«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

Η ιστορικότητα του Ιησού Χριστού Δ΄




ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ
Η κύρια πηγή πληροφόρησης για τον Ιησού είναι τα Χριστιανικά, κανονικά Ευαγγέλια (σε αντίθεση με τα μη κανονικά ή Απόκρυφα κείμενα). Αυτά τα κείμενα, δεν αποτελούν λεπτομερείς και αναλυτικές βιογραφίες του Ιησού Χριστού, ούτε και είναι έργα καθαρά ιστορικά με την έννοια των έργων Θουκυδίδη ή του Ιώσηπου, ή άλλων ιστορικών της αρχαιότητας. Είναι κείμενα γραμμένα από αιρετικούς συγγραφείς και το καθένα έχει το όνομα κάποιου γνωστού προσώπου από την πρώτη Εκκλησία, όπως «κατά Θωμάν Ευαγγέλιο», «Πράξεις Πέτρου», «Αποκάλυψη Παύλου», «Ευαγγέλιο του Ιούδα» κλπ.




ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ
Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός προεξαγγέλεται στην Παλαιά Διαθήκη από τους Προφήτες, ως Μεσσίας Χριστός, υιός Δαβίδ και Υιός ανθρώπου, κεχρισμένος Προφήτης, Βασιλέας και Αιώνιος Αρχιερέας. Τονίζεται η θεία καταγωγή του και το μέγιστο έργο της σωτηρίας πάντων των ανθρώπων. Στις θεοφάνειες της Παλαιάς Διαθήκης, ο Χριστός, ως άσαρκος Λόγος, φανερώνει την Αγία Τριάδα.




Η ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
Οι αρνούμενοι την ύπαρξη του Χριστού παραμερίζουν αυθαίρετα τα Ευαγγέλια. Αυτά μπορεί να συγγράφτηκαν για θρησκευτικούς σκοπούς αλλά στήριζαν το σκοπό αυτό με γεγονότα πραγματικά και ιστορικά. Αν πάλι σκεφτεί κανείς ότι τα Ευαγγέλια συγγράφηκαν τον 1 αιώνα μ.Χ., λίγο αργότερα από την ύπαρξη του Ιησού, μπορεί να συμπεράνει κανείς την ιστορικότητά του.

Η μαρτυρία των Αποστόλων είναι ιστορικά και επιστημονικά αξιόπιστη. Είναι δυνατό 11 άτομα να πέθαναν, να βασανίστηκαν, να διώχτηκαν για κάτι που ήταν εν γνώση τους ψέμματα; Πότε έχει συμβεί αυτό στην Ιστορία; Ποτέ! Αν οι Απόστολοι θυσιάστηκαν για κάτι που γνώριζαν πως ήταν ψέμματα (αφού λένε κάποιοι πως ο Χριστός δεν υπήρξε) γιατί το έκαναν; Για να κερδίσουν δύναμη και δόξα; Μα πέθαναν μόνοι, καταφρονεμένοι και κυνηγημένοι! Γιατί να πεθάνει κάποιος για κάτι που δεν υπάρχει; Πόσες ευκαιρίες είχαν οι απόστολοι να κερδίσουν κάνοντας συμφωνία με τις αρχές, και δεν το έκαναν; Αν ήξεραν πως λένε ψέμματα τότε γιατί το έκαναν;

Γιατί είχαν γνωρίσει τον Χριστό προσωπικά και πίστευαν πως ήταν ΘΕΟΣ.

Όταν λάβει κανείς επίσης υπ’ όψιν του την κοινή παραδοχή ότι η ιστορική επίδραση του Ιησού και η ηθική κυριαρχία υπήρξε μοναδική και πρωτοφανής, είναι αδύνατο να παραδεχθεί ότι ο Ιησούς αποτελεί θρύλο και μύθο της φαντασίας δημιούργημα. Αυτή η άποψη όχι μόνο ξεφεύγει από τα όρια της λογικής και του πιθανού αλλά κατευθύνεται στα όρια του παράλογου και του ασύστατου. Ότι μπορεί να στηρίζεται επί του ψέματος και του μηδενός αποτελεί άποψη που καμιά σοβαρή διάνοια δεν δύναται να διανοηθεί. Η δυσκολία όμως της επινόησης είναι ανυπέρβλητη καθόσον όχι ένας αλλά περισσότεροι έγραψαν για τον Ιησού και ο καθένας πλούτιζε την εικόνα αυτού με ιδιαίτερα χαραχτηριστικά. Γι’ αυτό διατηρεί μέχρι σήμερα την αξία της η γνώμη του Ρουσσώ:

«Φίλε μου δεν επινοούν κατά αυτόν τον τρόπο. Θα ήταν περισσότερο ακατανόητο το να συμφωνήσουν πολλοί άνθρωποι για να κατασκευάσουν το βιβλίο αυτό, παρά να υπάρξει πραγματικά ένας που να παράσχει με τον βίο του το αντικείμενο της συγγραφής του βιβλίου αυτού. Ποτέ συγγραφείς Ιουδαίοι δεν ήταν δυνατό να επινοήσουν την ηθική αυτή. Το Ευαγγέλιο δεν έχει χαραχτήρες αληθείας τόσο μεγάλους και αμίμητους, ώστε ο επινοητής θα εξέπληττε περισσότερο από τον ήρωα, ο οποίος θα επιτελούσε τα γραφώμενα στο Ευαγγέλιο» (Emile IV).

Ο Ιούλιος ο Αφρικανός, ένας Χριστιανός συγγραφέας, που χρονολογείται γύρω στο 221 μ.Χ., μιλάει για το σκοτάδι που έπεσε επάνω στη γη, στη διάρκεια της Σταύρωσης του Χριστού. Ο Θαλλός, ένας εθνικός συγγραφέας που έζησε τον 1ο αιώνα, στο τρίτο βιβλίο των ιστοριών του, εξηγεί το σκοτάδι σαν έκλειψη ηλίου, πράγμα παράλογο, γιατί δεν μπορεί να γίνει έκλειψη ηλίου σε περίοδο που το φεγγάρι είναι γεμάτο, πράγμα που συνέβαινε την εποχή του Πασχαλινού ολόγιομου φεγγαριού, όταν πέθανε ο Χριστός.

Απ’ αυτή την αναφορά του Ιούλιου του Αφρικανού συμπεραίνεται ότι: (α) Η παράδοση των Ευαγγελίων, ή τουλάχιστον η παραδοσιακή ιστορία του Πάθους, ήταν γνωστή στη Ρώμη, σε μη Χριστιανικούς κύκλους περί τα μέσα του πρώτου αιώνα∙ και (β) ότι οι εχθροί του Χριστιανισμού προσπαθούσαν ν’ αρνηθούν αυτή την Χριστιανική παράδοση, δίνοντας μια φυσιοκρατική ερμηνεία στα γεγονότα που αναφέρει.

Τα έργα όμως του Θαλλού χάθηκαν. Μας είναι γνωστά μόνο από αποσπάσματά τους που παραθέτουν μεταγενέστεροι συγγραφείς. Εκτός απ’ αυτόν κανένας άλλος δεν αναφέρεται συγκεκριμένα στον Χριστιανισμό, σ’ οποιοδήποτε εκτεταμένο μη Χριστιανικό Εθνικό κείμενο του πρώτου αιώνα. Όμως, υπάρχει στο Βρεττανικό Μουσείο ένα ενδιαφέρον χειρόγραφο, το οποίο διασώζει το κείμενο μιας επιστολής που γράφτηκε μετά το 73 μ.Χ., αλλά δεν είναι σίγουρο, πόσο χρόνο μετά. Το γράμμα αυτό το έστειλε ένας Σύριος, ονόματι Μάρα Βαρ – Σεραπίων, στο γιο του. Εκείνη την εποχή ο Μάρα Βαρ – Σεραπίων ήταν στη φυλακή, έγραψε όμως στο γιο του για να τον ενθαρρύνει να κυνηγάει τη σοφία, και τόνιζε πως εκείνοι που θανατώνουν σοφούς άνδρες δυστυχούν. Έφερνε σαν παραδείγματα το θάνατο του Σωκράτη, του Πυθαγόρα και του Χριστού:

«Τι κέρδισαν οι Αθηναίοι θανατώνοντας τον Σωκράτη; Η πείνα κι οι επιδημίες έπεσαν επάνω τους σαν κρίση για το έγκλημα. Τι κέρδισαν οι άνθρωποι της Σάμου καίγοντας τον Πυθαγόρα; Μονομιάς η χώρα τους καλύφθηκε από άμμο. Τι κέρδισαν οι Ιουδαίοι εκτελώντας το σοφό Βασιλιά τους; Αμέσως μετά, το βασίλειό τους αφανίστηκε. Ο Θεός δίκαια εκδικήθηκε το θάνατο των τριών αυτών σοφών ανθρώπων: Οι Αθηναίοι πέθαναν απ’ την πείνα. Οι κάτοικοι της Σάμου αφανίστηκαν απ’ τη θάλασσα. Οι Ιουδαίοι καταστράφηκαν κι οδηγήθηκαν μακρυά απ’ τη γη τους για να ζήσουν διασπαρμένοι. Όμως, ο Σωκράτης δεν πέθανε. Έμεινε ζωντανός στη διδασκαλία του Πλάτωνα. Ούτε ο Πυθαγόρας πέθανε. Ζωντάνεψε στο άγαλμα της Ήρας. Ούτε ο σοφός Βασιλιάς πέθανε. Ζωντανεύει μες τη διδασκαλία Του».

Αυτός ο συγγραφέας δεν μπορεί να είναι Χριστιανός, αλλιώς θα έλεγε πως ο Χριστός είναι ζωντανός, επειδή αναστήθηκε απ’ τους νεκρούς. Ήταν κατά πάσα πιθανότητα ένας Εθνικός φιλόσοφος, που πρώτος τοποθέτησε τον Χριστό ανάμεσα στους μεγάλους δασκάλους της αρχαιότητας.

Ο Ιουστίνος κι ο Τερτυλλιανός (Ιουστίνος, Απολ. 1/34, Τερτυλλιανός Κατ. Μάρκ IV/9,19) πίστευαν πως η μαρτυρία της απογραφής του Λουκά 2,1, συμπεριλαμβανομένης μάλιστα και της απογραφής του Ιωσήφ και της Μαρίας ήταν δυνατό να βρεθεί στα επίσημα αρχεία της βασιλείας του Αυγούστου, και μάλιστα παρέπεμπαν τους αναγνώστες τους σ’ αυτά, για να επιβεβαιωθούν έτσι για τα γεγονότα της Γέννησης του Κυρίου μας. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως οι ίδιοι συμβουλεύτηκαν τα αρχεία, απλώς, ήσαν αρκετά σίγουροι πως οι μαρτυρίες αυτές διατηρήθηκαν μέσα σ’ αυτά.

Γύρω στο 150 μ.Χ., ο μάρτυρας Ιουστίνος, απευθύνοντας το έργο του, Υπεράσπιση του Χριστιανισμού (Σημ.τ.μετ.: Πρόκειται για την Απολογία Α’), στον Αυτοκράτορα Αντωνίνο τον Ευσεβή, τον παραπέμπει στην αναφορά του Πιλάτου, η οποία, υπέθετε ο Ιουστίνος, πως είχε διασωθεί στα αυτοκρατορικά αρχεία. «Κάρφωσαν τα πόδια μου και τα χέρια μου», λέει, είναι μια περιγραφή των καρφιών, που έβαλαν στα πόδια Του και τα χέρια Του στον Σταυρό. Αφού τον σταύρωσαν, πήραν τα ενδύματα Του και τα μοίρασαν μεταξύ τους. Το ότι πράγματι όλα αυτά έγιναν έτσι, μπορείς να το μάθεις από τις Πράξεις που καταγράφτηκαν επί Πόντιου Πιλάτου’» (Απολ. Ι/35). Αργότερα λέει: «Για το ότι έκανε αυτά τα θαύματα μπορείς να βεβαιωθείς από τις «Πράξεις του Πόντιου Πιλάτου» (Απολ. Ι/48).

