«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

Γιατί στην αρχαία Ελλάδα ο ουρανός είχε χρώμα «μπρούτζινο», το κρασί και η θάλασσα ήταν «πορφυρά»; Πώς αντιλαμβανόνταν ο Όμηρος και ο Αριστοτέλης τα χρώματα και γιατί δεν υπήρχε λέξη για το «γαλάζιο»;






Στην αρχαία Ελλάδα δεν υπήρχε λέξη για το «γαλάζιο». Οι πλησιέστερες λέξεις στο γαλάζιο – γλαυκό και κυανό – εκφράζουν τη σχετική ένταση του φωτός και του σκότους και ουσιαστικά δεν περιγράφουν το καθαυτό χρώμα. Ο Όμηρος αναφέρει μόνο τέσσερα χρώματα στα δύο έργα του Ιλιάδα και Οδύσσεια: το μαύρο, το λευκό, πρασινοκίτρινο (για να περιγράψει το μέλι, το χυμό των φυτών και το αίμα) και το πορφυρό.


Όταν ο Όμηρος χαρακτηρίζει τον ουρανό «μπρούτζινο» εννοεί ότι είναι εκτυφλωτικά λαμπερός, σαν καλογυαλισμένη ασπίδα, όχι ότι έχει το χρώμα του μπρούτζου. Με την ίδια λογική θεωρούσε ότι το κρασί, η θάλασσα και τα πρόβατα είχαν όλα το ίδιο χρώμα, ήταν πορφυρά.


61446_zps2e235c11


Ο Αριστοτέλης είχε προσδιορίσει εφτά διαφορετικά χρώματα για τα οποία πίστευε ότι προέρχονταν από το μαύρο και το άσπρο, όμως στην πραγματικότητα επρόκειτο για διαβαθμίσεις φωτεινότητας, όχι χρώματος.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ένας αρχαίος Έλληνας που έζησε πριν από 2.500 χρόνια περίπου και δύο ρομποτικά οχήματα της ΝΑSA που βρίσκονται στον Άρη εν έτει 2006 αντιλαμβάνονται τα χρώματα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.

Μια εξήγηση που δόθηκε μετά την εμφάνιση των θεωριών του Δαρβίνου, ήταν ότι ο αμφιβληστροειδής των αρχαίων Ελλήνων δεν είχε αναπτύξει την ικανότητα να αντιλαμβάνεται τα χρώματα, όπως σήμερα.


Οι Κόρες του Μουσείου της Ακρόπολης χρωματισμένες μετά την προσπάθεια απόδοσης της αρχικής τους μορφής


Σήμερα ωστόσο πιστεύεται ότι ομαδοποιούσαν τα αντικείμενα με βάση τις ιδιότητές τους, όχι το χρώμα τους. Η λέξη «κίτρινο» ή «ανοιχτό πράσινο» στην πραγματικότητα σήμαινε υγρό, φρέσκο και ζωντανό, επομένως ήταν η κατάλληλη λέξη για να περιγράψει το αίμα, τον «χυμό» των ανθρώπων.

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι τόσο σπάνιο όσο ενδεχομένως να νομίζετε. Στην Παπούα- Νέα Γουινέα υπάρχουν περισσότερες γλώσσες από οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου, όμως εκτός από το διαγωνισμό μεταξύ ανοιχτού και σκούρου, σε πολλές από αυτές δεν γίνεται αναφορά σε κανένα απολύτως χρώμα.

Τα αρχαία ουαλικά δεν έχουν λέξη για το «καφέ», το «γκρι», το «γαλάζιο» και το «πράσινο». Το χρωματικό φάσμα είναι χωρισμένο με τελείως διαφορετικό τρόπο: μια λέξη (glas) καλύπτει μέρος του πρασίνου, μια άλλη το υπόλοιπο πράσινο, όλο το γαλάζιο και μέρος του γκρι, μια τρίτη αντιπροσωπεύει το υπόλοιπο γκρι και όλο ή μέρος του καφέ.




Στα ρωσικά δεν υπάρχει μία και μοναδική λέξη για το «γαλάζιο». Στη θέση της υπάρχουν δύο λέξεις «γκάλουμπόι» και «σίνι», που συνήθως μεταφράζονται ως «ανοιχτό γαλάζιο» και «σκούρο γαλάζιο», ωστόσο για τους Ρώσους αποτελούν δύο εντελώς διαφορετικά χρώματα, όχι δυο διαφορετικές αποχρώσεις του ίδιου χρώματος.

Σε όλες τις γλώσσες η εμφάνιση των χρωματικών όρων γίνεται με τον ίδιο τρόπο. Μετά το μαύρο και το άσπρο, το κόκκινο είναι πάντοτε το τρίτο χρώμα που αποκτά όνομα, το πράσινο και το κίτρινο είναι το τέταρτο και πέμπτο , το γαλάζιο είναι το έκτο και το καφέ το έβδομο.

Διαβάστε περισσότερα... »

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Αριστοτέλης: Η ψυχή είναι πολυτιμότερη από την περιουσία και το σώμα




Συνήθως, οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν ότι, όση και να έχουν αρετή, είναι αρκετή, ενώ για τον πλούτο, τα χρήματα, την ισχύ, τη δόξα, και όλα τα σχετικά, πιστεύουν πως, όσα και να έχουν, δε φθάνουν.

Ο Αριστοτέλης, σε όλους αυτούς, διαμηνύει να προσέξουν ότι δεν αποκτούν και δεν μπορούν να διαφυλάξουν τις αρετές με τα εξωτερικά αγαθά, αλλά, αντίθετα, εκείνα με αυτές. 

Την ευτυχισμένη ζωή, είτε υπάρχει στη χαρά, είτε στην αρετή, είτε και στα δυο, περισσότερο τη βρίσκουμε σ’ εκείνους που έχουν καλλιεργήσει στο έπακρο το ήθος τους και τη διάνοια, ενώ παραμένουν μετριοπαθείς και μετρημένοι όταν πρόκειται για την κτήση εξωτερικών αγαθών' όχι, όμως, σ’ εκείνους που διαθέτουν αγαθά περισσότερα από τα χρήσιμα, ενώ, την ίδια στιγμή, υπολείπονται στο ήθος και τη διάνοια. 

Γιατί τα εξωτερικά αγαθά εξαντλούνται, και περισσότερο αποτελούν μέσο, όπως καθετί που χρησιμεύει σε κάτι άλλο' η υπερεπάρκειά τους, όμως, αναγκαστικά, είτε βλάπτει είτε, τελικά, δεν ωφελεί καθόλου όσους τα διαθέτουν. Τα αγαθά, τώρα, που αφορούν στην ψυχή, όσο κι αν αφθονούν, τόσο πιο πολύ είναι χρήσιμα' εφόσον, βέβαια, πρέπει να ζητούμε και σ’ αυτά, όχι μόνο το ωραίο αλλά και το χρήσιμο. 

Αν επιπλέον, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η ψυχή είναι πολυτιμότερη από την περιουσία και το σώμα, θα πρέπει, για το καθένα, να εξασφαλίσουμε την καλύτερη εκδοχή, σύμφωνα με την ιεραρχία που εγκαθιστούμε ανάμεσά τους. 

Άλλωστε, από τη φύση, επιβάλλεται να επιλέγουμε τα εξωτερικά αγαθά προς όφελος της ψυχής, πράγμα που πρέπει να κάνουν όλοι όσοι σκέφτονται σωστά,' και όχι να υποτάσσουμε την ψυχή στην αναζήτηση των εξωτερικών αγαθών.




Καθένας, τώρα, αξιώνεται την ευδαιμονία στο βαθμό που διαθέτει αρετή και φρόνηση, και φροντίζει να ενεργεί σύμφωνα με αυτές. Τον εσωστρεφή προσανατολισμό, και την εσωτερική διάσταση της ευδαιμονίας, ο Αριστοτέλης την κατοχυρώνει με την αναφορά στο θεό. Εκείνος είναι ευδαίμων και μακάριος όχι εξαιτίας των εξωτερικών αγαθών, αλλά χάρη στον εαυτό του και σε αυτό που είναι από τη φύση. 

Γι’ αυτό, αναγκαστικά, η ευδαιμονία διακρίνεται από την ευτυχία. 

Η δεύτερη αφορά στα αγαθά που δεν έχουν να κάνουν με την ψυχή' γι’ αυτά αρμόδια είναι η τύχη. Δίκαιος και σώφρων, όμως, δεν είναι κανένας από τύχη. Το ίδιο, ακριβώς, ισχύει και για την πόλη που θέλει να ζει ευτυχισμένα. Είναι αδύνατο να ευτυχούν εκείνοι που δεν ενεργούν σωστά. Κανένα έργο, ανθρώπου ή πόλης, δεν είναι καλό, που δε συνοδεύεται ή δεν απορρέει από την αρετή και τη φρόνηση. 

Επομένως, άριστος βίος, τόσο μεμονωμένα, για τον κάθε άνθρωπο, όσο και γενικά, για τις πόλεις, είναι εκείνος που συνέχεται από αρετή σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι πράξεις που έχει να επιδείξει, να είναι πράξεις αρετής



Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η αρετή έχει να κάνει με τη χαρά, την αγάπη και το μίσος που κατευθύνονται σωστά, «ορθώς». Η εισαγωγή στο βίο της αρετής, είναι, πρώτα, έργο της παιδείας, και συγκεκριμένα της μουσικής, που περιλαμβάνει την ποίηση, την όρχηση και το μέλος, και αποστολή της είναι να διδάσκει και να εθίζει στην ορθή κρίση, αλλά και στη χαρά με τα ευγενή ήθη και τις ωραίες πράξεις. Οι ρυθμοί και οι μελωδίες εξομοιώνουν, διαμορφώνουν ομοιώματα ηθών όπως η οργή, η πραότητα, η ανδρεία και η σωφροσύνη, αλλά και τα αντίθετα σε αυτά. 

Στην πράξη, μάλιστα, η ψυχή υφίσταται μεταβολή, όταν ακούγονται παρόμοιοι ρυθμοί και μελωδίες. Έτσι, καθώς οι άνθρωποι συνηθίζουν να λυπούνται και να χαίρονται με τις εξομοιώσεις, φθάνουν, και σε πραγματικές συνθήκες, σε αληθινές περιστάσεις, να νιώθουν με τον ίδιο τρόπο...

Από το παράρτημα του βιβλίου Αριστοτέλης – "Περί ψυχής" εκδόσεις Ζήτρος, Σχόλια Ι.Σ.Χριστοδούλου


Διαβάστε περισσότερα... »

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Αριστοτέλης και Πλάτωνας. Οι διαφορές των δύο φιλοσόφων




Μελετώντας την πορεία της Φιλοσοφίας στον Ελληνικό κόσμο, συναντάμε μεγάλες προσωπικότητες που με τη σκέψη και το έργο τους χάραξαν βαθιά την Ιστορία του Πολιτισμού και επέδρασαν στη διαμόρφωσή του χιλιάδες χρόνια μετά την εποχή τους.

