου, η οποία εκδηλώνεται στον καθένα με τάσεις υπεροχής έναντι των άλλων, με την ανάγκη προβολής του εγώ του, με την περιφρούρηση μόνο των ατομικών του συμφερόντων, με την επιδίωξη αποκτήσεως υλικών αγαθών κλπ., διαστρεβλώνει την αλήθεια. Τότε που βρίσκεται η πραγματική αλήθεια; Που και πώς πρέπει να αναζητηθεί;

Η απόκτηση της αλήθειας είναι για τον κάθε άνθρωπο μια αναγκαιότητα, γιατί αποτελεί την ουσία της ζωής. Γι’ αυτό κάθε ενέργεια του ανθρώπου σε κάθε στιγμή της δραστηριότητάς του είναι και μια αναζήτηση της αλήθειας. Τί είναι αλήθεια; Ο ίδιος ο Χριστός, κατά τον ευαγγελιστή Ιωάννη (14,6), λέγει: «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή». Η φράση αυτή περιέχει ό,τι ακριβώς αναζητεί και επιδιώκει ο άνθρωπος στη ζωή του. 

Πορεύεται κάποιο δρόμο αναζητώντας την αλήθεια για να κερδίσει τη ζωή. Ποιο δρόμο όμως πρέπει να ακολουθήσει, ποια αλήθεια να αναζητήσει και ποια ζωή να εξασφαλίσει; Η απάντηση υπάρχει στη φράση «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή». Η πραγματική αλήθεια λοιπόν, λάμπει στο πρόσωπο του Χριστού και βιώνεται μέσα στην Εκκλησία από τον κάθε πιστό με την πίστη στο Χριστό και τη μίμηση του παραδείγματός του.


Διαβάστε περισσότερα... »

Σε ποια γλώσσα έγινε η συνομιλία Πιλάτου - Χριστού; Ένα θέμα που προβληματίζει πολλούς ερευνητές







Άραγε η συνομιλία μεταξύ του Πόντιου Πιλάτου και του Ιησού Χριστού έγινε στην Ελληνική γλώσσα;

Διαβάζοντας συγγράμματα 4 ευαγγελιστών μπορεί να υποθέσει κανείς πως χρησιμοποιήθηκε η Ελληνική.

Ένα θέμα που προβληματίζει πολλούς ερευνητές…

Ας δούμε, όμως τι λένε ακριβώς οι 4 ευαγγελιστές


1. ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ:

«… 11 Ο δε Ιησούς έστη έμπροσθεν τού ηγεμόνος· και επηρώτησεν αυτόν ο ηγεμών λέγων· Σύ εί ο βασιλεύς των Ιουδαίων; ο δε έφη αυτώ· Σύ λέγεις. 12 και εν τώ κατηγορείσθαι αυτόν υπό των αρχιερέων και των πρεσβυτέρων ουδέν απεκρίνατο. 13 τότε λέγει αυτώ ο Πιλάτος· Ουκ ακούεις πόσα σου καταμαρτυρούσι; 14 και ουκ απεκρίθη αυτώ προς ουδέ έν ρήμα, ώστε θαυμάζειν τον ηγεμόνα λίαν. 15 Κατά δε την εορτήν ειώθει ο ηγεμών απολύειν ένα τώ όχλω δέσμιον ον ήθελον. 16 είχον δε τότε δέσμιον επίσημον λεγόμενον Βαραββάν. 17 συνηγμένων ούν αυτών είπεν αυτοίς ο Πιλάτος· Τίνα θέλετε απολύσω υμίν, Βαραββάν ή Ιησούν τον λεγόμενον Χριστόν; 18 ήδει γάρ ότι διά φθόνον παρέδωκαν αυτόν. 19 Καθημένου δε αυτού επί τού βήματος απέστειλε προς αυτόν η γυνή αυτού λέγουσα· Μηδέν σοί και τώ δικαίω εκείνω· πολλά γάρ έπαθον σήμερον κατ” όναρ δι” αυτόν. 20 Οι δε αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι έπεισαν τους όχλους ίνα αιτήσωνται τον Βαραββάν, τον δε Ιησούν απολέσωσιν. 21 αποκριθείς δε ο ηγεμών είπεν αυτοίς· Τίνα θέλετε από των δύο απολύσω υμίν; οι δε είπον· Βαραββάν. 22 λέγει αυτοίς ο Πιλάτος· Τί ούν ποιήσω Ιησούν τον λεγόμενον Χριστόν; λέγουσιν αυτώ πάντες· Σταυρωθήτω. 23 ο δε ηγεμών έφη· Τί γάρ κακόν εποίησεν; οι δε περισσώς έκραζον λέγοντες· Σταυρωθήτω. 24 ιδών δε ο Πιλάτος ότι ουδέν ωφελεί, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται, λαβών ύδωρ απενίψατο τας χείρας απέναντι τού όχλου, λέγων· Αθώός ειμι από τού αίματος τού δικαίου τούτου· υμείς όψεσθε. 25 και αποκριθείς πάς ο λαός είπε· Τό αίμα αυτού εφ” ημάς και επί τα τέκνα ημών. 26 τότε απέλυσεν αυτοίς τον Βαραββάν, τον δε Ιησούν φραγελλώσας παρέδωκεν ίνα σταυρωθή…» (Ματθ. 27, 11-26).


2. ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ:



«1 Και ευθέως επί το πρωί συμβούλιον ποιήσαντες οι αρχιερείς μετά των πρεσβυτέρων και γραμματέων και όλον το συνέδριον, δήσαντες τον Ιησούν απήνεγκαν και παρέδωκαν τώ Πιλάτω. 2 και επηρώτησεν αυτόν ο Πιλάτος· Σύ εί ο βασιλεύς των Ιουδαίων; ο δε αποκριθείς είπεν αυτώ· Σύ λέγεις. 3 και κατηγόρουν αυτού οι αρχιερείς πολλά, αυτός δε ουδέν απεκρίνατο. 4 ο δε Πιλάτος πάλιν επηρώτα αυτόν λέγων· Ουκ αποκρίνη ουδέν; ίδε πόσα σου καταμαρτυρούσιν. 5 ο δε Ιησούς ουκέτι ουδέν απεκρίθη, ώστε θαυμάζειν τον Πιλάτον. 6 Κατά δε εορτήν απέλυεν αυτοίς ένα δέσμιον όνπερ ητούντο. 7 ήν δε ο λεγόμενος Βαραββάς μετά των συστασιαστών δεδεμένος, οίτινες εν τή στάσει φόνον πεποιήκεισαν. 8 και αναβοήσας ο όχλος ήρξατο αιτείσθαι καθώς αεί εποίει αυτοίς. 9 ο δε Πιλάτος απεκρίθη αυτοίς λέγων· Θέλετε απολύσω υμίν τον βασιλέα των Ιουδαίων;

