Στη θεοφύλακτη μητρόπολη των Θεσσαλονικέων, γεννήθηκε το 280 και μεγάλωσε ο Μεγαλομάρτυρας του Χριστού Δημήτριος ο ωραιότερος της καρπός, πανέμορφος στην μορφή και την ψυχή, γλυκύς στα λόγια του και στους τρόπους του.
Τότε Καίσαρας της Αχαιας και Μακεδονίας ήταν Μαξιμιανός Γαλέριος (284-305 μ.Χ.). Ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Διοκλητιανός παρακινούμενος από τον Καίσαρα Γαλέριο, μέλος της Τετραρχίας, εξαπέλυσε αληθινό πόλεμο εναντίον των χριστιανών.
Ο χριστιανισμός, που είχε εξαπλωθεί από την Παλαιστίνη ως τον Πόντο και από τη Μικρασία, ως την Ελλάδα και την Ίταλία, έχει να επιδείξει την έποχή αυτή αναρίθμητες θυσίες και μαρτυρικούς θανάτους, με αποτέλεσμα, η εποχή αυτή να μείνει γνωστή στην ιστορία σαν εποχή μαρτύρων του χριστιανισμού. Με τον ερχομό του 4ου αι. ο χριστιανισμός είχε ήδη εδραιωθεί στην πόλη της Θεσσαλονίκης, με πολυάριθμους χριστιανούς και Εκκλησίες οργανωμένες κατά τα πρότυπα της διδασκαλίας των Αγίων Αποστόλων. Εκλεκτό μέλος της Εκκλησίας των Θεσσαλονικέων ήταν και ο Αγιος Δημήτριος. Προερχόταν από ευσεβείς γονείς, τους πλέον επισήμους άρχοντες των Μακεδόνων.
Ο άγιος Δημήτριος και το θεολογικό μήνυμα των μαρτύρων της πίστεως
Ο άγιος Δημήτριος και το θεολογικό μήνυμα των μαρτύρων της πίστεως
του Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου
Μετά την Αγία Γραφή, ιδιαίτερη πνευματική σπουδαιότητα για την τόνωση της πίστεως και τη σωτηρία μας έχουν τα Συναξάρια των αγίων της Εκκλησίας. Δι’ αυτών, και δια του εκκλησιαστικού κηρύγματος, οι άγιοι και μάρτυρες και ομολογητές όλων των αιώνων μάς μιλούν εσωτερικά και καρδιακά για την αξία της λειτουργικής σύναξης, την Θ. Ευχαριστία, τη σύνδεση με τον Χριστό, την καθημερινή μαρτυρία της συνειδήσεως και την αντίσταση στους πειρασμούς, την ομολογία της πίστεως και την μαρτυρία διά του ιδίου αίματος αν χρειαστεί, αναγγέλλοντες τον Σταυρό και την Ανάσταση του Κυρίου, έως ότου έρθει εκ νέου κρίναι ζώντας και νεκρούς.
Στην Ορθοδοξία εξαιρετικά τιμώνται οι μάρτυρες της πίστεως -χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι απαραίτητο όλοι οι χριστιανοί να πεθάνουν μαρτυρικά- διότι η Εκκλησία είναι θεμελιωμένη στο αίμα των μαρτύρων. Άλλωστε οι διωγμοί δεν τελείωσαν ποτέ, αλλά συνεχίζονται διαχρονικά κατά του Χριστού και της Εκκλησίας, ενώ αναθερμαίνονται και στη δική μας ιστορική φάση, όχι μόνο θεωρητικά και λεκτικά αλλά ιδίως στην πράξη: κακομεταχειρίσεις, ξεριζωμός και αναγκαστική φυγή, εγκλήματα κατά της ζωής πολλών πιστών. Ο Χριστός το είχε ήδη εξαγγείλει: «Αν σας μισεί ο κόσμος, να ξέρετε πως πριν από σας εμένα έχει μισήσει…. Αν εμένα καταδίωξαν, θα καταδιώξουν κι εσάς…. Αυτός που μισεί εμένα, μισεί και τον Πατέρα μου….
