«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕΙΣΜΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕΙΣΜΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Αυγούστου 2014

Ποιά ελληνικά νησιά βυθίζονται και ποιά ανυψώνονται από τους σεισμούς






Πλειάδα ακτών καταβυθίζονται αλλά και ανυψώνονται κατά μήκος των ελληνικών ακτογραμμών, σύμφωνα με τη γεωλογική και γεωμορφολογική έρευνα και χαρτογράφηση της Νίκης Ευελπίδου, αναπληρώτριας καθηγήτριας του Τμήματος Γεωλογίας & Γεωπεριβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αθηνών.


Οι Κυκλάδες παρουσιάζουν μία σειρά από απότομες καταβυθίσεις της τάξης των 3 μέτρων, ενώ σύμφωνα με εργασία της, που πρόσφατα βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών «για εργασία με την οποία προωθείται η γεωλογική γνώση του ελληνικού χώρου», η πιο πρόσφατη καταβύθιση έλαβε χώρα εξαιτίας του σεισμού της Αμοργού το 1956. Η βαθύτερη ακτογραμμή στις Κυκλάδες βυθίστηκε από σεισμό που έλαβε χώρα 3.300 χρόνια πριν από σήμερα και ο οποίος κατέστρεψε οικίες στον Νεολιθικό Οικισμό της Γρόττας στη Νάξο.

«Οι 7 καταβυθίσεις που χαρτογραφήσαμε στις Κυκλάδες ήταν πραγματική έκπληξη για εμάς. Οι περισσότερες από αυτές είχαν τέτοια γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά που μαρτυρούσαν την απότομη, συν-σεισμική (ταυτόχρονα με το σεισμό) καταβύθισή τους. Κολύμπησα κατά μήκος όλων των ακτογραμμών των Κυκλάδων και καταδύθηκα όπου απαιτήθηκε προκειμένου να χαρτογραφηθούν όλες οι παλιές ακτογραμμές, οι οποίες είναι δυνατό να μείνουν απολιθωμένες μόνο στα ανθρακικά πετρώματα», λέει στο «Εθνος» η Νίκη Ευελπίδου.


Ακτογραμμή στην Ανάφη
Η μεθοδολογία που ανέπτυξε η καθηγήτρια για την αξιολόγηση της μορφολογίας και του προφίλ των παλιρροϊκών εγκοπών υπολογίζει έμμεσα τη διάρκεια που η στάθμη της θάλασσας παρέμεινε σταθερή (απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία της γεωμορφής αυτής) και ερμηνεύει τις διεργασίες που έλαβαν χώρα, για παράδειγμα αν η καταβύθιση ήταν σταδιακή ή αποτέλεσμα απότομου τεκτονικού γεγονότος.

«Στοιχεία βυθισμένων ακτογραμμών αναγνωρίζονται μόνον όπου το πέτρωμα δεν είναι πολύ στρωματοποιημένο και είναι ευνοϊκή η βιοδιάβρωση. Οι αρχαίες ακτογραμμές αναγνωρίστηκαν μέσω βυθισμένων παλιρροϊκών εγκοπών», τονίζει η ερευνήτρια.

Και οι Σποράδες έχουν υποστεί επαναλαμβανόμενες καταβυθίσεις συχνά συν-σεισμικές, παρότι το κάθε νησί ακολούθησε διαφορετική πορεία (εντοπίστηκαν 6 βυθισμένες ακτογραμμές στη Σκόπελο, 7 στην Αλόννησο, 2 στη Σκύρο). «Τα αποτυπώματα της παλιάς στάθμης θάλασσας είναι ?απολιθωμένα? στο κρημνώδες τμήμα της ακτογραμμής. Η ταχεία καταβύθιση άφησε τα σαφέστατα αυτά χαρακτηριστικά αναλλοίωτα, δίνοντάς μας την ευκαιρία να ξεδιπλώσουμε τη γεωλογική ιστορία της περιοχής».

Στον αντίποδα των Κυκλάδων και των Σποράδων, που καταβυθίστηκαν στο πρόσφατο παρελθόν, βρίσκεται το Ιόνιο, όπου παρατηρούνται τόσο τεκτονικές ανυψώσεις όσο και καταβυθίσεις. Ειδικά στην Κεφαλονιά, «ο σεισμός του 1953 (7,2 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ) ανύψωσε το νοτιοανατολικό τμήμα κατά 50 cm από τον Καραβόμυλο μέχρι και τη Σκάλα. 