Ο μεγαλύτερος Ρωμαίος ιστορικός την εποχή της Αυτοκρατορίας ήταν ο Κορνήλιος Τάκιτος, ο οποίος γεννήθηκε μεταξύ του 52 και 54. Γύρω στα εξήντα του, όταν έγραφε την ιστορία της βασιλείας του Νέρωνα, αναφέρει:

«Έτσι, λοιπόν, για να καταπνίξει τη φήμη, ο Νέρωνας κατηγόρησε ως εμπρηστές και τιμώρησε με τον πιο σκληρό τρόπο, για τάξη ανθρώπων, που ήσαν μισητοί για τα ελαττώματά τους, τους οποίους το πλήθος ονόμαζε Χριστιανούς. Ο Χριστός, απ’ τον οποίο πήραν το όνομά τους είχε εκτελεστεί με εντολή του προκουράτορα Πόντιου Πιλάτου, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Τιβέριος. Η ολέθρια αυτή δεισιδαιμονία, στην αρχή ελεγχόταν, για να ξεσπάσει ολόφρεσκη, όχι στην Ιουδαία, την πατρίδα αυτής της επιδημίας, αλλά στην ίδια τη Ρώμη, όπου όλα τα τρομερά κι αισχρά πράγματα του κόσμου μαζεύονται και βρίσκουν πατρίδα» (Χρονικά, XV/44).

Οτιδήποτε κι αν σκεφτεί κανείς για τις μαρτυρίες των αρχαίων Ιουδαίων και Χριστιανών συγγραφέων, θεμελιώνουν χωρίς άλλο, για κείνους που αρνούνται τη μαρτυρία των Χριστιανικών έργων, τον ιστορικό χαρακτήρα του ίδιου του Ιησού. Μερικοί ίσως να παίζουν με την ψευδαίσθηση ενός «Χριστού-μύθου», αλλά, δεν μπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο, βάσει των ιστορικών μαρτυριών. Η ιστορικότητα του Χριστού είναι για τον απροκατάληπτο ιστορικό το ίδιο αξιόπιστη, όπως και η ιστορικότητα του Ιούλιου Καίσαρα. 




ΟΙ ΚΩΔΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ
2.500 κώδικες περιέχουν ολόκληρη την Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή. 25.000 κώδικες περιέχουν μεγάλα κομμάτια από την Αγία Γραφή, (συνήθως μόνο την Καινή Διαθήκη). Οι παραπάνω κώδικες, προέρχονται από ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο. Σε αντιπαράθεση με άλλους αρχαίους συγγραφείς, έχουμε:

50 μόνο αντίγραφα του Αισχύλου, 100 του Σοφοκλή, 8 του Θουκυδίδη, 200 του Πλινίου, 500 του Ορατίου.

Άρα, από αριθμό σωσμένων κωδίκων, η Αγία Γραφή είναι το πλέον αξιόπιστο κείμενο που έχουμε.

Όσον αφορά την αρχαιότητα των κωδίκων αυτών:

1. Η ιστορία του Θουκυδίδη, εξιστορεί τα γεγονότα της περιόδου 460-400 π.Χ. Δεν σώζεται το πρωτότυπο. Τα 8 διασωθέντα χειρόγραφα, είναι όλα γραμμένα μετά το 900 μ.Χ., δηλαδή 1300 χρόνια μεταγενέστερα!

2. Η Ποιητική του Αριστοτέλη, γράφτηκε το 343 π.Χ. Ο αρχαιότερος κώδικάς της, προέρχεται από το 1100 μ.Χ., δηλαδή είναι 1400 χρόνια μεταγενέστερος!

3. Ο Γαλατικός πόλεμος του Ιουλίου Καίσαρος, γράφτηκε το 50 μ.Χ. Σώζεται σε λίγους κώδικες, που όλοι γράφτηκαν μετά το 1000 μ.Χ.

Αμφισβητεί κανείς τα βιβλία αυτά; Κανείς! Γιατί αμφισβητούμε την Αγία Γραφή;

Ο ερευνητής-συγγραφέας Ian Wilson στο βιβλίο του «ΙΗΣΟΥΣ: ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ» (Εκδόσεις Κονιδάρη), λέει τα εξής: «Οι ανακαλύψεις χειρογράφων της Καινής Διαθήκης δείχνουν μια καθησυχαστική γενική συνοχή. Η αντιγραφή από ένα χειρόγραφο σε άλλο με το χέρι έχει σαν αναπόφευκτο αποτέλεσμα λάθη και παροράματα... Αλλά στο σύνολό τους τα λάθη και οι διαφορές του κειμένου είναι σχετικά ασήμαντα και τα κανονικά ευαγγέλια μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι σε μεγάλο βαθμό όπως τα έγραψαν οι συγγραφείς τους. Και μόνον ο πλούτος των παλιών ντοκουμέντων είναι μια από τις πιο εντυπωσιακές πλευρές τους. 

Αν και από τα έργα του μεγάλου Ρωμαίου ιστορικού Τάκιτου [1ος μ.Χ. αιώνας] υπάρχει μόνον ένα αντίγραφο ενός χειρογράφου, που χρονολογείται από το 12ο αιώνα, υπάρχουν επίσης κάπου 274 χειρόγραφα σε περγαμηνή, κανονικών έργων που βεβαιώνουν την ύπαρξη του Ιησού... που χρονολογούνται μεταξύ του 4ου και 11ου αιώνα, και 88 αποσπάσματα παπύρων που χρονολογούνται μεταξύ 2ου και 4ου αιώνα... Μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι τα ευαγγελικά κείμενα ήταν γνήσια παλιά και ότι οι αντιγραφείς τους ήταν λογικά αξιόπιστοι». (σελίδες 43-44).

Είναι αξιοσημείωτο ωστόσο, ότι ο συγγραφέας αυτός δεν πιστεύει στη θεοπνευστία της Βίβλου, και ότι ούτε πιστεύει στον Ιησού. Γι΄ αυτό η ομολογία του, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα! Θα δεχτούμε ότι τα Ευαγγέλια είναι αξιόπιστα ιστορικά κείμενα και πηγές για τον βίο και τη διδαχή του Ιησού; ή θα δεχτούμε τις διάφορες γνώμες των οποιονδήποτε συγγραφέων, που δεν έχουν να παρουσιάσουν κανένα πραγματικό ιστορικό στοιχείο, αλλά αντίθετα, μόνο τις δικές τους υποθέσεις, οι οποίες διαστρεβλώνουν και παρερμηνεύουν τα κείμενα των πραγματικών μαρτυριών αυτών που έζησαν και μίλησαν με τον ίδιο τον Ιησού; 

Τι θα προτιμήσουμε; Τα κείμενα των αυτόπτων μαρτύρων ή τις από δεύτερο και τρίτο χέρι.... ερμηνείες διάφορων συγγραφέων και μελετητών;


Διαβάστε περισσότερα... »

Η ιστορικότητα του Ιησού Χριστού Γ'





ΒΙΝΤΕΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ &

ΤΗΣ ΠΙΝΑΚΙΔΑΣ ΙΝΒΙ (TITULUS CRUCIS)

 Το Πάσχα του 2004 μεταδόθηκε από τον ελληνικό Τηλεοπτικό Σταθμό «Βουλή» ένα ντοκιμαντέρ για την δίκη του Ιησού Χριστού «Die Jesus Verschvöerung», παραγωγής ZDF 2002. Από αυτό το ντοκιμαντέρ παρουσιάζονται τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία γύρω από την ιστορικότητα των Ευαγγελίων.


 

Die Jesus Verschvöerung

 

Die Jesus Verschvöerung (Πηγή: Τηλεοπτικός Σταθμός Βουλή)

Ein Film Von Jens- Peter Behrend(Πηγή: Τηλεοπτικός Σταθμός Βουλή)

 

 

Ο Χριστός και οι Εσσαίοι

 

Βίντεο: Μέγεθος: 190Kb. Διάρκεια: 55΄΄ . Ο Χριστός σίγουρα δεν ήταν Εσσαίος, ούτε είχε έρθει ποτέ. (Πηγή: Die Jesus Verschvöerung, Τηλεοπτικός Σταθμός Βουλή)

 

 

 

Η ΠΙΝΑΚΙΔΑ Ι.Ν.Β.Ι. (TITULUS CRUCIS) του ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ όπως βρέθηκε από την ΑΓΙΑ ΕΛΕΝΗ

 

ΠΡΟΣΟΧΗ: Η πινακίδα, αν και αυθεντική όσο αφορά την γραφή, αποδείχθηκε δια μέσω της χρονολογήσεως του άνθρακα 12 (C12), πως είναι του 980 - 1146 μ.Χ. και υποστηρίζεται η πιθανότητα πως είναι αντίγραφο της αυθεντικής. Περισσότερα στο πανεπιστημιακό άρθρο TITULUS_CRUCIS.pdf και κάτωθι. (Πηγή: www.bibleinterp.com/articles/titlus.pdf)

Thursday, September 18, 2003

14C Titulus Crucis Dating: Medieval 
Stephen Goranson reports on the Xtalk list on the following article: Francesco Bella and Carlo Azzi, "14C Dating of the 'Titulus Crucis,'" Radiocarbon [journal] v.44 n.3 (2002 [received 2003]) 685-9. Apparently they report on radiocarbon dating of the walnut wood relic in Rome, thought by some to be the tablet from the cross of Jesus Christ: it has a 2-sigma date range of 980 to 1146 AD.

Also according to Goranson, they refer to another publication which discusses the possibility that this tablet is a copy of the original: Rigato, ML. 2002. Il Titolo della Croce di Gesu. Confronto tra i Vangeli e la Tavoletta--Reliquia della Basilica Eleniana a Rome. Dottorato nella Facolta di Teologia. Pontificia Universita Gregoriana. Roma. (Πηγή: http://ntgateway.com/weblog/2003/09/14c-titulus-crucis-dating-medieval.html)


Βίντεο: Μέγεθος: 463 Kb . Διάρκεια: 2΄ 49΄΄ . Το ξύλο (Ι.Ν.Β.Ι.) αυτό δεν ήταν κίβδηλο (Πηγή: Die Jesus Verschvöerung, Τηλεοπτικός Σταθμός Βουλή)

Το μοναδικό μέχρι σήμερα τεκμήριο που διασώζεται (Πηγή: Die Jesus Verschvöerung, Τηλεοπτικός Σταθμός Βουλή)

 




Η πέτρινη πλάκα πίσω από την οποία βρέθηκε το μολύβδινο κιβώτιο, μέσα στο οποίο υπήρχε ένα τμήμα από την επιγραφή του Σταυρού του Ιησού. (Πηγή: Κωνσταντίνος Σ. Χατζηελευθερίου, Πού βρίσκεται ο Σταυρός του Ιησού, Περιοδικό Απαγορευμένη Ιστορία, τεύχος 3, σελ. 32)

Η «Επιγραφή»
Την 1η Φεβρουαρίου του 1492 έγινε μια συγκλονιστική ανακάλυψη στην αρχαία πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Κατά τη διάρκεια αποκατάστασης μίας τοιχογραφίας, στην οποία εικονίζεται η εύρεση του Τιμίου Σταυρού από την Αγία Ελένη, βρέθηκε πίσω από αυτήν μία πέτρινη πλάκα, στην οποία ήταν χαραγμένη η επιγραφή «TITULUS CRUCIS».

Οι εργάτες αφαίρεσαν την πλάκα και ανακάλυψαν μία κόγχη, εντός της οποίας υπήρχε ένα μολύβδινο κιβώτιο, σφραγισμένο από τον Αρχιεπίσκοπο της Μπολόνια καρδινάλιο Γεράρδο, τον μετέπειτα Πάπα Φωτεινό Β΄ (1144-1145), πάνω στο οποίο υπήρχε μία επιγραφή, η οποία πιστοποιούσε το περιεχόμενο του. Μέσα σε αυτό υπήρχε ένα τεμάχιο της εγχάρακτης πινακίδας από το Σταυρό του Ιησού.

Το τεμάχιο ήταν από ξύλο καρυδιάς, είχε πλάτος 25,3 εκατοστά, ύψος 14, πάχος 2,6 και ζύγιζε 687 γραμμάρια, που σημαίνει ότι οι διαστάσεις ολόκληρης της πινακίδας πρέπει να ήταν περίπου 60 εκατοστά πλάτος και 21 ύψος. Αρχικά ήταν βαμμένη άσπρη και το χρώμα των γραμμάτων ήταν μάλλον βαθύ κόκκινο, με τα γράμματα χαραγμένα από τα δεξιά προς τα αριστερά, σύμφωνα με τον εβραϊκό τρόπο γραφής. Παρ’ όλη τη μεγάλη φθορά, την οποίαν είχε υποστεί προϊόντος του χρόνου, ήταν δυνατόν να διαβαστούν η δεύτερη και η τρίτη λέξη, ενώ η πρώτη σχεδόν αδύνατον.


