«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Γιατί οφείλουμε να διδάσκουμε τα Αρχαία Ελληνικά στα παιδιά μας





Γιατί αλήθεια διδάσκουμε τα Αρχαία Ελληνικά στα παιδιά που θέλουμε να μορφώσουμε, με τόσο πολλές ώρες μάλιστα; Τρεις είναι οι κύριοι λόγοι που μας υποχρεώνουν να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να επικοινωνήσουν όσο γίνεται περισσότερο με τον αρχαίο κόσμο.

Πρώτα απ’ όλα, γιατί είμαστε κι εμείς Έλληνες. Από τον καιρό του Ομήρου ως σήμερα έχουν περάσει κάπου δυο χιλιάδες εφτακόσια χρόνια.

Στους αιώνες που κύλησαν οι Έλληνες βρεθήκαμε συχνά στο απόγειο της δόξας, άλλοτε πάλι στα χείλια μιας καταστροφής ανεπανόρθωτης νικήσαμε και νικηθήκαμε αμέτρητες φορές∙ δοκιμάσαμε επιδρομές και σκλαβιές, αλλάξαμε θρησκεία στους τελευταίους αιώνες, η τεχνική επιστήμη μετασχημάτισε βασικά τη μορφή της ζωής μας∙ και όμως κρατηθήκαμε Έλληνες, με την ίδια γλώσσα ‐ φυσικά εξελιγμένη, με τα ίδια ιδανικά, τον ίδιο σε πολλά χαραχτήρα και με ένα πλήθος στοιχεία του πολιτισμού κληρονομημένα από τα προχριστιανικά χρόνια.

Στον πνευματικό τομέα κανένας λαός δεν μπορεί να προκόψει, αν αγνοεί την ιστορία του, γιατί άγνοια της ιστορίας θα πει άγνοια του ίδιου του ίδιου του εαυτού του. 

Είμαι Έλληνας, συνειδητός Έλληνας, αυτό θα πει, έχω αφομοιώσει μέσα μου την πνευματική ιστορία των Ελλήνων από τα μυκηναϊκά χρόνια ως σήμερα.

Ο δεύτερος λόγος που μας επιβάλλει να γνωρίσουμε την αρχαία πνευματική Ελλάδα είναι ότι ολόκληρος ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός στηρίζεται στον αρχαίο Ελληνικό, με συνδετικό κρίκο τον ρωμαϊκό. Με τους άλλους Ευρωπαίους μας δένει βέβαια και ο Χριστιανισμός, όσο και να μας χωρίζουν ορισμένα δόγματα. Μα και ο Χριστιανισμός έπρεπε να δουλευτεί πρώτα με την Ελληνική σκέψη, για να μπορέσει ν’ απλώσει έπειτα στον ευρωπαϊκό χώρο. 

Η ρίζα του πολιτισμού των Ευρωπαίων όλων είναι ο αρχαίος Ελληνικός στοχασμός και η τέχνη, γι’ αυτό δεν μπορεί να τα αγνοεί κανείς, αν θέλει να αισθάνεται πως πνευματικά ανήκει στην Ευρώπη.

Ο κυριότερος λόγος που δεν επιτρέπεται οι νέοι μας ν’ αγνοούν την αρχαία Ελλάδα όμως είναι άλλος... στην Ελλάδα για πρώτη φορά στα χρονικά του κόσμου ανακαλύφτηκε ο άνθρωπος ως αξία αυτόνομη, ο άνθρωπος που θέλει να κρατιέται ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ από κάθε λογής σκλαβιά, και υλική και πνευματική. Μέσα στους λαούς που περιβάλλουν τον Ελληνικό χώρο στα παλιά εκείνα χρόνια υπάρχουν πολλοί με μεγάλο πολιτισμό, πάνω απ’ όλους οι Αιγύπτιοι και οι Πέρσες.

Οι λαοί όμως αυτοί ούτε γνωρίζουν ούτε θέλουν τον ελεύθερο άνθρωπο. Το απολυταρχικό τους σύστημα επιβάλλει στα άτομα να σκύβουν αδιαμαρτύρητα το κεφάλι μπροστά στο βασιλέα και στους θρησκευτικούς αρχηγούς.

Η ελεύθερη πράξη και η ελεύθερη σκέψη είναι άγνωστα στον εξωελληνικό κόσμο. Και οι Έλληνες; Πρώτοι αυτοί, σπρωγμένοι από μια δύναμη που βγαίνει από μέσα τους και μόνο, την δεσποτεία θα την μεταλλάξουν σε δημοκρατία, και από την άβουλη, ανεύθυνη μάζα του λαού θα πλάσουν μια κοινωνία από πολίτες ελεύθερους, που καθένας τους να νιώθει τον εαυτό του υπεύθυνο και για τη δική του και για των άλλων την προκοπή. 

Ο στοχασμός είναι κι αυτός ελεύθερος για τα πιο τολμηρά πετάματα του νου και της φαντασίας. Ο Έλληνας είναι ο πρώτος, που ενώ ξέρει πως δεν μπορεί ατιμώρητα να ξεπεράσει τα σύνορα του ανθρώπου και να γίνει θεός, όμως κατέχεται από μια βαθιά αισιοδοξία για τις ανθρώπινες ικανότητες και είναι γεμάτος αγάπη για τον άνθρωπο, που τον κάνει ικανό να περάσει τις ατέλειές του και να γίνει αυτό που πρέπει να είναι...

Αυτή η πίστη στην καλλιέργεια του πνεύματος και στην τελειότητα, συνδυασμένη με το βαθύ καλλιτεχνικό αίσθημα που χαρακτηρίζει την Ελληνική φυλή, δίνει στον αρχαίο Έλληνα τον πόθο και την ικανότητα να πλάσει πλήθος ιδανικές μορφές σε ό,τι καταπιάνεται με το νου, με τη φαντασία και με το χέρι. Στις απέριττες μορφές που σχεδιάζουν οι τεχνίτες στα αγγεία της καθημερινής χρήσης, στη μεγάλη ζωγραφική, στην πλαστική του χαλκού και του μαρμάρου, πάνω απ’ όλα στο λόγο τους, και τον πεζό και τον ποιητικό.

Αυτόν τον κόσμο θέλουμε να δώσουμε στα παιδιά μας, για να μορφωθούν για να καλλιεργήσουν τη σκέψη τους αναλύοντας τη σκέψη των παλιών Ελλήνων για να καλλιεργήσουν το καλλιτεχνικό τους αίσθημα μελετώντας ότι ωραίο έπλασε το χέρι και η φαντασία των προγόνων τους για να μπορέσουν κι αυτοί να νιώσουν τον εαυτό τους αισιόδοξο, ελεύθερο και υπεύθυνο για τη μοίρα του ανθρώπου πάνω στη γη προπαντός για να φουντώσει μέσα τους ο πόθος για την τελειότητα σε όλους τους τομείς.


Διαβάστε περισσότερα... »

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

Η γέννηση και η εξέλιξη των πτώσεων στην Αρχαία Ελληνική




ΣΤΑΔΙΟ 1
Στο πλέον πρώιμο στάδιο που μπορεί να ανασυσταθεί η προγονική μορφή της Ελληνικής φαίνεται να ήταν συγκολλητικού τύπου, όπως η Σουμεριακή. 

Τα ουσιαστικά είχαν μόνο 3 καταλήξεις (ονομαστική, αιτιατική, δοτική), ενώ διάφορα μόρια επιρρηματικού τύπου προσκολλώντο στη λέξη, για να δείξουν χωρικές (ή χρονικές) σχέσεις. Κάποια από τα προσκολλώμενα επιρρηματικά μόρια ενώθηκαν τελικά αδιάρρηκτα με τις λέξεις, δημιουργώντας τις καταλήξεις και ένα σύστημα πτώσεων. Η γλώσσα έγινε τότε συνθετική.[1]


ΣΤΑΔΙΟ 2
Στο στάδιο αυτό η γλώσσα είχε 8 πτώσεις. Δύο από αυτές ήταν ονοματικές (ονομαστική, αιτιατική), δύο ημιονοματικές (γενική, δοτική) και τρεις ήταν επιρρηματικές (τοπική, αφαιρετική, οργανική).[2] Η τοπική δήλωνε βασικά στάση σε τόπο, η αφαιρετική απομάκρυνση από τόπο, η οργανική κίνηση μέσα από τόπο ή μέσο. Το στάδιο αυτό βρίσκεται χρονικά πριν από την εποχή της Μυκηναϊκής. Το σύστημα των πτώσεων άρχισε να αποσταθεροποιείται ξεκινώντας από τις επιρρηματικές πτώσεις. Μια διαδικασία συγκρητισμού λειτουργίας και μορφής μεταξύ των πτώσεων οδηγεί στη μείωση του αριθμού τους.