10 εγίνωσκε γάρ ότι διά φθόνον παραδεδώκεισαν αυτόν οι αρχιερείς. 11 οι δε αρχιερείς ανέσεισαν τον όχλον ίνα μάλλον τον Βαραββάν απολύση αυτοίς. 12 ο δε Πιλάτος αποκριθείς πάλιν είπεν αυτοίς· Τί ούν θέλετε ποιήσω ον λέγετε τον βασιλέα των Ιουδαίων; 13 οι δε πάλιν έκραξαν· Σταύρωσον αυτόν. 14 ο δε Πιλάτος έλεγεν αυτοίς· Τί γάρ εποίησε κακόν; οι δε περισσοτέρως έκραξαν· Σταύρωσον αυτόν. 15 ο δε Πιλάτος βουλόμενος τώ όχλω το ικανόν ποιήσαι, απέλυσεν αυτοίς τον Βαραββάν, και παρέδωκε τον Ιησούν φραγελλώσας ίνα σταυρωθή» (Μάρκ. 15, 1-15)



3. ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ:


«1 Και αναστάν άπαν το πλήθος αυτών ήγαγον αυτόν επί τον Πιλάτον. 2 ήρξαντο δε κατηγορείν αυτού λέγοντες· Τούτον εύρομεν διαστρέφοντα το έθνος και κωλύοντα Καίσαρι φόρους διδόναι, λέγοντα εαυτόν Χριστόν βασιλέα είναι. 3 ο δε Πιλάτος ηρώτησεν αυτόν λέγων· Σύ εί ο βασιλεύς των Ιουδαίων; ο δε αποκριθείς αυτώ έφη· Σύ λέγεις. 4 ο δε Πιλάτος είπε προς τους αρχιερείς και τους όχλους ότι ουδέν ευρίσκω αίτιον εν τώ ανθρώπω τούτω. 5 οι δε επίσχυον λέγοντες ότι ανασείει τον λαόν διδάσκων καθ’ όλης της Ιουδαίας, αρξάμενος από της Γαλιλαίας έως ώδε. 6 Πιλάτος δε ακούσας Γαλιλαίαν επηρώτησεν ει ο άνθρωπος Γαλιλαίός εστι· 7 και επιγνούς ότι εκ της εξουσίας Ηρώδου εστίν, ανέπεμψεν αυτόν προς Ηρώδην, όντα και αυτόν εν Ιεροσολύμοις εν ταύταις ταίς ημέραις. 8 ο δε Ηρώδης ιδών τον Ιησούν εχάρη λίαν· ήν γάρ εξ ικανού θέλων ιδείν αυτόν διά το ακούειν αυτόν πολλά περί αυτού, και ήλπιζέ τι σημείον ιδείν υπ” αυτού γινόμενον. 9 επηρώτα δε αυτόν εν λόγοις ικανοίς· αυτός δε ουδέν απεκρίνατο αυτώ.

10 ειστήκεισαν δε οι γραμματείς και οι αρχιερείς εντόνως κατηγορούντες αυτού. 11 εξουθενήσας δε αυτόν ο Ηρώδης σύν τοίς στρατεύμασιν αυτού και εμπαίξας, περιβαλών αυτόν εσθήτα λαμπράν ανέπεμψεν αυτόν τώ Πιλάτω. 12 εγένοντο δε φίλοι ό τε Ηρώδης και ο Πιλάτος εν αυτή τή ημέρα μετ” αλλήλων· προϋπήρχον γάρ εν έχθρα όντες προς εαυτούς. 13 Πιλάτος δε συγκαλεσάμενος τους αρχιερείς και τους άρχοντας και τον λαόν 14 είπε προς αυτούς· Προσηνέγκατέ μοι τον άνθρωπον τούτον ως αποστρέφοντα τον λαόν, και ιδού εγώ ενώπιον υμών ανακρίνας ουδέν εύρον εν τώ ανθρώπω τούτω αίτιον ών κατηγορείτε κατ” αυτού. 15 αλλ” ουδέ Ηρώδης· ανέπεμψα γάρ υμάς προς αυτόν· και ιδού ουδέν άξιον θανάτου εστί πεπραγμένον αυτώ. 16 παιδεύσας ούν αυτόν απολύσω. 17 ανάγκην δε είχεν απολύειν αυτοίς κατά εορτήν ένα. 18 ανέκραξαν δε παμπληθεί λέγοντες· Αίρε τούτον, απόλυσον δε ημίν Βαραββάν· 19 όστις ήν διά στάσιν τινά γενομένην εν τή πόλει και φόνον βεβλημένος εις την φυλακήν.

20 πάλιν ούν ο Πιλάτος προσεφώνησε, θέλων απολύσαι τον Ιησούν. 21 οι δε επεφώνουν λέγοντες· Σταύρωσον σταύρωσον αυτόν. 22 ο δε τρίτον είπε προς αυτούς· Τί γάρ κακόν εποίησεν ούτος; ουδέν άξιον θανάτου εύρον εν αυτώ· παιδεύσας ούν αυτόν απολύσω. 23 οι δε επέκειντο φωναίς μεγάλαις αιτούμενοι αυτόν σταυρωθήναι, και κατίσχυον αι φωναί αυτών και των αρχιερέων. 24 ο δε Πιλάτος επέκρινε γενέσθαι το αίτημα αυτών, 25 απέλυσε δε αυτοίς τον Βαραββάν τον διά στάσιν και φόνον βεβλημένον εις την φυλακήν, ον ητούντο, τον δε Ιησούν παρέδωκε τώ θελήματι αυτών..» (Λουκ. 23, 1-25)


4. ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ:



«… 29 εξήλθεν ούν ο Πιλάτος έξω προς αυτούς και είπε· Τίνα κατηγορίαν φέρετε κατά τού ανθρώπου τούτου;