Το τεμάχιο από την επιγραφή της θανατικής ποινής του Ιησού μέσα στην ασημένια θήκη, το οποίο εκτίθεται στο ναό του Αγίου Σταυρού στην Ρώμη. (Πηγή: Κωνσταντίνος Σ. Χατζηελευθερίου, Πού βρίσκεται ο Σταυρός του Ιησού, Περιοδικό Απαγορευμένη Ιστορία, τεύχος 3, σελ. 32)

Είναι η Επιγραφή Γνήσια;
Ωστόσο, αυτή η, εκ πρώτης όψεως, εκπληκτική ανακάλυψη, εγείρει κάποια σοβαρά ερωτήματα, όσον αφορά στη γνησιότητα της εν λόγω επιγραφής. Υπάρχουν μαρτυρίες για την ύπαρξη τέτοιας επιγραφής; Εκτός από τις αναφορές των προαναφερθέντων εκκλησιαστικών συγγραφέων για την ανακάλυψη, μαζί με το Σταυρό του Ιησού, της επιγραφής με την αιτία της θανατικής Του καταδίκης, υπάρχουν και δύο μαρτυρίες για την ύπαρξη της τον 4ο αιώνα μ.Χ. Η πρώτη προέρχεται από τον ανώνυμο «προσκυνητή του Μπορντώ», ένα Χριστιανό από τη Γαλλία, ο οποίος επισκέφτηκε την Ιερουσαλήμ το 333 μ.Χ. και η δεύτερη από την Αιθέρια, μία Χριστιανή από την Ισπανία, η οποία επισκέφθηκε τους Αγίους Τόπους το 382 μ.Χ.
Πώς όμως βρέθηκε το υπό εξέταση τεμάχιο στη Ρώμη; Σύμφωνα με τον Ρουφίνο και τον Θεοδώρητο Κύρου, η αυτοκράτειρα Ελένη, αφού βρήκε το Σταυρό του Χριστού, αφαίρεσε δύο κομμάτια. Το πρώτο το έστειλε στο γιο της στην Κωνσταντινούπολη και το δεύτερο το πήρε μαζί της στη βασιλική της κατοικία στη Ρώμη. Το ότι δεν γίνεται ξεχωριστή αναφορά για την αφαίρεση του επίμαχου τεμαχίου από την επιγραφή του Σταυρού, αυτό συνέβη κατά πάσα πιθανότητα, επειδή Σταυρός και επιγραφή θεωρούνταν ως ένα πράγμα. Μετά το θάνατο της Ελένης, κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 4ου αιώνα μ.Χ., η μεγαλύτερη αίθουσα του παλατιού της μετετράπη οε χριστιανικό ναό, ο οποίος έλαβε την ονομασία «Ιερουσαλήμ». Μάλιστα, ο επίσκοπος Μεδιολάνων (374-397 μ.Χ.) Αμβρόσιος αναφέρει την ύπαρξη του επίμαχου τεμαχίου στη Ρώμη, πράγμα που, αν συνδυαστεί με τις μαρτυρίες των δύο προαναφερθέντων προσκυνητών και τις αναφορές των δύο εκκλησιαστικών συγγραφέων, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι όντως αφαιρέθηκε ένα κομμάτι από την αρχική επιγραφή, η οποία χάθηκε μαζί με το Σταυρό στη μάχη του Χατίν.
Στην εκκλησία αυτή και πιο συγκεκριμένα στο παρεκκλήσιο της Αγίας Ελένης, τοποθετήθηκε το τεμάχιο από την επιγραφή της θανατικής καταδίκης του Ιησού. Οι ιερείς του ναού έκρυψαν το κομμάτι αυτό το 455 μ.Χ., φοβούμενοι πιθανή καταστροφή του από επιδρομές των Βησιγότθων. Το ίδιο τεμάχιο ξανακρύφτηκε, αυτή τη φορά για άγνωστο λόγο, το πρώτο μισό του 11ου αιώνα, από τον προαναφερθέντα καρδινάλιο Γεράρδο και ανακαλύφθηκε κατά τύχη το 1492. Από το 1520 έως το 1930, η επιγραφή παρέμεινε στο ναό του Αγίου Σταυρού (πρώην Ιερουσαλήμ). Το 1930 κτίστηκε δίπλα σ’ αυτόν ένα παρεκκλήσιο προς τιμήν της Αγίας Ελένης, και από τότε έως σήμερα η επιγραφή φυλάσσεται εκεί.

Ερωτήματα για το Περιεχόμενο της Επιγραφής
Εκτός όμως από τα παραπάνω ερωτήματα για την παρουσία και διαδρομή της επιγραφής στο διάβα της ιστορίας, υπάρχουν και κάποια ερωτήματα, τα οποία σχετίζονται με το περιεχόμενο της. θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα βαρύνουν περισσότερο, όσον αφορά τη γνησιότητα της. Όπως ήδη είπαμε, στην επιγραφή υπάρχουν τρεις σειρές από γράμματα, η μία κάτω από την άλλη. Η πρώτη είναι τόσο πολύ κατεστραμμένη, που μόνο έξι, ίσως επτά, απολήξεις γραμμάτων έχουν διασωθεί. Αν και έχουν προταθεί κατά καιρούς διάφορες θεωρίες, όπως των καθηγητών Γκέρχαρντ Κρολλ (Αραμαϊκή), Σαλόμ Μπεν Χορίν (Εβραϊκή) και Κάρστεν Πίτερ Τίεντε (Εβραϊκή), η γλώσσα και το περιεχόμενο της πρώτης γραμμής καλύπτονται μέχρι σήμερα από ένα πέπλο αβεβαιότητας. Συνεχίζοντας στη δεύτερη (Ελληνική) και την τρίτη (Λατινική) γραμμή παρατηρούμε ότι και αυτές είναι γραμμένες από δεξιά προς τ’ αριστερά, κάτι εντελώς φυσιολογικό για την πρώτη γραμμή, όχι όμως γι’ αυτές τις δύο. Όπως και για την προηγούμενη, έτσι και γι’ αυτήν δεν υπάρχει μία πειστική απάντηση. Ο καθηγητής Κ. Π. Τίεντε ερμήνευσε το γεγονός αυτό ως ένα λάθος του Εβραίου γραφέα, ο οποίος δεν ήξερε Ελληνικά και Λατινικά, αλλά γνωρίζοντας το ελληνικό και λατινικό αλφάβητο, έγραψε με τον εβραϊκό τρόπο (από δεξιά προς τ’ αριστερά) αυτά που του υπαγόρευσαν στις δύο προαναφερθείσες γλώσσες. Στη δεύτερη σειρά διαβάζουμε «ΝΑΖΑΡΕΝΟΥΣ Β[ΑΣΙΛΕΥΣ]», το οποίο έρχεται σε συμφωνία με τη μαρτυρία του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου (κεφ. 19, στιχ. 19) «ΙΗΣΟΥΣ Ο ΝΑΖΩΡΑΙΟΣ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΩΝ». Σ’ αυτό όμως διασώζεται ο λεκτικός τύπος «ΝΑΖΩΡΑΙΟΣ» και όχι ο προαναφερθείς. Η λύση γι’ αυτό το πρόβλημα, βρίσκεται στην επόμενη σειρά, η οποία είναι γραμμένη στα Λατινικά και έχει ως εξής: «ΝΑΖΑRINUS RΕ[Χ]». Σύμφωνα με τον καθηγητή Κ. Π. Τίεντε πρόκειται για κλασική περίπτωση μεταγραφής, δηλαδή ο γραφέας δεν μετέφρασε αλλά μετέγραφε στα Ελληνικά από τα Λατινικά το επίθετο, το οποίο δήλωνε τον τόπο καταγωγής του Ιησού.

Και οι Αμφισβητήσεις Συνεχίζονται...
Αν και οι απαντήσεις οι οποίες δόθηκαν, μπορεί να μην πείθουν τον καλόπιστο αναγνώστη, ίσως θα έπρεπε να αναρωτηθούμε τα παρακάτω. Εάν η αυτοκράτειρα Ελένη ή κάποιος εκκλησιαστικός αξιωματούχος στο Μεσαίωνα, διέταξε να κατασκευάσουν ένα (αντίγραφο της επιγραφής με την αιτία της θανατικής καταδίκης του Ιησού, τότε θα προσπαθούσε να το κατασκευάσει με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην αμφισβητηθεί η αυθεντικότητα του. Όπως όμως διαπιστώσαμε, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει με την επίμαχη επιγραφή, στην οποία μάλιστα παρατηρείται το ακριβώς αντίθετο: είναι γεμάτη από δυσεπίλυτους γρίφους. Ένα άλλο το οποίο πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας είναι το ότι ενώ σε εκατοντάδες μέρη εκκλησιαστικές κοινότητες ή ιδιώτες υποστηρίζουν ότι έχουν ένα τεμάχιο από το Σταυρό του Ιησού, μόνο σε ένα μέρος στον κόσμο, στην εκκλησία του Αγίου Σταυρού στη Ρώμη, ισχυρίζονται ότι έχουν ένα μέρος από την ιερή επιγραφή. Τρίτο και τελευταίο είναι το γεγονός ότι ο τρόπος γραφής της επιγραφής, είναι ίδιος με επιγραφές, οι οποίες έχουν γραφεί τον 1ο αιώνα μ.Χ.
Μέχρι το Βατικανό να δώσει την άδεια να εξεταστεί η επίμαχη επιγραφή από ανεξάρτητες επιστημονικές ομάδες, όπως συνέβη στην περίπτωση της «Σινδόνης του Τορίνο», το αμφιλεγόμενης αξίας ξύλινο τεμάχιο, το οποίο φυλάσσεται από το τάγμα των Κινστερσιανών μοναχών σε μία ασημένια θήκη, δωρεά του δικτάτορα της Ιταλίας Μπενίτο Μουσολίνι, θ’ αμφισβητείται, αποτελώντας άλλο ένα σημείο αντιλεγόμενο, όπως άλλωστε συμβαίνει και με Αυτόν, στο Σταυρό του οποίου τοποθετήθηκε η επιγραφή πριν από δύο χιλιάδες χρόνια.

Βιβλιογραφία
01. Stephan Borgehammar, How the Holly Cross was Found:  From Event to Medieval Legend, Stockholm, 1991
02. Jan Willem Driijvers, Helena Augusta: The Mother of Constantine the Great and the Legend of Her Finding of the True Cross, Leiden, Brill, 1992
Ο Κωνσταντίνος Χατζηελευθερίου είναι πτυχιούχος της Ανωτέρας Εκκλησιαστικής Σχολής Αθηνών και της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ. Διδάσκει στην ιδιωτική Μέση Εκπαίδευση και άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στον περιοδικό τύπο.

Πηγή: Κωνσταντίνος Σ. Χατζηελευθερίου, Πού βρίσκεται ο Σταυρός του Ιησού, Περιοδικό Απαγορευμένη Ιστορία, τεύχος 3, σσ.30-32

 

Τα χειρόγραφα του Κουμράν επιβεβαιώνουν την ιστορικότητα της Κ.Δ.

 

Βίντεο: Μέγεθος: 218 Kb - Διάρκεια: 1΄ 15΄΄. Ο Prof. C.P. Thiede, Papyrologe-Bibelhistoriker, για την ανεύρεση του Τίμιου Σταυρού. (Πηγή: Die Jesus Verschvöerung, Τηλεοπτικός Σταθμός Βουλή)

 

Επιβεβαιώθηκε αρχαιολογικά η κατηγορία της Υποκρισίας προς τον Καϊάφα


Βίντεο: Μέγεθος: 288 Kb - Διάρκεια: 1΄ 32΄΄. Ο Τάφος της οικογένειας του Καϊάφα και η κατηγορία του Ιησού προς αυτόν για υποκρισία (ειδωλολατρία). (Πηγή: Die Jesus Verschvöerung, Τηλεοπτικός Σταθμός Βουλή)

 

Το μοναδικό γραπτό εύρημα περί του Ποντίου Πιλάτου

 

Βίντεο: Μέγεθος: 73 Kb - Διάρκεια: 27΄΄. Η επιγραφή που επιβεβαίωσε ιστορικά τον Πόντιο Πιλάτο («PILATVS»)·  φιγούρα «ιστορικά ανύπαρκτη» για τους πλανεμένους άθεους του περασμένου αιώνα.(Πηγή: Die Jesus Verschvöerung, Τηλεοπτικός Σταθμός Βουλή)

Ξανά η επιγραφή που έφερε το «PILATVS» από άλλη οπτική γωνία.