Ανάμεσα σ' αυτούς συγκαταλέγονται ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, δύο πραγματικοί γίγαντες της διανόησης και του πνεύματος, που συνδέθηκαν στενά μεταξύ τους, δίδαξαν μεγάλες αλήθειες, αναγνωρίστηκαν και τιμήθηκαν από τις μεταγενέστερες γενιές μέχρι και σήμερα για την προσφορά τους.Στα έργα τους συναντάμε πολλά κοινά σημεία στις απόψεις τους για τη ζωή, τον άνθρωπο, την ηθική, κάτι που άλλωστε είναι φυσικό εφόσον συνδέθηκαν μεταξύ τους ως Δάσκαλος και Μαθητής. Συναντάμε όμως και κάποιες διαφορές στην αντίληψή τους για τον Κόσμο, την πολιτική και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία.


Οι διαφορές μεταξύ των δύο φιλοσόφων 
Ο Πλάτωνας γεννήθηκε το 428 π.Χ. στην Αθήνα. Οι γονείς του κατάγονταν από αριστοκρατική γενιά. Έτσι η μόρφωσή του ήταν προσεγμένη. Από τα νεανικά του χρόνια εκδήλωσε το ενδιαφέρον για την πολιτική και τα όσα συνέβαιναν στην Αθήνα. Όταν ήταν 20 ετών, γνώρισε το μετέπειτα δάσκαλό του, Σωκράτη, κοντά στον οποίο έμεινε για 8 χρόνια, μέχρι και το θάνατό του. Με τον Σωκράτη ανέπτυξε μία ιδιαίτερη σχέση ως μαθητής του, καθώς η διδασκαλία του επηρέασε με αποφασιστικό τρόπο τη διαμόρφωση του εσωτερικού κόσμου του Πλάτωνα.Ο Πλάτωνας φρόντισε, μετά το θάνατο του δασκάλου του, να διασώσει και να μεταδώσει τις διδασκαλίες και τη μεγαλειώδη φυσιογνωμία του, γράφοντας τους γνωστούς σωκρατικούς διαλόγους. 

Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, μετά από πολλά ταξίδια, ίδρυσε το 387 π.Χ. στην Αθήνα μία φιλοσοφική Σχολή κοινοβιακού χαρακτήρα, την οποία ονόμασε Ακαδημία προς τιμή του ήρωα Ακάδημου. Εκεί δίδαξε για 40 ολόκληρα χρόνια, ως το θάνατό του, σύμφωνα με τα ιδανικά του και με το σωκρατικό πνεύμα.Η Ακαδημία αναδείχθηκε στον ελλαδικό χώρο σε έναν καταλυτικό φορέα γνώσης και διαμόρφωσης σημαντικών προσωπικοτήτων της εποχής και ανέδειξε πολλά μεγάλα ονόματα στον τομέα της φιλοσοφίας και επιστήμης. Ένα από αυτά ήταν ο Αριστοτέλης. 

Ο Αριστοτέλης γεννήθηκε στα Στάγειρα της Χαλκιδικής το 384 π.Χ. Ο πατέρας του ήταν φημισμένος γιατρός, γεγονός που πιθανόν επηρέασε το ενδιαφέρον του γιού του για τη βιολογία και τη φυσική. 

Στην Ακαδημία του Πλάτωνα μπήκε σε ηλικία 18 ετών και έμεινε σ' αυτήν 19 χρόνια, μέχρι και το θάνατο του δασκάλου του. Ανέπτυξε μαζί του στενή σχέση και σεβασμό προς το πρόσωπό του, αλλά διαφώνησε και διαφοροποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό πάνω σε ορισμένες ιδέες και θέσεις του. Γι' αυτό και λέγεται ότι ο Πλάτωνας τον αποκαλούσε "πόλο", δηλαδή πουλάρι που κλωτσάει τη μητέρα του στην κοιλιά μόλις γεννηθεί.Οι διαφωνίες των δύο μεγάλων φιλοσόφων είναι ένα θέμα που αξίζει να μελετήσει κανείς. Ας δούμε όμως πιο συγκεκριμένα τα σημεία στα οποία είχαν διαφορετική θεώρηση. 


Σημείο πρώτο: Η Θεωρία των Ιδεών 
Το πρώτο κύριο και βασικό σημείο διαφωνίας τους ήταν η αντίληψή τους για τον Κόσμο. Ο Πλάτωνας πίστευε ότι πίσω από τον κόσμο των αισθήσεων και της Ύλης υπήρχε μία άλλη πραγματικότητα, την οποία ονόμαζε "Κόσμο των Ιδεών". Σ' αυτόν τον κόσμο υπάρχουν και βρίσκονται τα καλούπια, οι αιτίες, τα πρότυπα όλων των πραγμάτων και φαινομένων που αντιλαμβανόμαστε μέσω των αισθήσεων γύρω μας. Όλα είναι φτιαγμένα με βάση μία διαχρονική μορφή, που παραμένει αιώνια και σταθερή παρά τις μεταβολές που ο χρόνος επιφέρει στα πάντα. 

Αυτές οι διαχρονικές μορφές μοιάζουν να είναι τα πρωταρχικά στοιχεία της φύσης, κάτι σαν διανοητικά και αφηρημένα σχήματα που διαμορφώνουν τα φυσικά φαινόμενα και που ο αριθμός τους είναι συγκεκριμένος. 

Ο Αριστοτέλης από τη μεριά του είχε εντελώς αντίθετη άποψη. Γι' αυτόν ο Πλάτωνας είχε αναποδογυρίσει την πραγματικότητα. Συμφωνούσε στο ότι ο φυσικός κόσμος διέπεται από μεταβλητότητα, παροδικότητα και φθορά. Αλλά οι «ιδέες» του Πλάτωνα γι' αυτόν δεν είναι οι αρχικές μορφές των πραγμάτων, αλλά είναι ένα κατασκεύασμα της λογικής του ανθρώπου, που δημιουργείται μέσα από την εμπειρία. Δηλαδή η ιδέα μας για το άλογο σχηματίζεται από τη λογική μας, αφού έχουμε δει και συγκρίνει μέσα στη φύση ένα μεγάλο αριθμό αλόγων και έχουμε καταλήξει σ' εκείνα τα χαρακτηριστικά που είναι κοινά σε όλα, πέρα από τις διαφορές τους. 

Αυτό το σύνολο κοινών χαρακτηριστικών είναι η ιδέα ή «μορφή», όπως την αποκαλούσε ο Αριστοτέλης, η οποία δεν προϋπάρχει σε κάποιον ειδικό κόσμο, αλλά συναντάται μέσα στο καθετί.Για τον Πλάτωνα η ύψιστη πραγματικότητα βρίσκεται στον Κόσμο των Ιδεών και των Αρχετύπων. Για τον Αριστοτέλη η ύψιστη πραγματικότητα βρίσκεται σ' αυτό που αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας. Για τον Πλάτωνα όλα όσα βλέπουμε γύρω μας είναι αντανακλάσεις άλλων πραγμάτων, που υπάρχουν στον Κόσμο των Ιδεών-κι επομένως και μέσα στην ψυχή του ανθρώπου. Για τον Αριστοτέλη όσα υπάρχουν μέσα στην ψυχή του ανθρώπου είναι αντανακλάσεις των πραγμάτων και των αντικειμένων του φυσικού κόσμου. 


Σημείο δεύτερο: Η Πολιτική 
Ένα άλλο σημαντικό σημείο διαφωνίας μεταξύ των δύο φιλοσόφων είναι η θεώρησή τους για το ποιός είναι ο καλύτερος τρόπος (πολίτευμα) διακυβέρνησης ενός κράτους. Στο έργο του Αριστοτέλη «Πολιτικά» και στο έργο του Πλάτωνα «Πολιτεία» εκφράζονται οι πολιτικές τους θέσεις με αρκετές κοινές, αλλά και διαφορετικές αντιλήψεις. Ο Πλάτωνας μιλάει για την ιδανική Πολιτεία, που είναι ιδανική επειδή κυβερνάται με το πολίτευμα της «αριστοκρατίας», δηλαδή κυβερνάται από ένα σύνολο ανθρώπων που ξεχωρίζουν για τη σοφία, τη γνώση, την αρετή, τη δικαιοσύνη και την ικανότητα διακυβέρνησης των πολιτών.Ο κάθε πολίτης μέσα σ' αυτήν έχει μία σημαντική θέση, που είναι σύμφωνη με τη φύση, τις ικανότητες και το έργο που έχει αναλάβει να προσφέρει ανάλογα με τις κλίσεις του. 

Έτσι μπορεί να ανήκει στην τάξη των αρχόντων (κυβερνήτες), στην τάξη των φυλάκων - πολεμιστών (υπερασπιστές της ασφάλειας της πόλης από επιθέσεις) και στην τάξη των γεωργών, εμπόρων, τεχνιτών (αυτοί που διασφαλίζουν τα μέσα που χρειάζεται η πόλη για να διατηρηθεί ζωντανή και να επιβιώσει). 

Οι τάξεις αυτές είναι συμβολικές περισσότερο παρά πραγματικές, και δεν σχηματίζονται με βάση κοινωνικο/οικονομικά ή επαγγελματικά κριτήρια. Σχετίζονται με τα τέσσερα στοιχεία της Φύσης (γη, νερό, αέρας, φωτιά), που αντιστοιχούν σε χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης.Οπότε, ο κάθε πολίτης ανήκε σε μία από αυτές τις τάξεις σύμφωνα με τα ιδιαίτερα γνωρίσματά του και ανάλογα με την εκπαίδευση που χρειαζόταν να πάρει, προκειμένου να καλλιεργήσει τον χαρακτήρα, το πνεύμα και γενικά τον εσωτερικό του κόσμο. 

Κατά τον Αριστοτέλη, οι πολίτες χωρίζονται με βάση οικονομικά κριτήρια σε τάξεις γεωργών, τεχνιτών και εμπόρων, ενώ κοινωνικά χωρίζονται σε φτωχούς, πλούσιους και μεσαίους. Από τη σχέση που έχουν μεταξύ τους οι φτωχοί και οι πλούσιοι θα διαμορφωθεί η μορφή του πολιτεύματος. 

Οι φτωχοί συνήθως είναι περισσότεροι από τους πλούσιους. Ανάλογα με το πώς είναι μοιρασμένη η δύναμη και με το πού αυτή συγκεντρώνεται, καθορίζεται και το είδος του πολιτεύματος, που μπορεί να έχει τρεις μορφές: μοναρχία ή βασιλεία (ένας κυβερνά), αριστοκρατία (λίγοι κυβερνούν) ή δημοκρατία (πολλοί κυβερνούν). Για να μην ξεπέσουν και αλλοιωθούν αυτές οι πολιτειακές μορφές σε τυραννία, ολιγαρχία και οχλοκρατία αντίστοιχα, θα πρέπει σκοπός των αρχόμενων να είναι το κοινό καλό και όχι το συμφέρον του ενός ή των λίγων. 

Η προτίμηση του Αριστοτέλη στρέφεται στη «Μέση Πολιτεία», δηλαδή σ' αυτό που σήμερα κατανοούμε ως δημοκρατικό πολίτευμα, όπου η μεσαία τάξη εξασφαλίζει την ισορροπία ανάμεσα στους φτωχούς και τους πλούσιους και κρατά το κέντρο βάρους στη μέση στις μεταξύ τους συγκρούσεις. 


