«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΞΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΞΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Λέξεις και ονόματα του Πάσχα



-Τι σημαίνει η λέξη Πάσχα;
-Τι σημαίνει η λέξη Σταυρός;
-Αβγό ή αυγό
-Τι σημαίνει οβελίας, σούβλα;
-Τι σημαίνουν τα ονόματα: Χριστός, Αναστάσιος, Μαρία Μαγδαληνή, Θωμάς


Πάσχα
Η λέξη Πάσχα προέρχεται από την αραμαϊκή pascha < εβραϊκή pesah που σημαίνει “πέρασμα, διάβαση”.


Η λέξη περιέγραφε “τη δεκάτη πληγή κατά των Αιγυπτίων, όπου, σύμφωνα με τη βιβλική παράδοση ο άγγελος προσπερνούσε τις πόρτες των Ιουδαίων, που ήταν βαμμένες με αίμα αρνιού και δε σκότωνε τα πρωτότοκα παιδιά τους, (πβ, εξοδ 12, 23)”  οι Χριστιανοί γιορτάζουν την ανάσταση του Σωτήρα και τη διάβαση από το θάνατο στη ζωή

Σταυρός
Η λέξη σταυρός αρχικά δήλωνε τον όρθιο πάσσαλο ή οτιδήποτε χρησιμοποιούσαν για να στηρίζουν κάτι. Παράγεται από το ρ, ίστημι < θ. -στα. 

Στα Λατινικά αποδόθηκε και με τη σημασία του in-staurare (: αποκαθιστώ κάτι στην αρχική του θέση). Στην Καινή Διαθήκη αντί για τη λέξη σταυρός χρησιμοποιείται, εναλλακτικά και η λέξη “ξύλον” (π.χ. κρεμάσαντες επί ξύλου, Πραξ. 5,30)

Αβγό ή αυγό
Η ορθή γραφή είναι το αβγό. Από την κράση τά ωά (πληθ. του αρχ. ωόν ) > ταωγά (με ανάπτ. μεσοφ. [γ] για αποφυγή της χασμωδίας) > tauγa (τροπή του φθόγγου /o/, μεταξύ δύο α, σε ημίφωνο u για αποφυγή της χασμωδίας) > μεσαιων. [t-avγa] > τ’ αβγά > αβγό. 

(βλ. Γ. Χατζιδάκη, Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, τόμος Β΄, σ.322, Ν.Π.Ανδριώτη, Ετυμολογικό Λεγικό της Κοινής Νεοελληνικής, Γ.Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας,).

Οβελός και οβελίας
Ο οβελός είναι η σιδερένια ράβδος, η σούβλα, στην οποία περνιώνται κομμάτια κρέατος για ψησιμο. Με τη λέξη Οβελίας δηλώνεται το αρνί που ψήνεται στη σούβλα, παρόλο που αρχικά προσδιόριζε οτιδήποτε ψήνεται στη σούβλα. 

Από τη λέξη οβελός παράγεται και η λέξη οβολός που καλείστε να προσφέρετε στην εκκλησία ή και αλλού.

Σούβλα
Η σούβλα προέρχεται από τα Λατινικά (subula< suere, συρράπτω, συναρμόζω). Η λέξη από τους πρώτους Χριστιανικούς αιώνας μαρτυρείται ως όργανο βασανιστηρίων και, τελικά, θα επικρατήσει εκτοπίζοντας την ελληνική λέξη “οβελ. Παράγωγα: σουβλάκι, σουβλερός, σουβλί, σουβλιστό.


Χριστός
Το όνομα Χρίστος παράγεται από το χριστός (< κεχρισμένος < ο φέρων το χρίσμα < αρχ. ελλ. ρήμα: χρίω). Χρησιμοποιήθηκε ως επιθετικός προσδιορισμός της λέξης Ιησούς (Ιησούς Χριστός). 

Άρχικά, η λέξη “χριστός” προσδιόριζε οτιδήποτε έχει επαλειφθεί με μύρο ή αλοιφή και χρησιμοποιήθηκε για να μεταφραστεί η εβραϊκή λέξη masiha< Μεσσίας (: μτφ χριστός, ο αλειμμένος με ειδικό έλαιο, που προέβλεπε ο εβραϊκός νόμος για τους ιερείς). 