Ωστόσο, το βορειότερο τμήμα της Κεφαλονιάς, η χερσόνησος της Ερίσσου, που δεν υπέστη ζημιές από τους πρόσφατους σεισμούς, έχει υποστεί τεκτονικές καταβυθίσεις στο πρόσφατο γεωλογικό παρελθόν». Η Ιθάκη έχει επίσης καταβυθιστεί με έναν ρυθμό πριν από τον 19ο αιώνα που κυμαίνεται από 0,25-1,25 mm/έτος.

Η Αττική έχει ανυψωθεί δύο φορές. Ωστόσο, στην ίδια περιοχή έχουν εντοπιστεί φαινόμενα πρόσφατης καταβύθισης. Τα τεκτονικά αυτά γεγονότα έχουν χρονολογηθεί με 14C (ραδιενεργός άνθρακας) από την ερευνήτρια και σύντομα αναμένονται τα αποτελέσματα της έρευνάς της να δημοσιευτούν σε διεθνές επιστημονικό περιοδικό.

Στο βορειοδυτικό τμήμα του Ευβοϊκού, στην περιοχή της Μαλεσίνας, έχουν εντοπιστεί φαινόμενα καταβύθισης. Κατά μήκος τουλάχιστον 22 χιλιομέτρων ακτογραμμής φαίνεται η καταβύθιση αυτή, η οποία σύμφωνα με τη Νίκη Ευελπίδου αποδίδεται στον σεισμό που έλαβε χώρα το 1894 και ο οποίος προκάλεσε κύμα τσουνάμι, το οποίο χρονολογήθηκε από οργανισμούς που βρέθηκαν σε ογκόλιθους που μετέφερε στην ξηρά.

«Από την άλλη πλευρά του Ευβοϊκού, η Εύβοια φαίνεται να έχει ανυψωθεί μέχρι και 4 μέτρα. Ημασταν πολύ τυχεροί», μας λέει η Νίκη Ευελπίδου, «βρήκαμε απολιθωμένους βιολογικούς οργανισμούς και στις δύο ανυψωμένες ακτογραμμές που σήμερα βρίσκονται στα 1,7 μ. και 3,8 μ. αντίστοιχα πάνω από τη σημερινή θαλάσσια στάθμη, τους οποίους χρονολογήσαμε με την μέθοδο του 14C και έτσι μπορούμε να ξέρουμε ότι οι ανυψώσεις αυτές έγιναν το 360 μ.Χ. και το 4795 π.Χ.».

«Η έρευνα δεν σταματάει ποτέ», μας λέει. Η Νίκη Ευελπίδου συνεχίζει τις έρευνές της χειμώνα - καλοκαίρι και γνωρίζει πολύ καλά τόσο τον υποθαλάσσιο χώρο της Ελλάδας όσο και τον τρόπο για να τον μελετήσει.

Από τον Οκτώβριο το ερευνητικό ενδιαφέρον της μεταφέρεται στην ακτογραμμή από τη Σάμο και μέχρι τη νήσο Ρω, μία ακτογραμμή αρκετά μεγάλη που θα χρειαστεί τουλάχιστον 2 χρόνια για να την εξερευνήσει και να τη χαρτογραφήσει, ενώ είναι υπό δημοσίευση τα αποτελέσματά της σε Κάσο και Κάρπαθο, όπου το τεκτονικό καθεστώς άλλαξε τα τελευταία χρόνια και οι συνεχείς τεκτονικές ανυψώσεις έδωσαν τη θέση τους σε συνεχείς καταβυθίσεις, που χαρτογραφήθηκαν και μετρήθηκαν από την επιστήμονα το 2013.


Πηγή: Εθνος
πηγή-alfavita.gr




Πάνω κάτω οι ακτές της Ελλάδας
Πλειάδα ακτών καταβυθίζονται αλλά και ανυψώνονται κατά μήκος των ελληνικών ακτογραμμών, σύμφωνα με τη γεωλογική και γεωμορφολογική έρευνα και χαρτογράφηση της Νίκης Ευελπίδου, αναπληρώτριας καθηγήτριας του Τμήματος Γεωλογίας & Γεωπεριβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αθηνών.