 

Η αρχαιολογική ένδειξη μιας σταύρωσης

 

Βίντεο: Μέγεθος: 120 Kb - Διάρκεια: 36΄΄. Πόδι 25χρονου διαπερασμένο από καρφί σταυρώσεως. (Πηγή: Die Jesus Verschvöerung, Τηλεοπτικός Σταθμός Βουλή)

Θολωτός τάφος που φράσσονταν με λίθο.(Πηγή: Die Jesus Verschvöerung, Τηλεοπτικός σταθμός Βουλή) 

 

Γιατί αγανάκτησαν οι Ιουδαίοι με τον Χριστό γύρω από την ανοικοδόμηση του ναού

 

Βίντεο: Μέγεθος: 372 Kb - Διάρκεια: 2΄ 5΄΄. Ο Prof. Dan Bahat, Archaologe για το ρηθέν του Ιησού Χριστού περί ανοικοδομήσεως του ναού από τον Ιησού Χριστό. (Πηγή: Die Jesus Verschvöerung, Τηλεοπτικός Σταθμός Βουλή)
Κατά Μάρκον, Κεφ Ιδ΄ «56 πολλοὶ γὰρ ἐψευδομαρτύρουν κατ' αὐτοῦ, καὶ ἴσαι αἱ μαρτυρίαι οὐκ ἦσαν. 57 καί τινες ἀναστάντες ἐψευδομαρτύρουν κατ' αὐτοῦ λέγοντες 58 ὅτι Ἡμεῖς ἠκούσαμεν αὐτοῦ λέγοντος, ὅτι ἐγὼ καταλύσω τὸν ναὸν τοῦτον τὸν χειροποίητον καὶ διὰ τριῶν ἡμερῶν ἄλλον ἀχειροποίητον οἰκοδομήσω.»

 

Περί δίκης του Χριστού

 

Βίντεο: Μέγεθος: 582 Kb - Διάρκεια: 3΄ 11΄΄. Ο Chain Cunn, Ανώτατος Εισαγγελέας του Ισραήλ για την δίκη του Ιησού.  (Πηγή: Die Jesus Verschvöerung, Τηλεοπτικός Σταθμός Βουλή)
Κατά Λουκά, Κεφ. Κγ΄ «4 ὁ δὲ Πιλᾶτος εἶπε πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ὄχλους ὅτι οὐδὲν εὑρίσκω αἴτιον ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ. 5 οἱ δὲ ἐπίσχυον λέγοντες ὅτι ἀνασείει τὸν λαὸν διδάσκων καθ’ ὅλης τῆς Ἰουδαίας, ἀρξάμενος ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἕως ὧδε. 6 Πιλᾶτος δὲ ἀκούσας Γαλιλαίαν ἐπηρώτησεν εἰ ὁ ἄνθρωπος Γαλιλαῖός ἐστι· 7 καὶ ἐπιγνοὺς ὅτι ἐκ τῆς ἐξουσίας Ἡρῴδου ἐστὶν, ἀνέπεμψεν αὐτὸν πρὸς Ἡρῴδην, ὄντα καὶ αὐτὸν ἐν Ἱεροσολύμοις ἐν ταύταις ταῖς ἡμέραις»


Βίντεο: Μέγεθος: 452 Kb - Διάρκεια: 2΄ 27΄΄. Ο Pater Bargil Pixner, Kat. Theologe – Arxaologe (Πηγή: Die Jesus Verschvöerung, Τηλεοπτικός Σταθμός Βουλή)
Ματθαίον, Κεφ Κζ΄ 11 Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔστη ἔμπροσθεν τοῦ ἡγεμόνος· καὶ ἐπηρώτησεν αὐτὸν ὁ ἡγεμὼν λέγων· Σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; ὁ δὲ ἔφη αὐτῷ· Σὺ λέγεις. 12 καὶ ἐν τῷ κατηγορεῖσθαι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν πρεσβυτέρων οὐδὲν ἀπεκρίνατο. 13 τότε λέγει αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· Οὐκ ἀκούεις πόσα σου καταμαρτυροῦσι; 14 καὶ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῷ πρὸς οὐδὲ ἓν ῥῆμα, ὥστε θαυμάζειν τὸν ἡγεμόνα λίαν.»
Κατά Ματθαίον, Κεφ Κζ΄ «20 Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι ἔπεισαν τοὺς ὄχλους ἵνα αἰτήσωνται τὸν Βαραββᾶν, τὸν δὲ Ἰησοῦν ἀπολέσωσιν.»

 

Συνωμοσία Καϊάφα, Ηρώδη, Πιλάτου & το τέλος τους

 

Βίντεο: Μέγεθος: 99 Kb - Διάρκεια: 33΄΄ . Η Συνωμοσία της δίκης του Χριστού. (Πηγή: Die Jesus Verschvöerung, Τηλεοπτικός Σταθμός Βουλή)

Βίντεο: Μέγεθος: 112 Kb - Διάρκεια: 41΄΄. Το τέλος των συνωμοτών. (Πηγή: Die Jesus Verschvöerung, Τηλεοπτικός Σταθμός Βουλή)
Produktion, Atlantis Plus, Berlin, © ZDF 2002


πηγή-apologitis.com
Διαβάστε περισσότερα... »

Η ιστορικότητα του Ιησού Χριστού Β΄




ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΘΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ;

Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου


Αρκετές φορές διαβάζουμε στο διαδίκτυο ή σε βιβλία και άρθρα «μορφωμένων» ερευνητών ότι ο Ιησούς Χριστός στην πραγματικότητα δεν υπήρξε, αλλά ήταν το δημιούργημα Ιουδαϊκών θρησκευτικών ομάδων ή προήλθε από συνθέσεις εθνικών μύθων και διάφορες άλλες ανιστόρητες εικασίες. Σε επίπεδο πανεπιστημιακών καθηγητών κανείς σοβαρός ειδικός στα πρωτοχριστιανικά χρόνια δεν μπορεί να αγνοήσει πλέον την μοναδικά σημαντική ιστορική προσωπικότητα του Ιησού από την Ναζαρέτ, που χώρισε τα ημερολόγια του κόσμου στα χρόνια πριν και μετά Χριστόν. Ούτε η διδασκαλία, ούτε τα θαύματα του Ιησού, ούτε η ανάστασή του έχει κάτι το αντίστοιχο με την γενικότερη θρησκευτική ιστορία των Εβραίων ή τη φιλοσοφία του εθνικού κόσμου, για να ισχυριστεί κάποιος ότι προήλθε τάχα από μια παρόμοια σύνθεση. 

Και δεν μπορούμε φυσικά να μιλάμε για μύθους στην εποχή των αυτοκρατόρων Αυγούστου και Τιβέριου! Οι χρόνοι της Καινής Διαθήκης (Κ.Δ.) είναι φωτισμένοι και φιλοσοφημένοι, όχι μυθικοί. Άλλωστε οι Ιουδαίοι και οι χριστιανοί δεν ήσαν ευκολόπιστοι και αφελείς, αλλά άνθρωποι του μόχθου και έξυπνοι βιοπαλαιστές. Οι συνθέσεις μύθων πάνω σε παλαιοδιαθηκικά ή εθνικά καθοδηγητικά μοτίβα δεν ανήκαν στην πρωτοχριστιανική ψυχοσύνθεση. Απόδειξη είναι ότι η Εκκλησία απέρριψε τα λεγόμενα ‘απόκρυφα ευαγγέλια’, που ήταν μερικές δεκάδες, γιατί αλλοίωναν την γνήσια εικόνα του Χριστού και εισήγαγαν μύθους περί της ζωής και διδασκαλίας του. 

Και κράτησε τέσσερα μόνο Ευαγγέλια, που περιέσωζαν την αυθεντική εικόνα και την αποστολή του Μεσσία πάνω στη γη. Πότε εξάλλου να προλάβουν να φτιαχτούν οι υποτιθέμενοι θρύλοι αυτοί στην νεοσύστατη Εκκλησία, αφού το Ευαγγέλιο του Μάρκου γράφτηκε 35 περίπου χρόνια μετά το γεγονός της ανάστασης του Ιησού, οι επιστολές του Παύλου 20 μόλις χρόνια μετά (στις οποίες ολοκάθαρα αναφέρεται και στην ανάσταση του Κυρίου) και η μεταστροφή του στον Χριστιανισμό έγινε 2-5 χρόνια μετά το θάνατο του Χριστού; Μήπως ακόμη οι απόστολοι και οι μαθητές του Ιησού δεν πρόσφεραν τα πάντα για το όνομά του και μαρτύρησαν με την ίδια τους τη ζωή για το πρόσωπό του και τη διδασκαλία του; Πρόσφεραν πράγματι το αίμα τους για τον Χριστό, σύμφωνα με όσα είδαν και έζησαν οι ίδιοι, και όχι επειδή άκουσαν και έμαθαν γι’ Αυτόν από δεύτερα και τρίτα χείλη: «Τον είδαμε από κοντά και τα χέρια μας τον ψηλάφησαν. 

Όταν η ζωή φανερώθηκε τον είδαμε με τα μάτια μας. Καταθέτουμε λοιπόν τη μαρτυρία μας και σας μιλάμε για την αιώνια ζωή (τον Θεάνθρωπο Ιησού) που ήταν με τον Πατέρα, φανερώθηκε όμως σε μας. Αυτό που είδαμε και ακούσαμε το αναγγέλλουμε ….. και αυτά σας τα γράφουμε για να είναι ολοκληρωμένη η χαρά σας» (Α΄ Ιω. 1,1-4). Γνώριζαν δηλαδή από πρώτο χέρι ποιος ήταν, όπως τα παιδιά σε μια οικογένεια γνωρίζουν καλύτερα από όλους ποιος είναι ο πατέρας τους και δεν χρειάζεται να ρωτήσουν τους γείτονες και ακόμα χειρότερα άγνωστους συμπολίτες τους γι’ αυτόν. 

Οι Ιουδαίοι και οι πρώτοι χριστιανοί δεν ήσαν λοιπόν μυθομανείς και αφελείς τύποι, αλλά έξυπνοι και ρεαλιστές ψαράδες, έμποροι, (πονηροί στην αρχή και μεταμελημένοι αργότερα) τελώνες κ.λπ., που ένοιωθαν την ανάγκη να διαπιστώσουν (και διαπίστωσαν) ιδίοις όμασι τα γεγονότα γύρω από την ανάσταση, να πιάσουν με τα χέρια τους τα σημάδια των καρφιών στο σώμα του αναστημένου Ιησού (απόστολος Θωμάς), αφού πρώτα έτρεξαν στον κενό τάφο οι ίδιοι (αρχικά Πέτρος και Ιωάννης), μη πιστεύοντες ακουστικά και μόνο τις ανακοινώσεις περί αναστάσεως των Μυροφόρων.