30 απεκρίθησαν και είπον αυτώ· Ει μη ήν ούτος κακοποιός, ουκ αν σοι παρεδώκαμεν αυτόν. 31 είπεν ούν αυτοίς ο Πιλάτος· Λάβετε αυτόν υμείς και κατά τον νόμον υμών κρίνατε αυτόν. είπον ούν αυτώ οι Ιουδαίοι· Ημίν ουκ έξεστιν αποκτείναι ουδένα· 32 ίνα ο λόγος τού Ιησού πληρωθή ον είπε σημαίνων ποίω θανάτω ήμελλεν αποθνήσκειν. 33 Εισήλθεν ούν εις το πραιτώριον πάλιν ο Πιλάτος και εφώνησε τον Ιησούν και είπεν αυτώ· Σύ εί ο βασιλεύς των Ιουδαίων; 34 απεκρίθη αυτώ ο Ιησούς· Αφ” εαυτού σύ τούτο λέγεις ή άλλοι σοι είπον περί εμού; 35 απεκρίθη ο Πιλάτος· Μήτι εγώ Ιουδαίός ειμι; το έθνος το σόν και οι αρχιερείς παρέδωκάν σε εμοί· τι εποίησας; 36 απεκρίθη Ιησούς· Η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ τού κόσμου τούτου· ει εκ τού κόσμου τούτου ήν η βασιλεία η εμή, οι υπηρέται αν οι εμοί ηγωνίζοντο, ίνα μη παραδοθώ τοίς Ιουδαίοις· νύν δε η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εντεύθεν. 37 είπεν ούν αυτώ ο Πιλάτος· Ουκούν βασιλεύς εί σύ; απεκρίθη Ιησούς· Σύ λέγεις ότι βασιλεύς ειμι εγώ. εγώ εις τούτο γεγέννημαι και εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον, ίνα μαρτυρήσω τή αληθεία· πάς ο ών εκ της αληθείας ακούει μου της φωνής. 38 λέγει αυτώ ο Πιλάτος· Τί εστιν αλήθεια; και τούτο ειπών πάλιν εξήλθε προς τους Ιουδαίους και λέγει αυτοίς· Εγώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω εν αυτώ. 39 έστι δε συνήθεια υμίν ίνα ένα υμίν απολύσω εν τώ πάσχα· βούλεσθε ούν υμίν απολύσω τον βασιλέα των Ιουδαίων;

40 εκραύγασαν ούν πάλιν πάντες λέγοντες· Μή τούτον αλλά τον Βαραββάν. ήν δε ο Βαραββάς ληστής» (Ιω. 18,29-40)



«1 Τότε ούν έλαβεν ο Πιλάτος τον Ιησούν και εμαστίγωσε. 2 και οι στρατιώται πλέξαντες στέφανον εξ ακανθών επέθηκαν αυτού τή κεφαλή, και ιμάτιον πορφυρούν περιέβαλον αυτόν 3 και έλεγον· Χαίρε ο βασιλεύς των Ιουδαίων· και εδίδουν αυτώ ραπίσματα. 4 εξήλθεν ούν πάλιν έξω ο Πιλάτος και λέγει αυτοίς· Ίδε άγω υμίν αυτόν έξω, ίνα γνώτε ότι εν αυτώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω. 5 εξήλθεν ούν ο Ιησούς έξω φορών τον ακάνθινον στέφανον και το πορφυρούν ιμάτιον, 6 και λέγει αυτοίς· Ίδε ο άνθρωπος. ότε ούν είδον αυτόν οι αρχιερείς και οι υπηρέται, εκραύγασαν λέγοντες· Σταύρωσον σταύρωσον αυτόν. λέγει αυτοίς ο Πιλάτος· Λάβετε αυτόν υμείς και σταυρώσατε· εγώ γάρ ουχ ευρίσκω εν αυτώ αιτίαν.7 απεκρίθησαν αυτώ οι Ιουδαίοι· Ημείς νόμον έχομεν, και κατά τον νόμον οφείλει αποθανείν, ότι εαυτόν Θεού υιόν εποίησεν. 8 Ότε ούν ήκουσεν ο Πιλάτος τούτον τον λόγον, μάλλον εφοβήθη, 9 και εισήλθεν εις το πραιτώριον πάλιν και λέγει τώ Ιησού· Πόθεν εί σύ; ο δε Ιησούς απόκρισιν ουκ έδωκεν αυτώ.

10 λέγει ούν αυτώ ο Πιλάτος· Εμοί ου λαλείς; ουκ οίδας ότι εξουσίαν έχω σταυρώσαί σε και εξουσίαν έχω απολύσαί σε; 11 απεκρίθη Ιησούς· Ουκ είχες εξουσίαν ουδεμίαν κατ” εμού, ει μη ήν δεδομένον σοι άνωθεν· διά τούτο ο παραδιδούς με σοι μείζονα αμαρτίαν έχει. 12 εκ τούτου εζήτει ο Πιλάτος απολύσαι αυτόν· οι δε Ιουδαίοι έκραζον λέγοντες· Εάν τούτον απολύσης, ουκ εί φίλος τού Καίσαρος. πάς ο βασιλέα εαυτόν ποιών αντιλέγει τώ Καίσαρι. 13 ο ούν Πιλάτος ακούσας τούτον τον λόγον ήγαγεν έξω τον Ιησούν, και εκάθισεν επί τού βήματος εις τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον, Εβραϊστί δε Γαββαθά· 14 ήν δε παρασκευή τού πάσχα, ώρα δε ωσεί έκτη· και λέγει τοίς Ιουδαίοις· Ίδε ο βασιλεύς υμών. 15 οι δε εκραύγασαν· Άρον άρον, σταύρωσον αυτόν. λέγει αυτοίς ο Πιλάτος· Τόν βασιλέα υμών σταυρώσω; απεκρίθησαν οι αρχιερείς·
Ουκ έχομεν βασιλέα ει μη Καίσαρα. 16 τότε ούν παρέδωκεν αυτόν αυτοίς ίνα σταυρωθή…» (Ιω.19, 1-15).