Αυτό γίνεται για να εκπληρωθεί ο λόγος που είναι γραμμένος στο νόμο τους: με μίσησαν χωρίς καμιά αιτία…. Θα έρθει μάλιστα καιρός που όποιος σας θανατώσει ΘΑ ΝΟΜΙΖΕΙ ΠΩΣ ΕΤΣΙ ΥΠΗΡΕΤΕΙ ΤΟ ΘΕΟ» (Ιω. 15, 18- 16,2). Γι’ αυτό και στη Θ. Λειτουργία ευχόμαστε για τα τέλη της ζωής μας να είναι «χριστιανά» (να έχουμε ήδη ζήσει χριστιανικό βίο και πολιτεία, ή να προλάβουμε να μετανοήσουμε για τα λάθη και τις αποτυχίες μας), «ανώδυνα» (αν αυτό το επιτρέψει ο Χριστός), «ανεπαίσχυντα» (να μην προδώσουμε ιδιαιτέρως τότε τον Κύριο), και «ειρηνικά», δηλαδή να φύγουμε για την άλλη όχθη, την αιώνιο ζωή, με την ειρήνη του Χριστού στις καρδιές μας.
Ένα παλληκάρι του Ιησού, που ένιωσε καλά στο πετσί του το μίσος του κοσμικού και δαιμονικού πνεύματος κατά του Πνεύματος της αληθείας, ήταν και ο λαμπρός νέος και έξοχος αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού, ο μεγαλομάρτυς Δημήτριος. Το 296 μ.Χ., όταν ο τότε Τετράρχης Μαξιμιανός μετέβη στην Θεσσαλονίκη, συνελήφθη και κλείστηκε σε ένα υγρό κελί, ο αξιωματικός αυτός του Χριστού πλέον, αφού είχε γίνει πολύ γνωστός για την χριστιανική του πίστη και την διδακτική του, υπέρ του Ευαγγελίου, δράση.
Ήταν η εποχή των άρτων και των θεαμάτων. Ο «απηγριωμένος» λαός, ξεχνούσε τις ατομικές του ωδίνες παρακολουθώντας τα πεινασμένα θηρία να ξεσχίζουν τις σάρκες χριστιανών στον ιππόδρομο και το Κολοσσαίο της Ρώμης, ενώ, με μερικούς άρτους που πετούσαν οι άνθρωποι του αυτοκράτορος, ικανοποιούσαν το χαμηλό επίπεδο των όχλων.
Ο βασιλέας είχε φέρει μαζί του και έναν γιγαντόσωμο, φοβερό αθλητή, τον Λυαίο, ο οποίος προκαλούσε τους πάντες, βλασφημώντας τον Θεό (κατά τη διάρκεια αγώνων εορτασμού της νίκης των Ρωμαίων κατά των Σκυθών). Τότε ένας νέος χριστιανός, ο Νέστορας, αισθάνθηκε εντός του αγανάκτηση, κατέφυγε στον φυλακισμένο Δημήτριο και του ζήτησε να προσευχηθεί γι’ αυτόν και να του δώσει την ευλογία του, διότι είχε αποφασίσει να μονομαχήσει με τον τεραστίων διαστάσεων Λυαίο.
Ο άγιος Δημήτριος τον σταύρωσε και του ανήγγειλε ότι θα νικήσει, αλλά και ότι θα θανατωθεί χάριν του Χριστού. Ο Νέστορας πράγματι πάλεψε και φόνευσε τον Λυαίο, αλλά και αυτός αποκεφαλίστηκε μετά από διαταγή του Γαλέριου Μαξιμιανού, ενώ ο Δημήτριος φονεύτηκε κατατρυπημένος από τις λόγχες των στρατιωτών. Ο πιστός υπηρέτης του αγίου, Λούπος, μάζεψε στη συνέχεια τον μανδύα και το αίμα του Δημητρίου καθώς και το δαχτυλίδι του, δια των οποίων πραγματοποιήθηκαν πολλά θαύματα. Και αυτός επίσης θανατώθηκε, μόλις έμαθε το νέο ο αντίχριστος βασιλεύς (οι άγιοι Νέστορας και Λούπος τιμώνται την επομένη του αγίου Δημητρίου).