Σημείο τρίτο: Η εικόνα της γυναίκας 
Ένα άλλο σημείο διαφοροποίησης των δύο γιγάντων είναι οι απόψεις τους για τη γυναίκα. Η θέση που ο Πλάτωνας δίνει σ' αυτήν μέσα στην Πολιτεία του είναι ισάξια με αυτήν του άντρα. Πίστευε ότι οι γυναίκες μπορούν να κυβερνήσουν εξίσου καλά με τους άντρες, επειδή η σωφροσύνη, η λογική, η ανδρεία, η αρετή δεν είναι θέμα φύλου, αλλά ψυχής, εκπαίδευσης και μόρφωσης. Τόνιζε ότι μία πολιτεία που δεν δίνει παιδεία στις γυναίκες της, «μοιάζει με τον άνθρωπο που δεν εξασκεί και δε γυμνάζει παρά μονάχα το δεξί του χέρι» (Ο Κόσμος της Σοφίας, J. Gaarder).

Αντίθετα ο Αριστοτέλης θεωρεί τη γυναίκα υποδεέστερη του άντρα, καθώς πιστεύει ότι σε σχέση μ' αυτόν κάτι της λείπει και ότι είναι ένας «ατελής άντρας». Κατά τη διαδικασία της αναπαραγωγής, επειδή η γυναίκα έχει έναν παθητικό ρόλο (δέχεται) και ο άντρας έναν ενεργητικό (δίνει), το παιδί κληρονομεί μόνο τις ιδιότητες του άντρα (κάτι που όπως γνωρίζουμε σήμερα δεν ισχύει).Η εικόνα και θεώρηση του Αριστοτέλη για τις γυναίκες υιοθετήθηκε στον Μεσαίωνα, όπου η γυναίκα υποβαθμίστηκε, θεωρήθηκε πηγή του κακού και του πονηρού και περιορίστηκε στον αναπαραγωγικό της ρόλο μόνο. 

Παρά τις διαφωνίες που υπάρχουν ανάμεσα στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι συναντάμε και «συμφωνίες», δηλαδή κοινά σημεία. Και οι δύο μιλούν για την ψυχή και τη σημασία της για τον άνθρωπο, και οι δύο τονίζουν πως η ευτυχία είναι συνώνυμο της αρετής και των υψηλών αξιών και ιδανικών, και οι δύο μας υπενθυμίζουν ότι σκοπός ενός Κράτους θα πρέπει να είναι το καλό και η καλλιέργεια όλων των πολιτών του.Σίγουρα όμως διαπιστώνουμε ότι τόσο ο σοφός Πλάτων όσο και ο λογικός Αριστοτέλης δίνουν πολλές χρήσιμες και σημαντικές απαντήσεις σε ερωτήματα και προβληματισμούς της σημερινής εποχής, γι' αυτό και μπορούν να είναι ταυτόχρονα σύγχρονοι αλλά και διαχρονικοί.

Διαβάστε περισσότερα... »

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2015

«Ο ενάρετος και συνετός υπομένει όλες τις μεταβολές της τύχης»





"Ως αυτάρκεια ορίζουμε εκείνο που από μόνο του καθιστά τη ζωή προτιμότερη και χωρίς να της λείπει τίποτα. 

Έτσι θεωρούμε πως είναι και η ευδαιμονία∙ η οποία επιπλέον είναι προτιμότερη από κάθε τι άλλο, 

χωρίς να συμψηφίζεται με τίποτε∙ κι αν συμψηφιζόταν θα γινόταν ακόμη πιο προτιμητέα, έστω και με την προσθήκη ενός ελάχιστου αγαθού..

γιατί αυτό που τυχόν προστεθεί θα δώσει ένα πλεόνασμα καλού, και το περισσότερο καλό είναι πάντοτε προτιμότερο. 

Η ευδαιμονία, λοιπόν, φαίνεται ότι είναι κάτι το ολοκληρωμένο και αύταρκες, και αποτελεί το σκοπό των πράξεων.

Ίσως, όμως, το να λέμε πως η ευδαιμονία είναι κάτι το άριστο μοιάζει κάπως τετριμμένο, κι είναι επιθυμητό να ειπωθεί κάτι πιο σαφές. Ίσως, λοιπόν, συμβεί αυτό, αν εξετάσουμε ποιο είναι το έργο του ανθρώπου.

Εάν οι πράξεις κυριαρχούν στη ζωή, όπως είπαμε, κανείς από τους ευτυχείς δε θα μπορούσε να γίνει δυστυχισμένος∙ γιατί ποτέ δε θα πράξει τα απεχθή και τα ευτελή. 

Γιατί αυτός που είναι πραγματικά ενάρετος και συνετός, θεωρούμε ότι υπομένει όλες τις μεταβολές της τύχης με ευπρέπεια και στις εκάστοτε περιστάσεις πράττει πάντοτε το καλύτερο, όπως ακριβώς και ο καλός στρατηγός. 

Κι είναι η ζωή τους ευχάριστη αφ’ εαυτής. Γιατί η ευχαρίστηση είναι ψυχική κατάσταση, και για τον καθένα ευχάριστο είναι αυτό για το οποίο λέμε ότι είναι φίλος.

Στους περισσότερους οι ηδονές είναι σε σύγκρουση μεταξύ τους γιατί δεν είναι από τη φύση τους ευχάριστες, ενώ γι’ αυτούς που αγαπούν το καλό ηδονικά είναι αυτά που είναι από τη φύση τους 
ευχάριστα. 

Τέτοιου είδους είναι οι ενάρετες πράξεις, ώστε αυτές είναι ευχάριστες και σ’ αυτούς, αλλά και καθ’ εαυτές. 

Καθόλου, λοιπόν, δεν έχει ανάγκη περισσότερης ηδονής η ζωή τους, σαν κάτι το πρόσθετο, αλλά περιέχει την ηδονή μέσα της."

"τὸ δ᾽ αὔταρκες τίθεμεν ὃ μονούμενον αἱρετὸν ποιεῖ τὸν βίον καὶ μηδενὸς ἐνδεᾶ∙ τοιοῦτον δὲ τὴν εὐδαιμονίαν οἰόμεθα εἶναι∙ ἔτι δὲ πάντων αἱρετωτάτην μὴ συναριθμουμένην - 

συναριθμουμένην δὲ δῆλον ὡς αἱρετωτέραν μετὰ τοῦ ἐλαχίστου τῶν ἀγαθῶν∙ ὑπεροχὴ γὰρ ἀγαθῶν γίνεται τὸ προστιθέμενον, ἀγαθῶν δὲ τὸ μεῖζον αἱρετώτερον ἀεί. τέλειον δή τι φαίνεται καὶ αὔταρκες ἡ εὐδαιμονία, τῶν πρακτῶν οὖσα τέλος.

Ἀλλ᾽ ἴσως τὴν μὲν εὐδαιμονίαν τὸ ἄριστον λέγειν ὁμολογούμενόν τι φαίνεται, ποθεῖται δ᾽ ἐναργέστερον τί ἐστιν ἔτι λεχθῆναι. τάχα δὴ γένοιτ᾽ ἂν τοῦτ᾽, εἰ ληφθείη τὸ ἔργον τοῦ ἀνθρώπου.

Εἰ δ᾽ εἰσὶν αἱ ἐνέργειαι κύριαι τῆς ζωῆς, καθάπερ εἴπομεν, οὐδεὶς ἂν γένοιτο τῶν μακαρίων 

ἄθλιος∙ οὐδέποτε γὰρ πράξει τὰ μισητὰ καὶ τὰ φαῦλα. τὸν γὰρ ὡς ἀληθῶς ἀγαθὸν καὶ ἔμφρονα 

πάσας οἰόμεθα τὰς τύχας εὐσχημόνως φέρειν καὶ ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἀεὶ τὰ κάλλιστα πράττειν, καθάπερ καὶ στρατηγὸν ἀγαθὸν.

Ἔστι δὲ καὶ ὁ βίος αὐτῶν καθ᾽ αὑτὸν ἡδύς. τὸ μὲν γὰρ ἥδεσθαι τῶν ψυχικῶν, ἑκάστῳ δ᾽ ἐστὶν ἡδὺ πρὸς ὃ λέγεται φιλοτοιοῦτος.

Τοῖς μὲν οὖν πολλοῖς τὰ ἡδέα μάχεται διὰ τὸ μὴ φύσει τοιαῦτ᾽ εἶναι, τοῖς δὲ φιλοκάλοις ἐστὶν 

ἡδέα τὰ φύσει ἡδέα∙ τοιαῦται δ᾽ αἱ κατ᾽ ἀρετὴν πράξεις, ὥστε καὶ τούτοις εἰσὶν ἡδεῖαι καὶ καθ᾽αὑτάς. οὐδὲν δὴ προσδεῖται τῆς ἡδονῆς ὁ βίος αὐτῶν ὥσπερ περιάπτου τινός, ἀλλ᾽ ἔχει τὴν ἡδονὴν ἐν ἑαυτῷ."

ΗΘΙΚΑ ΝΙΚΟΜΑΧΕΙΑ - ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
Διαβάστε περισσότερα... »

Κυριακή 28 Ιουνίου 2015

Αριστοτέλης και βιολογία




Συντάκτης: Μαρία Παναγοπούλου


Ο Αριστοτέλης - εκτός από μεγάλος φιλόσοφος- ήταν και ο ιδρυτής της επιστήμης της Βιολογίας, υποστηρίζει ο Armand Marie Leroi, καθηγητής της Εξελικτικής Βιολογίας του πανεπιστημίου Imperial College του Λονδίνου.

Όπως αναλύει σε άρθρο του που δημοσιεύεται στους κυριακάτικους "Times", "στην ερώτηση": ποιος είναι ο μεγαλύτερος βιολόγος της ιστορίας;", οι περισσότεροι θα απαντούσαν ότι είναι ο Δαρβίνος. 

Κι όμως τον τίτλο του μεγαλύτερου επιστήμονα της Βιολογίας, ίσως και ολόκληρης της επιστήμης, τον αξίζει ο Αριστοτέλης, αφού δεν έφερε απλώς μια επιστημονική επανάσταση στην βιολογία, αλλά την δημιούργησε".

Ο Armand Marie Leroi, αφού ολοκλήρωσε μία πολυετή έρευνα για τον Δαρβίνο (1809- 1882 μ.Χ), ανακάλυψε ότι η μελέτη της Βιολογίας θα ήταν ελλειπής αν δεν συνοδευόταν από αντίστοιχη έρευνα για τον αρχαίο Έλληνα φιλοσοφο. Ετσι πρότεινε στο BBC να δημιουργήσει ένα ντοκιμαντέρ αφιερωμένο στον Αριστοτέλη (384- 322 π.Χ.).

Το "άγνωστο" έργο του Αριστοτέλη
Ο dr Armand Leroi, βίωσε μία "αποκάλυψη", όπως την αποκαλεί ο ίδιος, όταν το 2000 βρισκόταν για διακοπές στην Αθήνα και αποφάσισε να ταξιδέψει και στη Λέσβο. Πριν ξεκινήσιε, αναζήτησε στο τμήμα Κλασσικών Συγγραφέων ενός βιβλιοπωλείου στο Μοναστηράκι, βιβλία για το νησί.