Το σύστημα πτώσεων της Μυκηναϊκής (ως παράδειγμα δίνονται τα ουσιαστικά σε -ος και συγκεκριμένα το wοἶκος. Παραλείπω για ευκολία το αρχικό δίγαμμα):

Ενικός Πληθ.
Ονομ. -ος οἶκος -οι οἶκοι
Γεν. -οιο οἴκοιο -ων οἴκων
Δοτ. -ωι οἴκωι -οιhι οἴκοιhι
Αιτ. -ον οἶκον -ονς οἶκονς
Τοπ. -οι οἴκοι
Αφαιρ. -ω οἴκω
Οργ. -ω οἴκω -οις οἴκοις

Όπως φαίνεται από τον πίνακα, στη Μυκηναϊκή η αφαιρετική και οργανική ενικού έχουν ήδη συμπέσει μορφολογικά μεταξύ τους στη β΄ κλίση. Η οργανική πληθυντικού σε -οις θα πάρει τη θέση της δοτικής πληθ. μετά την Εποχή του Χαλκού. Η τοπική θα συγχωνευτεί με τη δοτική στον ενικό, η γενική θα αναλάβει τις λειτουργίες της αφαιρετικής.

Στην Εποχή του Χαλκού επιβιώνουν ακόμη χαρακτηριστικά της συγκολλητικής φάσης που προηγήθηκε. Διάφορα επιρρηματικού τύπου στοιχεία κολλάν στο τέλος των λέξεων, χωρίς όμως να γίνει ποτέ συστηματική η ενσωμάτωσή τους στο καθεστώς των πτώσεων (δηλαδή δεν ενσωματώθηκαν στο κλιτικό σύστημα). Επιβιώνουν ως λεξικά στοιχεία ακόμη και στη μεταγενέστερη Ελληνική:

-θι (τοπική): πόθι ~ ποῦ / οἴκοθι ~ οἴκοι (στο σπίτι)
-θεν (αφαιρετική): ὅθεν, τόθεν
-(σ)θε(ν) ή (σ)θα (τοπική): ἄνωθε(ν), πρόσθε(ν), ἄνωθα
-φι: στην ομηρική γλώσσα έχει οργανική, αφαιρετική και τοπική σημασία και χρησιμοποιείται και στον ενικό και στον πληθυντικό: Ἰλιόφι (από το Ίλιο), ὄρεσφι (στα βουνά), ἶφι (με τη βία). 

Στη μυκηναϊκή χρησιμοποιείται στον πληθυντικό όλων των τάξεων ουσιαστικών (εκτός από τα ουσ. σε -ος) με οργανική σημασία:

ἐλεφαντείοις ἀνδριάντφι λέwοντφί-κwε ἐλεφαντείοις ἀνδριᾶσι λέουσί τε = «(στολισμένα) με ανθρώπινες μορφές και λιοντάρια από ελεφαντόδοντο»

Η ομηρική χρήση είναι αρχαϊκότερη με την αδιαφορία της για τον ενικό ή τον πληθυντικό.

Εδώ μπορούν να προστεθούν τα -σε και -δε (κατεύθυνση): ἔκτοσε, οἴκαδε 

ΣΤΑΔΙΟ 3
Στην κλασική εποχή έχουν απομείνει οι 5 γνωστές πτώσεις (αν συμπεριλάβουμε και την κλητική). Επιβιώνουν επίσης μεμονωμένα λεξικά λείψανα των χαμένων πτώσεων, όπως λ.χ. το δελφικό επίρρημα wοἴκω (από το σπίτι), αρχαία αφαιρετική, τουτῶ (από εδώ και πέρα, Κρήτη, Κως), τηνῶ(θε) = από εκεί και πέρα (Συρακούσες), οἴκοι (στο σπίτι, τοπική). Ο έντονος συγκρητισμός που προηγήθηκε είχε ως συνέπεια μια πτώση να έχει πια πολλές λειτουργίες. Προκειμένου να ενισχυθεί η σημασία των πτώσεων και να γίνει πιο ξεκάθαρη η λειτουργία τους αρχίζουν όλο και πιο συστηματικά να συνοδεύονται από προθέσεις. 

Όσο προχωράμε χρονικά και η γλώσσα γίνεται αναλυτικότερη, η χρήση των προθέσεων γίνεται επιβεβλημένη, μια τάση που ενισχύεται από την εξαφάνιση της δοτικής και την μορφολογική σύμπτωση που εμφανίζεται σε πολλές περιπτώσεις (λ.χ. η εξαφάνιση του τελικού -ν κάνει την ονομαστική να μην ξεχωρίζει στα Νέα Ελληνικά μορφολογικά από την αιτιατική στην περίπτωση ουσιαστικών όπως η θάλασσα / την θάλασσα). Φαίνεται ότι η εμφάνιση του άρθρου (το οποίο προήλθε από τις δεικτικές αντωνυμίες) μετά την ομηρική εποχή επίσης χρησίμευε στο να ξεχωρίζουν καλύτερα οι πτώσεις.


[1] Τον συγκολλητικό χαρακτήρα της γλώσσας σ’ αυτό το στάδιο υποδεικνύει και η αύξηση (ἐ) των ρημάτων στους ιστορικούς χρόνους της οριστικής: αρχικά ήταν ένα προαιρετικό ανεξάρτητο μόριο, το οποίο έμπαινε πριν από τον ρηματικό τύπο, για να δηλώσει σαφέστερα το παρελθόν, ώσπου τελικά ενώθηκε μαζί του και έγινε υποχρεωτική. 

Στη μυκηναϊκή και τον Όμηρο είναι ακόμη προαιρετική και οι αναύξητοι τύποι πολυάριθμοι. Η αύξηση διατηρεί ακόμη και στους κλασικούς χρόνους κάτι από τον αρχικά προαιρετικό χαρακτήρα της: απουσιάζει από όλες τις άλλες εγκλίσεις πλην της οριστικής. Συγκολλητικού τύπου φαινόμενο είναι και η μετατροπή των επιρρημάτων σε προθέσεις και η συνακόλουθη χρήση τους στη σύνθεση: π.χ. από το επίρρημα κάτω προέκυψε η πρόθεση κατά, η οποία στη συνέχεια προσκολλήθηκε σε πολλά ρήματα, δημιουργώντας σύνθετα: καταβαίνω = πηγαίνω προς τα κάτω.

[2] Η κλητική δεν θεωρείται κανονικά πτώση. Συγγενεύει κάπως με τα επιφωνήματα, γι’ αυτό και συχνά συνοδεύεται από το ὦ!. Ωστόσο εδώ χρησιμοποιώ την παραδοσιακή ορολογία.

Διαβάστε περισσότερα... »

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

O τονισμός της Αρχαίας Ελληνικής



Ο τονισμός στις διάφορες γλώσσες του κόσμου έχει διάφορες ποικιλίες, αλλά χοντρικά μπορούμε να ξεχωρίσουμε δύο βασικά είδη τόνου: τον δυναμικό τόνο, στον οποίο το τονισμένο φωνήεν της λέξης προφέρεται σε διαφορετική ένταση φωνής από τα υπόλοιπα φωνήεντα. 

Και στον μουσικό τόνο, όπου το τονισμένο φωνήεν προφέρεται σε διαφορετικό ύψος φωνής από τα υπόλοιπα φωνήεντα. Δυναμικό τόνο έχει η Νέα Ελληνική και οι περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες. Μουσικό τόνο έχει λ.χ. η Νορβηγική και η Κινεζική. 

Ωστόσο μουσικά στοιχεία υπάρχουν και σε γλώσσες με δυναμικό τονισμό, μόνο που δεν είναι λεξικά, αλλά λειτουργούν σε προτασιακό επίπεδο. Π.χ. στο τέλος μιας ερώτησης ή μιας έκφρασης θαυμασμού. Αυτό ονομάζεται επιτονισμός και συνήθως σημειώνεται με τα σημεία στίξης (λ.χ, !, ;). Αλλά και αντίστροφα: στο μουσικό τόνο συνήθως ενυπάρχουν και στοιχεία του δυναμικού. Λ.χ. η άνοδος του ύψους της φωνής μπορεί να συνοδεύεται από αύξηση ή μείωση της έντασής της.

Η Αρχαία Ελληνική είχε μουσικό τόνο. Αυτό αποδεικνύεται από τα εξής στοιχεία:


1) Οι περιγραφές των αρχαίων γραμματικών παραπέμπουν σε μουσικό τονισμό. Ο Αριστοτέλης περιγράφει στη Ρητορική τον τονισμό ως ένα είδος αρμονίας. Στη μουσική παραπέμπουν και οι όροι που χρησιμοποιούνται: οξεία ( =ψηλή φωνή), βαρεία (=βαριά φωνή), αλλά προπάντων ο όρος προσωδία (= η μουσική που συνοδεύει τις συλλαβές) και οι όροι τόνος ή τάσις (=τέντωμα), οι οποίοι προέρχονται από το τέντωμα (επίτασις) ή τη χαλάρωση (άνεσις) των χορδών των μουσικών οργάνων χάρη στα οποία ποικίλλει το ύψος ενός μουσικού οργάνου.

2) Το μέτρο (=ρυθμός) των ποιημάτων,
δεν δημιουργείται από την εναλλαγή τονισμένων και άτονων συλλαβών, όπως στα Νέα Ελληνικά και τις γλώσσες με δυναμικό τόνο, αλλά από την εναλλαγή μακρών και βραχειών συλλαβών. Ο τόνος δεν λαμβάνεται υπόψη στη δημιουργία του μέτρου.