Το ιερό σκήνωμα του Δημητρίου {ο οποίος θυμίζει έντονα τον Χριστό, ένεκα της νεότητός του, του κόκκινου από το αίμα πανωφοριού του και τον λογχισμό που υπέστη} θάφτηκε από τους χριστιανούς στο σημείο εκείνο, όπου χτίστηκε κατόπιν ναός προς τιμήν του. Και λέγεται Μυροβλύτης γιατί από τον τάφο του ανέβλυζε μύρο, σημείο πνευματικό, προς χάριν και επ’ ευλογία των προσκυνητών. Ο άγιος Δημήτριος εξακολουθεί να βοηθά με πολλά θαύματα που επιτελεί, όπως και στο παρελθόν, πλήθος ανθρώπων που προστρέχουν στην χάρη του, δια Χριστού Ιησού.
Ο Θεός αντιδοξάζει λοιπόν τους αγίους του. Η ιστορία του μικρόσωμου Δαυίδ, που δια πίστεως φόνευσε τον γίγαντα Γολιάθ, είναι όπως βλέπουμε αληθινή και ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΙΣΧΥΕΙ, ΟΤΑΝ Η ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΥΝΕΧΩΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ. Ο απόστολος Παύλος προειδοποιεί: «Κρατάτε τις Παραδόσεις, που διδαχτήκατε είτε προφορικά είτε με επιστολή από τα χέρια μας» (Β΄ Θεσσ. 2, 15). Ο βίος και η πολιτεία των αγίων και μαρτύρων γράφτηκαν για να τους ακολουθούμε, να μιμούμαστε το παράδειγμά τους, και όχι απλώς να θυμόμαστε πότε γιορτάζουν. «Τιμή μάρτυρος, ΜΙΜΗΣΙΣ ΜΑΡΤΥΡΟΣ».
Η άθληση, η οικοδομή και η παράκληση είναι ο σκοπός της Λειτουργίας και της ανάμνησης των ηρώων και μαρτύρων της πίστεως. Το στεφάνι των αγίων, στο οποίο καλούμαστε όλοι να προσέλθουμε, είναι η αγία ζωή, η άσκηση και η αγάπη που οφείλουμε να δείχνουμε, για να συμμετέχουμε στα Πάθη και την Ανάσταση του Πρωτομάρτυρα Χριστού. Είναι ανάγκη όλοι να ιερουργούμε τον εαυτό μας, ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΑΞΙΟΙ ΜΙΜΗΤΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, με την ομολογία της πίστεώς μας, το μαρτύριο της προαιρέσεως (της καλής συνείδησης και εσωτερικής πάλης), τα έργα φιλανθρωπίας, την αντίσταση κατά του κακού και των παθών, την ταπείνωση και μυστηριακή ζωή μας.
Ανδρείε αθλητή του Πνεύματος και μεγαλομάρτυρα του Χριστού Δημήτριε, ικέτευε Χριστό τον Θεό ώστε να μας γλυτώνει από πειρασμούς και κινδύνους, να μας χορηγεί την άνωθεν ειρήνη και τελικά το έλεος και τη σωτηρία.
(βλ. «Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ», τόμος Α΄, επισκόπου Διονυσίου Ψαριανού (+), μητρ. Σερβίων και Κοζάνης, Αποστολικής Διακονίας, 2007, και «ΛΟΓΟΙ ΕΙΣ ΔΕΣΠΟΤΙΚΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΑΣ ΕΟΡΤΑΣ…», Βασιλείου Ατέση, πρ. Μητρ. Λήμνου, Αθ. 1971).
Στη θεοφύλακτη μητρόπολη των Θεσσαλονικέων, γεννήθηκε το 280 και μεγάλωσε ο Μεγαλομάρτυρας του Χριστού Δημήτριος ο ωραιότερος της καρπός, πανέμορφος στην μορφή και την ψυχή, γλυκύς στα λόγια του και στους τρόπους του.