Εκεί ανακάλυψε το βιβλίο του Αριστοτέλη "Περί τα Ζώα Ιστορίαι", σε αγγλική μετάφραση, από το βιολόγο Dʼ Arcy Thompson, το οποίο περιέχει μία εξαιρετική έρευνα πάνω στη βιολογία των ζώων, που ο μεγάλος φιλόσοφος διεξήγαγε στη Λέσβο. Στο βιβλίο ο Αριστοτέλης αναφέρει την περιοχή της Αρχαίας Πύρρας, που βρίσκεται στον κόλπο της Καλλονής, και περιγράφει τα πάνω από 150 είδη ψαριών και ζώων που μελέτησε σε αυτόν!

"Ο Αριστοτέλης ταξίδεψε στη Λέσβο, πιθανώς για να συναντηθεί με το φίλο του Θεόφραστο. Φτάνοντας στο νησί, άλλαξε το αντικείμενό του και από φιλόσοφος έγινε βιολόγος, ιδρύοντας έτσι, μαζί με το βοτανολόγο Θεόφραστο, την επιστήμη της Βιολογίας. Η Αρχαία Πύρρα υπήρξε για τον Αριστοτέλη ό,τι τα νησιά Γκαλάπαγκος για το Δαρβίνο.", εξηγεί ο καθηγητής. 


"Η λιμνοθάλασσα του Αριστοτέλη" 
Συγκλονισμένος από την "αποκάλυψη", ο δε Leroi, μόλις επέστρεψε στο Λονδίνο πρότεινε στο ΒΒC να χρηματοδοτήσει την παραγωγή ενός ντοκιμαντέρ για τον Αριστοτέλη και την προσφορά του στη Βιολογία. Ετσι προέκυψε "Η Λιμνοθάλασσα του Αριστοτέλη"!

Το έργο του χαρακτηρίστηκε "δυσνόητο", αφού όπως ο ίδιος εξηγεί "ναι, είναι δυσνόητο, γιατί ο ίδιος ο Αριστοτέλης ήταν πάντοτε δυσνόητος. Ομως είναι ένα όμορφο ντοκιμαντέρ! Δεν θα μπορούσε να είναι κάτι διαφορετικό αφού ασχολείται με την Ελλάδα, με τα ζώα, με την επιστήμη, και τέλος με την προσπάθεια ενός ανθρώπου να κατανοήσει την απέραντη ποικιλία και ομορφιά του φυσικού κόσμου, 2.300 χρόνια πριν".


Η μελέτη του Αριστοτέλη στην Λέσβο
"Το 345 πΧ ο Αριστοτέλης πήγε για πρώτη φορά στο νησί της Λέσβου σε ηλικία 39 ετών. Εκεί συχνά επισκεπτόταν συχνά τον κόλπο της Καλλονής και μελετούσε οτιδήποτε ζούσε σε αυτούς, τα ψάρια, τα σαλιγκάρια, τα οστρακόδερμα, τα χταπόδια, τα δελφίνια. Ενδιαφερόταν επίσης για τα πουλιά, τα ερπετά και τα έντομα που ζούσαν στις πλαγιές του νησιού.

Τα παρατηρούσε, τα κατηγοριοποιούσε, εξέταζε την ανατομία τους. Η μελέτη του δεν εξηγούσε μόνο τον τρόπο δράσης των ζώων, αλλά και το γιατί δρούσαν έτσι. Τα γραπτά του συμπεριλάμβαναν βιβλίο αναλυτικής ανατομίας, ένα άλλο για την φυσιολογία, ένα για κίνηση των ζώων, άλλα και για την αναπαραγωγική διαδικασία, ένα για τον θάνατό τους και μια διατριβή για την ψυχή. 

Ο Αριστοτέλης, ήταν εκείνος που άνοιξε ένα αυγό κότας, παρατήρησε την καρδιά από το κοτοπουλάκι που χτυπούσε και έγραψε ακόμη ένα βιβλίο. Έκανε τους ζωντανούς οργανισμούς το κέντρο του κόσμου και της σκέψης του, και οτιδήποτε σκέφτηκε όρισε την επιστήμη της βιολογίας για τα επόμενα 2.000 χρόνια"

Διαβάστε περισσότερα... »

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015

Η έννοια του Φιλοσόφου στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη




Η εικόνα του φιλοσόφου σκιαγραφείται και από τους ορισμούς που δίνουν οι φιλόσοφοι για τη φιλοσοφία. Για τον Πλάτωνα, η φιλοσοφία είναι η γνώση ή η θέαση των αιώνιων και αμετάβλητων ιδεών, ενώ για τον Αριστοτέλη είναι η έρευνα των αιτιών- ο έρωτας προς τη γνώση και η επιδίωξη της σοφίας στη βάση της απορίας και του θαυμασμού[5]. Στη συνέχεια, θα ανατρέξουμε σε αποσπάσματα από την Πολιτεία του Πλάτωνα και τα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη και θα προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε την εικόνα του φιλοσόφου. Η μελέτη είναι χωρισμένη σε δυο μεγάλες ενότητες και ακολουθούν τα συμπεράσματα, όπου επιχειρείται μια συγκριτική προσέγγιση των θέσεων των φιλοσόφων.


Πλάτωνας – Πολιτεία
Στην πλατωνική Πολιτεία, η πολιτεία και τα άτομα παραλληλίζονται ως προς την τριαδική τους σύσταση. Όπως το άτομο αποτελείται από τα τρία μέρη της ψυχής, το επιθυμητικόν, το θυμοειδές και το λογιστικόν, έτσι και η Πολιτεία αποτελείται από τρεις τάξεις: τους παραγωγούς, τους φύλακες και τους κυβερνήτες[6]. Οι πολίτες τοποθετούνται στις διάφορες τάξεις, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα μετακίνησης, ενώ το μοναδικό μέσο ταξινόμησης είναι η παιδεία, και κυρίως η απόδοσή τους στα μαθηματικά[7]. 

Στην ιδανική πολιτεία όλα λειτουργούν ιδανικά και η κάθε τάξη έχει τη δική της αρετή: οι φύλακες την ανδρεία, η παραγωγική τάξη τη σωφροσύνη και οι φιλόσοφοι τη σοφία. Τέλος, η δικαιοσύνη είναι μια αρετή που πρέπει να υπάρχει σε κάθε πολίτη ώστε οι πράξεις του να είναι σωστές[8]. Για να διατηρήσει τη δικαιοσύνη που ορίζεται ως ο άξονας της ισορροπίας στην ηθική και πολιτική, ο Πλάτων, «φτάνει», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Romilly, στα άκρα»[9]. Πιστεύει ότι, η ανθρώπινη ζωή είναι πλήρης μόνο μέσα στην Πολιτεία. Εκεί, ο φιλόσοφος είναι ο βασιλιάς, απαλλαγμένος από δεσμεύσεις και με μοναδικό κτήμα του τον εσωτερικό πλούτο. 

Το κύριο μέλημα είναι να κυβερνήσει την πολιτεία με σοφία, έχοντας υπόψη του το Αγαθό που περιγράφεται ως «την ουσία αλλά και κάτι ακόμα πέρα από την ουσία»[10]. Το κράτος που θα κυβερνάται με αυτό τον τρόπο «είναι δεδομένο ως τέλειο για την αιωνιότητα». Σε ένα κράτος όπου οι φιλόσοφοι έχουν πάντα δίκιο και ποτέ δεν κάνουν λάθος, ποτέ δεν συμβαίνει τίποτα, δεν υπάρχει εξέλιξη[11]. Υπάρχει όμως, η διαδρομή του ανθρώπου από τα κατώτατα επίπεδα γνώσης στα ανώτερα. Την πορεία αυτή μας τη δείχνει ο Πλάτων με τις αλληγορικές εικόνες του ήλιου, της γραμμής και του σπηλαίου[12]. 


Αλληγορία του ήλιου
Σε αυτήν την αλληγορία, ο Πλάτωνας αντιπαραβάλλει τον ορατό κόσμο[ήλιος] με τον νοητό κόσμο στον οποίο βασιλεύει η ιδέα του αγαθού[13]. Όπως ο ήλιος μας δίνει τη δυνατότητα της όρασης, χωρίς να είναι ο ίδιος όραση, έτσι και η αλήθεια και η γνώση σχετίζονται με το αγαθό χωρίς όμως να ταυτίζονται[14]. Για να μπορέσουμε να δούμε τα διάφορα αντικείμενα χρειάζεται ένας διάμεσος. Ποιο είναι το ενδιάμεσο στοιχείο που θα μας βοηθήσει να τα δούμε; Το φως. Ποιος εκπέμπει το φως; Ο ήλιος. Τον ήλιο μπορούμε να τον δούμε; Όχι, γιατί μόλις τον κοιτάξουμε θα στραβωθούμε. Όπως είναι ο ήλιος έτσι είναι και το αγαθό. Για να δούμε τα γνωστικά αντικείμενα χρειαζόμαστε τον ενδιάμεσο, δηλαδή τη νόηση. Εδώ, επεμβαίνει ο φιλόσοφος, ο μόνος σύμφωνα με τον Πλάτωνα που μπορεί να κυβερνήσει την Πολιτεία, και που μπορεί να υποδείξει τη συνάφεια όλων των πραγμάτων με το αγαθό, το οποίο όπως ο ήλιος υπόσταση σε όλη την αισθητή και νοητή πραγματικότητα[15].


Αλληγορία της γραμμής
Στην αλληγορία της γραμμής, ο Πλάτωνας χωρίζει μια γραμμή σε δυο άνισα τμήματα, στο νοητό και στο ορατό. Στο κατώτατο τμήμα του ορατού αντιστοιχούν οι εικόνες, (δηλαδή οι σκιές, τα είδωλα των πραγμάτων, κ.λπ), ενώ στο ανώτατο όλα τα έμβυα όντα (δηλαδή καθετί φυσικό, όλα τα ανθρώπινα κατασκευάσματα). Στο κατώτερο οντολογικό τμήμα του νοητού αντιστοιχούν τα μαθηματικά/υποθέσεις, ενώ στο ανώτατο αντιστοιχούν οι ιδέες. 

Σε αυτά τα τέσσερα τμήματα της οντολογικής πραγματικότητας αντιστοιχούν τέσσερις γνωσιολογικές καταστάσεις που υπάρχουν μέσα στην ψυχή: η εικασία, η πίστις, η διάνοια και η νόησις[16]. Για να οδηγηθούμε στο ανώτατο σημείο της γνώσης πρέπει να ξεκινήσουμε από τις εικασίες, που είναι αποτέλεσμα της πραγματικότητας. Η αμέσως επόμενη γνωσιακή προσέγγιση της πραγματικότητας είναι η πίστη. Τις υποθέσεις τις προσεγγίζουμε μέσω της διάνοιας και τις ιδέες μέσω της νόησης ή της επιστήμης. 

Ο φιλόσοφος έχει ως αφετηρία τις υποθέσεις/τα αξιώματα, τις ξεπερνάει και φτάνει στην ιδέα του αγαθού. Αντίθετα, οι μαθηματικοί προϋποθέτουν «το περιττό, το άρτιο, κά[…] και βασίζουν επάνω τους τις αποδείξεις[…] για να καταλήξουν, με λογική ακολουθία, σε εκείνο το οποίο είχαν αρχικά ορίσει ως αντικείμενο της έρευνας τους»[17]. Μόνο οι φιλόσοφοι γνωρίζουν πλήρως τις τέσσερις οντολογικές βαθμίδες, ενώ οι υπόλοιποι πολίτες γνωρίζουν μόνο την αισθητή ορατή πραγματικότητα ή κάποιες ελάχιστες μαθηματικές έννοιες[18]. 