Φωτογραφία από ανυψωμένη ακτόγραμμή στην Κεφαλονιά. Η ανώτερη βρίσκεται στα 120 εκατοστά και η χαμηλότερη ανυψώθηκε κατά 55 εκατοστά

Οι Κυκλάδες παρουσιάζουν μία σειρά από απότομες καταβυθίσεις της τάξης των 3 μέτρων,
ενώ σύμφωνα με εργασία της, που πρόσφατα βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών «για εργασία με την οποία προωθείται η γεωλογική γνώση του ελληνικού χώρου», η πιο πρόσφατη καταβύθιση έλαβε χώρα εξαιτίας του σεισμού της Αμοργού το 1956. Η βαθύτερη ακτογραμμή στις Κυκλάδες βυθίστηκε από σεισμό που έλαβε χώρα 3.300 χρόνια πριν από σήμερα και ο οποίος κατέστρεψε οικίες στον Νεολιθικό Οικισμό της Γρόττας στη Νάξο.

«
Οι 7 καταβυθίσεις που χαρτογραφήσαμε στις Κυκλάδες ήταν πραγματική έκπληξη για εμάς. Οι περισσότερες από αυτές είχαν τέτοια γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά που μαρτυρούσαν την απότομη, συν-σεισμική (ταυτόχρονα με το σεισμό) καταβύθισή τους. Κολύμπησα κατά μήκος όλων των ακτογραμμών των Κυκλάδων και καταδύθηκα όπου απαιτήθηκε προκειμένου να χαρτογραφηθούν όλες οι παλιές ακτογραμμές, οι οποίες είναι δυνατό να μείνουν απολιθωμένες μόνο στα ανθρακικά πετρώματα», λέει στο «Εθνος» η Νίκη Ευελπίδου.

Η μεθοδολογία που ανέπτυξε η καθηγήτρια για την αξιολόγηση της μορφολογίας και του προφίλ
των παλιρροϊκών εγκοπών υπολογίζει έμμεσα τη διάρκεια που η στάθμη της θάλασσας παρέμεινε σταθερή (απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία της γεωμορφής αυτής) και ερμηνεύει τις διεργασίες που έλαβαν χώρα, για παράδειγμα αν η καταβύθιση ήταν σταδιακή ή αποτέλεσμα απότομου τεκτονικού γεγονότος.






Βυθισμένη ακτογραμμη στην Ανάφη

«Στοιχεία βυθισμένων ακτογραμμών αναγνωρίζονται μόνον όπου το πέτρωμα δεν είναι πολύ στρωματοποιημένο και είναι ευνοϊκή η βιοδιάβρωση. Οι αρχαίες ακτογραμμές αναγνωρίστηκαν μέσω βυθισμένων παλιρροϊκών εγκοπών», τονίζει η ερευνήτρια.

Και οι Σποράδες έχουν υποστεί επαναλαμβανόμενες καταβυθίσεις συχνά συν-σεισμικές, παρότι το κάθε νησί ακολούθησε διαφορετική πορεία (εντοπίστηκαν 6 βυθισμένες ακτογραμμές στη Σκόπελο, 7 στην Αλόννησο, 2 στη Σκύρο). «Τα αποτυπώματα της παλιάς στάθμης θάλασσας είναι ?απολιθωμένα στο κρημνώδες τμήμα της ακτογραμμής. Η ταχεία καταβύθιση άφησε τα σαφέστατα αυτά χαρακτηριστικά αναλλοίωτα, δίνοντάς μας την ευκαιρία να ξεδιπλώσουμε τη γεωλογική ιστορία της περιοχής».



Καταβύθιση στην Αμοργό


Στον αντίποδα των Κυκλάδων και των Σποράδων, που καταβυθίστηκαν στο πρόσφατο παρελθόν, βρίσκεται το Ιόνιο, όπου παρατηρούνται τόσο τεκτονικές ανυψώσεις όσο και καταβυθίσεις. Ειδικά στην Κεφαλονιά, «ο σεισμός του 1953 (7,2 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ) ανύψωσε το νοτιοανατολικό τμήμα κατά 50 cm από τον Καραβόμυλο μέχρι και τη Σκάλα. Ωστόσο, το βορειότερο τμήμα της Κεφαλονιάς, η χερσόνησος της Ερίσσου, που δεν υπέστη ζημιές από τους πρόσφατους σεισμούς, έχει υποστεί τεκτονικές καταβυθίσεις στο πρόσφατο γεωλογικό παρελθόν». Η Ιθάκη έχει επίσης καταβυθιστεί με έναν ρυθμό πριν από τον 19ο αιώνα που κυμαίνεται από 0,25-1,25 mm/έτος.