Έτσι η ελληνοεβραϊκή φράση Ιησούς Χριστός δηλώνει τον κεχρισμένο από το Θεό, τον Σωτήρα (πβ. Ιωάνν. 1,41: ευρήκαμεντον Μεσσίαν, ό εστίν ερμηνευόμενον τον Χριστόν). 

Η λ. Ιησούς προέρχεται από την εβραϊκή Yesuah και είναι συντετμημένη μορφή του Yehosuah (μτφ: ο Γιαχβέ είναι σωτηρία). Το όνομα Χρίστος είναι η φυσική κατάληξη της λ. Χριστός (με αναβιβασμό τόνου).

Η ελληνική λέξη Χριστός (: αλειμμένος) είναι η πιο δημοφιλής λέξη στον πλανήτη,
επειδή ονομάστηκε έτσι ο ιδρυτής της Χριστιανικής θρησκείας (< Cristo, Christ, Crist, Христос, Kristu…).


Μαρία η Μαγδαληνή
Το επίθετο Μαγδαληνή προσδιορίζει την καταγωγή της. Καταγόταν, δηλαδή, από το χωριό Μάγδαλα. Το mighdal, στα εβραικά, σημαίνει “πύργος”.


Θωμάς
Ένας από τους Δώδεκα μαθητές του Χριστού, που έμεινε γνωστός ως άπιστος. Στην αραμαϊκή η λέξη Te’omà σημαίνει ο “δίδυμος
Διαβάστε περισσότερα... »

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Η σημασία των λέξεων





Η ειλικρίνεια στη χρήση και ερμηνεία των λέξεων είναι θέμα σεβασμού των αρχών τής επικοινωνίας.

Το ζούμε όλοι. Μιλώντας ή γράφοντας. Άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο. Την αναζήτηση τής λέξης. Μερικές φορές την αγωνία μας για τη λέξη. Την πάλη μας με τις λέξεις γενικότερα. Τελικά όλη η επικοινωνία μας, όλη η γλώσσα μας είναι μια διαδικασία επιλογής λέξεων και όλη η γλωσσική παιδεία μας είναι μια πορεία για την κατάκτηση των λέξεων και των σημασιών που δηλώνονται μ’ αυτές.

Λέξεις και τα κείμενά μας. Λέξεις συναρμοσμένες μεταξύ τους με τους αρμούς τής γραμματικής. Λέξεις συν-ταγμένες (τοποθετημένες μαζί) και συν-τεταγμένες (οργανωμένες σε κείμενα, με νοηματική και γλωσσική αλληλουχία μεταξύ τους).

Λέξεις και οι ιδέες και τα νοήματά μας, λέξεις και τα συναισθήματά μας. Μια αέναη ροή λέξεων, μια ασταμάτητη επιλογή και ενεργοποίηση ενός τεράστιου υλικού έκφρασης, παρμένου από το γλωσσικό ταμείο τού καθενός μας. 

Από ό,τι με ακούσματα και διαβάσματα, με κόπο, με αναζητήσεις, με εμπειρίες (συνειδητές και ασυνείδ ητες) έχει αποθηκεύσει ο καθένας μας ως γλωσσική παρακαταθήκη στη γλωσσική του συνείδηση. Αυτός είναι και ο γλωσσικός θησαυρός τού καθενός μας, ό,τι έχουμε αποθησαυρίσει, δηλ. ό,τι έχουμε αποταμιεύσει μέσα μας (θησαυρός σήμαινε αρχικά ταμείο) για τις ανάγκες και τις ευαισθησίες τής γλωσσικής μας επικοινωνίας. ( Διάβασε και πως χρησιμοποιούσαν τις λέξεις οι Αρχαίοι Ελληνες Σφεντόνα, ένα όπλο που τσάκιζε κόκαλα στην Αρχαία Ελλάδα. )

Θάλασσα οι λέξεις κάθε γλώσσας. Μια πλούσια, γοητευτική, πολυσύνθετη, ανεξερεύνητη σε όλη της την έκταση απεραντοσύνη λέξεων. Τέτοια που να χωράει μέσα σ’ αυτήν ένας ολόκληρος κόσμος κι ένας ολόκληρος λαός. Να αντλεί απ’ αυτήν ένας ολόκληρος λαός, εκατομμύρια άτομα, για να εκφράσει κάθε τι που συλλαμβάνει με τη σκέψη του και επιθυμεί να κοινωνήσει στους άλλους. Θάλασσα με μαργαρίτες και … «μαργαριτάρια». Με τους μαργαρίτες, τα πολύτιμα πετράδια με τα οποία χτίζεται η ζηλευτή ποικιλία, ο πλούτος, η σαφήνεια και η «πληρότητα» τού ανθρώπινου λόγου.