Η συνομιλία έγινε στα ελληνικά!..
Σε δύο τηλεοπτικές εκπομπές που κάναμε στο παρελθόν με τον (αείμνηστο σήμερα) φίλο μου, συγγραφέα και ιστορικό ερευνητή Διονύση Γ. Χιώνη, όπου παρουσιάζαμε το βιβλίο του: «Μιλούσε ο Χριστός ελληνικά;», μεταξύ άλλων αναφέρθηκαν τα εξής:

«... Μα και όταν συνελήφθη ο Χριστός, μας λέει ο Ευαγγελιστής: «Οι αρχιερείς και οι υπηρέτες, εκραύγασαν λέγοντες˙ σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν. Λέγει αυτοίς ο Πιλάτος λάβετε αυτόν υμείς και σταυρώσατε˙ εγώ γαρ ουχ ευρίσκω εν αυτώ αιτίαν. Απεκρίθησαν αυτώ οι Ιουδαίοι˙ ημείς νόμον έχομεν και κατά τον νόμον ημών οφείλει αποθανείν ότι εαυτόν υιόν Θεού εποίησεν». (Ιωάν. 19, 6-7)

Και αλλού: «Και εισήλθεν (ο Πιλάτος) εις το Πραιτώριον και λέγει τω Ιησού˙ πόθεν ει σύ; ο δε Ιησούς απόκρισιν ουκ έδωκεν αυτώ. Λέγει ουν αυτώ ο Πιλάτος εμοί ου λαλείς; Ουκ οίδας ότι εξουσίαν έχω σταυρώσαι σε και εξουσίαν έχω απολύσαι σε; Απεκρίθη Ιησούς ουκ είχες εξουσίαν ουδεμίαν κατ’ εμού, ει μη ην σοι δεδομένον άνωθεν». ( Ιωάν. 19,9-11).

Θα ήταν λοιπόν πολύ αφελές να πιστέψη κανείς έστω και προς στιγμήν ότι ο περήφανος αυτός Ρωμαίος κυβερνήτης, ο άνθρωπος της κραταιάς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, θα μιλούσε μαζί με το Χριστό και τους Εβραίους γλώσσα αραμαϊκή ή εβραϊκή τη στιγμή που, όπως είναι γνωστό, ήξερε μόνο λατινικά και ελληνικά.

Τώρα, ίσως κάποιοι ρωτήσουν, γιατί δεν τους μίλαγε λατινικά; Μα γιατί είναι ιστορικώς εξακριβωμένο ότι η λατινική γλώσσα ποτέ δεν μιλήθηκε από το λαό της Ανατολής. Άλλωστε, όλοι στην Ιερουσαλήμ γνώριζαν να μιλούν μόνο την ελληνική γλώσσα.

Μια γλώσσα που έχουμε καθήκον να τη διαφυλάξουμε εμείς οι Έλληνες ως κόρη οφθαλμού. Και αυτό, βέβαια όχι από στείρο εθνικισμό, αλλά από πεποίθηση ότι ο Ελληνισμός του τότε, του σήμερα και του αύριο (γλώσσα- πολιτισμός – φιλοσοφία – επιστήμες – τέχνες) εξέφραζε, εκφράζει και θα εκφράζει τον άνθρωπο στην ανώτερη αξία του.

Ας το προσέξουμε τώρα όσο ποτέ άλλοτε όλοι μας σήμερα που «οι καιροί ου μενετοί». Σήμερα που τα σχέδια των εχθρών του Ελληνισμού δεν είναι άλλα, παρά ο οριστικός και παντελής αφανισμός της Ελλάδας μας.

Αναμφιβόλως ο Ιησούς Χριστός μιλούσε τόσο πολύ την ελληνική γλώσσα σαν να ήταν μητρική Του και αυτό μπορούμε να το συναγάγουμε απ’ τα όσα στοιχεία μέσα σε τούτο το βιβλίο αναφέρω.

Βλέπουμε ότι σ’ όλη τη ζωή Του διδάσκει και μιλά μόνον προς τους Εβραίους των ελληνικών πόλεων της Γαλιλαίας, που όπως μας βεβαιώνουν οι τότε ιστορικοί, μιλιόταν μόνο η Κοινή ελληνική γλώσσα. Όμως δεν παραλείπει να μιλά και στους Έλληνες αποίκους, κατοίκους της Γαλιλαίας και των γύρω από αυτή ελληνιστικών πόλεων και χωριών, όπως της ελληνικής Δεκαπόλεως, της Περαίας, της Τραχωνίτιδας χώρας και της Φοινίκης, οι κάτοικοι των οποίων δεν μιλούσαν την αραμαϊκή. Ποτέ δεν εδίδαξε στην ύπαιθρο της Σαμάρειας και της Ιουδαίας γιατί στα χωριά αυτά μιλιόταν μια ελληνορωμαϊκή διάλεκτος.

Μπορεί βέβαια για πολύ μικρό διάστημα να μίλησε στα Ιεροσόλυμα, αλλά μόνο στις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές των Εβραίων˙ και τούτο γιατί τότε βρισκόντουσαν εκεί άνθρωποι (προσκυνητές) από όλες τις χώρες και τα χωριά της Παλαιστίνης που μιλούσαν την ελληνική Κοινή».


Τι λέει ο Λεωνίδας Ιω. Φιλιππίδης
Ο άλλος μεγάλος Καθηγητής της Ιστορίας των Θρησκευμάτων της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Λεωνίδας Ιω. Φιλιππίδης, εις το έργο του: «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΕΞ ΑΠΟΨΕΩΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗΣ» (Αθήνα 1958) υποστηρίζει ότι: «Ο Καίσαρ ευρίσκει ελληνικήν γραφήν και γλώσσαν». Και πιο κάτω: «άρα και εν Παλαιστίνη ήτο η ελληνική». Εις την σελίδα 539 του εν λόγω βιβλίου του υποστηρίζει, πέραν των άλλων ότι: 

«Ο Πιλάτος εγνώριζε την ελληνικήν, ήτις ήτο τότε η κρατούσα εν τη οικουμένη γλώσσα, της λατινικής περιοριζόμενης μόνον εν τω στρατώ, 56 αλλ’ η μετά των αραμαϊστί λαλούντων Εβραίων χρησιμοποίησις υπ’ αυτού της ελληνικής είναι απίθανον μόνον κατά τον εν τω εσωτερικώ του Πραιτωρίου διάλογον του Πιλάτου μετά του Ιησού, 57 όστις εν τη παγγνωσία αυτού εγνώριζε και ηδύνατο λαλείν πάσαν γλώσσαν και την ελληνικήν άρα, δεν αποκλείεται η χρησιμοποίησις της ελληνικής ή της λατινικής υπ’ αμφοτέρων.»