Τότε Καίσαρας της Αχαιας και Μακεδονίας ήταν Μαξιμιανός Γαλέριος (284-305 μ.Χ.). Ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Διοκλητιανός παρακινούμενος από τον Καίσαρα Γαλέριο, μέλος της Τετραρχίας, εξαπέλυσε αληθινό πόλεμο εναντίον των χριστιανών.
Ο χριστιανισμός, που είχε εξαπλωθεί από την Παλαιστίνη ως τον Πόντο και από τη Μικρασία, ως την Ελλάδα και την Ίταλία, έχει να επιδείξει την έποχή αυτή αναρίθμητες θυσίες και μαρτυρικούς θανάτους, με αποτέλεσμα, η εποχή αυτή να μείνει γνωστή στην ιστορία σαν εποχή μαρτύρων του χριστιανισμού. Με τον ερχομό του 4ου αι. ο χριστιανισμός είχε ήδη εδραιωθεί στην πόλη της Θεσσαλονίκης, με πολυάριθμους χριστιανούς και Εκκλησίες οργανωμένες κατά τα πρότυπα της διδασκαλίας των Αγίων Αποστόλων. Εκλεκτό μέλος της Εκκλησίας των Θεσσαλονικέων ήταν και ο Αγιος Δημήτριος. Προερχόταν από ευσεβείς γονείς, τους πλέον επισήμους άρχοντες των Μακεδόνων.
Ο πατέρας του καταγόταν από ξεχωριστό γένος, ήταν όμως και στην ψυχή ακόμη πιο ξεχωριστός. Ο Δημήτριος είχε προικιστεί από τον Δωρεοδότη κάθε άγαθού με πλήθος σωματικών και πνευματικώνχαρισμάτων. Είχε εντυπωσιακή σεμνότητα, άφθονη περιουσία, μεγάλη σωματική δύναμη, ομορφιά μοναδική, και ευγένεια στο ήθος του.
Στα χαρίσματα αυτά προστέθηκε η μόρφωση και η παιδεία. Με την πνευματική του υπεροχή, την ωραία του εμφάνιση, την ευσέβεια και την ήθική του γενναιότητα ο Δημήτριος έγινε πολύ γρήγορα γνωστός σε ολόκληρη την πόλη, και προβλήθηκε ως το ιδεώδες τελείου ανθρώπου.
Καταγινόταν κυρίως στο να μαθαίνει το καλό και να γυμνάζεται στην πολεμική τέχνη, διότι έτσι συνδύαζε άριστα τη φρόνηση και την ανδρεία με την στρατηγική πείρα. Η φήμη του έφθασε και μέχρι το βασιλιά Μαξιμιανό Γαλέριο, ο όποιος εκτιμώντας τις αρετές του τον προσέλαβε αρχικώς ως μέλος της συγκλήτου της πόλεως και στη συνεχεια τον τίμησε με το αξίωμα του Δούκα, διορίζοντας τονστρατηγό όλης της Θεσσαλίας. Ως χριστιανός ο Δημήτριος, δεν περιορίστηκε μόνο στη λατρεία του μόνου και άληθινού Θεού, άλλα προχώρησε με ζέση και ζήλο στο ιεραποστολικό έργο, φωτίζοντας και διδάσκοντας τόσο με τη φωτεινή παρουσία του, όσο και με τους κατηχητικούς λόγους του, σπείροντας τον σπόρο του Ευαγγελίου στην αγαθή γη των Θεσσαλονικέων. Μ’ αυτό τον τρόπο ο σοφός, παρθένος και όσιος, πάγκαλος και παναμώμητοςΔημήτριος, αναδείχθηκε διδάσκαλος και απόστολος. Η μόρφωση και η παιδεία, που είχε άναμιγμένη με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος, κατέστη όπλο και αμυντήριο και οικοδομικό εργαλείο και γεωργική σκαπάνη και άροτρο και αλιευτική σαγήνη, ώστε κανείς δεν μπορούσε να άντισταθεί στη σοφία του Δημητρίου.