3) Στις σπάνιες περιπτώσεις που έχει διασωθεί η μουσική
που συνόδευε τα ποιήματα (λ.χ. επιτάφιο άσμα του Σείκιλου -βλ. την εικόνα που ακολουθεί), αυτή λαμβάνει γενικά υπόψη της την έμφυτη μουσικότητα των λέξεων: έτσι λ.χ. οι συλλαβές που έχουν οξεία είναι σε υψηλότερη νότα από τις άλλες συλλαβές της λέξης που δεν έχουν οξεία.





4) Η δημιουργία σημαδιών από το 200 π.Χ. και μετά για τη δήλωση του τόνου,
υποδεικνύει ότι οι δάσκαλοι τα θεωρούσαν απαραίτητα, για να μάθουν οι μαθητές ένα σύστημα τονισμού που είχε αρχίσει να εκλείπει ή τουλάχιστον να τους δυσκολεύει. [i]


ΒΡΑΧΕΑ-ΜΑΚΡΑ ΦΩΝΗΕΝΤΑ-ΔΙΦΘΟΓΓΟΙ
Η Αρχαία Ελληνική διέκρινε βραχέα και μακρά φωνήεντα. Η διάκριση αφορούσε το χρόνο εκφοράς: τα βραχέα εκφέρονταν σε ένα χρόνο, τα μακρά σε διπλάσιο. Οι δίφθογγοι από αυτή την άποψη μπορούν να θεωρηθούν ως ειδική περίπτωση των μακρών, με τη διαφορά ότι ο δεύτερος χρόνος καλυπτόταν από διαφορετικό φωνήεν σε σχέση με τα μακρά. Έτσι έχουμε:

Βραχέα: ε, ο, υ, ι, α

Μακρά: η (=εε), ω (=οο), α (=αα), ι (=ιι), υ (=υυ)

Παράδειγμα διφθόγγου: αι = όπως ακούγεται στη λέξη καημός.


ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΤΟΝΙΣΜΟΥ
Ήταν τρία: οξεία ’, βαρεία ‛ , οξυβάρεια ’‛ ή περισπωμένη.


ΟΙ ΤΟΝΟΙ
Στην οξεία το ύψος της φωνής ανέβαινε στο τονισμένο φωνήεν. Μια υπόθεση λέει ότι ανέβαινε κατά ένα διάστημα πέμπτης, δηλαδή στην κλίμακα λ.χ. του ντο από το ντο στο σολ.

Στη βαρεία το ύψος της φωνής ήταν καθοδικό σε σχέση με την οξεία. Δηλαδή η φωνή κατέβαινε ξανά στο ντο ή εν πάση περιπτώσει στο κανονικό, ασημάδευτο ύψος φωνής των άτονων φωνηέντων. Κάποια στιγμή σημειωνόταν καταχρηστικά σε όλα τα μη τονισμένα φωνήεντα. 

Αργότερα η χρήση της περιορίστηκε μόνο σε λέξεις που κανονικά έπαιρναν οξεία στη λήγουσα (οξύτονες) και μετά δεν ακολουθούσε ισχυρό σημείο στίξης (λ.χ. τελεία) ή εγκλιτικό. Μια εύλογη υπόθεση είναι ότι η άνοδος του ύψους της φωνής σ’ αυτή την περίπτωση δεν ήταν τόσο υψηλή όσο στην κανονική οξεία.

Η περισπωμένη (οξυβάρεια) σημείωνε την άνοδο της φωνής στον πρώτο χρόνο και την κάθοδό της στο δεύτερο χρόνο (σύνθετος τόνος). Επομένως χρειάζεται δύο χρόνους για να εκφραστεί, και άρα αφορά μόνο τα μακρά φωνήεντα και τις διφθόγγους. Αυτός είναι ο λόγος που μαθαίνουμε τον κανόνα ότι τα βραχέα φωνήεντα δεν παίρνουν ποτέ περισπωμένη: τα βραχέα έχουν μόνο ένα χρόνο. 

Ένας άλλος κανόνας που μαθαίνουμε στο σχολείο, είναι ότι οι δίφθογγοι -οι και -αι στο τέλος κλιτής λέξης λογαριάζονται για τον τονισμό ως βραχέα φωνήεντα και όχι ως μακρά: στην περίπτωση αυτή το δεύτερο στοιχείο της διφθόγγου, το -ι, πρέπει να μετατρεπόταν στον καθημερινό γρήγορο λόγο σε ημίφωνο -y (όπως λ.χ. στα Νέα Ελληνικά το -ι- στη λέξη παιδιά, προφορά πεδyά), δηλαδή σε σύμφωνο, άρα η προφορά ήταν -oy, -ay και επομένως η δίφθογγος απέμενε μόνο με έναν φωνηεντικό χρόνο (ο ή α), άρα μπορούσε να θεωρηθεί ως βραχύ φωνήεν. 

Όταν ένα μακρό φωνήεν έπαιρνε οξεία, αυτό σημαίνει ότι το ύψος της φωνής ανέβαινε μόνο στον δεύτερο χρόνο. 

Παράδειγμα:
κέὲπος = κῆπος
κεέπου =κήπου



Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΤΡΙΣΥΛΛΑΒΙΑΣ
Ο βασικότερος ίσως κανόνας τονισμού της Αρχαίας Ελληνικής, είναι ότι ο τόνος δεν μπορεί να ανέβει πριν από την προπαραλήγουσα (δηλαδή την τρίτη συλλαβή από το τέλος) κι αυτό όταν η λήγουσα είναι βραχεία. Όταν η λήγουσα είναι μακρά, ο τόνος κατεβαίνει αναγκαστικά στην παραλήγουσα. Π.χ. το όφελος, αλλά του οφέλους. 

Στην πραγματικότητα πίσω από αυτό τον κανόνα κρύβεται ένας γενικότερος, βασικότερος και παλιότερος: ο τόνος δεν μπορεί να ανέβει πέρα από τον τρίτο φωνηεντικό χρόνο από τη λήγουσα. Στο παράδειγμα με τη λέξη όφελος ο κανόνας είναι ολοφάνερος:

όφελος: όλα τα φωνήεντα είναι βραχέα, άρα διαρκούν από έναν χρόνο (3Χ1). Η λέξη τονίζεται στον τρίτο χρόνο από τη λήγουσα.

οφέλους: το ου της κατάληξης είναι δίφθογγος, άρα έχει δύο χρόνους, συνεπώς συνολικά η λέξη έχει τώρα 1+1+2 =4 χρόνους. 

Ο τόνος κατεβαίνει αναγκαστικά στον τρίτο χρόνο από το τέλος, άρα πάει στην παραλήγουσα.
Το ίδιο σχήμα ερμηνεύει και δισύλλαβες λέξεις, όπου φαινομενικά δεν έπρεπε να ισχύει ο νόμος της τρισυλλαβίας. Ισχύει όμως ο πιο βασικός νόμος της τριχρονίας:

κῆπος =κέεπος, ο τόνος πέφτει στον τρίτο χρόνο από το τέλος.

κήπου = κεέπου, ο τόνος πέφτει στον τρίτο χρόνο από το τέλος.[ii]

κῆποι = κέεποι, ο νόμος φαινομενικά μόνο παραβιάζεται, αφού είπαμε ότι το -οι στο τέλος κλιτής λέξης γίνεται oy και του απομένει μόνο ένας φωνηεντικός χρόνος: πραγματική προφορά κέεποy.



Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΟΝ ΔΥΝΑΜΙΚΟ ΤΟΝΟ
Η αλλαγή του τόνου από μουσικό σε δυναμικό ήταν βαθμιαία διαδικασία που ξεκίνησε αμέσως μετά την κλασική εποχή για τις περισσότερες ελληνικές διαλέκτους (υπάρχουν υποψίες ότι στη λακωνική ξεκίνησε ήδη από το τέλος της αρχαϊκής εποχής). 

Στην ενίσχυση της αλλαγής, έπαιξε ίσως σημαντικό ρόλο και η διάδοση της Ελληνικής σε ξένους λαούς, που δεν ήταν σε θέση να αναπαραγάγουν τα λεπτά μουσικά σχήματα της Ελληνικής, όπως σήμερα οι ξένοι ομιλητές της αγγλικής δεν μπορούν να αναπαραγάγουν εύκολα την λονδρέζικη προφορά και συνήθως υιοθετούν μια προφορά των δύσκολων φθόγγων πιο κοντά στη δική τους μητρική γλώσσα. 

Επιπλέον ο μουσικός τόνος χρειαζόταν τα μακρά φωνήεντα και τις διφθόγγους, για να εκφραστεί. Η βαθμιαία μετατροπή των μακρών σε βραχέα και ο μονοφθογγισμός των διφθόγγων (π.χ. καιρός > καερός > κεερός > κερός) οδήγησε στην απώλεια και του μουσικού τονισμού. Η μετάβαση στο δυναμικό τονισμό φαίνεται να ολοκληρώθηκε στους δύο πρώτους μετά Χριστόν αιώνες, αφού τα ποιήματα του Κλήμεντος από την Αλεξάνδρεια (τέλος 2ου αιώνα μ.Χ.) ή του Γρηγόριου του Ναζιανζηνού (4ος αιώνας μ.Χ.) στηρίζονται στην εναλλαγή άτονων και τονισμένων συλλαβών, όπως στα Νέα Ελληνικά (βέβαια οι λόγιοι ποιητές εξακολούθησαν να γράφουν στα παραδοσιακά μέτρα για αιώνες ακόμη). 