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ:
Χωρίς αμφιβολία, η συνομιλία μεταξύ Ποντίου Πιλάτου και Ιησού Χριστού έγινε στην ελληνική γλώσσα, αφού α) δεν αναφέρουν τα ευαγγέλια την ύπαρξη κάποιου διερμηνέα και β) η ελληνική γλώσσα ήταν διαδεδομένη παντού και οι πάντες γνώριζαν, τουλάχιστον, στην εξελληνισμένη Παλαιστίνη, να μιλούν και να γράφουν ελληνικά!..

Διαβάστε περισσότερα... »

Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Σε ποιά γλώσσα μίλησαν ο Πιλάτος με τον Χριστό;



Σε ποια γλώσσα μίλησαν ο Πιλάτος με τον Χριστό;


Διαβάστε τα στοιχεία εκείνα τα οποία αποδεικνύουν, ότι η συνομιλία μεταξύ Ποντίου Πιλάτου και Ιησού Χριστού έγινε στην ελληνική γλώσσα, αφού α) δεν αναφέρουν τα ευαγγέλια την ύπαρξη κάποιου διερμηνέα και β) η ελληνική γλώσσα ήταν διαδεδομένη παντού και οι πάντες γνώριζαν, τουλάχιστον, στην εξελληνισμένη Παλαιστίνη, να μιλούν και να γράφουν ελληνικά!..




Χάλκινο νόμισμα που κόπηκε από τον Πόντιο Πιλάτο. 
Οπίσθια όψη: Ελληνικά γράμματα TIBEPIOY KAICAPOC (Τιβερίου Καίσαρα ) 
Πρόσθια όψη: Ελληνικά γράμματα IOYLIA KAICAPOC ([Ιουλία -μητέρα του-Καίσαρα)


ΕΙΝΑΙ ένα θέμα που προβληματίζει πολλούς ερευνητές. Αν δηλαδή η συνομιλία που έγινε μεταξύ του Πόντιου Πιλάτου και του Ιησού Χριστού έγινε ή όχι στην ελληνική γλώσσα. Ας δούμε, όμως τι λένε ακριβώς οι 4 ευαγγελιστές και θα επανέλθουμε:

1. ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ:

«… 11 Ο δε Ιησούς έστη έμπροσθεν τού ηγεμόνος· και επηρώτησεν αυτόν ο ηγεμών λέγων· Σύ εί ο βασιλεύς των Ιουδαίων; ο δε έφη αυτώ· Σύ λέγεις. 12 και εν τώ κατηγορείσθαι αυτόν υπό των αρχιερέων και των πρεσβυτέρων ουδέν απεκρίνατο. 13 τότε λέγει αυτώ ο Πιλάτος· Ουκ ακούεις πόσα σου καταμαρτυρούσι; 14 και ουκ απεκρίθη αυτώ προς ουδέ έν ρήμα, ώστε θαυμάζειν τον ηγεμόνα λίαν. 

15 Κατά δε την εορτήν ειώθει ο ηγεμών απολύειν ένα τώ όχλω δέσμιον ον ήθελον. 16 είχον δε τότε δέσμιον επίσημον λεγόμενον Βαραββάν. 17 συνηγμένων ούν αυτών είπεν αυτοίς ο Πιλάτος· Τίνα θέλετε απολύσω υμίν, Βαραββάν ή Ιησούν τον λεγόμενον Χριστόν; 18 ήδει γάρ ότι διά φθόνον παρέδωκαν αυτόν. 19 Καθημένου δε αυτού επί τού βήματος απέστειλε προς αυτόν η γυνή αυτού λέγουσα· Μηδέν σοί και τώ δικαίω εκείνω· πολλά γάρ έπαθον σήμερον κατ' όναρ δι' αυτόν.

20 Οι δε αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι έπεισαν τους όχλους ίνα αιτήσωνται τον Βαραββάν, τον δε Ιησούν απολέσωσιν.
21 αποκριθείς δε ο ηγεμών είπεν αυτοίς· Τίνα θέλετε από των δύο απολύσω υμίν; οι δε είπον· Βαραββάν. 22 λέγει αυτοίς ο Πιλάτος· Τί ούν ποιήσω Ιησούν τον λεγόμενον Χριστόν; λέγουσιν αυτώ πάντες· Σταυρωθήτω. 23 ο δε ηγεμών έφη· Τί γάρ κακόν εποίησεν; οι δε περισσώς έκραζον λέγοντες· Σταυρωθήτω.

24 ιδών δε ο Πιλάτος ότι ουδέν ωφελεί, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται, λαβών ύδωρ απενίψατο τας χείρας απέναντι τού όχλου, λέγων· Αθώός ειμι από τού αίματος τού δικαίου τούτου· υμείς όψεσθε. 25 και αποκριθείς πάς ο λαός είπε· Τό αίμα αυτού εφ' ημάς και επί τα τέκνα ημών. 26 τότε απέλυσεν αυτοίς τον Βαραββάν, τον δε Ιησούν φραγελλώσας παρέδωκεν ίνα σταυρωθή…» (Ματθ. 27, 11-26).


2. ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ:
«1 Καί ευθέως επί το πρωί συμβούλιον ποιήσαντες οι αρχιερείς μετά των πρεσβυτέρων και γραμματέων και όλον το συνέδριον, δήσαντες τον Ιησούν απήνεγκαν και παρέδωκαν τώ Πιλάτω. 2 και επηρώτησεν αυτόν ο Πιλάτος· Σύ εί ο βασιλεύς των Ιουδαίων; ο δε αποκριθείς είπεν αυτώ· Σύ λέγεις. 3 και κατηγόρουν αυτού οι αρχιερείς πολλά, αυτός δε ουδέν απεκρίνατο. 