Καλλιεργώντας έτσι ο Δημήτριος τον αμπελώνα του Κυρίου της αγαπημένης του πόλεως, καταγράφοντας τα ρήματα της αιωνίου ζωής στις καρδιές των Θεσσαλονικέων ειδωλολατρών, περιέλαβε στη σαγήνη του κηρύγματος του εκτός από τη Θεσσαλονίκη, την Αττική και την Αχαια, ώστε να καταστεί από τότε ακόμη με τα θεία του λόγια θαύμα και εύωδία Χρίστου. Ο Μάρτυς συνήθιζε να διδάσκει στη Χαλκευτική Στοά, σε υπόγειο του Ναού της Αειπαρθένου Θεομήτορος, που ονομαζόταν Καταφυγή, κοντά στο δημόσιο λουτρό. Ηδη ο αυτοκράτωρ Μαξιμιανός καθώς βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη, για να συγκεντρώσει στρατό εναντίον των Ίσαύρων, εκτιμώντας το λαμπρό, περίδοξο και περίβλεπτο γένος του Δημητρίου, οπως επίσης και τις αρετές που συγκέντρωνε, τον είχε ανακηρύξει ανθύπατο όλης της Ελλάδος δίνοντάς του την ανάλογη στρατιωτική στολή, το δακτυλίδι και το υπατικό διάδημα, τα όποια έφερε ως διακριτικά της στρατιωτικής εξουσίας του, αλλά και ως μυστικά σύμβολα της διδασκαλικής αξίας και προεδρίας, που μυστικά του χάρισε ο αληθινός και ουράνιος Βασιλεύς του, ο Χριστός. Ο βασιλιάς Μαξιμιανός, αφού υπέταξε τους Σκύθες και τους Σαυρομάτες, επέστρεψε νικητής και τροπαιούχος θυσιάζοντας στα είδωλα από όσες πόλεις διέβαινε. Ήλθε και στη Θεσσαλονίκη και μερικοί από τους ειδωλολάτρες της πόλης, έχοντας στην καρδιά τους τον διάβολο και επιθυμώντας να τιμηθούν από τον βασιλιά του είπαν:
- Μεγαλειώτατε, σε παρακαλουμε να μας ακούσεις, διότι επιθυμούμε το συμφέρον της βασιλείας σου. Γνώρισε λοιπόν, πως ο Δημήτριος, ο όποιος τιμήθηκε με το βαθμό του ηγεμόνος της Θεσσαλίας, αρνήθηκε την παραδοσιακή θρησκεία και πιστεύει στον Χριστό, εκείνον τον όποιο σταύρωσαν οι Εβραίοι. Επιπλέον, κηρύττει φανερά αυτόν τον Χριστό ως Θεό αληθινό. Και καθημερινώς ακούνε τους πλανημένους λόγους του οι άνθρωποι, αφήνουν την θρησκεία τους και γίνονται Χριστιανοί. Ο βασιλιάς, οταν άκουσε αυτά τα λόγια, αρχικά λυπήθηκε, διότι θα έχανε τέτοιο άνθρωπο, έπειτα όμως, θέλοντας να διαπιστώσει και ο ίδιος την αλήθεια, διέταξε να τον φέρουν μπροστά του. Πήγαν οι άνθρωποι του βασιλιά στην Καταφυγή και βρηκαν τον Άγιο να κάθεται και να διδάσκει το λόγο του Θεού, οπότε τον άρπαξαν αμέσως και τον παρουσίασαν στον βασιλιά. Ο Αγιος δεν αντιστάθηκε καθόλου, αλλά με χαρά στάθηκε μπροστά του. Ο βασιλιάς λέει προς τον Δημήτριο:
-Τέτοια τιμή περίμενα να μου δώσεις; Ετσι έλπιζα να με τιμάς και σε ανεβίβασα σε τέτοιο βαθμό; Εγώ σε ανέδειξα ηγεμόνα της Θεσσαλονίκης και συ δεν βγήκες από την πόλη ούτε ένα μίλι για να με προυπαντήσεις;
Αφού άκουσε αυτά ο Αγιος απάντησε:
- Βασιλιά μου, εγώ τιμώ τη βασιλεία σου, τιμώ όμως περισσότερο άπό εσένα τον Θεό του ουρανού και της γης, ο όποιος είναι βασιλιάς όλου του κόσμου.