Απλοί και καθημερινοί ψαράδες όπως ήσαν οι απόστολοι, ή προσγειωμένοι στην καθημερινότητα φοροεισπράκτορες όπως άλλοτε ο Ματθαίος, δεν είχαν τις προϋποθέσεις ή την αχαλίνωτη φαντασία, όπως προαναφέραμε, να κατασκευάσουν προσωπικότητα τέτοιου μεγαλείου όπως ο Χριστός, τον οποίο εξάλλου θεωρούν Θεό επί της γης, σκέψη που ήταν βλάσφημη για Εβραίο να την κάνει και να την υιοθετήσει στη ζωή του. Μήπως δεν είχαν δουλειά να κάνουν οι απόστολοι και έψαχναν για υψηλές φιλοσοφικές και μυθολογικές αναζητήσεις, ερευνούσαν για ηλιακές θεότητες, και έβλεπαν οπτασίες και αλληγορικά οράματα; 

Αντίθετα, όπως φαίνεται από τη θαυμαστή διδασκαλία τους και τη συμπεριφορά τους δεν ήσαν ονειροπαρμένοι, ούτε νευρολογικά πειραγμένοι, αλλά καλά προσανατολισμένοι στα πρακτικά προβλήματα, των οποίων καθημερινών αναγκών και ο Χριστός υπήρξε ιατρός και θεραπευτής. Θα μπορούσε τέτοιος μύθος, εντελώς διαφορετικός από το περιβάλλον των Γραμματέων και Φαρισαίων να ευδοκιμήσει στα εδάφη τους; Και να ξεσηκώσει ανθρώπους οι οποίοι γνώριζαν από πρώτο χέρι τα όσα συνέβαιναν ώστε να δώσουν τη ζωή τους για ένα ψέμα, να μην φοβηθούν βασανιστήρια, φυλακίσεις, εξορίες και θάνατο, όπως οι πρώτοι χριστιανοί; Όχι βέβαια! 

Όλα αυτά, και το πόσο θρησκευτικά ορθολογιστές υπήρξαν οι Ιουδαίοι, φαίνεται σε ορισμένες περιπτώσεις στα Ευαγγέλια όταν προσπάθησαν να λιθοβολήσουν και φονεύσουν τον Χριστό επειδή ισχυριζόταν ότι είναι Υιός του Θεού (π.χ. Ιω. 5,16-18/ 7,1/ 7,25/ 8,58-59) και όταν οι Ναζαρηνοί, οι συγχωριανοί του, δεν δέχτηκαν τον αυτοχαρακτηρισμό Του και την αποστολή Του (13,58). 

Ο λαός μάλιστα ήταν διχασμένος (7,40-44) και αναρωτιόντουσαν αν είναι αυτός ο υιός της Μαρίας και του Ιωσήφ. Πως παρουσιάζεται τώρα, έλεγαν, ως μέγας προφήτης; Διότι ήξεραν από πού κατάγεται και πίστευαν ότι από Ναζαρέτ τίποτε καλό δεν μπορεί να βγει (Ιω. 1,47). Μάλιστα, ακόμη και τα αδέλφια Του αρχικά δεν πίστευαν σ’ αυτόν (Ιω. 7,5). Δεν κρύβει λοιπόν τίποτα η Κ.Δ., ούτε προσπαθεί να παρουσιάσει παραμύθια σαν αληθινές ιστορίες. Δεν εξωραΐζει το κακό, αλλά παρουσιάζει τον Ιησού Χριστό όπως πραγματικά είναι. 

Ακόμη, τόσο τα χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας που ανακαλύφθηκαν το 1947, όσο και οι σύγχρονες αρχαιολογικές, πολιτιστικές και ανθρωπιστικές έρευνες στην αρχαία Παλαιστίνη, αποκαλύπτουν ότι η ζωή του Χριστού και το περιβάλλον στο οποίο έζησε, όπως περιγράφονται στην Καινή Διαθήκη, είναι αυθεντικά (βλ. και Ιωάννη Δ. Καραβιδόπουλου, άρθρο: ‘H μεταμοντέρνα «γέννηση» του Ιησού’, ΤΟ ΒΗΜΑ γνώμες, www. tovima.gr/ opinions/article/? aid=163219).

Άλλωστε τα τέσσερα Ευαγγέλια και οι επιστολές του αποστόλου Παύλου θεωρούνται βάσιμα πλέον ιστορικά κείμενα, όσο κι αν προσπάθησαν να τα μειώσουν κάποτε ορισμένοι ερευνητές. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ότι την εποχή που κήρυξε και έδρασε και θαυματούργησε ο Χριστός, τους ανθρώπους ενδιέφεραν τα προβλήματα καθημερινής βιοπάλης και όχι τα θεωρητικά και βιογραφικά. Υπήρχαν βέβαια αρκετοί ιστορικοί, που καταπιάνονταν όμως με πολιτικά και κοινωνικά κυρίως θέματα και όχι τόσο θρησκευτικά και μάλιστα ιουδαϊκά. Οι Ρωμαίοι ιστορικοί, διανοούμενοι, στρατιωτικοί αλλά και πολιτικοί, έβλεπαν στον Χριστό έναν ακόμη Ιουδαίο προφήτη ή ταραχοποιό και δεν τους κίνησε στην αρχή την περιέργεια. 

Ήταν εποχή καταπίεσης και ξεσπούσαν εύκολα τα μεσσιανικά και επαναστατικά κινήματα. Γνωρίζουμε μάλιστα ότι ιστορικοί της εποχής δεν αναφέρουν ούτε προηγούμενους από τον Χριστό επαναστάτες ψευτομεσσίες, όπως τον Θευδά, τον Ιούδα τον Γαυλωνίτη και τον Μπαρ-Κοχέμπα, των οποίων τα κινήματα καταπνίγηκαν στο αίμα από τις ρωμαϊκές δυνάμεις. Μην ξεχνάμε ακόμη πως, όταν άρχισε να κηρύττει για πρώτη φορά δημόσια ο απ. Πέτρος μετά την Πεντηκοστή, οι χριστιανοί ήσαν γύρω στις 3.000 ενώ οι Εβραίοι στο Ρωμαϊκό κράτος πολλές χιλιάδες ψυχές. Πώς να φανταστούν οι συγγραφείς της εποχής ότι κάτι πολύ σπουδαίο εκκολαπτόταν στη φάση εκείνη, που θα επηρέαζε τις κατοπινές γενεές; Επιπρόσθετα, το βέβαιο είναι ότι μισούσαν οι περισσότεροι τους Εβραίους και θα προτιμούσαν να μην τους αναφέρουν καθόλου στα γραπτά τους. Ένοιωθαν γι’ αυτούς αποστροφή και περιφρόνηση. Την δε χριστιανική πίστη έβλεπαν σαν μια ακόμη δεισιδαιμονία. 

Ο Ιησούς εξάλλου εμφανίζεται στα Ευαγγέλια ως εκπληκτική προσωπικότητα, με στάση θρησκευτικής αναρχίας θα λέγαμε απέναντι στο κατεστημένο της εποχής Του, ανένταχτος στους καταδυναστευτικούς τύπους της πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας, ενώ μιλάει με αυθεντία και εκπληρώνει στο πρόσωπό Του το Νόμο του Μωυσή και τις προφητείες. Ένα τέτοιο πρόσωπο δεν το δημιουργείς από το τίποτε, αλλά είναι γενικά παραδεκτό πως οπωσδήποτε υπήρξε. Φαίνεται να εξορκίζει με μοναδική δύναμη, να ξεπερνά πάνω στην αγαθοεργία του τους φραγμούς του Σαββάτου, να θεωρεί τους συνανθρώπους του αδελφούς και αδελφές και όχι μόνο τούς κατά φύσιν συγγενείς Του, να αντιμετωπίζεται από όλους με δέος και θαυμασμό, να διχάζει με την αποστολή του τους Ιουδαίους, να θεραπεύεται γυναίκα που τον αγγίζει, να συγκρούεται με τους Φαρισαίους και να τους διδάσκει. 

Άλλοτε να μην δέχεται να πράξει θαύματα για το θεαθήναι, να κατηγορεί τον ίδιο τον μαθητή του (τον Πέτρο) ότι είναι ‘σατανάς’ (αφού δεν σκεπτόταν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού), να ζητάει από τους μαθητές Του να σηκώσουν τον σταυρό τους και να μην ντρέπονται γι’ Αυτόν. Να ζώνεται ποδιά και να πλένει τα πόδια των αποστόλων, να θεωρεί τα παιδιά πρώτα στη βασιλεία των ουρανών, να καταφέρεται με τις παραβολές Του εναντίον της ψεύτικης και συμφεροντολογικής διδασκαλίας των αρχιερέων και πρεσβυτέρων, να θεωρεί τον εαυτόν του Κύριο και Μεσσία, και τέλος να δέχεται να συζητεί και να συντρώει με πόρνες και αμαρτωλούς. Μοναδική προσωπικότητα ο Ιησούς, που και μόνο ως άνθρωπο αν τον δούμε, ξεπερνά κατά πολύ την εποχή Του. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να είναι πλαστό το πρόσωπό Του. 

Μπορούσαν οι απόστολοι να είχαν επινοήσει τέτοιες θαυματουργικές ιστορίες τη στιγμή που απευθύνονταν σε Ιουδαίους, που ήσαν γνώστες όλων των, στην Ιερουσαλήμ διαδραματιζόμενων, γεγονότων σχετικά με τον Ιησού; Δεν θα είχαν οι συμπατριώτες τους αλλά και οι θρησκευτικές Αρχές σταματήσει εξαρχής κιόλας το κήρυγμά τους, παρουσιάζοντας αποδείξεις περί των αληθινά γεγενημένων; Μπορείς να ορθώσεις ανάστημα σε ακροατήριο που σε θεωρεί ανόητο; Λέγοντας οι απόστολοι επίπλαστες διηγήσεις θα είχε διαδοθεί το μήνυμα του Χριστιανισμού σε όλο τον κόσμο και σε όλες τις χρονικές περιόδους; 

Να ήσαν τόσο ανόητοι οι ακροατές, και οι δια των ιδίων οφθαλμών παρακολουθούντες συνάνθρωποί τους τα θαυμαστά σημεία τους, ώστε να πείθονται χωρίς να χρησιμοποιήσουν καμία κριτική τους ικανότητα; Έχουν καμία σχέση οι ανατολικοί μύθοι, οι γεμάτοι από τέρατα, παθιασμένους θεούς και πολέμους θεοτήτων μεταξύ τους, με τον ένα και γεμάτο αγάπη Θεό της Καινής Διαθήκης, που πεθαίνει για να λυτρώσει τον άνθρωπο; 

Συμβολικοί μύθοι και θρύλοι ελληνικοί μπορούν να συγκριθούν με το ασύγκριτο, πρακτικό, στα σωστά όρια λογικής και συναισθήματος, αλλά και τόσο λιτά περιγραφόμενο (χωρίς εξάρσεις και ωραιοποιήσεις ηρώων) μήνυμα αλήθειας, αγάπης και ζωής του Θεανθρώπου; Σαφώς και κατηγορηματικά όχι! Ο ειδικός και λόγιος της φιλολογίας, καθηγητής μεσαιωνικής και αναγεννησιακής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, C.S. LEWIS, και συγγραφέας των «Χρονικών της Νάρνια», αναφέρει σχετικά: «Όλη μου τη ζωή διαβάζω ποιήματα, μυθιστορήματα, θρύλους και μύθους. Ξέρω πώς είναι. Ξέρω πως κανένα τους δεν είναι σαν το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο» («Ζητώ Αποδείξεις», εκδ. ‘Ο Λόγος’, 2005, σελ. 39-41).

Αν δεν υπήρχε η ιστορική προσωπικότητα του Ιησού, δεν θα μπορούσαν να συλλάβουν τις μεγαλειώδεις διδασκαλίες του Χριστιανισμού μικρές ομάδες απλοϊκών ανθρώπων, με δάνεια και συνθέσεις εθνικών ηρώων ή θρησκειολογικών δοξασιών. Και πόσο ανόητη θα έπρεπε να ήταν η πρώτη χριστιανική κοινότητα για να δεχθεί κάθε φανταστική επινόηση ως αληθινή; Ή πόσο μωροπίστευτοι θα πρέπει να ήσαν οι πρώτοι πιστοί για να λατρεύσουν κάποιον που πέθανε προδίδοντας τις ελπίδες τους; Πόσο μπορούσε να επεκταθεί μια θρησκεία που την μισούσαν εθνικοί, Ιουδαίοι και Ρωμαίοι και όμως κατάφερε να κερδίσει τον κόσμο όλο, αν δεν είχε την αρχή της και δεν βασιζόταν σε μια ισχυρή προσωπικότητα σαν τον Ιησού και τους άμεσους μαθητές Του; Πώς κυριάρχησε ο Χριστιανισμός μέσα από τόσο πόνο, μαρτύρια, δάκρυα και φόνους; 

Ήταν τόσο μικροπρεπής ο Παύλος, που εγκατέλειψε τη σταδιοδρομία του και υπέφερε τόσα και τόσα για χάρη ενός φαντάσματος, που δεν είχε ακούσει ούτε δει ποτέ; Θα άφηναν τις περιουσίες τους οι μαθητές Εκείνου, θα σύρονταν στα δικαστήρια, θα εξουθενώνονταν τόσο πολύ, θα μαστιγώνονταν και θα θανατώνονταν για ένα μύθο και μια εικασία; Θα έδειχναν τόσο ζήλο στη διάδοση του Ευαγγελίου και τέτοιο θάρρος έμπροσθεν τοιούτου μεγέθους απειλών; Αλλά και μια αντικειμενική ματιά αν ρίξει κάποιος στις ευαγγελικές διηγήσεις θα διαπιστώσει ότι όχι μόνο είναι ανεπιτήδευτες, φυσικές, δεν περιέχουν συναισθηματικές εξάρσεις, δεν ηρωοποιούν τον Χριστό, δεν τον εκθειάζουν με ωραιολογίες και βερμπαλισμούς και δεν επιθυμούν να συγκινήσουν, αλλά ταυτόχρονα δεν κατηγορούν ούτε τον Ιούδα, ούτε τους σταυρωτές του Χριστού.