Αλληγορία του σπηλαίου
Σε αυτή την αλληγορία, ο Αθηναίος φιλόσοφος παρουσιάζει την εικόνα ενός σπηλαίου, όπου η είσοδος του είναι ανοιχτή στο φως και στο βάθος ζουν αλυσοδεμένοι άνθρωποι από τα πόδια και τον αυχένα με τέτοιο τρόπο ώστε να βλέπουν μόνο τοίχο. Πίσω τους και μακριά καίει μια φωτιά. Ότι βλέπουν είναι οι σκιές των πραγμάτων και έχουν την εντύπωση ότι οι σκιές είναι τα ίδια τα πράγματα. Εάν κάποιος δεσμώτης κατορθώσει να ανέβει πάνω στη γη ή κάποιος τον τραβήξει για να ανέβει, μόλις αντίκρισει τον ήλιο θα «αισθανθεί έντονο πόνο στα μάτια»[19]. Τότε θα δει μια άλλη πραγματικότητα, σιγά-σιγά θα αντιληφθεί ότι «είναι κάπως πιο κοντά στην πραγματικότητα» και τέλος, θα συνειδητοποιήσει ότι η πραγματικότητα που έβλεπε μέχρι τότε δεν ήταν η πραγματική. 

Οι τρεις αλληγορίες συνδέονται μεταξύ τους και όλες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι μόνο οι φιλόσοφοι μπορούν να κυβερνούν την Πολιτεία. Ο ήλιος είναι στον ορατό κόσμο το αντίστοιχο της ιδέας του Καλού στον κόσμο των Ιδεών. Η παιδεία ασκεί πάνω στον άνθρωπο την μεταλλαγή που γνώρισε ο άνθρωπος της σπηλιάς και που σιγά-σιγά συνήθισε στο φως. Ο φιλόσοφος που φτάνει σε αυτό το επίπεδο, δεν έχει καμία διάθεση να επιστρέψει στο σπήλαιο, το κάνει όμως από αγάπη για τη δικαιοσύνη, παρά το γεγονός ότι αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να γελοιοποιηθεί, να θεωρηθεί τρελός ακόμα και να θανατωθεί[20]. 

Το σπήλαιο παρομοιάζεται με τον αισθητό ορατό κόσμο, η φωτιά και το φως της με τον ήλιο και τη δύναμή του, η ανάβαση προς τα πάνω και η θέαση του επάνω κόσμου με την γνωσιολογική άνοδο της ψυχής στον οντολογικό νοητό κόσμο και τέλος, οι δεσμώτες με τους πολίτες[21].

Για τον Πλάτωνα, όπως απορρέει από τα παραπάνω, σκοπός της φιλοσοφίας και της γνώσης είναι η ηθικο-πολιτική αναγέννηση της κοινωνίας. Θεωρεί βασική την ανάγκη «αναγέννησης του κόσμου με βάση μια τάξη θεμελιωμένη στις αξίες που μόνο ο φιλόσοφος είναι σε θέση να αντιληφθεί»[22]. Για τον Αριστοτέλη αντίθετα, όπως θα δούμε παρακάτω, σκοπός της φιλοσοφίας ήταν η ορθολογική ερμηνεία όλου του φάσματος των όντων και των λειτουργιών του κόσμου και της φύσης.


Αριστοτέλης – Ηθικά Νικομάχεια
«κάθε τέχνη και κάθε επιστημονική έρευνα 
όπως και κάθε πράξη 
και κάθε κατόπιν σκέψεως λαμβανόμενη απόφαση 
φαίνεται ότι αποβλέπει σε κάποιο αγαθό»[ΗΝ 1094a1-2][23]. 

Τα Ηθικά Νικομάχεια ξεκινούν με αυτή τη φράση, τονίζοντας ότι κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα αποσκοπεί σε κάποιο αγαθό, που με τη σειρά του εξυπηρετεί κάποιο άλλο αγαθό. Αυτή η αλυσίδα, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, θα πρέπει να έχει κάποιο τελικό σκοπό, κάποιο τέλος. Κάθε επιμέρους στόχος δεν είναι παρά το ενδιάμεσο στάδιο ώστε να φτάσει ο άνθρωπος στο ύψιστο αγαθό, την ευδαιμονία. 

Η ευδαιμονία, δεν είναι μια ψυχική κατάσταση -θα μπορούσε να συμβεί και σε έναν άνθρωπο που κοιμάται- ούτε έξις, είναι μια ενέργεια «επιθυμητή καθαυτή» που πραγματοποιείται «καθ’ υπαγόρευση της αρετής»[24]. Η επιθυμητική ενέργεια απηχεί τη διαφορετική ψυχική κατάσταση κάθε ανθρώπου. Η ευδαιμονία δεν εξαρτάται από απολαύσεις, ηδονές και διασκεδάσεις, αλλά είναι αποτέλεσμα πολλών παραμέτρων. Σε αυτό το πλαίσιο, θα μπορούσε και ένας δούλος να εξασφαλίσει την ευδαιμονία, αλλά είναι αδύνατο αφού δεν είναι ελεύθερος[25].

Ευδαίμων δεν γίνεται κάποιος μόνο τη στιγμή του θανάτου του, αλλά στο σύνολο της ανθρώπινης ζωής του πρέπει να «αντιμετωπίζει την ηθική του ποιότητα υπό την προοπτική της διάρκειας και της συνέχειας»[26]. Βασικός πυρήνας της ευδαιμονίας είναι η αρετή, διότι μόνο μέσα από αυτή μπορεί ο άνθρωπος να φτάσει στην τέλεια ευδαιμονία. 

Ο Αριστοτέλης διαιρεί τις αρετές σε δυο βασικές κατηγορίες, σε διανοητικές και ηθικές. Οι διανοητικές αρετές στηρίζονται στην ενέργεια του νου και χωρίζονται σε θεωρητικές και πρακτικές σύμφωνα με τη διαίρεση του νου σε θεωρητικό και πρακτικό. Οι ηθικές αρετές στηρίζονται στη σχέση του επιθυμητού με το λογικό μέρος της ψυχής,[27] και ορίζονται ως «μέσον» ανάμεσα σε δύο ακρότητες[28]. 

Αν υποθέσουμε ότι ο νους είναι ένα κομμάτι του θεού μέσα στον άνθρωπο ή έστω ότι είναι το πιο κοντινό κομμάτι του θεού μέσα μας, σε αρμονία με την οικεία του αρετή αποτελεί μια ενέργεια καθαρά πνευματική και επιτυγχάνει την τέλεια ευδαιμονία[29]. Αυτή η θεωρητική ενασχόληση είναι συνεχής αφού «μπορούμε να σκεφτόμαστε συνεχώς πολύ περισσότερο από το να πράττουμε οτιδήποτε συνεχώς»[30], αγαπάται περισσότερο και περιέχει τη δική της ηδονή. Καλλιεργώντας το θεϊκό στοιχείο, το άτομο μπορεί να εξομοιωθεί κατά το δυνατό με το θεό, και σε ένα επόμενο βήμα θα πρέπει να αποβάλλει τη θνητή του φύση και να «[…] αποβλέπει στην αθανασία[…] και να προσαρμόζει τις πράξεις της ζωής του σε εκείνο που είναι ανώτερο από όλα»[31]. 

Η ευδαιμονία που πηγάζει από τον «δαίμονα» που βρίσκεται στο κεφάλι μας, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο During, κατευθύνει τον άνθρωπο προς την ουράνια περιοχή, ενώ όποιος παραμένει παγιδευμένος στις επιθυμίες και στις φιλοδοξίες, μένει δέσμιος στη γη[32]. Ο θεωρητικός νους[33] αποβλέπει στη γνώση της αλήθειας και η απελευθέρωση του ανθρώπου από την υποδούλωση του σε κάθε άλλο σκοπό[εξωτερικά αγαθά και θνητή φύση], τον διευκολύνει στην προσπάθεια του να γίνει ον ελεύθερο[34]. Σε αντίθεση με το θεωρητικό νου, ο πρακτικός έχει περισσότερο ανάγκη τα εξωτερικά μέσα[35]. Η αρετή του είναι η φρόνηση, που προσδιορίζει, ως νοητική ενέργεια, το σκοπό και ταυτόχρονα βρίσκει τα μέσα για την πραγμάτωση του[36].

Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε, ότι ο θεωρητικός βίος είναι εκείνος της συνεχούς άσκησης της θεωρίας (της θεωρητικής γνώσης)[37] και ότι η ευδαιμονία τίθεται ως εφικτός στόχος για κάθε άνθρωπο και κυρίως για τους φιλοσόφους. Η δραστηριότητα της θεωρίας[38] περιγράφεται ως η καλύτερη και απολαυστικότερη ενέργεια που αναφέρεται στα «αιώνια όντα και όχι στα ανθρώπινα, επισφαλή και ασταθή πράγματα»[39]. Οι άνθρωποι-φιλόσοφοι που απέκτησαν τη γνώση και μπορούν να ενεργοποιούν το φιλοσοφικό πνεύμα, απελευθερώνονται και απολαμβάνουν μια ευδαιμονία καθαρή και τέλεια, διότι είναι αυτάρκης[40]. 

Ο σοφός άνθρωπος (αν εξασφαλίσει τα προς το ζην) «μπορεί ακόμη κι αν είναι μόνος του, να ασχολείται με φιλοσοφικές θεωρίες (και όσο περισσότερο ασχολείται) τόσο περισσότερο σοφός (γίνεται)», ενώ ο δίκαιος χρειάζεται γύρω του ανθρώπους, για τους οποίους θα κάνει δίκαιες πράξεις»[41]. Η ενασχόληση του φιλοσόφου με το νου είναι διαφορετική από την ασχολία του πολιτικού άντρα με τα κοινά που στοχεύει σε εξουσία και τιμές. 

Επίσης, είναι διαφορετική από τις πολεμικές υποθέσεις γιατί και οι δυο (πολεμικές και πολιτικές ενέργειες) σκοπεύουν σε διαφορετικό στόχο, δεν αφήνουν ελεύθερο χρόνο και δεν περιλαμβάνουν τη θεωρητική ενέργεια του νου[42]. 

Ο άνθρωπος είναι ένα σύνθετο ον που αποτελείται από πνεύμα και σώμα και χρειάζεται την κοινωνία των ομοίων του. Σύμφωνα με τον Gigon, ο Αριστοτέλης υποστηρίζει ότι υπάρχουν τρεις ομάδες αγαθών: οι πνευματικές, οι σωματικές και οι εξωτερικές,[43] που αποτελούν ένα ιεραρχικά δομημένο σύνολο. Η «ποσότητα» του καθενός υποσυνόλου που υπάρχει στη ζωή του κάθε ανθρώπου, αυτόματα τον κατατάσσει σε κάποια κατηγορία. 

Η σχέση μεταξύ των αγαθών δεν είναι απόλυτα σαφής, ενώ τα πνευματικά αγαθά υπερέχουν σε σύγκριση με τις άλλες δυο κατηγορίες. Αν εναρμονίσουμε την ψυχή μας, με τα τρία επίπεδα, με το πνεύμα και με αυτό που το πνεύμα βλέπει, «πετυχαίνουμε το στόχο που μας έθεσαν οι θεοί[...] την άριστη ζωή. Εν κατακλείδι, ο ευδαίμων βίος του ανθρώπου δεν είναι άλλος από τον τέλειο φιλοσοφικό βίο. 