Ενδιάμεσα την επικράτηση του δυναμικού τονισμού μαρτυρούν ορθογραφικά «λάθη» σε παπυρικά ευρήματα από καθημερινούς ανθρώπους. Έτσι λ.χ. συχνά το ε γράφεται ως γιώτα σε άτονες συλλαβές: είναι γνωστό ότι ο δυναμικός τόνος έχει την τάση να «εξασθενεί» τα άτονα φωνήεντα, οδηγώντας τα ακόμη και στην οριστική έκπτωση από τη λέξη. Ένα παρόμοιο φαινόμενο παρουσιάζεται στα λεγόμενα βόρεια νεοελληνικά ιδιώματα: π.χ. νιρό αντί νερό, σκλί αντί σκυλί κ.ο.κ.[iii]

[i] Υπήρχαν φυσικά και άλλοι λόγοι για την επινόηση των τονικών σημαδιών, ο κυριότερος από τους οποίους ήταν η ανάγκη να σημειωθούν οι τόνοι σε διαλεκτικά κείμενα των οποίων ο τονισμός διέφερε από τον επικρατούντα αττικό. Λ.χ. τα κείμενα των Λέσβιων αρχαϊκών λυρικών (Σαπφώ, Αλκαίος) ήταν γραμμένα σε μια διάλεκτο που είχε την τάση να ανεβάζει τον τόνο των λέξεων μακριά από τη λήγουσα. Π.χ. πόταμος αντί ποταμός. Επίσης τα ομηρικά κείμενα ήταν γεμάτα με ιωνικούς, λεσβιακούς και άλλους πανάρχαιους τύπους και οι μαθητές και οι σπουδαστές έπρεπε να μάθουν τον σωστό τονισμό αυτών των λέξεων, πολλές από τις οποίες δεν χρησιμοποιούνταν πια στην ελληνιστική εποχή. Τέλος στη χρήση τόνων μπορεί να συνέβαλε και η ανάγκη των ξένων να μάθουν σωστά την Ελληνική.

[ii] Αυτόν τον νόμο τον μαθαίνουμε μηχανικά στο σχολείο ως «μακρό μπροστά από βραχύ περισπάται», «μακρό μπροστά από μακρό οξύνεται».

[iii] Ο κλασικός λακωνικός τύπος σιός αντί θεός (με «αδυνάτισμα» του άτονου ε σε ι) είναι μία από τις ενδείξεις που εξαιτίας τους οι γλωσσολόγοι υποπτεύονται ότι στη λακωνική η εξέλιξη προς το δυναμικό τόνο ξεκίνησε νωρίτερα από τις άλλες διαλέκτους. [Ο λακωνικός τύπος είναι ενδιαφέρων και από μια άλλη άποψη: δείχνει ότι τα δασέα σύμφωνα όπως το -θ- (κλασική προφορά περίπου /τχ/ =τχεός) ξεκίνησαν να γίνονται τριβόμενα (όπως σήμερα) στη λακωνική επίσης νωρίτερα σε σχέση με άλλες αρχαίες διαλέκτους: το σ- φαίνεται να αποτελεί απόπειρα να αποδοθεί ένα τριβόμενο θ όπως το σημερινό με τον πιο κοντινό φθόγγο που διέθετε το ελληνικό αλφάβητο, με άλλα λόγια η λακωνική προφορά στην πράξη πρέπει να ήταν /θιός/ ή /θyός/ με συνίζηση)]. 

Η επικράτηση ισχυρού δυναμικού τόνου, είναι και ο λόγος που λ.χ. στη Γαλλική υπάρχει τόσο μεγάλη διαφορά μεταξύ ιστορικής ορθογραφίας και πραγματικής προφοράς. Η Λατινική, ο πρόγονος της Γαλλικής, είχε επίσης μουσικό τόνο. Στην πορεία προς τη Γαλλική η επικράτηση δυναμικού τονισμού οδήγησε στον ακρωτηριασμό των άτονων συλλαβών: ils aiment πραγματική προφορά ilz-em. Ο ακρωτηριασμός των καταλήξεων οδήγησε στο να τονίζονται όλες οι γαλλικές λέξεις στη λήγουσα!


Σταύρος Γκιργκένης

Διαβάστε περισσότερα... »

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

Κλαγγηδόν, κλαγγηδόν: το Jingle Bells στα… αρχαία ελληνικά!



Και οι κλασικοί φιλόλογοι έχουν χιούμορ.

Και ως φαίνεται ο καθηγητής Christopher Pellins (που από το 2003 έχει την Έδρα Regius των Ελληνικών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης) δεν έχει μόνο χιούμορ και άρτια γνώση των αρχαίων ελληνικών, αλλά και σπουδαία φαντασία!

Με πολλές ευχαριστίες
για την ανακάλυψη στη φίλη αρχαιολόγο Καλλιόπη Σαρρή.

Αν αναρωτιέστε λοιπόν πώς θα ήταν το Jingle Bells (ένα τραγούδι του 1857 μ.Χ.) στα αρχαία ελληνικά, ιδού η απάντηση:



(Παρατηρήσατε ότι μπορεί κανείς να το τραγουδήσει στο ρυθμό του τραγουδιού;)

Αλλά και η ιστορία του Ρούντολφ του τάρανδου, που γράφτηκε μόλις το 1939, πώς θα ακουγόταν άραγε τον 5ο αι. π.Χ;





Διαβάστε περισσότερα... »

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Ο Ηνίοχος




«….Νουν γαρ και φρόνησιν αυτήν μεν καθ’ αυτήν ούτε τις πλάστης, ούτε τις γραφεύς εικάσαι δυνατός έσται. Αθέατοι γαρ των τοιούτων και ανιστόρητοι παντελώς πάντες. Το δε εν ω τούτο γιγνόμενον εστιν ουχ υπονοούντες, αλλ’ ειδότες, επ’ αυτό καταφεύγομεν, ανθρώπινον σώμα ως αγγείον φρονήσεως και λόγου θεώ προσάπτοντες, ενδεία και απορία παραδείγματος τω φανερώ τε και εικαστώ το ανείκαστον και αφανές ενδείκνυσθαι ζητούντες, συμβόλου δυνάμει χρώμενοι….».

«….Πράγματι, τον νουν και την φρόνησιν αυτήν καθ’ αυτήν, δεν είναι ικανός να απεικονίσει κανένας, ούτε αγαλματοποιός, ούτε ζωγράφος. Διότι τέτοιες δυνάμεις είναι αόρατες και παντελώς άγνωστες σε όλους. Έτσι, καταφεύγουμε στο ανθρώπινον σώμα, στο οποίον οτιδήποτε αποδίδουμε δεν υπονοείται απλώς, αλλά και αναγνωρίζεται και επειδή το θεωρούμε ως σκεύος φρονήσεως και λόγου, το συνδέουμε με τον θεό, λόγω ελλείψεως και απουσίας άλλου παραδείγματος αυτών, επιζητώντας να δείξουμε με το φανερόν και απεικονιζόμενον, το αφανές και ανεικονικό, χρησιμοποιώντας το ανθρώπινον σώμα σαν σύμβολον δυνάμεων….»
(Δίων Χρυσόστομος: Περί Βασιλείας, Α’ 1, 12)


Με τον αρχαιότατον όρον «άγαλμα», νοείται το γλυπτόν έργον τέχνης, στην θέα του οποίου η ψυχή του θεατή αγάλλεται, δηλαδή γεμίζει από ενθουσιασμό και χαρά. Αυτήν την αγαλλίασιν προσέφερε και προσφέρει ακόμη η θέασις των Αρχαίων Ελληνικών αγαλμάτων. 

Αποκαθίσταται δηλαδή μεταξύ του συντονισμένου θεατή και των αφανών και ανεικονικών δυνάμεων, οι οποίες συμβολίζονται μέσα από τα αγάλματα, μία μυστηριακή σχέσις λήψεως υποσυνειδήτων πληροφοριών και μηνυμάτων. Διά τον λόγον αυτόν την δημιουργία των αγαλμάτων των θεών και των αφιερωμένων εις τους θεούς, ανελάμβαναν γλύπτες, οι οποίοι κατείχαν την μύησιν στους συμβολισμούς και πολλές φορές την δημιουργία τέτοιων αγαλμάτων επόπτευαν ιερείς.


Το συγκρότημα των τεσσάρων αλόγων και ο Ηνίοχος
Ένα τέτοιο γλυπτόν δημιούργημα είναι και το χάλκινον άγαλμα τουΗνιόχου των Δελφών!
Στην αρχικήν του σύνθεσιν παρίστανε ένα τέθριππον άρμα με τον Ηνίοχόν του, και αφιερώθηκε ως ανάθημα στοΙερόν του Απόλλωνος στους Δελφούς από τον τύραννον της Γέλας Πολύζαλον του Δεινομένους, ύστερα από την νίκην του στην αρματοδρομία, στους αγώνες των Πυθίων, το – 478. 

Ως δημιουργός του, χωρίς όμως αυτό να είναι εξακριβωμένον, φέρεται ο χαλκοπλάστης Πυθαγόρας ο Σάμιος, ο οποίος τότε ζούσε εξόριστος στο Ρήγιο της Καλαβρίας και τα έργα του ήταν θαυμαστά διά την συμμετρίαν και την ακριβή απόδοσιν των λεπτομερειών τους.