Ακόμη, δεν διστάζουν οι ευαγγελιστές να αποκαλύψουν την αλήθεια για την προδοσία του Χριστού από ένα στενό μαθητή Του, αλλά και την τριπλή άρνηση του κορυφαίου αποστόλου Πέτρου. Δεν φοβούνται να δείξουν την ανωριμότητα των μαθητών όταν ζητούσαν πρωτοκαθεδρίες στην βασιλεία Του, την σύγχυσή τους όταν δεν δίστασαν κάποτε να ζητήσουν τιμωρία εξ ουρανού για όσους δεν δέχονταν το κήρυγμά τους και τη συχνή τους αδυναμία να κατανοήσουν το βάθος της διδασκαλίας του Θεανθρώπου. 

Αν ήθελαν εξάλλου οι ευαγγελιστές να παρουσιάσουν κάτι ψεύτικο ως αληθινό, δεν θα περιόριζαν τα λόγια του Χριστού ώστε να αρκούν 6 ώρες στην Κ.Δ. για να ειπωθούν, ούτε θα συμπύκνωναν το σύνολο της ιεραποστολικής ζωής Του μέσα σε 40 ημέρες και ούτε θα αλληλοσυμπληρώνονταν οι 4 ευαγγελιστές στις αλήθειες που παρουσιάζουν. Θα ήσαν συνεννοημένοι εξαρχής για το τι θα πουν και το πώς θα το «σερβίρουν». Επίσης, τα θαύματα του Ιησού όχι μόνο περιγράφονται και από εξωχριστιανικές πηγές, αλλά και δεν διαψεύδονται από κανέναν που ζούσε στα χρόνια εκείνα. Σημάδι αληθείας και αυθεντικότητας τόσο του ιδρυτή του Χριστιανισμού, όσο και της πρώτης Εκκλησίας που γεννήθηκε από το αίμα Του ως νέα Εύα (βλ. και Παν. Ν. Τρεμπέλα, «Απολογητικαί Μελέται Ε’», εκδ. ‘Ο Σωτήρ’, Αθ. 1994). 

Τέλος, ο Ιησούς Χριστός γεννήθηκε, σύμφωνα και με τον μεγάλο ιστορικό και γιατρό της Πρώτης Εκκλησίας Λουκά, στα χρόνια του αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου (31 π.Χ. – 14 μ.Χ.). Στον Χριστό αναφέρονται οι τέσσερις ευαγγελιστές: Ματθαίος, Μάρκος, Λουκάς και Ιωάννης. Με ακράδαντη πίστη για την ενσάρκωση, ανάσταση και θεότητά Του γράφτηκαν οι Πράξεις των αποστόλων, οι 7 Καθολικές επιστολές, οι 14 επιστολές του αποστόλου Παύλου και η Αποκάλυψη του Ιωάννου. Στον Ιησού ως ιστορική προσωπικότητα αναφέρονται ακόμη οι ιστορικοί: Ιώσηπος (Ιουδαίος), Τάκιτος και Σουετώνιος (Ρωμαίοι), Πλίνιος ο νεώτερος (110 μ.Χ.), διοικητής της Βιθυνίας, το εβραϊκό Ταλμούδ -δέχεται χωρίς ενδοιασμούς την ιστορική Του ύπαρξη, ενώ περιγράφει και την θαυματουργική δράση του Ιησού- ο ειδωλολάτρης Θαλλός (55 μ.Χ.), καθώς και οι αιρετικές πρωτοχριστιανικές ομάδες. Ο Πλίνιος αναφέρει μάλιστα σε επιστολή του προς τον αυτοκράτορα Τραϊανό ότι οι χριστιανοί λάτρευαν τον Χριστό ως Θεό. Και αυτή η πληροφορία έρχεται 10 μόλις χρόνια μετά τη συγγραφή του 4ουΕυαγγελίου. 

Ακόμη και ο Κέλσος, ο πλατωνικός φιλόσοφος του β’ μισού του 2ουαιώνα, δεν αμφέβαλε για την ιστορικότητα του Χριστού, αν και επιτίθεται στο έργο του «Αληθής Λόγος» κατά της διδασκαλίας της Εκκλησίας και εναντίον των θαυμάτων του Κυρίου. 

Ο Λουκιανός, από τα Σαμόσατα της Συρίας (125-195 μ.Χ.), σοφιστής του 2ου μ.Χ. αιώνα, αναφέρει ότι ο«πρώτος νομοθέτης»των χριστιανών, «ο ανεσκολοπισμένος εκείνος σοφιστής», σταυρώθηκε στην Παλαιστίνη επειδή δίδαξε μια νέα θρησκεία στον κόσμο (στο έργο του ‘Περί της Περεγρίνου τελευτής’). 

Ολόκληρη δε σειρά αιρετικών των πρωτοχριστιανικών χρόνων δεν αμφισβήτησαν ποτέ την ιστορικότητα του Ιησού Χριστού, όπως οι Γνωστικοί (Βασιλείδης, Σατουρνείλος, Βαλεντίνος) ο Μαρκίωνας, ο Μάνης, ο Μοντανός κ.α. (βλ. και Λεωνίδου Κ. Διαμαντόπουλου: «Ιησούς ο Χριστός, ως ιστορική προσωπικότης», εκδ. ‘Ο Σωτήρ’, Αθ. 1996). 


ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
Αντωνόπουλου Ιωάννου, πρωτοπρ.: “Ιστορική Ύπαρξη και Θεότητα του Ιησού Χριστού”, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθ. 2001
Bruce F.F.: “Τα Κείμενα της Καινής Διαθήκης, Είναι Άραγε Αξιόπιστα;”, εκδ. Πέργαμος, Αθ. 2000
Διαμαντόπουλου Κ. Λεωνίδου: “Ιησούς ο Χριστός, ως Ιστορική Προσωπικότης”, εκδ. ‘Ο Σωτήρ’, Αθ. 1996) 
Ιεράς Μητροπόλεως Σύρου: “Ελληνοκεντρικός Πολυθεϊσμός ή Ελληνοχριστιανισμός;”, Μιχαήλ Χούλη, Ερμούπολη 2003
Καραβιδόπουλου Ιωάννη: άρθρο: “H Μεταμοντέρνα «Γέννηση» του Ιησού”, ΤΟ ΒΗΜΑ γνώμες, www. tovima.gr/ opinions/article/? aid=163219
Mcdowell Josh: “Ζητώ Αποδείξεις”, εκδ. ‘Ο Λόγος’, 2005 Πειραιάς
Ορθόδοξης Ομάδας Δογματικής Έρευνας: www.oodegr.com/oode/grafi/kd /exwxr.pig1.htm
Παπανικολάου Γ.Λ.: “Ο Ιστορικός Ιησούς & οι Αποδείξεις της Ανάστασής Του”, εκδ. ‘Ο Λόγος’, 2007
Στράτου Θεοδοσίου-Μάνου Δανέζη: “Στα ίχνη του Ι.Χ.Θ.Υ.Σ.”, εκδ. ‘Δίαυλος’, Αθ. 2000
Τρεμπέλα Π.: “Απολογητικαί Μελέται Ε’”, εκδ. ‘Ο Σωτήρ’, Αθ. 1994 
Χριστιανικής Φοιτητικής Ένωσης Θεσσαλονίκης: “Προβληματισμοί”, 1979,

Εικόνα: orthodox-watch.blogspot.com

Διαβάστε περισσότερα... »

Η μαρτυρία των αρχαίων εθνικών συγγραφέων, για την ιστορικότητα του Χριστού - Η ιστορικότητα του Ιησού Χριστού Α΄



Η ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

F.F. Bruce
Καθηγητής Πανεπιστημίου

Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ


Ο πρώτος Εθνικός συγγραφέας που μας ενδιαφέρει είναι καθώς φαίνεται, ο Θαλλός, ο οποίος γύρω στο 52 μ.Χ. έγραψε ένα έργο προσπαθώντας να περιγράψει την ιστορία της Ελλάδας και τις σχέσεις με την Ασία, απ' τον Τρωικό Πόλεμο μέχρι τις μέρες του [Τα εκτεταμένα αποσπάσματα αυτού του έργου συγκεντρώθηκαν στο έργο του C. Mueller, Fragmenta Historicum Graecorum III/517επ., και στο έργο του F. Jacoby, Die Fragmente der griechischen Historiker, II, B(Βερολίνο, 1929), σελ. 256]. Ο ίδιος έχει ταυτισθεί μ' έναν Σαμαρείτη που είχε το ίδιο όνομα, κι ο οποίος αναφέρεται απ' τον Ιώσηπο (Αρχ. XVIII/6,4) σαν απελεύθερος του Αυτοκράτορα Τιβέριου.

Όμως, ο Ιούλιος ο Αφρικανός, ένας Χριστιανός συγγραφέας, που χρονολογείται γύρω στο 221 μ.Χ., ο οποίος γνώριζε τα έργα του Θαλλού, λέει, μιλώντας για το σκοτάδι που έπεσε επάνω στη γη, στη διάρκεια της Σταύρωσης του Χριστού: «Ο Θαλλός, στο τρίτο βιβλίο των ιστοριών του, εξηγεί το σκοτάδι σαν έκλειψη ηλίου - πράγμα παράλογο κατά τη γνώμη μου». (Φυσικά και ήταν παράλογο, γιατί δεν μπορεί να γίνει έκλειψη ηλίου σε περίοδο που το φεγγάρι είναι γεμάτο, πράγμα που συνέβαινε την εποχή του Πασχαλινού ολόγιομου φεγγαριού, όταν πέθανε ο Χριστός) [Στις «Πράξεις του Πιλάτου» (ΧΙ/12) του τέταρτου αιώνα, δίνεται απ' τους Ιουδαίους μια παρόμοια εξήγηση για το σκοτάδι].

Απ' αυτή την αναφορά του Ιούλιου του Αφρικανού συμπεραίνεται ότι: 

(α) Η παράδοση των Ευαγγελίων, ή τουλάχιστον η παραδοσιακή ιστορία του Πάθους, ήταν γνωστή στη Ρώμη, σε μη-Χριστιανικούς κύκλους περί τα μέσα του πρώτου αιώνα∙ και

(β) ότι οι εχθροί του Χριστιανισμού προσπαθούσαν ν' αρνηθούν αυτή την Χριστιανική παράδοση, δίνοντας μια φυσιοκρατική ερμηνεία στα γεγονότα που αναφέρει[Συγκρ.M. Goguel, Life of Jesus,σελ. 63].