Η Αττική έχει ανυψωθεί δύο φορές. Ωστόσο, στην ίδια περιοχή έχουν εντοπιστεί φαινόμενα πρόσφατης καταβύθισης. Τα τεκτονικά αυτά γεγονότα έχουν χρονολογηθεί με 14C (ραδιενεργός άνθρακας) από την ερευνήτρια και σύντομα αναμένονται τα αποτελέσματα της έρευνάς της να δημοσιευτούν σε διεθνές επιστημονικό περιοδικό.



Η καθηγήτρια και ερευνήτρια Νίκη Ευελπίδου


Στο βορειοδυτικό τμήμα του Ευβοϊκού, στην περιοχή της Μαλεσίνας, έχουν εντοπιστεί φαινόμενα καταβύθισης. Κατά μήκος τουλάχιστον 22 χιλιομέτρων ακτογραμμής φαίνεται η καταβύθιση αυτή, η οποία σύμφωνα με τη Νίκη Ευελπίδου αποδίδεται στον σεισμό που έλαβε χώρα το 1894 και ο οποίος προκάλεσε κύμα τσουνάμι, το οποίο χρονολογήθηκε από οργανισμούς που βρέθηκαν σε ογκόλιθους που μετέφερε στην ξηρά.

«Από την άλλη πλευρά του Ευβοϊκού, η Εύβοια φαίνεται να έχει ανυψωθεί μέχρι και 4 μέτρα. Ημασταν πολύ τυχεροί», μας λέει η Νίκη Ευελπίδου, «βρήκαμε απολιθωμένους βιολογικούς οργανισμούς και στις δύο ανυψωμένες ακτογραμμές που σήμερα βρίσκονται στα 1,7 μ. και 3,8 μ. αντίστοιχα πάνω από τη σημερινή θαλάσσια στάθμη, τους οποίους χρονολογήσαμε με την μέθοδο του 14C και έτσι μπορούμε να ξέρουμε ότι οι ανυψώσεις αυτές έγιναν το 360 μ.Χ. και το 4795 π.Χ.».

«Η έρευνα δεν σταματάει ποτέ», μας λέει. Η Νίκη Ευελπίδου συνεχίζει τις έρευνές της χειμώνα - καλοκαίρι και γνωρίζει πολύ καλά τόσο τον υποθαλάσσιο χώρο της Ελλάδας όσο και τον τρόπο για να τον μελετήσει.

Από τον Οκτώβριο το ερευνητικό ενδιαφέρον της μεταφέρεται στην ακτογραμμή από τη Σάμο και μέχρι τη νήσο Ρω, μία ακτογραμμή αρκετά μεγάλη που θα χρειαστεί τουλάχιστον 2 χρόνια για να την εξερευνήσει και να τη χαρτογραφήσει, ενώ είναι υπό δημοσίευση τα αποτελέσματά της σε Κάσο και Κάρπαθο, όπου το τεκτονικό καθεστώς άλλαξε τα τελευταία χρόνια και οι συνεχείς τεκτονικές ανυψώσεις έδωσαν τη θέση τους σε συνεχείς καταβυθίσεις, που χαρτογραφήθηκαν και μετρήθηκαν από την επιστήμονα το 2013.

Η ερευνήτρια
Η κ. Ευελπίδου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Γεωλογίας & Γεωπεριβάλλοντος του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι μεταξύ άλλων κάτοχος δύο διδακτορικών διπλωμάτων, της Γεωλογίας από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και της Γεωαρχαιολογίας από το Πανεπιστήμιο Franche Compte (Γαλλία). Εχει βραβευτεί για την έρευνά της από νωρίς, ενώ το 2014 έλαβε το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών. 

Είναι κάτοχος δύο ευρεσιτεχνιών και το ερευνητικό της έργο περιλαμβάνει περισσότερες από 250 δημοσιεύσεις σε διεθνή και ελληνικά επιστημονικά περιοδικά και 17 συγγράμματα με τη μορφή βιβλίων, ενώ έχει δώσει πλήθος διαλέξεων και σεμιναρίων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Είναι εθνικός εκπρόσωπος σε πλήθος ευρωπαϊκών δράσεων.