Το – 373, την περιοχήν των Δελφών συνετάραξε ένας ισχυρός σεισμός, ο οποίος μαζί με τις άλλες καταστροφές στο Ιερόν, τις οποίες προξένησε, κατεκρήμνισε και το ανάθημα της συνθέσεως του Ηνιόχου. Οι ιερείς του Δελφικού Ιερού, έθαψαν το κατεστραμμένον άγαλμα σε μία κρύπτη μεταξύ του χώρου του Ναού του Απόλλωνοςκαι του θεάτρου, απ’ όπου το ανέσυραν οι αρχαιολόγοι το 1896.

Εκ των υστέρων καταλαβαίνει κανείς και δεν μπορεί να μην θαυμάσει την θεϊκήν πρόνοιαν στην πράξιν των ιερέων του Μαντείου, οι οποίοι με την ταφήν του αναθήματος, έδωσαν την δυνατότητα στον σημερινόν κόσμον, να μαγεύεται και να αγάλλεται στην θέαν του ωραιότερου ίσως αγάλματος, το οποίον διεσώθη μέχρι σήμερον. 

Και τούτο διότι η καταστροφική μανία των υπανθρώπων, η οποία εξεδηλώθη αργότερα ως λαίλαψ εναντίον κάθε τι Ελληνικού, το οποίον μπορούσε να μιλήσει στην ψυχήν των ανθρώπων, σίγουρα δεν θα άφηνε απείραχτον έναν τέτοιον θησαυρόν!


Η ψιλόλιγνη μορφή του νεαρού Ηνιόχου, έχει ύψος1,80 μέτρων και φοράει το πτυχωτό μακρύ φόρεμα των ηνιόχων, δεμένο με πλατιά ζώνη επάνω από την μέσην και γύρω από τις μασχάλες με δύο τιράντες διασταυρούμενες χιαστί στην πλάτην, διά να μην το ανεμίζει η αντίστασις του αέρα κατά την διάρκειαν της αρματοδρομίας. Στο δεξί του χέρι, το οποίον έχει διασωθεί, κρατάει τα ηνία των αλόγων με ηρεμία και σιγουριά και πατά γερά με τα γυμνά του πόδια στο δάπεδον του άρματος.

Στον κορμόν του αγάλματος είναι εμφανής μία«ασυμμετρία», ως προς την αναλογία του επάνω τμήματος του σώματός του με το κάτω τμήμα του. Δηλαδή το άγαλμα από την μέση και κάτω είναι δυσανάλογα υψηλότερον από εκείνο, το οποίον θα αντιστοιχούσε στην σωματικήν διάπλασίν του από την μέση και επάνω.

Όμως αυτή η «ασυμμετρία» αποτελεί τμήμα του συμβολισμού, τον οποίον ο δημιουργός του σκόπιμα μεταχειρίστηκε διά να περάσει στους θεατές μυστηριακές υποσυνείδητες γνώσεις. Έκανε δηλαδή το αθέατον, λόγω του άρματος, μέρος του σώματος του Ηνιόχου υψηλότερον από το κανονικόν, διά να έχει ο Ηνίοχος το κεφάλι του, υψηλότερα από το μέγιστο ύψος της κεφαλής των αλόγων, όταν εκείνα ανορθώνουν τον λαιμόν τους κατά τον καλπασμόν και έτσι να έχει πάντοτε τον πλήρη οπτικόν έλεγχον του χώρου!

Στο κεφάλι του Ηνιόχου, το οποίον κατά κοινήν ομολογίαν αγγίζει την τελειότητα
διά την κανονικότητα, την συμμετρίαν και την έκφρασίν του, οι βόστρυχοι των μαλλιών του είναι δεμένοι με ασημένια μαιανδρική ταινία, έμβλημα των μυημένων στα μυστήρια τωνΚαβείρων.



Όλη όμως η μοναδική αίσθηση της «ζωντάνιας» του Ηνιόχου κρύβεται στο θαύμα του βλέμματός του!

Οι βολβοί των ματιών του, κατασκευασμένοι από λευκό σμάλτο και οι ίριδες από ημιπολύτιμους λίθους καστανού χρώματος, είναι τόσον τέλεια συναρμοσμένα, ώστε όχι μόνον να δίνουν την αίσθησιν αληθινών οφθαλμών, αλλά και να προσδίδουν στο βλέμμα του μίαν υπερκόσμιαν αίσθησιν, η οποία μαγνητίζει εκείνον ο οποίος θα διασταυρώσει το δικό του βλέμμα με το βλέμμα του Ηνιόχου!


Και εδώ, στο «ζωντανό» αυτό βλέμμα του Ηνιόχου, κρύβεται η μυστηριακή δόνησις, την οποίαν το άγαλμα μεταδίδει στον εκστατικόν θεατήν! Μέσα από αυτό το βλέμμα πηγάζουν δυνάμεις περίεργες από ανώτερα κοσμικά πεδία, οι οποίες μπορούν να μεταδώσουν πληροφορίες υψίστης σημασίας στο υποσυνείδητον της ψυχής του θεατή, ο οποίος θεάται το άγαλμα συντονιζόμενος με την πηγήν αυτής της εκπομής! 

Και η πηγή αυτή δεν είναι άλλη από την Δελφική Ιδέα του Μέτρου του Κάλλους και τηςΑυτογνωσίας, η οποία έχει μετουσιωθεί μέσα στην μορφήν του Ηνιόχου!

Εκείνος ο οποίος θα σταθεί απέναντι από το άγαλμα αυτό, ατενίζοντάς το στα μάτια διά μεγάλο χρονικόν διάστημα, θα αισθανθεί ότι «χάνεται» από τον συγκεκριμένον χωροχρόνον και ότι ατενίζει το ίδιον το κριτικόν αλλά και γεμάτο συναισθήματαΑπολλώνιον βλέμμα!

Στο πεδίον αντιλήψεως του συντονισμένου θεατή καταγράφονται και πολλές άλλες εντυπώσεις από αυτήν την θέασιν. Μία εξ αυτών ίσως είναι η εντύπωσις, ότι το άγαλμα αυτό συμβολίζει τον Ηνίοχον της Ψυχής, τον Νούν, ο οποίος κυριαρχεί στο άρμα του ισορροπημένου ανθρώπου. 


Υπερβολικά υψηλός ο Ηνίοχος Νούς, διά να έχει τον πλήρη έλεγχον και την εποπτείαν του άρματος (ανθρώπου), αλλά και του περιβάλλοντος χώρου (συνθηκών ζωής), χαλιναγωγεί τα ατίθασα αλλά δυναμικά άλογά του(χαμηλότερα και φθαρτά μέρη της Ψυχής).

Επίσης ίσως μπορεί να καταγραφεί ως εντύπωσις, η αίσθησις ότι ο Ηνίοχος μπορεί να συμβολίζει το Πέμπτον και κυρίαρχον στοιχείον της Ψυχής (την Πεμπτουσία αυτής)στο ανθρώπινον άρμα, το συρρόμενον από τα τέσσερα άλογα ή τέσσερα άλλα φθαρτά φυσικά στοιχεία.



Εκείνον όμως το οποίον μεταφυσικά είναι δυνατόν να επιβεβαιώσει ακόμη περισσότερον αυτούς τους συμβολισμούς, είναι το γεγονός, ότι από το σύμπλεγμα του αγάλματος του Ηνιόχου, το μέρος το οποίον διεσώθη σχεδόν ανέπαφον και το ίδιο εκφραστικόν, είναι μόνον ο Ηνίοχος, ο Νους, η Πεμπτουσία, ενώ τα άλλα μέρη του συμπλέγματος, τα άλογα και το άρμα, δηλαδή το σώμα και τα φθαρτά ψυχικά μέρη, ή τα τέσσερα άλλα στοιχεία, έχουν καταστραφεί και χαθεί!

Έτσι όμως δεν συμβαίνει και στην κατά τους Φιλοσόφους μας Ελληνικήν κοσμοθέασιν;! Μόνον ο καθαρός Νους δεν διασώζεται, αφού και το σώμα, αλλά και τα άλογα και φθαρτά τμήματα της ψυχής, τελικά διαλύονται στο τελικό στάδιο της εξελικτικής ανόδου μας;! Κι εδώ ο Ηνίοχος δεν παρουσιάζεται σήμερα ενώπιόν μας ως ο μόνος νικητής, μετά τον τελικόν Δελφικόν Αγώνα;!

Είναι λοιπόν ο Ηνίοχος των Δελφών ένα «ζωντανό» άγαλμα, μία περικαλλής σύλληψη και εικόνα ανωτέρων κοσμικών προτύπων, στο βλέμμα και στην μορφή της οποίας συναντάται ο θείος με τον ανθρώπινον κόσμον!

Διαβάστε περισσότερα... »

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Δαμώ: Η μεγάλη γεωμέτρης φιλόσοφος




Η Δαμώ είναι σύμφωνα με την παράδοση, μετά το Μνήσαρχο και τον Τηλαύγη, το τρίτο παιδί του Πυθαγόρα του Σάμιου και της Θεανώς της Κροτωνιάτιδος. Μυήθηκε από μικρή στη διδασκαλία και τη φιλοσοφία του πατέρα της. 
 