Τα έργα όμως του Θαλλού χάθηκαν. Μας είναι γνωστό μόνο από αποσπάσματά τους που παραθέτουν μεταγενέστεροι συγγραφείς. Εκτός απ' αυτόν κανένας άλλος δεν αναφέρεται συγκεκριμένα στον Χριστιανισμό, σ' οποιοδήποτε εκτεταμένο μη-Χριστιανικό Εθνικό κείμενο του πρώτου αιώνα. Όμως, υπάρχει στο Βρεττανικό Μουσείοένα ενδιαφέρον χειρόγραφο, το οποίο διασώζει το κείμενο μιας επιστολής που γράφτηκε μετά το 73 μ.Χ., αλλά δεν είναι σίγουρο, πόσο χρόνο μετά. Το γράμμα αυτό το έστειλε ένας Σύριος, ονόματιΜάρα Βαρ - Σεραπίων,στο γιο του Σεραπίωνα. Εκείνη την εποχή ο Μάρα Βαρ - Σεραπίων ήταν στη φυλακή, έγραψε όμως στο γιο του για να τον ενθαρρύνει να κυνηγάει τη σοφία, και τόνιζε πως εκείνοι που θανατώνουν σοφούς άνδρες δυστυχούν. Έφερνε σαν παραδείγματα το θάνατο του Σωκράτη, του Πυθαγόρα και του Χριστού:

«Τι κέρδισαν οι Αθηναίοι θανατώνοντας τον Σωκράτη; Η πείνα κι οι επιδημίες έπεσαν επάνω τους σαν κρίση για το έγκλημα. Τι κέρδισαν οι άνθρωποι της Σάμου καίγοντας τον Πυθαγόρα; Μονομιάς η χώρα τους καλύφθηκε από άμμο. Τι κέρδισαν οι Ιουδαίοι εκτελώντας το σοφό Βασιλιά τους; Αμέσως μετά, το βασίλειό τους αφανίστηκε. Ο Θεός δίκαια εκδικήθηκε το θάνατο των τριών αυτών σοφών ανθρώπων: Οι Αθηναίοι πέθαναν απ' την πείνα. Οι κάτοικοι της Σάμου αφανίστηκαν απ' τη θάλασσα. Οι Ιουδαίοι καταστράφηκαν κι οδηγήθηκαν μακρυά απ' τη γη τους για να ζήσουν διασπαρμένοι. Όμως, ο Σωκράτης δεν πέθανε. Έμεινε ζωντανός στη διδασκαλία του Πλάτωνα. Ούτε ο Πυθαγόρας πέθανε. Ζωντάνεψε στο άγαλμα της Ήρας. Ούτε ο σοφός Βασιλιάς πέθανε. Ζωντανεύει μες τη διδασκαλία Του».

Αυτός ο συγγραφέας δεν μπορεί να είναι Χριστιανός, αλλιώς θα έλεγε πως ο Χριστός είναι ζωντανός, επειδή αναστήθηκε απ' τους νεκρούς. Ήταν κατά πάσα πιθανότητα ένας Εθνικός φιλόσοφος, που πρώτος έκανε αυτό που έγινε αργότερα κοινός τόπος, τοποθέτησε δηλαδή τον Χριστό ανάμεσα στους μεγάλους δασκάλους της αρχαιότητας.

Ο λόγος για τις λιγοστές αναφορές του Χριστιανισμού στην κλασική λογοτεχνία του πρώτου αιώνα δεν είναι ανάγκη να αναζητηθεί πολύ μακρυά. Από την άποψη της αυτοκρατορικής Ρώμης, ο Χριστιανισμός στα πρώτα εκατό χρόνια της ύπαρξής του, ήταν μια συγκεχυμένη, κακόφημη και χοντροκομμένη ανατολίτικη διεσιδαιμονία∙ κι αν κάποτε αναφερόταν στα επίσημα αρχεία της αστυνομίας, τα οποία (μαζί με πολλά άλλα έγγραφα του πρώτου αιώνα, που θα θέλαμε να δούμε) έχουν εξαφανιστεί[Η «ξενική δεισιδαιμονία», για την οποία, σύμφωνα με τον Τάκιτο (Χρονικά XIII/32), κατηγορήθηκε το 57 μ.Χ., η Pomponia Graecina, σύζυγος του Aulus Plautius, κατακτητής της Βρετανίας, ήταν πιθανότατα ο Χριστιανισμός. 

Επίσης, ο Χριστιανισμός φαίνεται πως ήταν το έγκλημα για το οποίο ο Αυτοκράτορας Δομιτιανός εξετέλεσε τον ξάδελφό του, Φλάβιο Κλήμεντα, και εξόρισε τη γυναίκα του, Φλάβια Δομιτίλλα, το 95 μ.Χ. (Σουετώνιος, Η ζωή του Δομιτιανού XV/1. Δίων Κάσσιος, Ιστορία LXVII/14). Όταν επρόκειτο για διακεκριμένους κατηγορούμενους, τα αστυνομικά αρχεία γίνονταν μέρος της ιστορίας. Η πιθανότητα για την Pomponia και την Flavia Domitilla να ήσαν Χριστιανές υποστηρίζεται επίσης κι απ' τη μαρτυρία των πρώτων Χριστιανικών νεκροταφείων στη Ρώμη. Συγκρ. F.F. Bruce, The Spreading Flame, σελ. 137 επ., 162 επ.].

Ο Ιουστίνος κι ο Τερτυλλιανός [Ιουστίνος, Απολ. 1/34, Τερτυλλιανός Κατ. Μάρκ IV/9,19] πίστευαν πως η μαρτυρία της απογραφής του Λουκά 2/1, συμπεριλαμβανομένης μάλιστα και της απογραφής του Ιωσήφ και της Μαρίας ήταν δυνατό να βρεθεί στα επίσημα αρχεία της βασιλείας του Αυγούστου, και μάλιστα παρέπεμπαν τους αναγνώστες τους σ' αυτά, για να επιβεβαιωθούν έτσι για τα γεγονότα της Γέννησης του Κυρίου μας. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως οι ίδιοι συμβουλεύτηκαν τα αρχεία, απλώς, ήσαν αρκετά σίγουροι πως οι μαρτυρίες αυτές διατηρήθηκαν μέσα σ' αυτά.

Σίγουρα, θα θέλαμε να ξέρουμε αν ο Πιλάτος έστειλε στη Ρώμη κάποια αναφορά για τη δίκη και την εκτέλεση του Ιησού, κι αν ναι, τι περιλάμβανε. Όμως, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι αν ήταν κι υποχρεωμένος να κάνει κάτι τέτοιο. Κι αν το έκανε, εξαφανίστηκε χωρίς να υπάρχουν ίχνη.

Βέβαια, μερικοί αρχαίοι συγγραφείς πίστευαν πως ο Πιλάτος πράγματι έστειλε τέτοια αναφορά, δεν υπάρχει όμως καμιά μαρτυρία, για το αν κάποιος απ' αυτούς γνώριζε πράγματι πως είχε γίνει κάτι τέτοιο. Γύρω στο 150 μ.Χ., ο μάρτυραςΙουστίνος, απευθύνοντας το έργο του, Υπεράσπιση του Χριστιανισμού [Σημ.τ.μετ.: Πρόκειται για την Απολογία Α'], στον ΑυτοκράτοραΑντωνίνο τον Ευσεβή, τον παραπέμπει στην αναφορά του Πιλάτου, η οποία, υπέθετε ο Ιουστίνος, πως είχε διασωθεί στα αυτοκρατορικά αρχεία. ‘'Τα λόγια μας, όμως, «Κάρφωσαν τα πόδια μου και τα χέρια μου», λέει, είναι μια περιγραφή των καρφιών, που έβαλαν στα πόδια Του και τα χέρια Του στον Σταυρό. Αφού τον σταύρωσαν, πήραν τα ενδύματα Του και τα μοίρασαν μεταξύ τους. Το ότι πράγματι όλα αυτά έγιναν έτσι, μπορείς να το μάθεις από τις «Πράξεις» που καταγράφτηκαν επί Πόντιου Πιλάτου''[Απολ. Ι/35]. Αργότερα λέει: ‘'Για το ότι έκανε αυτά τα θαύματα μπορείς να βεβαιωθείς από τις «Πράξεις του Πόντιου Πιλάτου» [Απολ. Ι/48].'

Έπειτα, ο Τερτυλλιανός, ο μεγάλος νομικός και θεολόγος της Καρχηδόνας, απευθύνοντας το έργο του Υπεράσπιση του Χριστιανισμού στις Ρωμαϊκές αρχές, (η Καρχηδόνα ήταν Ρωμαϊκής επαρχία της Αφρικής) γύρω στο 197 μ.Χ., λέει: «Ο Τιβέριος στην εποχή του οποίου πρωτοεμφανίστηκε το Χριστιανικό όνομα στον κόσμο, παρουσίασε στη Σύγκλητο νέα από τη Συρία - Παλαιστίνη, που του αποκάλυψαν το θεϊκό χαρακτήρα όλων αυτών και υποστήριζε την κίνηση, αρχίζοντας με τη δική του ψήφο. Η Σύγκλητος την απέρριψε, γιατί η ίδια δεν είχε δώσει τη συγκατάθεσή της. Ο Καίσαρας όμως έμεινε σταθερός στη γνώμη του και απείλησε όσους κατηγορούσαν τους Χριστιανούς» [Απολ. V/2].

Χωρίς αμφιβολία, θα ήταν ευχάριστο να πιστέψουμε την ιστορία του Τερτυλλιανού, την οποία, είναι ολοφάνερο, πως θεωρούσε αληθινή. Αλλά, είναι μια ιστορία απίθανη κι αταίριαστη μ' όσα γνωρίζουμε για τον Τιβέριο, κι αναφέρεται 170 περίπου χρόνια μετά το γεγονός, κι έτσι δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόλογη για έναν ιστορικό.

Όταν η Χριστιανική επιρροή διαδόθηκε με γρήγορο ρυθμό στην Αυτοκρατορία, ένας απ' τους τελευταίους ειδωλολάτρες αυτοκράτορες, ο Μαξιμίνος, δυο χρόνια πριν το διάταγμα του Μιλάνου, προσπάθησε να δυσφημίσει τον Χριστιανισμό, δημοσιεύοντας τις πραγματικές, όπως υποστήριζε, «Πράξεις του Πιλάτου», παρουσιάζοντας τις αρχές του Χριστιανισμού μ' ένα βρώμικο ένδυμα. Αυτές τις «Πράξεις», που ήσαν γεμάτες από προσβλητικά σχόλια για τον Ιησού, έπρεπε να διαβαστούν και ν' απομνημονευθούν από τους μαθητές των σχολείων. Είναι ολοφάνερο ότι είχαν παραποιηθεί, όπως απέδειξε τότε ο ιστορικός Ευσέβιος[Ευσέβιος, Εκκλ. Ιστ. Α/9].    

Ανάμεσα στα άλλα , οι χρονολογίες τους ήσαν αρκετά λανθασμένες, επειδή τοποθετούσαν το θάνατο του Ιησού στον έβδομο χρόνο της βασιλείας του Τιβέριου (20 μ.Χ.), ενώ στη μαρτυρία του Ιώσηπου [Αρχαιότητες XVIIΙ/2,2] είναι ξεκάθαρο πως ο Πιλάτος δεν έγινε προκουράτορας της Ιουδαίας πριν απ' το δωδέκατο έτος του Τιβέριου. (Για να μη αναφερθούμε στη μαρτυρία του Λουκά (3/1), σύμφωνα με την οποία ο Ιωάννης ο Βαπτιστής είχε αρχίσει να κηρύττει το δέκατο - πέμπτο έτος της βασιλείας του Τιβέριου). Δεν ξέρουμε με λεπτομέρειες τι περιλάμβαναν οι συγκεκριμένες αυτές «Πράξεις», γιατί, όπως ήταν φυσικό, είχαν απαγορευτεί με την άνοδο του Κωνσταντίνου στο θρόνο. Μπορούμε όμως να υποθέσουμε πως είχαν κάποια σχέση με το Toledoth Yeshu, μια αντιχριστιανική συλλογή, δημοφιλής στους Ιουδαϊκούς κύκλους του Μεσαίωνα[Συγκρ. Klausner, Jesus of Nazareth, σελ. 47 επ.].

Αργότερα, τον τέταρτο αιώνα, εμφανίστηκε μια άλλη παραποιημένη συλλογή των «Πράξεων του Πιλάτου», αυτή τη φορά απ' την πλευρά των Χριστιανών, το ίδιο ελλειπής σε αυθεντικότητα, όπως κι εκείνη τουΜαξιμίνου, προς την οποία μάλιστα ίσως να ήρθε σαν ανταπάντηση.