Τι σημαίνουν τα φαινόμενα για εμάς
«Κατ' αρχάς κατανοούμε την τάση μιας περιοχής. Για να δούμε το μέλλον, πρέπει να γνωρίσουμε και να κατανοήσουμε το παρελθόν», λέει η Νίκη Ευελπίδου ερμηνεύοντας τα φαινόμενα καταβύθισης και ανύψωσης.

«Από την άλλη πλευρά», συνεχίζει, «όταν μία περιοχή βυθίζεται, ένα κομμάτι ξηράς χάνεται, το οποίο ανάλογα με την τοπογραφία της περιοχής μπορεί να αντιστοιχεί σε πολλά τετραγωνικά μέτρα παράκτιας ζώνης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο αιγιαλός, τόσο πολύτιμος σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, κινδυνεύει τόσο από την καταβύθισή του, αλλά και το τμήμα που απομένει στη στεριά υφίσταται εντονότερα τα φαινόμενα της θαλάσσιας διάβρωσης. Αντιθέτως, όταν ανυψώνεται η περιοχή, δημιουργούνται νέα κομμάτια γης που παλαιότερα βρίσκονταν βυθισμένα κάτω από το νερό».

Στέλλα Κεμανετζή
Διαβάστε περισσότερα... »

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Γεωγραφία – Σεισμολογία - Μετεωρολογία του Λεύκιππου και του Δημόκριτου



Το κατοικημένο μέρος της γης (=οικουμένη) είχε κατά το Δημόκριτο ορθογώνιο και όχι κυκλικό σχήμα, όπως πίστευαν ως τότε οι Έλληνες (απ. 407 Luria):

«
Κατόπιν, ο Δαμάστης από το Σίγειο έγραψε Περίπλου, αφού αντέγραψε τα περισσότερα από τον Εκαταίο. Έπειτα ο Δημόκριτος και ο Εύδοξος και ορισμένοι άλλοι έγραψαν πραγματείες περιγραφικής γεωγραφίας και περίπλους. Οι παλαιοί σχεδίαζαν την οικουμένη στρογγυλή, με την Ελλάδα να βρίσκεται στη μέση και στη μέση της Ελλάδας τους Δελφούς.

Γιατί οι Δελφοί έχουν τον ομφαλό της γης.
Και πρώτος ο πολύπειρος αυτός άνδρας, ο Δημόκριτος, κατάλαβε ότι η γη έχει σχήμα επίμηκες, αφού το μήκος της είναι μιάμιση φορά το πλάτος της. Μ’ αυτόν συμφωνούσε και ο Δικαίαρχος ο Περιπατητικός
».

Οι βόρειες περιοχές της γης είναι παγωμένες και γεμάτες χιόνι, ενώ οι νότιες πυρωμένες (απ. 419):

«
Ο Λεύκιππος ισχυρίζεται ότι η γη πλαγιάζει προς τα νότια μέρη της, εξαιτίας της αραιότητας (του αέρα) των νότιων περιοχών. Επίσης, τα βόρεια μέρη είναι παγωμένα, επειδή καταψύχονται από τα κρύα. Αντίθετα, τα νότια μέρη είναι πυρωμένα.

Ο Δημόκριτος θεωρεί ότι επειδή το νότιο τμήμα της ατμόσφαιρας είναι ασθενέστερο,
όταν αυξήθηκε το μέγεθος της γης, αυτή πήρε κλίση προς τα εκεί. Γιατί τα βόρεια μέρη είναι αμιγή, ενώ τα νότια έχουν προσμίξεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να βαραίνει προς εκείνη την κατεύθυνση, όπου υπάρχει περίσσεια καρπών και ανάπτυξης
».