Γύρω της δημιουργήθηκε ένας μύθος, σχετικός με την αποκάλυψη του μυστικού της πυθαγόρειας θεωρείας, διότι ήταν εξαιρετική στην κατανόηση και την διαδασκαλία των πυθαγόρειων συμβόλων και συμβολισμών...

Σύμβολα εννοούμε την ανάλυση
των γεωμετρικών και μαθηματικών σχημάτων, ενώ συμβολισμούς τα κρυφά νοήματα της διδασκαλίας των κανόνων που αποτελούνταν από ελάχιστες λέξεις.

H ίδια δίδαξε τα πυθαγόρεια δόγματα στην Σχολή του Κρότωνος. 

Μετά την διάλυση της Σχολής, η Δαμώ,
στην οποία ο Πυθαγόρας είχε εμπιστευτεί τα γραπτά του έργα, με την ρητή εντολή να μην τα ανακοινώσει σε αμύητους, όπως άλλωστε γινόταν με όλη τη διδασκαλία του, κατέφυγε στην Αθήνα.

Ενώ μάλιστα θα μπορούσε κατά τις αφηγήσεις του Διογένη του Λαέρτιου
να τα πουλήσει και να αποκομίσει σημαντικά οφέλη, προτίμησε την φτώχεια θεωρώντας τις οδηγίες του πατέρα της πιο σημαντικές και από τον χρυσό. 

Αργότερα όμως δημοσίευσε
μόνο την γεωμετρική διδασκαλία του Πυθαγόρα με την βοήθεια τουΦιλόλαου και του Θυμαρίδα. 

Η έκδοση αυτή όπως αναφέρει ο Ιάμβλιχος
είχε τον τίτλο «Η προς Πυθαγόρου Ιστορία». Η χρήση της λέξης ιστορία έχει να κάνει με το ότι κατά τον Ιάμβλιχο, ο Πυθαγόρας την γεωμετρία την ονόμαζε ιστορία. Ήταν μία γεωμετρία ανωτέρου επιπέδου. 

Κατά τον Γέμινο,
η κατασκευή του κανονικού τετραέδρου και η κατασκευή του κύβουοφείλονται στην Δαμώ.

Η Δαμώ παντρεύτηκε
κάποιον Πυθαγόρειο και απέκτησε μία κόρη την Βιτάλη.


Διαβάστε περισσότερα... »

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2013

Απο τον Όμηρο, στο σήμερα. Η διαχρονικότητα της Ελληνικής Γλώσσας.





Δεν υπάρχουν αρχαίες και νέες Ελληνικές λέξεις, αλλά μόνο Ελληνικές. Η Ελληνική γλώσσα είναι ενιαία και ουσιαστικά αδιαίρετη χρονικά.

«Από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα».

Και πολλά θα ειπωθούν για γενιές ακόμη «Από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα», είπε ο Γιώργος Σεφέρης.

Ποια Ελληνική λέξη είναι αρχαία και ποια νέα;
Γιατί μια Ομηρική λέξη μας φαίνεται δύσκολη και ακαταλαβίστικη; 

Οι Έλληνες σήμερα ασχέτως μορφώσεως μιλάμε ομηρικά, αλλά δεν το ξέρουμε επειδή αγνοούμε την έννοια των λέξεων που χρησιμοποιούμε. 

Για του λόγου το αληθές, θα αναφέρουμε μερικά παραδείγματα για να δούμε ότι η Ομηρική γλώσσα όχι μόνο δεν είναι νεκρή, αλλά είναι ολοζώντανη.

Αυδή είναι η φωνή. Σήμερα χρησιμοποιούμε το επίθετο άναυδος.


Αλέξω στην εποχή του Ομήρου σημαίνει εμποδίζω, αποτρέπω. Τώρα χρησιμοποιούμε τις λέξεις αλεξίπτωτο, αλεξίσφαιρο, αλεξικέραυνο αλεξήλιο Αλέξανδρος (αυτός που αποκρούει τους άνδρες) κ.τ.λ.

Με το επίρρημα
τήλε στον Όμηρο εννοούσαν μακριά, εμείς χρησιμοποιούμε τις λέξεις τηλέφωνο, τηλεόραση, τηλεπικοινωνία, τηλεβόλο, τηλεπάθεια κ.τ.λ.

Λάας ή λας έλεγαν την πέτρα. Εμείς λέμε λατομείο, λαξεύω.
Πέδον στον Όμηρο σημαίνει έδαφος, τώρα λέμε στρατόπεδο, πεδινός.

Το κρεβάτι λέγεται λέχος, εμείς αποκαλούμε λεχώνα τη γυναίκα που μόλις γέννησε και μένει στο κρεβάτι.

Πόρο έλεγαν τη διάβαση, το πέρασμα, σήμερα χρησιμοποιούμε τη λέξη πορεία. Επίσης αποκαλούμε εύπορο κάποιον που έχει χρήματα, γιατί έχει εύκολες διαβάσεις, μπορεί δηλαδή να περάσει όπου θέλει, και άπορο αυτόν που δεν έχει πόρους, το φτωχό.


Φρην
είναι η λογική. Από αυτή τη λέξη προέρχονται το φρενοκομείο, ο φρενοβλαβής, ο εξωφρενικός, ο άφρων κ.τ.λ.

Δόρπος, λεγόταν το δείπνο, σήμερα η λέξη είναι επιδόρπιο.


Λώπος είναι στον Όμηρο το ένδυμα. Τώρα αυτόν που μας έκλεψε (μας έγδυσε το σπίτι) το λέμε λωποδύτη!


Ύλη ονόμαζαν ένα τόπο με δένδρα, εμείς λέμε υλοτόμος.


Άρουρα ήταν το χωράφι, όλοι ξέρουμε τον αρουραίο.


Τον θυμό τον αποκαλούσαν
χόλο. Από τη λέξη αυτή πήρε το όνομα της η χολή, με την έννοια της πίκρας. Λέμε επίσης αυτός είναι χολωμένος.

Νόστος σημαίνει επιστροφή στην πατρίδα. Η λέξη παρέμεινε ως παλινόστηση, ή νοσταλγία. 


Άλγος
στον Όμηρο είναι ο σωματικός πόνος, από αυτό προέρχεται το αναλγητικό.

Το βάρος το αποκαλούσαν άχθος, σήμερα λέμε αχθοφόρος.

Ο ρύπος, δηλαδή η ακαθαρσία, εξακολουθεί και λέγεται έτσι - ρύπανση.

Από τη λέξη αιδώς (ντροπή) προήλθε ο αναιδής.

Πέδη, σημαίνει δέσιμο και τώρα λέμε πέδιλο. Επίσης χρησιμοποιούμε τη λέξη χειροπέδες.

Από το φάος, το φως προέρχεται η φράση φαεινές ιδέες.


Άγχω, σημαίνει σφίγγω το λαιμό, σήμερα λέμε αγχόνη. Επίσης άγχος είναι η αγωνία από κάποιο σφίξιμο, ή από πίεση.


Βρύχια στον Όμηρο είναι τα βαθιά νερά, εξ ου και τo υποβρύχιο.

Φερνή έλεγαν την προίκα. Από εκεί επικράτησε την καλά προικισμένη να τη λέμε «πολύφερνη νύφη».

Το γεύμα στο οποίο ο κάθε παρευρισκόμενος έφερνε μαζί του το φαγητό του λεγόταν έρανος. Η λέξη παρέμεινε, με τη διαφορά ότι σήμερα δεν συνεισφέρουμε φαγητό, αλλά χρήματα.

Υπάρχουν λέξεις, από τα χρόνια του Ομήρου, που ενώ η πρώτη τους μορφή μεταβλήθηκε - η χειρ έγινε χέρι, το ύδωρ νερό, η ναυς έγινε πλοίο, το άστυ έγινε πόλη, στη σύνθεση διατηρήθηκε η πρώτη μορφή της λέξεως.

Από τη λέξη χείρ έχουμε: χειρουργός, χειριστής, χειροτονία, χειραφέτηση, χειρονομία, χειροδικώ κ.τ.λ.

Από το ύδωρ έχουμε τις λέξεις: ύδρευση υδραγωγείο, υδραυλικός, υδροφόρος, υδρογόνο, υδροκέφαλος, αφυδάτωση, ενυδρείο, κ.τ.λ.

Από τη λέξη ναύς έχουμε: ναυπηγός, ναύαρχος, ναυμαχία, ναυτικός, ναυαγός, ναυτιλία, ναύσταθμος, ναυτοδικείο, ναυαγοσώστης, ναυτία, κ.τ.λ.

Από τη λέξη άστυ έχουμε: αστυνομία, αστυνομικός, αστυφιλία, κ.τ.λ.

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα παραδείγματα, προκύπτει ότι:
Δεν υπάρχουν αρχαίες και νέες Ελληνικές λέξεις, αλλά μόνο Ελληνικές.

Η Ελληνική γλώσσα είναι ενιαία και ουσιαστικά αδιαίρετη χρονικά.

Από την εποχή του Ομήρου μέχρι σήμερα,
προστέθηκαν στην Ελληνική γλώσσα μόνο ελάχιστες λέξεις.

Η γνώση των εννοιών των λέξεων θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε ότι μιλάμε τη γλώσσα της ομηρικής ποίησης, μια γλώσσα που δεν ανακάλυψε ο Όμηρος αλλά προϋπήρχε πολλές χιλιετίες πριν από αυτόν.