- Και ποιος ειναι ο Θεός σου και βασιλεύς;.
Ο Αγιος απάντησε:
Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, εκείνος είναι Θεός αληθινός και Βασιλεύς Παντοκράτωρ.
Ο βασιλιάς του λέγει πάλι:
- Λοιπόν αυτόν πιστεύεις εσύ και γι’ αυτό δεν μας καταδέχεσαι, ανάξιε της τιμής; Και τι καλό είδες άπό τον Χριστό σου και τον έχεις Θεό και Βασιλέα; Δεν είναι θεός ο Δίας, ο Απόλλων και οι υπόλοιποι, αλλ ο Χριστός σου; Δεν σε τίμησα εγώ και σε διόρισα ηγεμόνα της Θεσσαλίας;
Αυτά αποδίδεις σε μας αχάριστε άνθρωπε; Τέτοιος φαίνεσαι στους μεγάλους θεούς και μας; Έγώ λοιπόν θα σου ανταποδώσω κατά τη μολυσμένη γνώμη σου. Θα βασανισθείς και θα τιμωρηθείς με πολλά βασανιστήρια για να μάθεις ποιος είμαι εγώ και ποιος είσαι έσύ, και τι μπορεί να κάνει ο Θεός σου για σένα. Ο Αγιος άποκρίθηκε: - Βασιλιά, τις τιμωρίες και τα βάσανα με τα όποια με απειλείς, έγώ τα θεωρώ ως χαρά και αγαλλίαση διότι αυτά θα μου χαρίσουν τη βασιλεία των ουρανών και ατελείωτη τιμή. Ο βασιλιάς θύμωσε υπερβολικά εναντίον του Δημητρίου. Επειτα όμως, θέλοντας να δείξει κάποια υποχωρητικότητα, πρόσταξε να τον φυλακίσουν, συλλογιζόμενος ότι, αν εξευτελισθεί και φυλακισθεί, θ’ αναγκασθεί να αλλάξει γνώμη.
Πήραν οι στρατιώτες το Αγιο και τον οδήγησαν σε τόπο ακάθαρτο δηλαδή σε παλαιό λουτρό στα υπόγεια του οποίου χύνονταν απόνερα. Καθώς μπήκε ο Αγιος στον τόπο εκείνο, είδε μπροστά του ένα μεγάλο σκορπιό ο όποιος προσπαθούσε να τον κεντρήσει. Ο Αγιος έκανε το σημείο του Τιμίου Σταύρου και είπε:
- Στο όνομα του Ίησού Χρίστου, ο όποιος είπε να πατάμε πάνω σε φίδια και σκορπιούς και σ’ όλη τη δύναμη του εχθρού.
Αυτό είπε και πάτησε εκείνο τον σκορπιό, και αμέσως εμφανίσθηκε Αγγελος Κυρίου πάνω του, κρατώντας στεφάνι χρυσό, και του είπε:
-Χαίρε Δημήτριε στρατιώτη του Χριστού, έχε θάρρος, γέμισε με τη δύναμη του Χριστού και νίκα τους εχθρούς σου.
Και έβαλε το στεφάνι στο κεφάλι του μάρτυρα. Ο Αγιος παρέμεινε στον βρωμερό εκείνο τόπο, στερημένος από τη συναναστροφή ανθρώπων, έχοντας όμως την παρηγορία από τον Θεό.
Ο παράνομος βασιλιάς, χαιρόταν να βλέπει στις θυσίες των ειδώλων αιματοχυσίες και φόνους ανθρώπων. Πρόσταξε τότε να εκτελέσουν τον άγωνα του πεντάθλου, διότι οι βασιλείς των Ελλήνων είχαν αυτή την συνήθεια.