Τα νερά του Νείλου δημιουργούνται, όταν χιόνι από τις παγωμένες
βόρειες περιοχές λιώσει, εξατμιστεί και παρασυρθεί προς το νότο από τους ανέμους (απ. 411):

«
Ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης ισχυρίζεται ότι στα νότια μέρη (της γης) δε χιονίζει, όπως έχουν πει ο Ευριπίδης και ο Αναξαγόρας, χιονίζει όμως στο βορά. Κι αυτό είναι εμφανές σε όλους. Το πλήθος του σωρευμένου χιονιού στα βόρια μέρη μένει παγωμένο στην περίοδο των (χειμερινών) τροπών, το καλοκαίρι όμως με τη διάλυση των πάγων από την άνοδο της θερμοκρασίας λιώνει πολύ απ’ αυτό. Γι’ αυτό το λόγο γεννιούνται πολλά και παχιά νέφη στα ψηλότερα μέρη, αφού η αναθυμίαση ανεβαίνει άφθονη ψηλά.

Αυτά τα νέφη τα σπρώχνουν τα μελτέμια, μέχρις ότου πέσουν επάνω στα ψηλότερα όρη της οικουμένης,
για τα οποία λέει ότι βρίσκονται στην Αιθιοπία. Κατόπιν τα νέφη θραύονται βιαίως πάνω στα βουνά που είναι ψηλά και γεννούν πολύ ραγδαίες βροχές, απ’ τις οποίες γεμίζει ο ποταμός στο μέγιστο βαθμό κατά την περίοδο των μελτεμιών
».

Η θάλασσα δημιουργήθηκε μαζί με τη γη από τα υγρά υλικά που υπήρχαν στο αρχικό μίγμα στεριάς και υγρασίας (απ. 381):


«
Γι’ αυτό το λόγο ο ήλιος και το υπόλοιπο πλήθος των άστρων συμπεριλήφθηκαν σε όλη την έκταση της δίνης. Το λασπώδες, όμως, και θολερό τμήμα μαζί με τις ενώσεις του υγρού συγκεντρώθηκε στο ίδιο σημείο λόγω βάρους.

Και καθώς στριφογύρναγε και συστρεφόταν συνεχώς γύρω στον εαυτό του,
από τα υγρά υλικά του δημιουργήθηκε η θάλασσα, ενώ από τα πιο στερεά δημιουργήθηκε η γη πηλώδης και εντελώς μαλακή. Αυτή η γη στερεοποιήθηκε, όταν έλαμψε για πρώτη φορά η φωτιά γύρω από τον ήλιο
».

Η αλμυρότητα της θάλασσας οφείλεται στη συγκέντρωση ομοειδών αλάτων μέσα της (απ. 410):

«
Υπάρχει, λοιπόν, πολύ μεγάλη διαφωνία σχετικά με τη γέννηση του αλμυρού στοιχείου.

Άλλοι ισχυρίζονται ότι αποτελεί υπόλειμμα της αρχικής υγρότητας,
αφού εξατμίστηκε πολύ μεγάλη ποσότητα νερού. Άλλοι λένε ότι είναι ο ιδρώτας της γης. Ο Δημόκριτος συμφωνεί με εκείνους που ανάγουν τη γέννηση της αλμυρότητας στη γη.

Όπως στην περίπτωση των αλάτων και των νίτρων... όταν απέμεινε η σαπίλα...
ισχυρίζεται ότι συνδυάστηκαν μέσα στο υγρό τα όμοια με τα όμοια, όπως ακριβώς συμβαίνει και στο σύμπαν. Έτσι γεννήθηκε η θάλασσα και όλα τα υπόλοιπα άλατα, αφού συγκεντρώθηκαν στο ίδιο μέρος κατά κατηγορίες τα όμοια άτομα. Ότι η θάλασσα προήλθε από τη συνένωση των ομοειδών στοιχείων γίνεται φανερό και από άλλα δεδομένα.

Γιατί δε διαθέτει ούτε λιβανωτό ούτε θείο ούτε στυπτηρία ούτε άσφαλτο ούτε όσα μεγάλα
και θαυμαστά υπάρχουν σε πολλά μέρη της γης. Του ήταν εύκολο, αν όχι τίποτα άλλο, να το σκεφτεί αυτό… Αφού θεώρησε ότι οι γεύσεις παράγονται από τα σχήματα και το αλμυρό από μεγάλα και γωνιόμορφα άτομα, δεν είναι παράξενο που ισχυρίζεται ότι η αλμυρότητα της γης γεννιέται με τον ίδιο τρόπο όπως και η αλμυρότητα της θάλασσας
».