4 ο δε Πιλάτος πάλιν επηρώτα αυτόν λέγων· Ουκ αποκρίνη ουδέν; ίδε πόσα σου καταμαρτυρούσιν. 5 ο δε Ιησούς ουκέτι ουδέν απεκρίθη, ώστε θαυμάζειν τον Πιλάτον. 6 Κατά δε εορτήν απέλυεν αυτοίς ένα δέσμιον όνπερ ητούντο. 7 ήν δε ο λεγόμενος Βαραββάς μετά των συστασιαστών δεδεμένος, οίτινες εν τή στάσει φόνον πεποιήκεισαν. 8 και αναβοήσας ο όχλος ήρξατο αιτείσθαι καθώς αεί εποίει αυτοίς. 9 ο δε Πιλάτος απεκρίθη αυτοίς λέγων· Θέλετε απολύσω υμίν τον βασιλέα των Ιουδαίων; 

10 εγίνωσκε γάρ ότι διά φθόνον παραδεδώκεισαν αυτόν οι αρχιερείς. 11 οι δε αρχιερείς ανέσεισαν τον όχλον ίνα μάλλον τον Βαραββάν απολύση αυτοίς. 12 ο δε Πιλάτος αποκριθείς πάλιν είπεν αυτοίς· Τί ούν θέλετε ποιήσω ον λέγετε τον βασιλέα των Ιουδαίων; 13 οι δε πάλιν έκραξαν· Σταύρωσον αυτόν. 14 ο δε Πιλάτος έλεγεν αυτοίς· Τί γάρ εποίησε κακόν; οι δε περισσοτέρως έκραξαν· Σταύρωσον αυτόν. 15 ο δε Πιλάτος βουλόμενος τώ όχλω το ικανόν ποιήσαι, απέλυσεν αυτοίς τον Βαραββάν, και παρέδωκε τον Ιησούν φραγελλώσας ίνα σταυρωθή.
» (Μάρκ. 15, 1-15)

3. ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ:

«1 Καί αναστάν άπαν το πλήθος αυτών ήγαγον αυτόν επί τον Πιλάτον. 2 ήρξαντο δε κατηγορείν αυτού λέγοντες· Τούτον εύρομεν διαστρέφοντα το έθνος και κωλύοντα Καίσαρι φόρους διδόναι, λέγοντα εαυτόν Χριστόν βασιλέα είναι. 3 ο δε Πιλάτος ηρώτησεν αυτόν λέγων· Σύ εί ο βασιλεύς των Ιουδαίων; ο δε αποκριθείς αυτώ έφη· Σύ λέγεις. 4 ο δε Πιλάτος είπε προς τους αρχιερείς και τους όχλους ότι ουδέν ευρίσκω αίτιον εν τώ ανθρώπω τούτω. 5 οι δε επίσχυον λέγοντες ότι ανασείει τον λαόν διδάσκων καθ’ όλης της Ιουδαίας, αρξάμενος από της Γαλιλαίας έως ώδε. 

6 Πιλάτος δε ακούσας Γαλιλαίαν επηρώτησεν ει ο άνθρωπος Γαλιλαίός εστι· 7 και επιγνούς ότι εκ της εξουσίας Ηρώδου εστίν, ανέπεμψεν αυτόν προς Ηρώδην, όντα και αυτόν εν Ιεροσολύμοις εν ταύταις ταίς ημέραις. 8 ο δε Ηρώδης ιδών τον Ιησούν εχάρη λίαν· ήν γάρ εξ ικανού θέλων ιδείν αυτόν διά το ακούειν αυτόν πολλά περί αυτού, και ήλπιζέ τι σημείον ιδείν υπ' αυτού γινόμενον. 9 επηρώτα δε αυτόν εν λόγοις ικανοίς· αυτός δε ουδέν απεκρίνατο αυτώ.

10 ειστήκεισαν δε οι γραμματείς και οι αρχιερείς εντόνως κατηγορούντες αυτού.
11 εξουθενήσας δε αυτόν ο Ηρώδης σύν τοίς στρατεύμασιν αυτού και εμπαίξας, περιβαλών αυτόν εσθήτα λαμπράν ανέπεμψεν αυτόν τώ Πιλάτω. 12 εγένοντο δε φίλοι ό τε Ηρώδης και ο Πιλάτος εν αυτή τή ημέρα μετ' αλλήλων· προϋπήρχον γάρ εν έχθρα όντες προς εαυτούς. 13 Πιλάτος δε συγκαλεσάμενος τους αρχιερείς και τους άρχοντας και τον λαόν 

14 είπε προς αυτούς· Προσηνέγκατέ μοι τον άνθρωπον τούτον ως αποστρέφοντα τον λαόν, και ιδού εγώ ενώπιον υμών ανακρίνας ουδέν εύρον εν τώ ανθρώπω τούτω αίτιον ών κατηγορείτε κατ' αυτού. 15 αλλ' ουδέ Ηρώδης· ανέπεμψα γάρ υμάς προς αυτόν· και ιδού ουδέν άξιον θανάτου εστί πεπραγμένον αυτώ. 16 παιδεύσας ούν αυτόν απολύσω. 17 ανάγκην δε είχεν απολύειν αυτοίς κατά εορτήν ένα. 18 ανέκραξαν δε παμπληθεί λέγοντες· Αίρε τούτον, απόλυσον δε ημίν Βαραββάν· 19 όστις ήν διά στάσιν τινά γενομένην εν τή πόλει και φόνον βεβλημένος εις την φυλακήν.

20 πάλιν ούν ο Πιλάτος προσεφώνησε, θέλων απολύσαι τον Ιησούν. 21 οι δε επεφώνουν λέγοντες· Σταύρωσον σταύρωσον αυτόν. 22 ο δε τρίτον είπε προς αυτούς· Τί γάρ κακόν εποίησεν ούτος; ουδέν άξιον θανάτου εύρον εν αυτώ· παιδεύσας ούν αυτόν απολύσω. 23 οι δε επέκειντο φωναίς μεγάλαις αιτούμενοι αυτόν σταυρωθήναι, και κατίσχυον αι φωναί αυτών και των αρχιερέων. 24 ο δε Πιλάτος επέκρινε γενέσθαι το αίτημα αυτών, 25 απέλυσε δε αυτοίς τον Βαραββάν τον διά στάσιν και φόνον βεβλημένον εις την φυλακήν, ον ητούντο, τον δε Ιησούν παρέδωκε τώ θελήματι αυτών..» (Λουκ. 23, 1-25)

4. ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ:
«… 29 εξήλθεν ούν ο Πιλάτος έξω προς αυτούς και είπε· Τίνα κατηγορίαν φέρετε κατά τού ανθρώπου τούτου;
30 απεκρίθησαν και είπον αυτώ· Ει μη ήν ούτος κακοποιός, ουκ αν σοι παρεδώκαμεν αυτόν. 31 είπεν ούν αυτοίς ο Πιλάτος· Λάβετε αυτόν υμείς και κατά τον νόμον υμών κρίνατε αυτόν. είπον ούν αυτώ οι Ιουδαίοι· Ημίν ουκ έξεστιν αποκτείναι ουδένα· 32 ίνα ο λόγος τού Ιησού πληρωθή ον είπε σημαίνων ποίω θανάτω ήμελλεν αποθνήσκειν. 