Αλλά και με τα αναπόφευκτα αστοχήματα από βιαστικούς, ανέτοιμους ή αδέξιους βουτηχτές που αρπάζουν και βγάζουν από μέσα της, κοντά σε θησαυρούς, και άχρηστα φύκια ή ψεύτικα μαργαριτάρια. (Δες ακόμη η Ελληνική Γλώσσα και οι Περιπέτειες της )

Είναι άξιο θαυμασμού —και μοναδικό προνόμιο τού ανθρώπου— το πώς ένας ολόκληρος κόσμος, ο κόσμος τής έξω και μέσα μας πραγματικότητας συλλαμβάνεται με τη μορφή εννοιών, εκφράζεται με τη μορφή σημασιών («σημαινόμενα»), δηλώνεται με τη μορφή ήχων/φθόγγων («σημαίνοντα»), οργανώνεται σε δομές (γραμματικές) και λειτουργίες (συντακτικές) ώστε να αποτελέσει αυτό που αποκαλούμε γλώσσα. Ένα λεπτό, σύνθετο, απέραντο κι ωστόσο οικονομικό και γι’ αυτό κατακτήσιμο σύστημα με το οποίο κοινωνούμε τη σκέψη μας, τον κόσμο μας, συναντάμε τον άλλο, επικοινωνούμε. Το υλικό με το οποίο κινείται όλος αυτός ο μηχανισμός τής γλώσσας παραμένουν οι λέξεις και οι κανόνες (γραμματικοί και συντακτικοί) με τους οποίους συνδέονται μεταξύ τους σε αλυσίδες λόγου, σε κείμενα (προφορικά και γραπτά).

Δεν είμαστε εμείς αυτοί που πλάσσουν τις λέξεις τής γλώσσας μας. Η γλώσσα μας και μαζί οι λέξεις της δεν ξεκινούν μ’ εμάς ως άτομα. Τις παραλαμβάνουμε έτοιμες, συμβατικά πλασμένες, συλλογικό καρπό από τις γενιές που προηγήθηκαν. Είναι «πολλών ανθρώπων παιδιά οι λέξεις μας», λέει ο Σεφέρης, χαρακτηριστικά, θέλοντας να δείξει την παράδοση, την ιστορία και την προσωπικότητα των λέξεων κάθε γλώσσας και τον σεβασμό που απαιτεί η χρήση τους.

Γεννούν υποχρεώσεις οι λέξεις: Να γνωρίσεις καλά το περιεχόμενό τους, το εύρος και το βάθος τής πληροφορίας που δηλώνουν, δηλ. τη σημασία τους. Να σεβαστείς τη λειτουργία τους στην επικοινωνία, χρησιμοποιώντας τες και ερμηνεύοντας σωστά τη σημασία που έχουν στη γλώσσα. Η ειλικρίνεια στη χρήση και ερμηνεία των λέξεων είναι θέμα σεβασμού των αρχών τής επικοινωνίας και μαζί τής ηθικής τής γλώσσας. Γιατί κάθε ηθελημένη αλλοίωση τού περιεχομένου των λέξεων που χρησιμοποιείς ο ίδιος ή κάθε παραποίηση τής σημασίας των λέξεων που χρησιμοποιεί ο άλλος οδηγούν σε στρέβλωση τής επικοινωνίας και νόθευση των ανθρωπίνων σχέσεων.

Έτσι η αναζήτηση τής πιο πρόσφορης λέξης ή συνδυασμού λέξεων (φράσης, πρότασης) που θα πραγματώσει ένα επικοινωνιακό γεγονός δεν είναι πολυτέλεια· είναι ανάγκη. 

Ανάγκη επικοινωνιακή· που θα πει νοητική, πνευματική, εσωτερική. Κι όσο πιο γνήσια, πιο κατανοητά, πιο άμεσα πληρωθεί αυτή η ανάγκη, τόσο πιο ανθρώπινη, πιο ειλικρινής, πιο ουσιαστική γίνεται η επικοινωνία μας. Γι’ αυτό η πάλη με τις λέξεις, η αναμέτρηση με τον θησαυρό τής γλώσσας απ’ όπου αντλούμε τις λέξεις μας, η αγωνία για τη σωστή λέξη έχουν μεγάλη σημασία, αφού καθορίζουν την ποιότητα τής επικοινωνίας μας.