Συμπεράσματα
Οι διαφορετικές εικόνες των φιλοσόφων συνήθως οφείλονται στη μεταβολή του ρόλου του φιλοσόφου, αλλά και στη διαφορετικότητα της αποστολής του. Ο Πλάτωνας τοποθετεί το φιλόσοφο στην ιδανική Πολιτεία στο υψηλότερο βάθρο, όπου συνυπάρχει η γνώση μαζί με την εξουσία, τόσο σε πολιτικό, κοινωνικό όσο και σε εκπαιδευτικό επίπεδο. Ο φιλόσοφος, αναγκάζεται να ασχοληθεί με τα κοινά «συνενώνοντας αρμονικά τους πολίτες..…για να τους χρησιμοποιήσει ο ίδιος για την ενίσχυση της ενότητας της πόλης»[44]. Ο πραγματικός ρόλος του φιλοσόφου μπορεί να υπάρχει μόνο στην Ιδανική Πολιτεία ενώ σε μια άδικη κοινωνία θα ήταν απλά κάποιος που αναζητεί τη σοφία, αλλά δεν κατορθώνει ποτέ να την κατέχει πλήρως[45]. 

Ο φιλόσοφος στον Αριστοτέλη ξεπερνά τα όρια του πολιτικού βίου, δεν ενδιαφέρεται για την άσκηση της εξουσίας και μπορεί κάλλιστα να απομονωθεί από τους ανθρώπους. Η θέση του είναι διαφορετική από αυτή των πολιτικών και των πολεμιστών και μοναδικός σκοπός του είναι η κατάκτηση της ευδαιμονίας. Και ο Πλάτωνας πιστεύει ότι οι άνθρωποι δεν πρέπει απλώς να ζουν, αλλά να ζουν καλά και ευδαιμονικά. Η επίτευξη της ευδαιμονίας για τον Πλάτωνα πετυχαίνεται αν ο πολίτης αντικρίσει το φως της αλήθειας. 

Ο κόσμος του Αριστοτέλη είναι ενιαίος και ομοιογενής και η δομή είναι οριζόντια. Ο κόσμος του Πλάτωνα είναι χωρισμένος σε υψηλό και χαμηλό επίπεδο και για να υπάρξει ενότητα δημιούργησε μια κάθετη ιεραρχική δομή με «όπλα» τη διαλεκτική και τα μαθηματικά[46]. Στο έργο του, η ύπαρξη των ιδεών είναι κυρίαρχη ενώ ο Αριστοτέλης «ανοίγει την πόρτα» σε όλες τις γνώσεις: στη λογική, στη ρητορική και στην επιστήμη γενικότερα[47]. 

Πυρήνας της διδασκαλίας του Πλάτωνα όσο και του Αριστοτέλη είναι η ψυχή του ανθρώπου. Σύμφωνα με τον Σκουτερόπουλο,[48] η Πολιτεία είναι μια ιδιότυπη αλληγορία αφού η «αρίστη πόλις είναι η πολιτεία της ανθρώπινης ψυχής». Δηλαδή, είναι η επιστροφή της ψυχής στον εαυτό της. Οι αλυσίδες των δεσμωτών στο σπήλαιο που τους κρατούν μακριά από τη γνώση και την αλήθεια, μας θυμίζουν το απόσπασμα από τον Αριστοτέλη που αναφέρει για τα υλικά που κρατούν δέσμιους τους ανθρώπους. Χρειάζεται μόχθος και άσκηση για την άνοδο προς τον ήλιο του Πλάτωνα, ή το υπέρτατο αγαθό του Αριστοτέλη. Η λύτρωση της ψυχής δεν γίνεται χωρίς αγώνα


Σημειώσεις-Παραπομπές 
[1]. Gigon O., Bασικά Προβλήματα της Αρχαίας Φιλοσοφίας, μτφρ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, Γνώση, Αθήνα, 1991, 221.
[2]. Hadot, P., Τι είναι η αρχαία ελληνική φιλοσοφία, μτφρ. Κλαμπατσέα, εκδ Ίνδικτος, Αθήνα, 2002, 50.
[3]. Hadot, P., ό.π., 78. 
[4]. Μπαμπινιώτης Γ., Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε, Αθήνα, 1998.
[5]. Βασιλείου Σ., Λεξικό των επιστημών του ανθρώπου, Guttenberg, Αθήνα, 1992.
[6. Θεοδωρακόπουλος Ι., «Η Αρχή της Επιστήμης και της Φιλοσοφίας», Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τόμ. Γ2’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1971, 484. 
[7]. Βιρβιδάκης Σ., κ.ά., Ελληνική Φιλοσοφία και Επιστήμη, από την Αρχαιότητα έως τον 20ο αιώνα, τόμ. Α’, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα, 2000, 153.
[8]. Μανιάτης, Γ., Φιλοσοφία και Πολιτεία στον Πλάτωνα: Ο φιλόσοφος-βασιλεύς και η αρίστη πολιτεία, Έννοια, Αθήνα, 2005, 34.
[9]. Romilly, J., Γιατί η Ελλάδα; μτφρ. Μ. Αθανασίου, Κ. Μηλιαρέση, Το άστυ, Αθήνα, 1999, 270.
[10]. ΠΠ, 495.
[11]. Μπονάρ Α., Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, τόμ. 3, μτφρ. Ε. Γαρίδη, Θεμέλιο, Αθήνα, 1985, 112. 
[12]. Στις αλληγορίες, μεταξύ άλλων, διακρίνουμε το κέντρο της πλατωνικής φιλοσοφίας, τη Θεωρία των Ιδεών. Ο Πλάτωνας διέκρινε δυο κόσμους το γήινο και τον ιδανικό. Ο τελευταίος περιέχει τις ιδέες, τις φωτεινές υπάρξεις με ψυχή και κίνηση, άυλες, οι οποίες συνιστούν τα τέλεια πρότυπα των διαφόρων ηθικών και γνωστικών ιδεών και αποτελούν τα δεδομένα της εμπειρίας του κόσμου των αισθητών. Ο κόσμος αυτών μας παρέχει γνώση, ενώ o ορατός γνώμη (δόξα). Γιαννόπουλος Ι., Κατσιαμπούρα Γ., Κουκουζέλη Α., Σημαντικοί Σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, τόμ. Β’, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα, 2000, 117. 
[13]. Μανιάτης, ό.π., 71
[14]. ΠΠ, 489.
[15]. Μανιάτης, ό.π., 72.
[16]. ΠΠ, 501. 
[17]. ΠΠ, 497.
[18]. Μανιάτης, ό.π., 74. 
[19]. ΠΠ, 505.
[20]. Romilly, ό.π., 269. 
[21]. Η άνοδος της ψυχής ξεκινάει από τις σκιές-εικόνες, εικασίες, στη συνέχεια ο δεσμώτης απελευθερώνεται και βλέπει με το φως τα ορατά όντα, πιστεύοντας και στη συνέχεια βγαίνει από το σπήλαιο και θεωρεί τις έννοιες των μαθηματικών έχοντας διάνοια και τέλος ανεβαίνει στο υψηλότερο τμήμα του νοητού τόπου και θεωρεί τις ιδέες, έχοντας την ανώτερη γνώση της νοήσεως. Μανιάτης, ό.π., 76-77. 
[22]. Vegetti, M., Ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας, μτφρ. Γ. Α. Δημητρακόπουλος, εκδ Π. Τραυλός, Αθήνα, 2003 (2000), 212.
[23]. «Πάσα τέχνη και πάσα μέθοδος, ομοίως δε πράξις τε και προαίρεσις, αγαθού τινος εφίεσθαι δοκει.διο καλως απεφήναντο ταγαθόν, ου παντ’εφίεται», ΗΝβ, μετάφραση Β. Μόσκοβη (Νομική Βιβλιοθήκη).
[24]. ΗΝα, 4, 173.
[25]. ΗΝα, 4, 177.
[26]. Βιρβιδάκης ό.π., 207
[27]. Η ψυχή χωρίζεται σε τρία είδη, στο θρεπτικό, στο αισθητικό και στο νοητικό. Την ανώτατη ψυχική βαθμίδα, δηλαδή τη νοητική ψυχή, έχει μόνο ο άνθρωπος και για αυτό διαφέρει από τα ζώα. Θεοδωρακόπουλος, ό.π.,505. 
[28]. Για παράδειγμα η ανδρεία είναι αρετή στο μέτρο που βρίσκεται ανάμεσα στην υπερβολή του θράσους και στην έλλειψη του φόβου. Αυτή είναι η έννοια της μεσότητας, βλ. σχετικά Βιρβιδάκης, ό.π., 209.
[29]. ΗΝα, 5, 179.
[30]. ΗΝα, 5, 179.
[31]. ΗΝα, 5, 179.
[32]. Düring, I., Ο Αριστοτέλης. Παρουσίαση και ερμηνεία της σκέψης του, τόμ. Β΄, μτφρ. Α. Γεωργίου-Κατσιβέλα, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2003 (1994), 56.
[33]. Η επιστήμη, η διάνοια, η σοφία είναι αρετές του θεωρητικού νου, ενώ η τέχνη και η φρόνηση του πρακτικού. Θεοδωρακόπουλος, ό.π., 507. 
[34]. Γεωργούλης, όπ., 258.
[35]. ΗΝα, 5, 187.
[36]. Θεοδωρακόπουλος, ό.π., 507.
[37]. Βιρβιδάκης, ό.π., 211.
[38]. Το ρήμα θεωρείν σημαίνει πάντοτε ενεργοποιώ τη γνώση, όχι έχω τη γνώση, αλλά την αφήνω να δράσει. During, όπ., 258
[39]. Βιρβιδάκης, ό.π., 211.
[40]. Vegetti, ό.π., 251. 
[41]. ΗΝα, 5, 181.
[42]. ΗΝα, 5, 181.
[43]. Στις πνευματικές προέχουν η αυτοπειθαρχία, η ευφυΐα, η δικαιοσύνη, στις σωματικές η υγεία, η δύναμη, η ομορφιά, και στις εξωτερικές, ο πλούτος, η δύναμη, η ευδοκόμιση και η φιλία. Gigon, ό.π., 284. 
[44]. ΠΠ, 517.
[45]. Koyré, Α., Φιλοσοφία και Πολιτεία. Εισαγωγή στην ανάγνωση του Πλάτωνα, μτφρ. Λ. Κασίμη, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1990, 86.
[46]. Vegetti, ό.π., 212.
[47]. Romilly, ό.π., 273.
[48]. Πλάτων Πολιτεία, εισ. σημείωμα-μετάφραση - ερμ. σημειώματα Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, Αθήνα: Πόλις, 2002, 21. 


Βιβλιογραφία
Πηγές
Πλάτων Πολιτεία, εισ. σημείωμα-μετάφραση - ερμ. σημειώματα Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, Αθήνα: Πόλις, 2002, 488-518[=507d-511e• 514a-521b]
Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια, (Ηνα), τόμ. Γ’, Κάκτος, Αθήνα.
------------------ Ηθικά Νικομάχεια, (Ηνβ), τόμ. Β’, απόδοση Β. Μοσκόβης, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 1993, 538-557(=1176a30-1179a32). 