Είναι ένα έργο εκτεταμένο, που περιλαμβάνει υποτιθέμενες αναμνήσεις της δίκης, του πάθους, και της σταύρωσης του Χριστού, όπως καταγράφηκαν απ' τον Νικόδημο και κατατέθηκαν απ' τον Πιλάτο (Είναι επίσης γνωστό σαν «Ευαγγέλιο του Νικόδημου»). Μια μετάφραση αυτού του έργου δίνεται στο βιβλίο του M.R. James, Apocryphal New Testament, σελ. 94 επ., και παρουσιάζει λογοτεχνικό ενδιαφέρον, πράγμα, βέβαια που δεν μας ενδιαφέρει στη μελέτη μας.

Ο μεγαλύτερος Ρωμαίος ιστορικός την εποχή της Αυτοκρατορίας ήταν ο Κορνήλιος Τάκιτος, ο οποίος γεννήθηκε μεταξύ του 52 και 54 κι έγραψε την ιστορία της Ρώμης την εποχή των αυτοκρατόρων. Γύρω στα εξήντα του, όταν έγραφε την ιστορία της βασιλείας του Νέρωνα (54-68 μ.Χ.), περιέγραψε τη Ρώμη, το 64 μ.Χ., κι αναφέρει πόσο διαδεδομένη ήταν η φήμη ότι ο Νέρωνας υποδαύλισε τη φωτιά για να κερδίσει έτσι μεγαλύτερα δόξα για τον εαυτό του χτίζοντας την πόλη εκ νέου. Και συνεχίζει:

«Έτσι, λοιπόν, για να καταπνίξει τη φήμη, ο Νέρωνας κατηγόρησε ως εμπρηστές και τιμώρησε με τον πιο σκληρό τρόπο, για τάξη ανθρώπων, που ήσαν μισητοί για τα ελαττώματά τους, τους οποίους το πλήθος ονόμαζε Χριστιανούς. Ο Χριστός, απ' τον οποίο πήραν το όνομά τους είχε εκτελεστεί με εντολή του προκουράτορα Πόντιου Πιλάτου, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Τιβέριος. Η ολέθρια αυτή δεισιδαιμονία, στην αρχή ελεγχόταν, για να ξεσπάσει ολόφρεσκη, όχι στην Ιουδαία, την πατρίδα αυτής της επιδημίας, αλλά στην ίδια τη Ρώμη, όπου όλα τα τρομερά κι αισχρά πράγματα του κόσμου μαζεύονται και βρίσκουν πατρίδα» [Χρονικά, XV/44].

Αυτή η διήγηση δεν φαίνεται να προέρχεται από Χριστιανικές πηγές, αλλά ούτε από Ιουδαίους πληροφοριοδότες, γιατί οι τελευταίοι δεν θ' αναφέρονταν ποτέ στον Ιησού ως Χριστό. Για τον ειδωλολάτρη Τάκιτο, ο Χριστός ήταν απλά ένα κύριο όνομα∙ για τους Ιουδαίους όπως και για τους πρώτους Χριστιανούς δεν ήταν όνομα, αλλά τίτλος, το Ελληνικό αντίστοιχο του ΣημιτικούMessiah(«Κεχρισμένος»). Οι Χριστιανοί τον ονόμαζαν Χριστό, γιατί πίστευαν πως ήταν ο υποσχόμενος Μεσσίας. Οι Ιουδαίοι, που δεν πίστευαν κάτι τέτοιο, δεν θα του έδιναν ποτέ ένα τόσο τιμημένο τίτλο. Ο Τάκιτος βρισκόταν σε θέση να έχει στη διάθεσή του τις επίσημες πληροφορίες. Ήταν γαμπρός του Julius Agricolla, που κυβέρνησε τη Βρετανία από το 80 μέχρι το 84 μ.Χ. 

Αν, λοιπόν, ο Πιλάτος έστειλε αναφορά στη Ρώμη, ο Τάκιτος, περισσότερο απ΄ οποιονδήποτε άλλον συγγραφέα, θα έπρεπε να το ξέρει. Η γλώσσα του όμως είναι πολύ περιληπτική, ώστε να κάνει κάποια τέτοια παραπομπή. Όμως, πρέπει να προσέξουμε ένα σημείο: Εκτός απ' τους Ιουδαίους και τους Χριστιανούς συγγραφείς, ο Τάκιτος είναι ο μόνος αρχαίος συγγραφέας που αναφέρει τον Πιλάτο. Είναι ίσως ειρωνεία της ιστορίας ν' αναφέρεται από έναν Ρωμαίο ιστορικό ο Πιλάτος, μόνο σε συνδυασμό με τον ρόλο που έπαιξε στην εκτέλεση του Ιησού! [Υπάρχει μια αναφορά στον Χριστιανισμό, σ' ένα που ίσως είναι απόσπασμα των Ιστοριών του Τάκιτου, το οποίο ασχολείται με το κάψιμο του ναού της Ιερουσαλήμ, το 70 μ.Χ., και το οποίο διασώθηκε απ' τον Sulpicius Severus (Χρον. ΙΙ/30,6)].

Η Μεγάλη Πυρκαϊά της Ρώμης αναφέρεται επίσης απ' τον Σουετώνιο, ο οποίος γύρω στο 120 μ.Χ. έγραψε τις βιογραφίες των πρώτων δώδεκα Καισάρων, απ' τον Ιούλιο Καίσαρα και μετά. Στον «Βίο του Νέρωνα» (XVI/2) λέει:

«Επιβλήθηκε τιμωρία στους Χριστιανούς μια τάξη ανθρώπων που ήσαν αφοσιωμένοι σε μια νεοτεριστική και επιβλαβή δεισιδαιμονία».

Μια άλλη πιθανή αναφορά στο Χριστιανισμό, βρίσκεται στον Βίο του Κλαύδιου (ΧXV/4) για τον οποίο λέει:

«Καθώς οι Ιουδαίοι δημιουργούσαν συνεχώς ταραχές με την υποκίνηση του Χριστού, (Chrestus) τους έδιωξε από τη Ρώμη».

Δεν είναι σίγουρο ποιος ήταν οChrestus. Φαίνεται όπως πως οι ταραχές μεταξύ των Ιουδαίων της Ρώμης, οφείλονταν στην πρόσφατη είσοδο του Χριστιανισμού στους Ιουδαϊκούς κύκλους της Ρώμης, και ο Σουετώνιος βρίσκοντας κάποια μαρτυρία για τις διαμάχες των Ιουδαίων με θέμα τον Chrestus (μια διαφορετική αναγραφή της λέξης Χριστός στους ειδωλολατρικούς κύκλους), πληροφορεί λανθασμένα πως το πρόσωπο αυτό βρισκόταν στην πραγματικότητα στη Ρώμη, την εποχή του Κλαύδιου. Όπως και νάχουν τα πράγματα, αυτή η πρόταση έχει ενδιαφέρον για μας, γιατί διαβάζουμε στις Πράξεις 17/1 επ. πως όταν ο Παύλος πήγε στην Κόρινθο (πιθανότατα το 50 μ.Χ.), βρήκε εκεί κάποιον Ακύλα, και τη γυναίκα του, την Πρίσκιλλα, που μόλις είχαν έρθει από τη Ρώμη, γιατί ο Κλαύδιος είχε διατάξει όλους τους Ιουδαίους να εγκαταλείψουν τη Ρώμη. Αυτό το ζευγάρι έπαιξε ρόλο στην αρχαία Χριστιανική ιστορία. Μπορεί και να ήσαν ιδρυτικά μέλη της εκκλησίας της Ρώμης.

Ένα άλλο σημείο επαφής, ανάμεσα στο έργο του Σουετώνιου «Ο Βίος του Κλαύδιου» και στις Πράξεις, είναι η πρόταση που υπάρχει στο έργο αυτό (XVIII/2) ότι η βασιλεία του Κλαύδιου σημαδεύτηκε από «συνεχείς άκαρπες εποχές» (assiduae sterilitates), που μας θυμίζει την προφητεία του Άγαβου στις Πράξεις 11/28. ότι «έμελλε να γείνη μεγάλη πείνα καθ' όλην την οικουμένην∙ ήτις και έγεινεν επί Κλαυδίου Καίσαρος».

Το 112 μ.Χ. οPliniusSecundus (Πλίνιος ο Νεότερος), κυβερνήτης της Βιθυνίας στη Μικρά Ασία, έγραψε μια επιστολή στον Αυτοκράτορα Τραϊανό, ζητώντας τη συμβουλή του, πως να μεταχειριστεί μια προβληματική θρησκευτική ομάδα Χριστιανών που ήσαν ενοχλητικά πολλοί σ' αυτή την επαρχία. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχε, βεβαιώθηκε με το να εξετάσει μερικούς απ' αυτούς κάτω από άσκηση βασανιστηρίων:

«Συνήθιζαν να συγκεντρώνονται μια συγκεκριμένη, μέρα, πριν να ξημερώσει, δοξολογούσαν τον Χριστό σαν Θεό και δένονταν μ' ένα όρκο (sacramentum) να μη κάνουν καμιά κακή πράξη, ν' απέχουν από κάθε απάτη, κλεψιά και μοιχεία, ποτέ να μη καταπατούν το λόγο τους ή ν' αρνιούνται, κάποια ευθύνη, όταν τους γινόταν η τιμή να τους ανατεθεί. Έπειτα, χώριζαν, για να ξανασυναντηθούν και πάλι παίρνοντας μέρος σ' ένα συμπόσιο, που είχε όμως ένα καθορισμένο και αγνό χαρακτήρα» [Επιστολές, Χ/96. Τα τελευταία λόγια της περικοπής υπαινίσσονται την κατηγορία τελετουργικής ανθρωποκτονίας, που στην αρχαιότητα αποδιδόταν στους Ιουδαίους (συγκρ. Ιώσηπος, Κατ' Απίωνος ΙΙ/8) και τους Χριστιανούς (συγκρ. Τερτυλλιανός, Απολογία, 7, κλπ.)].

Ο,τιδήποτε κι αν σκεφτεί κανείς για τις μαρτυρίες των αρχαίων Ιουδαίων και Χριστιανών συγγραφέων, όπως περιληπτικά αναφέρονται σ' αυτό αλλά και στο προηγούμενο κεφάλαιο, θεμελιώνουν χωρίς άλλο, για κείνους που αρνούνται τη μαρτυρία των Χριστιανικών έργων, τον ιστορικό χαρακτήρα του ίδιου του Ιησού. Μερικοί συγγραφείς ίσως να παίζουν με την ψευδαίσθηση ενός «Χριστού-μύθου», αλλά, δεν μπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο, βάσει των ιστορικών μαρτυριών.Η ιστορικότητα του Χριστού είναι για τον απροκατάληπτο ιστορικό το ίδιο αξιωματική, όπως και η ιστορικότητα του Ιούλιου Καίσαρα. Δεν είναι ιστορικοί όσοι προπαγανδίζουν τις θεωρίες του «Χριστού-μύθου» [Για μια σύντομη εξέταση των θεωριών για το «μύθο-Χριστό» δες το έργο του H.G. Wood, Did Christ Really Live? (1938). A.D. Howell Smith, Jesus not a Myth (1942)].

Οι πρώτοι διασπορείς του Χριστιανισμού καλωσόρισαν την ολοκληρωμένη εξέταση των διαπιστευτηρίων του μηνύματός τους. Τα γεγονότα που διακήρυτταν δεν είχαν γίνει - όπως είπε ο Παύλος στον Βασιλιά Αγρίππα - σε κάποια γωνιά, αλλά μπόρεσαν να δεχτούν όλο το φως που μπορούσε να πέσει επάνω τους. Το πνεύμα των πρώτων αυτών Χριστιανών θα έπρεπε να εμψυχώσει τους σύγχρονους απογόνους τους. Γιατί, στη γνωριμία με το σχετικό υλικό, δεν θα ήσαν μόνο να απαντούν σε όλους εκείνους που ρωτούν, για την αιτία της ελπίδας που υπάρχει μέσα τους, αλλά, και σαν τον Θεόφιλο, θα γνώριζαν με μεγαλύτερη ακρίβεια και ασφάλεια τη βάση της πίστης, την οποία έχουν διδαχθεί [Συγκρ.F.F. Bruce, Jesus and Christian Origins Outside the New Testament (1974),σελ.19-31]


ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ
Είναι άραγε αξιόπιστα;
F.F. Bruce Καθηγητής Πανεπιστημίου

Διαβάστε περισσότερα... »