«Πάρε τη λέξη μου, δώσε μου το χέρι σου», λέει ο Εμπειρίκος, ζητώντας να μεταβληθεί ο λόγος σε πράξη, να υπάρξει ανταπόκριση και πραγματική επικοινωνία. Άλλωστε, οι λέξεις (και γενικότερα η γλώσσα) σε τι άλλο οδηγούν παρά σε πράξεις. 

«How to do things with words», πώς να πράττουμε με λέξεις, διδάσκει χαρακτηριστικά ο φιλόσοφος τής γλώσσας Austin. Κι αν υπάρχει ένας κατεξοχήν χώρος όπου κυριαρχούν οι λέξεις, ο χώρος αυτός είναι η ποίηση: το βασίλειο των λέξεων. Γιατί εκεί πραγματικά η λέξη ή και ο απλούστερος συνδυασμός λέξεων, η φράση, μπορεί να σηκώνει το κύριο βάρος τού μηνύματος.

Βεβαίως, η επικοινωνία, από τη φύση της, στηρίζεται σε ευρύτερα σύνολα, πάνω και πέρα από τη λέξη· στηρίζεται σε κείμενα. Η μακροδομή (το κείμενο) στην επικοινωνία υπερισχύει τής μικροδομής (λέξης – φράσης – πρότασης). Η επικοινωνία είναι ανάπτυξη μιας κεντρικής ιδέας, μιας ανάγκης, ενός μηνύματος που προϋποθέτει σειρά νοημάτων, δηλ. προτάσεων, συγκροτημένων σε κείμενο. 

Ωστόσο, η λέξη, η επιλεγμένη, η ζυγισμένη, η φορτισμένη, η αποκαλυπτική, γίνεται συχνά το κέντρο βάρους τού μηνύματος. Είναι τυχαίο ότι ο μεγάλος πραγματιστής φιλόσοφος, ο Αριστοτέλης, είναι εκείνος που πρώτος εισήγαγε τη λέξη στην κύρια μονάδα και βάση τής γλώσσας;

© Γ. Μπαμπινιώτης στο έντυπο ΒΗΜΑ 14/04/2002





πηγή-enallaktikidrasi.com
Διαβάστε περισσότερα... »

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Η ιστορία του Κρουασάν (κορνέτο)



Το κορνέτο (ιταλικά: cornetto) – λέγεται και κρουασάν ή μπριόζ, αν και υπάρχουν διαφορές μεταξύ τους – είναι γλυκό ή αλμυρό έδεσμα, σε φόρμα μισοφέγγαρου

Στα γερμανικά αποκαλείται kipferl,
στα ιταλικά: cornetto (από το γερμανικό “hornechen” (μικρό κέρας,
στα γαλλικά: croissant (μτφ: “αυξανόμενο”, επηρεασμένο από τον κύκλο της σελήνης το μισοφέγγαρο, που “γεμίζει”καθημερινά)
Η παρουσία του kipferl στην Αυστρία χρονολογείται από τον 13ο αιώνα. 

Το κρουασάν, αντίθετα, πρωτοεμφανίζεται στη Γαλλία το 1839 ή το 1838, όταν ο αξιωματικός του στρατούAugust Zang ιδρύει τη Boulangerie Viennoise (: βιενέζικη ζαχαροπλαστική) στην οδό Richelieu 92 στο Παρίσι. Τότε, η Γαλλική εκδοχή του Kipferl βαφτίστηκε από τους Γάλλους ως Croissant (κρουασάν)

Κατά το μύθο, η φόρμα του εδέσματος (το μισοφέγγαρο) οφείλεται στην έμπνευση των βιενέζων αρτοποιών το 1863, που έφτιαξαν αρτοσκευάσματα ή γλυκίσματα σε σχήμα ημισέληνου, για να γιορτάσουν την νίκη των αυστριακών στρατευμάτων κατά των Οθωμανών. 

Ο μύθος θέλει τους βιενέζους αρτοποιούς, οι οποίοι ξενύχταγαν για την κατασκευή του ψωμιού να ακούσουν τους Οθωμανούς, που έσκαβαν λαγούμια κάτω από τα πόδια τους και να ειδοποιήσουν το στρατό, δίνοντας τέλος στην πολιορκία της Βιένης από τον βεζίρη Μουσταφά Πασά. 