Σίγουρα έχετε και σεις
πολλά παραδείγματα και μπορείτε να τα προσθέσετε στο λεξιλόγιο που παραθέσαμε.

Μένει μόνο να σας πούμε ότι τα Αρχαία Ελληνικά αν διαβαστούν με προσοχή είναι σίγουρα Ελληνικότατα και όχι μία ακόμη ξένη γλώσσα που απλά μαθαίνουμε στο σχολείο.

Μελετήστε τα
και ορθώστε ανάστημα απέναντι την ξενομανία.

Διαβάστε περισσότερα... »

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Αμερικανίδα αρχαιολόγος άνοιξε το δρόμο για την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β




Η Άλις Κόμπερ σε μία από τις ελάχιστες φωτογραφίες της. Αριστερά πήλινη πινακίδα σε Γραμμική Β γραφή, από αυτές που ανακάλυψε γύρω στο 1900 στην Κνωσό, έξω απ' το Ηράκλειο, ο σερ Άρθουρ Έβανς.

Στο φως ο άγνωστος έως σήμερα ρόλος της Άλις Κόμπερ.

Από το 1952,
τον επίζηλο τίτλο του ανθρώπου που αποκρυπτογράφησε την Γραμμική Β, δηλαδή την αρχαιοελληνική γλώσσα που μνημεία της ανακάλυψε στην Κρήτη, στο παλάτι της Κνωσού και αλλού, ο αρχαιολόγος σερ Άρθουρ Έβανς, κρατούσε ο Βρετανός Μάικλ Βέντρις (1922 - 1956).

Σήμερα όμως έρχεται στο φως μια αποκάλυψη που θέλει μια Αμερικανίδα αρχαιολόγο ονόματι Άλις Κόμπερ (1906 - 1950), να είναι υπεύθυνη για την προεργασία ενός τεράστιου όγκου μελετών και σημειώσεων, τον οποίο μετέπειτα αξιοποίησε λαμπρά ο ευφυέστατος Βέντρις για να ερμηνεύσει την πολύπλοκη αυτή γραφή που αποτελείτο από πλήθος συμβόλων, είναι συλλαβική και ιδεογράμματη (89 συλλαβογράμματα και 260 ιδεογράμματα), αλλά δεν είναι «μινωική» όπως λανθασμένα πίστευε ο Έβανς.

Πρόκειται για μία αρχαϊκή μορφή της ελληνικής γλώσσας, την οποία έφεραν στην Κρήτη οι Έλληνες εισβολείς και χρησιμοποιήθηκε από το 17ο ως τον 13ο αι. π.Χ., κυρίως για την τήρηση λογιστικών αρχείων στα ανάκτορα, με μεγαλύτερο τον περίφημο «Λαβύρινθο» της Κνωσού.

Η ιστορία της αδικημένης αρχαιολόγου περιλαμβάνεται στο καινούργιο βιβλίου της δημοσιογράφου των New York Times Μάργκαλιτ Φοξ «The Riddle of the Labyrinth» ( «Ο γρίφος του Λαβύρινθου» ), που μόλις κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ.

Παρά την αποδεδειγμένη αντιπάθεια που έτρεφαν ο ένας για το πρόσωπο του άλλου, ο Βέντρις σε μία διάλεξή του είχε αποδώσει εύσημα στην Κόμπερ για την εργασία της, αλλά εκείνη η θετική αναφορά του δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή.

Οι δύο τους συναντήθηκαν μόνο μία φορά, στην Οξφόρδη, το 1947, τρία χρόνια πριν πεθάνει η Κόμπερ και πέντε χρόνια πριν δημοσιεύσει ο Βέντρις τα αποτελέσματα της εργασίας του. Είναι βέβαιο ότι υποτιμούσε ο ένας το έργο του άλλου. 


Η μεν Αμερικανίδα διότι θεωρούσε τον Βρετανό ανεπαρκή ερασιτέχνη, ο δε Βρετανός διότι θεωρούσε, σεξιστικά, ότι «μία γυναίκα δεν μπορεί» να καταφέρει να ξεκλειδώσει την περίφημη γραφή.

Ωστόσο, μόνο τώρα, 63 χρόνια μετά το θάνατό της από καρκίνο, αποδεικνύεται ότι ο ρόλος της Κόμπερ ήταν κάτι παραπάνω από συνδρομητικός στη δουλειά του αρχιτέκτονα και ερασιτέχνη γλωσσολόγου, ο οποίος επίσης πέθανε ξαφνικά και νεότατος, από τροχαίο δυστύχημα σε ηλικία μόλις 34 ετών.

Η Άλις Κόμπερ ξεκίνησε την προσπάθειά της στη δεκαετία του 1930, όταν εργαζόταν ως επίκουρη καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο του Μπρούκλιν διδάσκοντας Λατινικά και Ελληνικά.

«Έγινε η κορυφαία ειδικός σε όλο τον κόσμο σχετικά με τη Γραμμική Β», λέει για την Κόμπερ η συγγραφέας Μάργκαλιτ Φοξ. Η ίδια θεωρεί ότι η Κόμπερ ήταν εξαιρετικά αφοσιωμένη και επιμελής, αφού «εργαζόταν ατελείωτες ώρες στην τραπεζαρία της, με ένα τσιγάρο να σιγοκαίεται στο τασάκι όσο εκείνη μελετούσε προσεχτικά τις ελάχιστες δημοσιοποιημένες επιγραφές και έψαχνε για σύμβολα-υποδείγματα». 

Περιγράφεται ως μοναχικός άνθρωπος, χωρίς ερωτικές σχέσεις, αλλά με έναν ελαφρύ αυτοσαρκασμό που διαφαίνεται στις σημειώσεις της.

Η Κόμπερ δεν δίστασε να μελετήσει και πλήθος αρχαίων γλωσσών, όπως τα αιγυπτιακά, τα σουμερικά και τα σανσκριτικά, προκειμένου να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι κατά πόσο οι θεωρίες που ήθελαν τη Γραμμική Β να έχει κάποια σχέση με αυτές ήταν αληθείς.

Στα περίπου 20 χρόνια που αφιέρωσε σε αυτές τις μελέτες έκανε τεράστια πρόοδο - κι ας μην έμελε ποτέ να φτάσει στη λύση του μυστηρίου, να καταλάβει δηλαδή ότι η γλώσσα που είχε μπροστά της ήταν πρώιμη ελληνική. Ανακάλυψε, για παράδειγμα, ότι αυτή η γλώσσα διέθετε κλιτικό σύστημα και ότι οι καταλήξεις των λέξεων άλλαζαν ανάλογα με τη χρήση τους, όπως στα λατινικά ή τα ελληνικά.

Παράλληλα, κατέγραψε τη συχνότητα εμφάνισης του κάθε συμβόλου στις επιγραφές, τόσο γενικά στο κείμενο όσο και σε κάθε λέξη ξεχωριστά προτού προχωρήσει στην μεταξύ τους αντιπαράθεση. Αυτό που κάνει τη δουλειά της Κόμπερ αξιόλογη πέραν των εντυπωσιακών ευρημάτων της σε έναν αχανή όγκο δουλειάς, είναι η απίστευτη σχολαστικότητα που επεδείκνυε. 

Αρκεί κάποιος να αναλογιστεί ότι κατέγραφε τις παρατηρήσεις, τις αναλύσεις και τις σημειώσεις της σε 180.000 μικροσκοπικές κάρτες ευρετηρίου που ήταν όλες φτιαγμένες προσεκτικά από την ίδια κόβοντας παλιές ευχετήριες κάρτες, λωρίδες χαρτιού, ακόμη και το εσωτερικό μέρος από εξώφυλλα βιβλίων.

Το 1950, ο θάνατος της μοναχικής καθηγήτριας άφησε το έργο της ημιτελές, παρόλα αυτά σε σημείο ιδιαιτέρως προχωρημένο. Δύο χρόνια αργότερα ο Βέντρις δημοσίευσε τα δικά του πορίσματα - έναν θρίαμβο της κοινή λογικής και της ανθρώπινης ευφυΐας. 

Εκείνος αντιλήφθηκε ότι ορισμένες επαναλαμβανόμενες ομάδες λέξεων αποτελούσαν ονόματα πόλεων της Κρήτης. Με τον καιρό η αποκωδικοποίηση έγινε ευκολότερη χαρίζοντας του τελικώς την ευχαρίστηση να πραγματοποιήσει την επιθυμία της ζωής του - είχε εντυπωσιαστεί από τον μύθο της Γραμμικής Β' από την παιδική του ηλικία - και να κερδίσει παγκόσμια καταξίωση.

Οι τελευταίες εξελίξεις προκαλούν το εύλογο ερώτημα σχετικά με το τι θα είχε συμβεί εάν η Κόμπερ δεν είχε πεθάνει: Θα είχε καταφέρει να λύσει το μυκηναϊκό μυστήριο ή στην πορεία θα έχανε το μίτο για να βγει από το λαβύρινθο; «Πιστεύω ότι θα ήταν εκείνη που θα είχε αποκρυπτογραφήσει τη Γραμμική Β.», απαντά με σιγουριά ο καθηγητής Τόμας Παλαίμα από το Πανεπιστήμιο του Τέξας.