Η θάλασσα, σύμφωνα με το Δημόκριτο, κάποτε θα εξαφανιστεί. Φαίνεται ότι ο Δημόκριτος
κατέληξε σ’ αυτό το συμπέρασμα παρατηρώντας ότι στο εσωτερικό της στεριάς βρίσκουμε συχνά θαλάσσια κοχύλια και όστρακα, πράγμα που σημαίνει ότι κάποτε εκεί υπήρχε θάλασσα, καθώς και από το γεγονός ότι η θάλασσα εξατμίζεται (απ. 409):

«
Γιατί αυτός (=ο Δημόκριτος) πιστεύει ότι η θάλασσα θα ελαττώνεται διαρκώς εξαιτίας των εκκρίσεων και αναθυμιάσεών της, ώσπου στο τέλος θα ξοδευτεί ολόκληρη και θα αποξηρανθεί». 

Η θάλασσα τρέφει μ’ αυτήν την εξάτμιση τον ήλιο και τη σελήνη (απ. 397a): «...τις ατμίδες με τις οποίες τρέφεται ο ήλιος, όπως πιστεύει ο Δημόκριτος».

Οι σεισμοί δημιουργούνται από βίαιες κινήσεις όγκων νερού ή αέρα κυρίως στο εσωτερικό της γης (απ. 413):

«
Ο Δημόκριτος ισχυρίζεται ότι η γη είναι γεμάτη με νερό και, καθώς δέχεται πολύ επιπλέον νερό με τη βροχή, τίθεται σε κίνηση απ’ αυτό. Όταν το νερό γίνει ακόμη περισσότερο, επειδή οι κοιλότητες δεν μπορούν να δεχτούν άλλο, διέρχεται βίαια και δημιουργεί σεισμό. Αλλά και όταν η γη ξεραίνεται και τραβά νερό στα κενά μέρη από τα μέρη που έχουν περισσότερο, αυτό το νερό αλλάζοντας θέση και πέφτοντας δημιουργεί κίνηση».


Επίσης, απ. 414:
«Ο Δημόκριτος θεωρεί ότι περισσότερα (από ένα) αίτια μπορούν να κινήσουν τη γη. Ισχυρίζεται, δηλαδή, ότι η γη μπορεί να κινηθεί πότε από τον αέρα πότε από το νερό πότε κι απ’ τα δυο. Αυτό το αναλύει με τον εξής τρόπο: Ένα μέρος της γης είναι κοίλο. Σ’ αυτό το μέρος συρρέει μεγάλη ποσότητα νερού. Απ’ αυτήν την ποσότητα ένα μέρος είναι λεπτό και πιο ρευστό από το υπόλοιπο.

Αυτό, όταν πιεστεί από το βάρος του νερού που προστίθεται από πάνω, προσκρούει στη γη και την κινεί... Όταν το νερό συναθροίζεται σε ένα μέρος και πάψει να συγκρατείται, τότε ορμά προς ένα σημείο και ανοίγει δρόμο πρώτα με το βάρος του, έπειτα με την ορμή του. Γιατί δεν μπορεί, όντας για ώρα κλεισμένο, να βρει διέξοδο παρά μόνο με πολύ κλίση, ούτε να πέσει κατ’ ευθείαν με τάξη και δίχως να κλονίσει αυτά, μέσα από οποία ή πάνω στα οποία πέφτει. Αν, όμως, όταν πια έχει αρχίσει να ορμά, σταματήσει σε κάποιο τόπο και η ορμή του ρεύματος γυρίσει προς τον εαυτό της, απωθείται στην παρακείμενη γη και στο μέρος που θα βαρύνει περισσότερο το ταράζει.

Κατόπιν, τέλος, η βρεγμένη γη, αφού έχει δεχτεί βαθιά μέσα της το υγρό, καθιζάνει και τα ίδια της τα θεμέλια φθείρονται. Τότε πιέζεται εκείνο το τμήμα της, στο οποίο ρέπει το μέγιστο βάρος των νερών που συνέρευσαν. Ο αέρας μερικές φορές απωθεί τα νερά και, αν επέλθει δριμύτερος, κινεί πράγματι εκείνο το μέρος της γης, στο οποίο απώθησε τα πιεσμένα νερά. Ενίοτε ορμώντας στις γήινες διόδους και ζητώντας διέξοδο κινεί τα πάντα. Όπως η γη είναι διαπερατή από τους ανέμους, έτσι και ο αέρας είναι λεπτότερος απ’ όσο χρειάζεται για να αποκλειστεί, ορμητικότερος απ’ όσο χρειάζεται για να συγκρατηθεί, όταν είναι ταραγμένος και ταχύς».
Οι Ατομικοί αποσυνδέουν τα φαινόμενα της βροντής, της αστραπής και του κεραυνού από το Δία της μυθολογίας και τα αποδίδουν σε καθαρά φυσικά αίτια (απ. 415):