Μετά τη νίκη η αυτοπεποίθηση των Αυστριακών ήταν τόσο μεγάλη, ώστε η μισητή, για αυτούς, ημισέληνος έγινε γλυκό, για να βουτάνε το πρωινό τους (“piece of cake” θα λέγαμε σήμερα).


Διαβάστε περισσότερα... »

Σχολείο – Σχόλη (:αργία) – Σκουλαρίκι: και όμως, έχουν ετυμολογική σχέση!


γράφει ο Γιώργος Δαμιανός


Οι μαθητές στην Ελλάδα (κυρίως στο Λύκειο) είναι, ίσως, οι πιο ταλαιπωρημένοι άνθρωποι.
Όσοι, ιδιαίτερα, φοιτούν σε ιδιωτικό εκπαιδευτήριο ξεκινούν τη μέρα τους από τις 6π.μ. και τελειώνουν περίπου τα μεσάνυχτα. 


Αυτοί οι ταλαίπωροι μαθητές σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσαν να φανταστούν ότι η λ. σχολείο είχε ως αρχική σημασία την ανάπαυση, την ησυχία, τον ελεύθερο χρόνο (< αρχαία ελληνική λέξη: σχόλη). 

Η αρχική σημασία της λ. σχόλης είχε την έννοια του: “βραδύνω, αργοπορώ” («σχολήν τίθημι» : αργοπορώ) ή («σχολή γίγνεται»: υπάρχει καιρός). Με το ίδιο νόημα απαντάται και σήμερα στη φράση: «Κυριακή γιορτή και σχόλη».

Ήδη, όμως, από τους κλασικούς χρόνους,
τη συναντάμε με την ιδιότητα του ελεύθερου χρόνου με αποτέλεσμα να καλλιεργήσει κανείς το πνεύμα του ( Γ. Μπαμπινιώτης). 

Γιατί, όμως, μία λέξη που δήλωνε την τεμπελιά (σχόλη) πήρε τη σημασία της συστηματικής καλλιέργειας του πνεύματος; 

Την απάντηση θα την βρείτε αν αναλογιστείτε πως φάνταζαν στα μάτια του απλού κόσμου όλοι οι φιλοσοφούντες και οι έχοντες «ελεύθερον χρόνον». Μάλλον περιφρονητικά χρησιμοποίησαν, αρχικά, τη λ. σχόλη («τεμπελχανιό» θα λέγαμε σήμερα). 

Ο όρος, αρχικά, χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει την ανώτατη βαθμίδα εκπαίδευσης, όπως, γα παράδειγμα, η Κυρηναϊκή σχολή (ιδρύθηκε από τον Αρίστιππο, 435 – 436, μαθητή του Σωκράτη και υποστήριζε τον άκρατο ηδονισμό). 

Άλλη σημαντική, αλλά ξεχασμένη, σήμερα, σχολή ήταν η Ανώτατη Τεχνική Ελληνική Σχολή. Πρόκειται για το πρώτο Πολυτεχνείο στον κόσμο, που ιδρύθηκε στη Αλεξάνδρεια από τον Ήρωνα.

Από την αρχαιότητα, ήδη,
παρουσιάζεται και το επίθετο
σχολαστικός για να δηλώσει αυτόν που αφιερώνει τό χρόνο του στη μελέτη. ΄Ηταν, δηλαδή, ο μορφωμένος, ο εκπαιδευμένος.

Ο όρος σχόλη πέρασε και στη Δύση
με την έννοια, κυρίως, του εκπαιδευτικού ιδρύματος (Λατινικά: scola, Ιταλικά: scuola,Γαλλικά: ecole , Αγγλικά: school, Γερμανικά : schule, Ισπανικά: escuela).

Στα Λατινικά η λ. σχόλη
είχε εκλάβει, επίσης, και την έννοια της ακινησίας, της απραξίας, της αναμονής ( π.χ. “schola labri” ήταν ο χώρος που ανέμεναν τη σειρά τους στα δημόσια λουτρά των Ρωμαίων.

Κατά τον Μεσαίωνα αναπτύχθηκε στη Δύση η σχολαστική φιλοσοφία. Καλλιεργήθηκε αποκλειστικά στις μοναστικές σχολές (scolae) και απ΄εδώ πήρε το όνομα της (scola > σχολαστικός). Θεωρούσαν την εκκλησία ως το μόνη ηθική δύναμη και θεματοφύλακα των ηθικών αξιών.