33 Εισήλθεν ούν εις το πραιτώριον πάλιν ο Πιλάτος και εφώνησε τον Ιησούν και είπεν αυτώ· Σύ εί ο βασιλεύς των Ιουδαίων; 34 απεκρίθη αυτώ ο Ιησούς· Αφ' εαυτού σύ τούτο λέγεις ή άλλοι σοι είπον περί εμού; 35 απεκρίθη ο Πιλάτος· Μήτι εγώ Ιουδαίός ειμι; το έθνος το σόν και οι αρχιερείς παρέδωκάν σε εμοί· τι εποίησας; 36 απεκρίθη Ιησούς· Η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ τού κόσμου τούτου· ει εκ τού κόσμου τούτου ήν η βασιλεία η εμή, οι υπηρέται αν οι εμοί ηγωνίζοντο, ίνα μη παραδοθώ τοίς Ιουδαίοις· νύν δε η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εντεύθεν. 

37 είπεν ούν αυτώ ο Πιλάτος· Ουκούν βασιλεύς εί σύ; απεκρίθη Ιησούς· Σύ λέγεις ότι βασιλεύς ειμι εγώ. εγώ εις τούτο γεγέννημαι και εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον, ίνα μαρτυρήσω τή αληθεία· πάς ο ών εκ της αληθείας ακούει μου της φωνής. 38 λέγει αυτώ ο Πιλάτος· Τί εστιν αλήθεια; και τούτο ειπών πάλιν εξήλθε προς τους Ιουδαίους και λέγει αυτοίς· Εγώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω εν αυτώ. 39 έστι δε συνήθεια υμίν ίνα ένα υμίν απολύσω εν τώ πάσχα· βούλεσθε ούν υμίν απολύσω τον βασιλέα των Ιουδαίων; 

40 εκραύγασαν ούν πάλιν πάντες λέγοντες·
Μή τούτον αλλά τον Βαραββάν. ήν δε ο Βαραββάς ληστής
» (Ιω. 18,29-40)



«1 Τότε ούν έλαβεν ο Πιλάτος τον Ιησούν και εμαστίγωσε. 2 και οι στρατιώται πλέξαντες στέφανον εξ ακανθών επέθηκαν αυτού τή κεφαλή, και ιμάτιον πορφυρούν περιέβαλον αυτόν 3 και έλεγον· Χαίρε ο βασιλεύς των Ιουδαίων· και εδίδουν αυτώ ραπίσματα. 4 εξήλθεν ούν πάλιν έξω ο Πιλάτος και λέγει αυτοίς· Ίδε άγω υμίν αυτόν έξω, ίνα γνώτε ότι εν αυτώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω. 5 εξήλθεν ούν ο Ιησούς έξω φορών τον ακάνθινον στέφανον και το πορφυρούν ιμάτιον, 6 και λέγει αυτοίς· Ίδε ο άνθρωπος. ότε ούν είδον αυτόν οι αρχιερείς και οι υπηρέται, εκραύγασαν λέγοντες· Σταύρωσον σταύρωσον αυτόν. λέγει αυτοίς ο Πιλάτος· Λάβετε αυτόν υμείς και σταυρώσατε· εγώ γάρ ουχ ευρίσκω εν αυτώ αιτίαν. 

7 απεκρίθησαν αυτώ οι Ιουδαίοι· Ημείς νόμον έχομεν, και κατά τον νόμον οφείλει αποθανείν, ότι εαυτόν Θεού υιόν εποίησεν. 8 Ότε ούν ήκουσεν ο Πιλάτος τούτον τον λόγον, μάλλον εφοβήθη, 9 και εισήλθεν εις το πραιτώριον πάλιν και λέγει τώ Ιησού· Πόθεν εί σύ; ο δε Ιησούς απόκρισιν ουκ έδωκεν αυτώ.

10 λέγει ούν αυτώ ο Πιλάτος· Εμοί ου λαλείς; ουκ οίδας ότι εξουσίαν έχω σταυρώσαί σε
και εξουσίαν έχω απολύσαί σε; 11 απεκρίθη Ιησούς· Ουκ είχες εξουσίαν ουδεμίαν κατ' εμού, ει μη ήν δεδομένον σοι άνωθεν· διά τούτο ο παραδιδούς με σοι μείζονα αμαρτίαν έχει. 12 εκ τούτου εζήτει ο Πιλάτος απολύσαι αυτόν· οι δε Ιουδαίοι έκραζον λέγοντες· Εάν τούτον απολύσης, ουκ εί φίλος τού Καίσαρος. πάς ο βασιλέα εαυτόν ποιών αντιλέγει τώ Καίσαρι. 13 ο ούν Πιλάτος ακούσας τούτον τον λόγον ήγαγεν έξω τον Ιησούν, και εκάθισεν επί τού βήματος εις τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον, Εβραϊστί δε Γαββαθά· 

14 ήν δε παρασκευή τού πάσχα, ώρα δε ωσεί έκτη· και λέγει τοίς Ιουδαίοις· Ίδε ο βασιλεύς υμών. 15 οι δε εκραύγασαν· Άρον άρον, σταύρωσον αυτόν. λέγει αυτοίς ο Πιλάτος· Τόν βασιλέα υμών σταυρώσω; απεκρίθησαν οι αρχιερείς· Ουκ έχομεν βασιλέα ει μη Καίσαρα. 16 τότε ούν παρέδωκεν αυτόν αυτοίς ίνα σταυρωθή…» (Ιω.19, 1-15).

Η συνομιλία έγινε στα ελληνικά!..

Σε δύο τηλεοπτικές εκπομπές που κάναμε στο παρελθόν με τον (αείμνηστο σήμερα) φίλο μου, συγγραφέα και ιστορικό ερευνητή Διονύση Γ. Χιώνη, όπου παρουσιάζαμε το βιβλίο του: «Μιλούσε ο Χριστός ελληνικά;», μεταξύ άλλων αναφέρθηκαν τα εξής:

«... Μα και όταν συνελήφθη ο Χριστός, μας λέει ο Ευαγγελιστής: «Οι αρχιερείς και οι υπηρέτες, εκραύγασαν λέγοντες˙ σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν. Λέγει αυτοίς ο Πιλάτος λάβετε αυτόν υμείς και σταυρώσατε˙ εγώ γαρ ουχ ευρίσκω εν αυτώ αιτίαν. Απεκρίθησαν αυτώ οι Ιουδαίοι˙ ημείς νόμον έχομεν και κατά τον νόμον ημών οφείλει αποθανείν ότι εαυτόν υιόν Θεού εποίησεν». (Ιωάν. 19, 6-7)

Και αλλού: «Και εισήλθεν (ο Πιλάτος) εις το Πραιτώριον και λέγει τω Ιησού˙ πόθεν ει σύ; ο δε Ιησούς απόκρισιν ουκ έδωκεν αυτώ. Λέγει ουν αυτώ ο Πιλάτος εμοί ου λαλείς; Ουκ οίδας ότι εξουσίαν έχω σταυρώσαι σε και εξουσίαν έχω απολύσαι σε; Απεκρίθη Ιησούς ουκ είχες εξουσίαν ουδεμίαν κατ’ εμού, ει μη ην σοι δεδομένον άνωθεν». ( Ιωάν. 19,9-11).