Ο ακόμη αρχαιότερος τύπος γραφής που εντοπίστηκε στην Κρήτη, η λεγόμενη Γραμμική Α'. δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί. Τα δείγματά της όμως είναι πολύ λιγότερα και κάποιοι επιστήμονες θεωρούν ότι η αποκρυπτογράφησή της είναι αδύνατη.


Διαβάστε περισσότερα... »

Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

Τα Αρχαία Ελληνικά, εργαλείο σκέψης



Η γλώσσα είναι εργαλείο σκέψεως.



Όσο πιό πολλές λέξεις χρησιμοποιούμε, όσο πιό αφηρημένες έννοιες συλλαμβάνουμε, όσο πιό καλή σύνταξη προτάσεων οικοδομούμε, τόσο περισσότερο ακονίζουμε την σκέψη μας.

Όποιος δεν χρησιμοποιεί σωστά την γλώσσα, δεν μπορεί να μεταφέρει τις σκέψεις του στον έξω κόσμο. Δεν μπορεί να επικοινωνήσει με τους γύρω του, δεν μπορεί να ενεργήσει γρήγορα.

Αυτός μάλλον πρέπει να είναι ο σκοπός του υπουργείου παραπαιδείας για να διδάσκει με τέτοιο βασανιστικό τρόπο την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα, στα δύσμοιρα ελληνόπουλα.

Επιβάλλει στους μαθητές
να μαθαίνουν αμέτρητους τύπους, καταλήξεις και κανόνες. Αυτό αποτελεί... 
σαδομαζοχιστική τάση. 

Μετά 3 χρόνια διδασκαλίας, οι Έλληνες μαθητές δεν μπορούν να καταλάβουν τί θέλει να πει ένα απλό Αρχαίο Κείμενο. Και ακόμη χειρότερα: Οι μαθητές δεν μπορούν να γράψουν ένα απλό κείμενο στην Αρχαία Ελληνική Γλώσσα, αλλά ούτε και να μιλήσουν Αρχαία Ελληνικά.

Αλλά αυτός ακριβώς είναι ο βασικός σκοπός εκμαθήσεως μίας γλώσσης, το να γράφεις, το να σκέφτεσαι και το να μιλάς με αυτή την γλώσσα. Και όχι απλώς να γνωρίζεις τους γραμματικούς κανόνες και το συντακτικό.

Γιατί λοιπόν τα ελληνόπουλα
δεν μαθαίνουν την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα; Διότι απλούστατα το υπουργείο δεν ακολουθεί κανόνες διδασκαλίας που ισχύουν για όσους μαθαίνουν μία ξένη γλώσσα ή κανόνες που ακολουθούνται για τα νήπια.

Για παράδειγμα,
όποιος πηγαίνει σε ένα φροντιστήριο ξένων γλωσσών για να μάθει την αγγλική γλώσσα, μετά από 3-4 μαθήματα ο καθηγητής ζητά από τον μαθητή να προφέρει κάποιες λέξεις. Να συντάξει μία απλή πρόταση, π.χ. «This is a cat». Του ζητά να συντάξει μία μικρή παράγραφο με την χρήση της αγγλικής γλώσσης.

Δηλαδή από τις πρώτες εβδομάδες ένας καθηγητής ξένων γλωσσών προσπαθεί να χρησιμοποιήσει όλους τους αισθητήρες του εγκεφάλου για να κάνει τον μαθητή να μιλήσει την ξένη γλώσσα. 

Οι καλοί καθηγητές ξέρουν ότι ο μαθητής πρέπει να διαβάζει δυνατά μία λέξη για να μαθαίνει την προφορά της, να την αντιγράφει σωστά για να μαθαίνει την ορθογραφία της, και να σχηματίζει προτάσεις έτσι ώστε η γλωσσική του μνήμη να συμπλέκει συνεχώς λέξεις με εικόνες για να αρχίσει ο μαθητής να σκέφτεται στην ξένη γλώσσα αντί απλώς να μεταφράζει από την μητρική του γλώσσα το νόημα που θέλει να εκφράσει.

Άρα το βασικό κλειδί για να μάθουμε μία γλώσσα είναι από την πρώτη ημέρα ει δυνατόν, να την μιλάμε, να την μιλάμε, να την μιλάμε, να την μιλάμε, να την μιλάμε! 
...

Ακόμη και αν κάποιος μαθητής απομνημονεύσει όλους τους γραμματικούς κανόνες η ψυχολογία διδάσκει ότι μετά από κάποιο χρονικό διάστημα θα τους ξεχάσει. Οτιδήποτε δεν χρησιμοποιείς, το ξεχνάς.

Γιατί δεν σκέπτονται οι κύριοι του υπουργείου, πώς τα νήπια μαθαίνουν τα Νέα Ελληνικά; Μήπως οι μητέρες στέκονται πάνω από την κούνια τους και αρχίζουν να τους μαθαίνουν τις χρονικές καταλήξεις των ρημάτων; 

Προφανώς όχι. Αρχίζουν και τους προφέρουν λέξεις τις οποίες τα βρέφη σιγά-σιγά συνδυάζουν στο μυαλό τους με εικόνες, αντικείμενα, μορφασμούς προσώπων, κλπ. Τα νήπια δεν καταλαβαίνουν αφηρημένες έννοιες αλλά κατανοούν αντικείμενα όπως τόπι, νερό, μαμά, κούκλα, κ.α.

Έτσι ακριβώς θα μάθουν και τα ελληνόπουλα τα Αρχαία Ελληνικά, συνδυάζοντας λέξεις με αντικείμενα και εικόνες.



Στην χώρα μας τα τελευταία χρόνια εισήλθαν πολλοί ξένοι, νόμιμοι και παράνομοι. Ορισμένοι από αυτούς έμαθαν τα Νέα Ελληνικά σε πολύ καλό επίπεδο. Πώς τα έμαθαν; Μήπως άρχισαν να μαθαίνουν συντακτικό και γραμματική; 

Ή μήπως η πρώτη λέξη που έμαθαν ήταν «δουλειά»; Οι ξένοι άρχισαν να μαθαίνουν μικρές προτάσεις όπως «θέλω δουλειά», «ψάχνω για σπίτι», «πού είναι το ταχυδρομείο;», «ήρθε ο λογαριασμός της ΔΕΗ» κλπ. Έτσι άρχισαν οι ξένοι να μαθαίνουν την νεοελληνική γλώσσα.

Έτσι θα μάθουν και τα ελληνόπουλα
την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα. Πρέπει να την μιλήσουν. 

Δεν επιβάλλει στο αναλυτικό πρόγραμμα την ΟΜΙΛΙΑ της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης μέσα στην σχολική τάξη. Όταν ένας μαθητής αρχίζει να επαναλαμβάνει «τίς βούλεται αγορεύειν;» τότε αρχίζει να μαθαίνει Αρχαία Ελληνικά. 

Στην αρχή, δεν χρειάζεται ανάλυση υποκειμένου, αντικειμένου, ρήματος και απαρεμφάτου. Αυτά θα γίνουν πολύ αργότερα, για όσους ενδιαφέρονται.

Οι περισσότεροι Έλληνες αγρότες
είναι αγράμματοι, δεν ξέρουν τί σημαίνει απαρέμφατο, και όμως μιλούν τα Νέα Ελληνικά. 


Δεν χρειάζονται ατελείωτοι γραμματικοί κανόνες, για να μιλήσει κάποιος την Αρχαία Ελληνική. 

Απαιτείται να την χρησιμοποιεί στην ομιλία του. Απαιτείται η καθημερινή χρήση της Αρχαίας μας Γλώσσης στην οικία, στο σχολείο, στην εργασία. Μικρές προτάσεις στην αρχή, με απλά νοήματα.

Δεν είναι δυνατόν τα νήπια, οι ξένοι που μαθαίνουν Νέα Ελληνικά, και όσοι Έλληνες διδάσκονται ξένες γλώσσες να ακολουθούν αυτή την βασική μέθοδο διδασκαλίας, ενώ οι μαθητές των Ελληνικών σχολείων να διδάσκωνται ανουσίους γραμματικούς κανόνες...


Και φυσικά μετά από ένα χρόνο, αφού τελειώσουν το λύκειο, οι μαθητές δεν θυμούνται τίποτε. Και το χειρότερο είναι ότι δεν δύνανται να συντάξουν ούτε μία πρόταση στα Αρχαία Ελληνικά.

Είναι χαρακτηριστικό
ότι όσοι πηγαίνουν να δώσουν εξετάσεις για ένα πτυχίο σε μία ξένη γλώσσα, εκτός από το να διαβάσουν ένα κείμενο και να το αναλύσουν, τους ζητούν να γράψουν ένα κείμενο και να δώσουν μία προφορική συνέντευξη.

Όμως αυτό δεν ισχύει
στις εξετάσεις για τα Αρχαία Ελληνικά. Επί δεκαετίες δεν ζητείται από τους μαθητές να γράψουν ένα κείμενο στα Αρχαία Ελληνικά, ούτε να δώσουν συνέντευξη στα Αρχαία Ελληνικά. Κάτι που το κάνουν όσοι δίνουν εξετάσεις για μία ξένη γλώσσα, ακόμη και από το πρώτο τρίμηνο διδασκαλίας.

πηγή (επιλογή - προσαρμογή)


Διαβάστε περισσότερα... »