Επηρεάστηκαν άμεσα από τον Αριστοτέλη (συγκεκριμένα, τον λάτρεψαν και τον θεώρησαν ως πρόδρομο του Χριστού) και, ευτυχώς για μας, διαφύλαξαν τα κείμενα του.


Το αντιδάνειο “σκουλαρίκι”
Η περιπέτεια της λέξης “σχόλη” δεν τελειώνει εδώ. Στα Λατινικά ο όρος schola προσδιόριζε, επίσης, το στρατιωτικό Λόχο ή Τάγμα, κυρίως, της αυτοκρατορικής φρουράς. 

Οι στρατιώτες της φρουράς, Scolares (: σχολάριοι), ήταν επίλεκτοι με ιδιαίτερη σωματική διάπλαση και φόραγαν εντυπωσιακά ενώτια (:σκουλαρίκια) ως δείγμα ανδρισμού. 

Με τον καιρό έμεινε στην ελληνική γλώσσα ο όρος σκουλαρίκι (από το scholares) και προσδιόριζε τα ενώτια ανδρών και γυναικών. 

Η άποψη ότι η λέξη σκουλαρίκι προέρχεται από τα ενώτια που φορούσαν οι μαθητές (!;), scuola > σκουλαρίκι, θεωρείται αβάσιμη.


Διαβάστε περισσότερα... »

Κλασικός ή κλασσικός;




Ορθογραφία
Η λέξη “κλασικός” προέρχεται από την αρχαία ελληνική λ. “κλάσις, -εως”. Υιοθετήθηκε από τους Λατίνους, αλλά για τη λατινική προφορά, έπρεπε να προστεθεί και το δεύτερο σίγμα, γιατί το -s- ανάμεσα σε δύο φωνήεντα, προφέρεται ως -ζ-. 

Στην ελληνική ορθογραφία, λοιπόν, είναι λάθος να μεταφέρουμε τη λατινική γραφή με δύο -σσ-.

Σωστή ορθογραφία: κλασικός, ή, ό

Η ιστορία της λέξης
Σήμερα, μιλάμε για κλασική ομορφιά, μουσική, αθλητισμό, ζωγραφική, ντύσιμο, επίπλωση, συνήθειες κ.λπ. Στη ρωμαϊκή αρχαιότητα, όμως, ο όρος κλασικός προσδιόριζε μόνο τους πλούσιος πολίτες και αργότερα και τους συγγραφείς.

Στην αρχαία Ρώμη,
ο όρος “classicus” προσδιόριζε τον πλούσιο πολίτη με μεγάλη υπόληψη και κύρος (dignitas και auctoritas).

Το β΄ αιώνα μ.Χ.,
πρωτοπαρουσιάζεται ο όρος (από τον Αύλο Γέλλιο, Aulus Gellius, 125 – 180 μ.Χ.), για να προσδιορίζει τους συγγραφείς πρώτης τάξεως. 

Κλασικοί συγγραφείς, classici auctores, ήταν εκείνοι που υποστήριζαν την άρχουσα κοινωνική τάξη (classe) σε αντίθεση με τους proletarii scriptores, που έγραφαν ή ανήκαν στις κατώτερες κοινωνικές τάξεις [υπενθυμίζουμε ότι ο όρος προλετάριος < proletarius δήλωνε τον άκληρο πολίτη που δεν μπορούσε να δώσει κανένα έσοδο στο κράτος, παρά μόνο τα παιδιά του (proles), για να καταταγούν στον στρατό]. 

Ο όρος προλετάριος πήρε τη σημερινή σημασία, αν και δε διαφέρει πολύ από την αρχαία, στη Μαρξιστική ορολογία).

Στον Μεσαίωνα ο όρος “κλασικός”,
προσδιόριζε τους συγγραφείς, που τους μελετούσαν στις classes (: σχολικές αίθουσες), γιατί τους θεωρούσαν κατάλληλους για τα χρηστά ήθη της εποχής.

Στην Αναγέννηση, ο όρος classicus
προσδιόριζε όλη την ελληνορωμαϊκή λογοτεχνία, που έπρεπε με κάθε τρόπο να διαφυλαχθεί από τις απειλές και τα σκοτάδια του Μεσαίωνα

Στα τέλη του 18ου αιώνα,
πλάθεται ο όρος “Νεοκλασικός” για να να εκφραστούν όλες εκείνες οι ιδέες που εναντιωνόταν στον μπαρόκ.