Μελέτες
Düring, I., Ο Αριστοτέλης. Παρουσίαση και ερμηνεία της σκέψης του, τόμ. Β΄, μτφρ. Α. Γεωργίου-Κατσιβέλα, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2003 (1994). 
Gigon O., Bασικά Προβλήματα της Αρχαίας Φιλοσοφίας, μτφρ. Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, Γνώση, Αθήνα, 1991.
Hadot, P., Τι είναι η αρχαία ελληνική φιλοσοφία, μτφρ. Κλαμπατσέα, Ίνδικτος, Αθήνα, 2002.
Koyré, Α., Φιλοσοφία και Πολιτεία. Εισαγωγή στην ανάγνωση του Πλάτωνα, μτφρ. Λ. Κασίμη, εκδ Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1990.
Romilly, J., Γιατί η Ελλάδα; μτφρ. Μ. Αθανασίου, Κ. Μηλιαρέση, Το άστυ, Αθήνα, 1999, 269. 
Ross, W. D., Αριστοτέλης, μτφρ. Μ. Μητσού, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 1991.
Vegetti, M., Ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας, μτφρ. Γ. Α. Δημητρακόπουλος, Π. Τραυλός, Αθήνα, 2003 (2000).
Βασιλείου Σ., Λεξικό των επιστημών του ανθρώπου, Guttenberg, Αθήνα, 1992. 
Βιρβιδάκης Σ., et al (επιμ), Ελληνική Φιλοσοφία και Επιστήμη, από την Αρχαιότητα έως τον 20ο αιώνα, τόμ. Α’, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα, 2000.
Γεωργούλης Κ.Δ., Ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας, Παπαδήμα, Αθήνα, 1994.
Γιαννόπουλος Ι., et al, Σημαντικοί Σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, τόμ. Β’, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα, 2000.
Θεοδωρακόπουλος Ι., «Η Αρχή της Επιστήμης και της Φιλοσοφίας», Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τόμ. Γ2’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1971, 469-511.
Μανιάτης, Γ., Φιλοσοφία και Πολιτεία στον Πλάτωνα: Ο φιλόσοφος-βασιλεύς και η αρίστη πολιτεία, Έννοια, Αθήνα, 2005.
Μπαμπινιώτης Γ., Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, Κέντρο Λεξικολογίας Ε.Π.Ε, Αθήνα, 1998.
Μπονάρ Α., Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, τόμ. 3, μτφρ. Ε. Γαρίδη, Θεμέλιο, Αθήνα, 1985, 112.

© 2006 Θεώνη Δέδε
πηγή-archive.gr
Διαβάστε περισσότερα... »

Σάββατο 6 Ιουνίου 2015

Η έννοια του Χρόνου, στους Πλάτωνα και Αριστοτέλη


Ο Χρόνος, η γένεσή του, καθώς και τα διάφορα χρονικά παράδοξα, αποτέλεσαν αντικείμενο ιδιαίτερης μελέτης για τους αρχαίους Έλληνες διανοητές. Με την παρούσα εργασία θα επιχειρήσουμε να ερμηνεύσουμε τα πιστεύω των δύο σπουδαιότερων: του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Αρχικά θα δούμε πως ορίζουν αμφότεροι την έννοια του χρόνου σε δύο ξεχωριστές ενότητες. 

Στην συνέχεια θα αναλύσουμε το πώς αντιλαμβάνεται ο Πλάτων την σχέση ανάμεσα στον χρόνο και τα ουράνια σώματα. Έπειτα, θα στραφούμε στον Αριστοτέλη και στον τρόπο που συσχετίζει τον χρόνο και την κίνηση. Τέλος, θα κλείσουμε εξάγοντας πολύτιμα συμπεράσματα σχετικά με τις θεωρίες των δύο μεγάλων στοχαστών της αρχαιότητας. Να σημειώσουμε εδώ ότι θα ξεκινήσουμε με τον Πλάτωνα, αφιερώνοντας δύο ενότητες, και, στη συνέχεια θα εξετάσουμε τον Αριστοτέλη σε άλλες δύο.

I. Ορισμός της έννοιας του χρόνου από τον Πλάτωνα




Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, οτιδήποτε γίνεται έχει αιτία. Εισάγεται, με αυτόν τον τρόπο, η ιδέα του «δημιουργού»1 που κατασκευάζει τον κόσμο. Όμως, κάθε δημιουργός εργάζεται βάσει προτύπου. Το πρότυπο, του οποίου αντίγραφο ή εικόνα αποτελεί ο αισθητός κόσμος, είναι αιώνιο. Ο κόσμος δεν είναι αιώνιος, αλλά γεγονός, δηλαδή κάτι που έγινε. Κάθε αισθητό προέκυψε ως αποτέλεσμα μιας διεργασίας. Ο αισθητός κόσμος βρίσκεται πάντα σε εξέλιξη και έχει ιστορία, σε αντίθεση με τον δημιουργό που είναι αιώνιος, όπως και το πρότυπο της δημιουργίας.

Ο μεγάλος αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος δέχεται τον απόλυτο, τον αιώνιο χρόνο ως τον μόνο πραγματικό, ενώ τα διάφορα συμβαίνοντα στον δικό μας γύρω κόσμο γεγονότα τα θεωρεί ως είδωλα απατηλά των αισθήσεων μας. Ο χρόνος για εκείνον είναι αντανάκλαση της αιωνιότητας. Το αμετάβλητο και τέλεια άχρονο, προβάλλεται στην κατώτερη διάσταση, στην οποία ανήκει ο υλικός κόσμος. Ο εγκόσμιος χρόνος νοείται ως «εικόνα κινητή της αιωνιότητας»2. Ο υλικός κόσμος είναι εγκλωβισμένος στην ματαιότητα, χωρίς προοπτική λύτρωσης.

Αποτελεί απόλυτη πεποίθηση του Πλάτωνα, όπως ήδη αναφέραμε, το γεγονός ότι η απόλυτα ομοιόμορφη ροή του χρόνου αντανακλά κατ’ ουσία την ίδια την αιωνιότητα. Ο χρόνος αποτελεί τη χαρακτηριστική μορφή του αισθητού. Όταν αναφερόμαστε στο αιώνιο, το αναφέρουμε ως αυτό που ήταν, είναι και θα είναι. Για την ακρίβεια, όμως, ότι μπορεί να καλείται αιώνιο απλώς είναι. Δεν πρέπει να λέμε ούτε ότι ήταν, ούτε ότι θα είναι, γιατί αυτού του είδους οι εκφράσεις ταιριάζουν μόνο σε ότι συμβαίνει.

Ο χρόνος γεννήθηκε μαζί με τον «ουρανό»3. Κατά συνέπεια, από την στιγμή που γεννήθηκαν μαζί, θα διαλυθούν και μαζί, εάν βεβαίως χρειαστεί ποτέ να διαλυθούν. Η γένεσή τους έγινε με υπόδειγμα την αιώνια φύση του ανώτερου Έμβιου Όντος, ώστε τα δημιουργήματά αυτά να του μοιάσουν, όσο το δυνατόν περισσότερο. Ο μεν χρόνος ως υπόδειγμα, πρότυπο θα λέγαμε, της αιωνιότητας, ενώ ο δε ουρανός ορίστηκε να διατρέχει την ολότητα του χρόνου.


II. Η σχέση ανάμεσα στον χρόνο και τα ουράνια σώματα σύμφωνα με τον Πλάτωνα

Πριν ο Θεός δημιουργήσει τον κόσμο δεν υπήρχε χρόνος, αφού ο χρόνος και ο κόσμος άρχισαν μαζί. Προκειμένου να υπάρξει χρόνος, χρειάζονται αισθητά σώματα με σταθερή κίνηση, τα οποία χρησιμεύουν για τη μέτρησή του. Έτσι, ο δημιουργός επινόησε τον Ήλιο, την Σελήνη και πέντε ακόμα άστρα, τα οποία οι άνθρωποι τα αποκαλούσαν «πλανήτες»4, και τα έθεσε σε συγκεκριμένες τροχιές, τις οποίες διαγράφει η κυκλική κίνηση του Διαφορετικού.

Επομένως, τα ουράνια σώματα δημιουργήθηκαν για να καθορίζουν και να διαφυλάσσουν τα μέτρα του χρόνου. Χρησιμεύουν με άλλα λόγια για την διαίρεση και μέτρηση του χρόνου: «αριθμοί του χρόνου»5, η οποία είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας τους. Από αυτά η Σελήνη τοποθετήθηκε στον πλησιέστερο προς την Γη κύκλο, ο Ήλιος στον δεύτερο, ενώ ο Εωσφόρος (η Αφροδίτη) και το επονομαζόμενο ιερό άστρο του Ερμή, διατρέχουν τους δύο επόμενους κύκλους, έχοντας με τον κύκλο του Ηλίου την ίδια ταχύτητα, αλλά την αντίθετη δύναμη. Επιπλέον, αυτή η περιφορά, η οποία επιβάλλεται από την αμετάβλητη ουσία του Διαφορετικού, στρέφει ελικοειδώς όλους τους κύκλους των πλανητών, με αποτέλεσμα ο κάθε πλανήτης να προχωρά συγχρόνως προς δύο διακριτές αντίθετες κατευθύνσεις. Έτσι, όποιος πλανήτης απομακρύνεται βραδύτερα από την περιφορά του Διαφορετικού –την ταχύτερη από όλες τις περιφορές- φαίνεται να την ακολουθεί από πιο κοντά.

Ο Δημιουργός, επειδή ήθελε να υπάρχει εμφανές μέτρο στις σχέσεις βραδύτητας και ταχύτητας των ουρανίων σωμάτων, αλλά και για να διευκολύνει τις περιφορές στην διαδρομή τους, άναψε ένα φως στην δεύτερη επάνω από τη Γη τροχιά, τον Ήλιο. 

Ο στόχος, σύμφωνα πάντα με τον Πλάτωνα, ήταν αφενός μεν να φωτίζεται ο ουράνιος θόλος αφετέρου δε να έρθουν σε επαφή με την χρονική μέτρηση, εκπεφρασμένη με αριθμούς, εκείνα τα έμβια όντα που θα μπορούσαν να τους γνωρίσουν, μαθαίνοντας τους από την περιφορά του Διαφορετικού. Με αυτόν τον τρόπο γεννήθηκε η νύχτα και η ημέρα, η περίοδος της μοναδικής και πλέον σοφής περιστροφής του ουρανού, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το κείμενο. Όσο για τον μήνα, εκείνος παράγεται όταν η Σελήνη ολοκληρώνει τον δικό της κύκλο, φθάνοντας ξανά στον Ήλιο, ενώ το έτος αποτελεί την ολοκλήρωση ενός ηλιακού κύκλου.