Θα ήταν λοιπόν πολύ αφελές να πιστέψη κανείς έστω και προς στιγμήν ότι ο περήφανος αυτός Ρωμαίος κυβερνήτης,
ο άνθρωπος της κραταιάς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, θα μιλούσε μαζί με το Χριστό και τους Εβραίους γλώσσα αραμαϊκή ή εβραϊκή τη στιγμή που, όπως είναι γνωστό, ήξερε μόνο λατινικά και ελληνικά.

Τώρα, ίσως κάποιοι ρωτήσουν, γιατί δεν τους μίλαγε λατινικά; Μα γιατί είναι ιστορικώς εξακριβωμένο
ότι η λατινική γλώσσα ποτέ δεν μιλήθηκε από το λαό της Ανατολής. Άλλωστε, όλοι στην Ιερουσαλήμ γνώριζαν να μιλούν μόνο την ελληνική γλώσσα.
Μια γλώσσα που έχουμε καθήκον να τη διαφυλάξουμε εμείς οι Έλληνες ως κόρη οφθαλμού. Και αυτό, βέβαια όχι από στείρο εθνικισμό, αλλά από πεποίθηση ότι ο Ελληνισμός του τότε, του σήμερα και του αύριο (γλώσσα- πολιτισμός – φιλοσοφία – επιστήμες – τέχνες) εξέφραζε, εκφράζει και θα εκφράζει τον άνθρωπο στην ανώτερη αξία του.

Ας το προσέξουμε τώρα όσο ποτέ άλλοτε όλοι μας σήμερα που «οι καιροί ου μενετοί».
Σήμερα που τα σχέδια των εχθρών του Ελληνισμού δεν είναι άλλα, παρά ο οριστικός και παντελής αφανισμός της Ελλάδας μας.

Αναμφιβόλως ο Ιησούς Χριστός μιλούσε τόσο πολύ την ελληνική γλώσσα σαν να ήταν μητρική Του
και αυτό μπορούμε να το συναγάγουμε απ’ τα όσα στοιχεία μέσα σε τούτο το βιβλίο αναφέρω.

Βλέπουμε ότι σ’ όλη τη ζωή Του διδάσκει και μιλά μόνον προς τους Εβραίους των ελληνικών πόλεων της Γαλιλαίας,
που όπως μας βεβαιώνουν οι τότε ιστορικοί, μιλιόταν μόνο η Κοινή ελληνική γλώσσα. Όμως δεν παραλείπει να μιλά και στους Έλληνες αποίκους, κατοίκους της Γαλιλαίας και των γύρω από αυτή ελληνιστικών πόλεων και χωριών, όπως της ελληνικής Δεκαπόλεως, της Περαίας, της Τραχωνίτιδας χώρας και της Φοινίκης, οι κάτοικοι των οποίων δεν μιλούσαν την αραμαϊκή. Ποτέ δεν εδίδαξε στην ύπαιθρο της Σαμάρειας και της Ιουδαίας γιατί στα χωριά αυτά μιλιόταν μια ελληνορωμαϊκή διάλεκτος.

Μπορεί βέβαια για πολύ μικρό διάστημα να μίλησε στα Ιεροσόλυμα, αλλά μόνο στις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές των Εβραίων˙ και τούτο γιατί τότε βρισκόντουσαν εκεί άνθρωποι (προσκυνητές) από όλες τις χώρες και τα χωριά της Παλαιστίνης που μιλούσαν την ελληνική Κοινή».


Τι λέει ο Λεωνίδας Ιω. Φιλιππίδης

Ο άλλος μεγάλος Καθηγητής της Ιστορίας των Θρησκευμάτων της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών,
Λεωνίδας Ιω. Φιλιππίδης, εις το έργο του: «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΕΞ ΑΠΟΨΕΩΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΚΑΙ ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗΣ» (Αθήνα 1958) υποστηρίζει ότι: «Ο Καίσαρ ευρίσκει ελληνικήν γραφήν και γλώσσαν». Και πιο κάτω: «άρα και εν Παλαιστίνη ήτο η ελληνική». 

Εις την σελίδα 539 του εν λόγω βιβλίου του υποστηρίζει, πέραν των άλλων ότι:
«Ο Πιλάτος εγνώριζε την ελληνικήν, ήτις ήτο τότε η κρατούσα εν τη οικουμένη γλώσσα, της λατινικής περιοριζόμενης μόνον
εν τω στρατώ, 56 αλλ’ η μετά των αραμαϊστί λαλούντων Εβραίων χρησιμοποίησις υπ’ αυτού της ελληνικής είναι απίθανον μόνον κατά τον εν τω εσωτερικώ του Πραιτωρίου διάλογον του Πιλάτου μετά του Ιησού, 57 όστις εν τη παγγνωσία αυτού εγνώριζε και ηδύνατο λαλείν πάσαν γλώσσαν και την ελληνικήν άρα, δεν αποκλείεται η χρησιμοποίησις της ελληνικής ή της λατινικής υπ’ αμφοτέρων.»


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ:
Χωρίς αμφιβολία, η συνομιλία μεταξύ Ποντίου Πιλάτου και Ιησού Χριστού έγινε στην ελληνική γλώσσα, αφού α) δεν αναφέρουν τα ευαγγέλια την ύπαρξη κάποιου διερμηνέα και β) η ελληνική γλώσσα ήταν διαδεδομένη παντού και οι πάντες γνώριζαν, τουλάχιστον, στην εξελληνισμένη Παλαιστίνη, να μιλούν και να γράφουν ελληνικά!..


Διαβάστε περισσότερα... »