Διαβάστε περισσότερα... »

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

Έχετε ποτέ αναρωτηθεί σκεπτόμενοι, κοιτάζοντας τον χάρτη;




Έχετε αναρωτηθεί ποτέ, γιατί σε όλους τους χάρτες, ο βορράς είναι πάντα επάνω; 

Σύμβαση θα μου πείτε. Σύμβαση, θα το δεχτώ. 

Αλλά γιατί όλοι δέχτηκαν την ίδια σύμβαση;

Για σκεφτείτε όμως, ότι οι χώρες που έφτιαξαν και φτιάχνουν τις συμβάσεις βρίσκονται όλες στον Βορρά;

Έχετε πάει ποτέ στα γραφεία οποιασδήποτε εταιρείας και βρήκατε τον πρόεδρο ή τον διευθύνοντα σύμβουλο στο ισόγειο; 


Όχι βέβαια, πάντα βρίσκονται στον τελευταίο όροφο για να έχουν όλους τους άλλους από κάτω (κυριολεκτικά και μεταφορικά) και να τους εξουσιάζουν. 

Αυτός είναι ο λόγος που ο βορράς βρίσκεται σε όλους τους χάρτες επάνω. Για να ξέρουμε όλοι ποιός είναι το αφεντικό. 

Έχετε αναρωτηθεί επίσης, γιατί όλα τα άσχημα πράγματα έχουν σαν πρώτο συνθετικό το δυσ-(δυσ-τύχημα, δύσ-κολο, δυσ-βάσταχτο, δυσ-οίωνο, κ.α.);

Μα γιατί προέρχονται απο την δύσ-η, και ότι προέρχεται από εκεί που χάνεται ο ήλιος, είναι δυσ-άρεστο.

Οι συνειρμοί δικοί σας..

Ενώ η ανατολή που προέρχεται από το ανατέλλω(ανα+τέλλω=φέρω σε πέρας, τελείωνω) σημαίνει το ξανατελείωμα.

Σαν να στέκεται μπροστά μας,
δηλαδή, ο αρχαίος πρόγονος και βλέποντας τον ήλιο να εμφανίζεται στο στερέωμα, να λέει: "ουφ, επιτέλους, ξανατελείωσε κι αυτή η νύχτα".


Διαβάστε περισσότερα... »

Κυριακή 28 Απριλίου 2013

Ποια ελληνική λέξη ξεκινάει από «ζν»;



Το ζνίχι είναι το πίσω μέρος του λαιμού, ο σβέρκος, ο αυχένας. Λέξη της παλιάς δημοτικής, δεν είναι τυχαίο ότι θα τη βρείτε σε πολλές ομηρικές μεταφράσεις. Μάλιστα όταν ο ακαδημαϊκός Κ. Τρυπάνης γνωμοδότησε για ποιον λόγο πρέπει να σταματήσει να διδάσκεται η (εξαιρετική) μετάφραση της Οδύσσειας του Ζ. Σίδερη, μεταξύ άλλων ανέφερε ότι περιέχει λέξεις παντελώς άγνωστες, όπως το ζνίχι.

Ίσως ετυμολογείται από το ινίον (άγνωστο όμως με ποια διαδρομή)· πάντως το βυζαντινό λεξικό Σοΰδα έχει ζινίχιον το λουρί του υποδήματος. Σλαβική αρχή δεν μπορεί να αποκλειστεί, έτσι κι αλλιώς όμως είναι η μοναδική ελληνική λέξη που αρχίζει από ζν-!

Εμφανίζεται σε πολλές παροιμίες, π.χ. «το φιλότιμο μαυρίζει το ζνίχι» (επειδή ο φιλότιμος υποχωρεί), ενώ διάσημος είναι, ο στίχος της Ζούγκλας του Βάρναλη, όπου ο ποιητής σαν αιλουροειδές ποθεί να χώσει νύχι και δόντι «στο κρουστό σου ζνίχι το μαυριδερό». Στον Στράτη Καλοπίχειρο, ο λεξικογράφος Στέφανος Κουμανούδης δίνει δείγματα ποιητικής λεξικογραφίας ή λεξικογραφικής ποίησης: «Ω σβέρκον, ζνίχι και αυχήν / τριώνυμε, πλην πράγμα έν!».
Διαβάστε περισσότερα... »