«Ο Λεύκιππος αποφαίνεται ότι η πτώση του πυρός που έχει απομείνει μέσα στα παχύτατα σύννεφα δημιουργεί τη δυνατή βροντή.

Ο Δημόκριτος θεωρεί, αφενός, τη βροντή ως αποτέλεσμα ενός ανώμαλου μίγματος ατόμων, το οποίο ανοίγει δίοδο με φορά προς τα κάτω στο νέφος που το περιβάλλει. Αφετέρου, θεωρεί την αστραπή ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης (αυτού του μίγματος) με νέφη, εξαιτίας της οποίας τα γενεσιουργά άτομα του πυρός με την τριβή διηθούνται μέσω αραιωμάτων με πολλά κενά και μαζεύονται στο ίδιο μέρος.
Ο κεραυνός, πάλι, δημιουργείται, όταν υπάρχει βίαιη κίνηση μιγμάτων που αποτελούνται από άτομα γενεσιουργά του πυρός, τα οποία είναι καθαρότερα, λεπτότερα, ομαλότερα και πυκνότερα αρμοσμένα, όπως ο ίδιος γράφει. Θύελλα με κεραυνούς, τέλος, δημιουργείται, όταν μίγματα πυρός με περισσότερα κενά, αφού συγκεντρωθούν σε περιοχές με πολλά κενά και στερεοποιηθούν σε υμένες που παράγουν τα ίδια, αποκτήσουν την προς το βάθος φορά χάρη στην πολύπλοκη ανάμιξη τους».

Το χωρίο είναι ασαφές και δύσκολο στην ερμηνεία του, φαίνεται όμως να υπονοεί μια διαδικασία σε τρία στάδια: 

Στο πρώτο στάδιο (βροντή) υπάρχει ένα μίγμα πυρός με άλλα στοιχεία που χαρακτηρίζεται ανώμαλο. Λέγεται ανώμαλο, επειδή κανονικά το πυρ δε σχηματίζει ενώσεις με άλλα στοιχεία. Έτσι, η ένωσή του αυτή είναι ασταθής και τείνει να ανοίξει δρόμο μέσα από το νέφος που το περιβάλλει.

Το σπάσιμο αυτού του περιβλήματος παράγει τη βροντή.

Σε ένα δεύτερο στάδιο αυτό το ανώμαλο μίγμα συγκρούεται με άλλα νέφη που του φράζουν το δρόμο. Αυτά τα νέφη λειτουργούν ως ένα είδος κόσκινου που συγκρατεί τα μεγαλύτερα και χοντρότερα άτομα, αφήνοντας να περάσουν μέσα από τα κενά τους μόνο τα πιο λεπτά άτομα, τα άτομα του πυρός.

Στη διάρκεια αυτού του κοσκινίσματος με την τριβή των ατόμων του πυρός παράγεται η αστραπή. 

Σε ένα τρίτο στάδιο το πυρ, κοσκινισμένο και καθαρό πέφτει βίαια στη γη ως κεραυνός.

Η φωτιά του κεραυνού είναι πολύ καθαρότερη από τη γήινη φωτιά, όπως λέγεται ποιητικότατα στο απ. 415 (Πλούταρχος):


«H φωτιά του κεραυνού είναι αξιοθαύμαστη για την ακρίβεια και τη λεπτότητά της, αφού έλκει τη γέννησή της από καθαρή και αγνή ουσία και είναι σε θέση να αποσείει και να αποκαθαίρει, χάρη στην οξύτητα της κίνησής της, οποιοδήποτε νοτερό ή γεώδες υλικό αναμιγνύεται μαζί της
».

«Τίποτα δεν υπάρχει σταλμένο από το Δία», όπως λέει και ο Δημόκριτος, «που να μην κρατά την αγνή λάμψη του αιθέρα».


πηγή-heterophoton
Διαβάστε περισσότερα... »