Καταλήγοντας ο Αθηναίος φιλόσοφος, μας εξηγεί ότι σε τελική ανάλυση ο «τέλειος αριθμός του χρόνου συμπληρώνει το τέλειο έτος»6. Δηλαδή η τέλεια χρονική αρίθμηση δίνει το μέτρο του τέλειου Ενιαυτού, όταν οι σχετικές ταχύτητες και των οκτώ περιφορών (συμπεριλαμβανομένης και της Γης) ολοκληρωθούν ταυτόχρονα και μετρηθούν με βάση την ομαλή περιφορά του Διαφορετικού. Άρα, ο τρόπος κατασκευής, καθώς και ο σκοπός γένεσης των ουρανίων σωμάτων, τα οποία ενώ πορεύονται μέσα στον ουρανό εμφανίζουν τροπές, είναι να γίνει ο αισθητός κόσμος όσο το δυνατόν περισσότερο όμοιος με το τέλειο και νοητό Έμβιο Ον και να μιμηθεί την αιωνιότητα της φύσεώς του.


IΙΙ. Ορισμός της έννοιας του χρόνου από τον Αριστοτέλη




Ο Αριστοτέλης θεώρησε τον χρόνο ως ενδογενή και θεμελιακό για το σύμπαν. Ο χρόνος για τον Σταγειρίτη φιλόσοφο εξελίσσεται προσανατολισμένα, ευθύγραμμα και χωρίς αναστροφή: «συνεχής»7. Υποστηρίζει δηλαδή την γραμμική χρονική θεώρηση. Ο ίδιος δέχεται ως πραγματικό χρόνο αυτόν που βιώνουμε και οι αισθήσεις καταγράφουν ως φυσικό και μετρήσιμο χρόνο. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που παραθέτει σχετικά με τους ανθρώπους των Σάρδεων8, οι οποίοι κοιμήθηκαν κοντά στους ήρωες και συνδέουν τις προηγούμενες στιγμές με τις μετέπειτα, σβήνοντας το χρονικό διάστημα το οποίο μεσολαβεί κατά την διάρκεια που δεν έχουν τις αισθήσεις τους.

Προχωρώντας περισσότερο προσδιορίζει ως ουσία του χρόνου την διάρκεια κάποιας μεταβολής, είτε αυτή εκδηλώνεται σε κίνηση πραγμάτων, είτε εκδηλώνεται ως βιολογική εξέλιξη και ως ιστορία γεγονότων και πράξεων. Θεωρεί ότι δεν μπορεί να υπάρξει χρόνος χωρίς κίνηση και μεταβολή, επισημαίνοντας ότι: «ο χρόνος ούτε κίνηση είναι ούτε υπάρχει δίχως κίνηση»9. Με άλλα λόγια τον ορίζει ως κάτι από την κίνηση, χωρίς να προσδιορίζει ακριβώς τι, πράγμα που θα πράξει παρακάτω.

Συνεχίζοντας την ανάλυσή του για τον χρόνο, ο Αριστοτέλης τον ορίζει σε σχέση με το τώρα: «νυν»10, επισημαίνοντας όμως ότι όταν το αντιλαμβανόμαστε ως κάτι ξεχωριστό, δίχως ταυτόχρονα να το συνδέουμε με το πριν και το μετά, τα οποία βρίσκονται σε διαρκή κίνηση και αποτελούν δομικούς παράγοντες για την κατανόηση της έννοιας του χρόνου, τότε σχηματίζουμε λανθασμένα την εντύπωση πως δεν έχει περάσει καθόλου χρόνος. Το τελευταίο αποτελεί φυσικό επακόλουθο του γεγονότος της ανυπαρξίας κίνησης.

Επιπρόσθετα, υποστηρίζει ότι στον φυσικό κόσμο συντελείται μέσα στον χρόνο πραγματική μεταβολή ποιοτήτων, όπως γένεσις και φθορά, ένα διαρκές γίγνεσθαι δηλαδή. Για τον Σταγειρίτη φιλόσοφο, ο κόσμος έχει μια θεμελιώδη χρονική δομή, κάθε διαδικασία έχει εγγενή χρονικά μέρη και σχέσεις που αποτελούν ουσιαστικό στοιχείο της πραγματικότητάς της. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει πλήρως κατανοητή (η διαδικασία), αν δεν λάβουμε υπόψη μας αυτή την χρονική δομή. Έτσι, καταλήγει στον τελικό ορισμό που δίνει για τον χρόνο, ορίζοντάς τον ως αριθμό κινήσεως11 από την άποψη του προηγηθέντος και του κατοπινού: «πρότερον και ύστερον»12.


ΙV. Ο συσχετισμός μεταξύ χρόνου και κινήσεως σύμφωνα με τον Αριστοτέλη

Ας έρθουμε τώρα να εξετάσουμε την θεμελιώδη, σύμφωνα με τον μεγάλο Σταγειρίτη φιλόσοφο, σχέση μεταξύ χρόνου και κίνησης. Όπως ήδη αναφέραμε, ο Αριστοτέλης εννοεί τον χρόνο ως κίνηση αριθμού κατά το πρότερον και ύστερον. 

Οι λέξεις πρότερον και ύστερον δεν θα είχαν κανένα απολύτως νόημα, εάν η έννοια του χρόνου, δεν ήταν υπαρκτή και κατανοητή, και τότε όλα θα βρισκόταν σε μία αέναη κίνηση, στην οποία ούτε κατάσταση ούτε γεγονός θα μπορούσε να δώσει το στίγμα του στη συλλογιστική συνέχεια των ανθρώπων. Κι έτσι, ενώ ο χρόνος παρουσιάζεται ως μια μονάδα μέτρησης, η οποία διευκολύνει τον άνθρωπο να προγραμματίζει, τελικά έχει άμεση σχέση με τη μνήμη, η οποία έχει θεμελιώδη σημασία για την έννοια του χρόνου. Η γνώση ότι ένα γεγονός προηγήθηκε ενός άλλου, συνήθως, προέρχεται από τη θύμηση ότι το πρώτο είναι λιγότερο έντονο από το δεύτερο.

Συνεχίζοντας, και αφού υπενθυμίσουμε το γεγονός ότι η ιδέα της κίνησης βρίσκεται στην καρδιά της αριστοτελικής φυσικής φιλοσοφίας, διαπιστώνουμε ότι ο Αριστοτέλης παραθέτοντας την κίνηση με την έννοια της μεταβολής και του διαρκούς γίγνεσθαι, επιχειρεί με αυτόν τον τρόπο να κατανοήσει τα φυσικά φαινόμενα με τους όρους που υπαγορεύει η φύση. 

Η σύνδεση αυτή της εσωτερικής κίνησης και μεταβολής με την ύλη και τη φύση αποτελεί το κρίσιμο δεδομένο, στο οποίο εισάγεται ο χρόνος για να συμπληρώσει το σκηνικό. Ο χρόνος, δηλαδή, συνδέεται, πάντα κατά την Αριστοτέλεια άποψη, με έναν τρόπο άμεσο και ουσιαστικό με την κίνηση: «καθίσταται φανερό ότι δεν υπάρχει χρόνος χωρίς την κίνηση και μεταβολή»13. Το επισημάναμε, άλλωστε, στην ενότητα όπου παραθέσαμε τον ορισμό του.

Ο συσχετισμός μεταξύ χρόνου και κίνησης, σύμφωνα με τον Σταγειρίτη φιλόσοφο, έγκειται στον εγγενή χαρακτήρα της κίνησης η οποία επιτρέπει την αρίθμηση των διαδοχικών καταστάσεων, οι οποίες με την σειρά τους σημαδεύονται από μια σαφή διάκριση μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος. Θα μπορούσαμε έτσι να υποστηρίξουμε ότι ο Αριστοτέλης εγκαινιάζει εδώ τη θεωρητική θεμελίωση της ιδέας του «Βέλους του χρόνου»14 και της ασυμμετρίας μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, που συνδέονται με το τώρα.

Κατά συνέπεια, το αριστοτελικό μοντέλο της φύσης, το οποίο οικοδομείται με βάση ένα λογικά δομημένο σκεπτικό το οποίο παραθέσαμε αναλύοντας το διεξοδικά, έχει ένα σαφή δυναμικό χαρακτήρα, που εκφράζεται με το διαρκές πέρασμα από την εν δυνάμει στην εν ενεργεία κατάσταση. Στο πλαίσιο αυτό και η ύλη, το υποκείμενο της μεταβολής, έχει επίσης έναν δυναμικό χαρακτήρα, διότι περικλείει μέσα της την κίνηση. Τέλος, η κίνηση είναι αλληλένδετη με τον χρόνο, ο οποίος κυλάει πάντοτε προς μια κατεύθυνση, δηλαδή προς τα εμπρός, ακολουθώντας το γραμμικό μοντέλο από το παρελθόν προς το μέλλον. Ο ίδιος δε, είναι απόλυτα συνυφασμένος με το γίγνεσθαι του φυσικού κόσμου.


V. Συμπεράσματα

Εξετάζοντας τις αντιλήψεις για τον χρόνο των δύο μεγάλων στοχαστών της αρχαιότητας, του Πλάτωνα από την μία πλευρά και του Αριστοτέλη από την άλλη, παρατηρούμε δύο άκρως ενδιαφέρουσες απόψεις. Ο μαθητής του Σωκράτη, ο Πλάτωνας, προχώρησε αρκετά σε σχέση με την εκτίμηση της διάστασης του χρόνου. Σύμφωνα με τα γραφόμενα του μιλάει για την κυκλική κίνηση του χρόνου, μέσω των ουρανίων σωμάτων, και υποστηρίζει ότι τόσο ο φυσικός κόσμος όσο και ο χρόνος ανήκουν σε μια δευτερεύουσα φαινομενική πραγματικότητα. Το παρελθόν και το μέλλον αποτελούν είδη του χρόνου, ο οποίος σε τελική ανάλυση μιμείται την αιωνιότητα.

Από την άλλη, ο Σταγειρίτης φιλόσοφος πρεσβεύει την γραμμική θεώρηση του χρόνου, τον οποίο συνδέει με την αδιάκοπη κίνηση και μεταβολή. Πρόκειται για δύο μεγέθη ανάλογα, αφού ο χρόνος κυλά κατ’ αναλογία με την κίνηση. Αυτή η συνάφεια χρόνου-κίνησης τοποθετείται στα πλαίσια παρελθόντος-μέλλοντος, μέσω του άχρονου παρόντος το οποίο παίζει ρόλο μεσολαβητή.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Πλάτων, Τίμαιος, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1993.
Αριστοτέλους, Φυσικής Ακροάσεως, Βιβλίο Δ’, Μετάφραση Νικόλαος Κυργιόπουλος, Εκδόσεις Γεωργιάδης, Αθήνα 2005.
Peter Coveney – Roger Highfield, Το Βέλος του Χρόνου, Μετάφραση Κυπριανίδης Αναστάσιος, Εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα 1991.


1 Πλάτων, ό.π: 81
2 Πλάτων, Τίμαιος, (Αθήνα 1993): 81
3 Στο ίδιο: 83
4 Πλάτων, ό.π: 83
5 Πλάτων, ό.π: 83
6 Στο ίδιο: 87
7 Αριστοτέλους, Φυσικής ακροάσεως, Βιβλίο Δ’, (Αθήνα 2005): 273
8 Αριστοτέλης, ό.π: 265
9 Στο ίδιο: 267
10 Αριστοτέλης, ό.π: 269
11 Αριστοτέλης, ό.π: 269
12 Αριστοτέλης, ό.π: 269
13 Στο ίδιο: 267
14 Peter Coveney – Roger Highfield, Το Βέλος του χρόνου, (Αθήνα 1991): 7

Διαβάστε περισσότερα... »