Σε όποια πόλη πήγαιναν για πρώτη φορά, έβαζαν τους ανθρώπους και έτρεχαν, πάλευαν, έριχναν τον λίθο, πηδούσαν και σκόπευαν με τα δόρατα συγκεκριμένους στόχους. Αυτά τα πέντε αγωνίσματα τα ονόμαζαν πένταθλο και όποιος νικούσε σε ένα άπό αυτά, τον τιμούσαν οι βασιλείς και του πρόσφεραν δώρα.
Ο βασιλιάς κάθησε σε τόπο υψηλό για να βλέπει τα αγωνίσματα. Ενας άπό αυτούς που πάλευαν ήταν άνθρωπος του βασιλιά και ονομαζόταν Λυαίος και ήταν από τη Σκυθία. Ηταν ψηλός και δυνατός και ο βασιλιάς τον είχε μαζί του για να του προξενεί τιμή και έπαινο. Ο βασιλιάς για τις νίκες του του χάριζε πλούσια δώρα. Κάποιος νέος από την Θεσσαλονίκη, ωραίος στην όψη, ο Αγιος Νέστορας, ο όποιος ήταν κρυφός χριστιανός και γνωστός του Αγίου Δημητρίου, βλέποντας τον Λυαιο να σκοτώνει τους ανθρώπους και ο βασιλιάς να ευχαριστείται για τις νίκες του, αλλά και θέλοντας να δει τη δύναμη του αληθινού Χριστού του Θεου, πήγε στο λουτρό που ήταν κλεισμένος ο Αγιος Δημήτριος και του ειπε:
-Δούλε του Θεού, του Κυρίου ημων Ιησού Χριστού και αφέντη μου, ο μιαρός βασιλιάς χαίρεται με τις πράξεις του Λυαίου. Η ψυχή μου επιθυμεί να παλέψει μαζί του. Μόνο ευλόγησέ με και ενδυνάμωσέ με να πάω να τον νικήσω.
Τότε ο Αγιος Δημήτριος έκανε το σημείο του σταυρού στο μέτωπο του Νέστορος και του είπε:
- Πήγαινε. Και το Λυαίο θα νικήσεις και για τον Χριστό θα μαρτυρήσεις.
Αναχώρησε λοιπόν ο Νέστορας και πήγε στον τόπο που γινόταν ο αγώνας της πάλης και αμέσως φώναξε:
- Ω Λυαίε, έλα να παλέψουμε οι δυο.
Ο βασιλιάς, ο όποιος καθόταν σε ψηλότερο μέρος, μόλις ειδε τον Νέστορα, νέο στην ηλικία, 20 ετων, μήνυσε σ’ αυτόν να πάει μπροστά του και του είπε:
- Νεανία, δεν λυπήθηκες τη ζωή σου, αλλά ήλθες να παλαίψεις με τον Λυαιο; Δεν βλέπεις πόσους νίκησε; Δεν βλέπεις πόσα αίματα έχυσε; Δεν λυπάσαι την ομορφιά και τα νειατα σου; Μήπως αναγκάζεσαι από τη φτώχεια να επιθυμείς τον θάνατο σου; Δεν πρέπει όμως να συμπλακεις με τον Λυαιο για να μη θανατωθείς. Αν δε εισαι πτωχός, να σε πλουτίσω εγώ, μόνο να μη χάσεις τη ζωή σου.
Ο Νέστορας απάντησε στο βασιλιά:
-Εγώ πτωχός δεν είμαι, ούτε καταφρονώ τη ζωή μου, άλλα και πλούτο έχω και τη ζωή μου άγαπω. Θέλω όμως να παλέψω με τον Λυαιο για να λάβω τιμή· διότι και αν είμαι πλούσιος, τιμή όμως δεν έχω, επομένως τι θέλω τον άτιμο πλουτο; Αγαπω λοιπόν να τιμηθώ και να φάνω καλύτερος άπό τον Λυαιο, γι’ αυτό αποφασίζω να κινδυνεύσω.
Οταν ο βασιλιάς ειδε ότι ο νέος δεν ακούει, τον άφησε.
Ο Αγιος Νέστωρ, αμέσως πλησίασε τον Λυαιο, εριξε το πανωφόρι του και φώναξε:
- Ο Θεός του Δημητρίου, βοήθει μοι.
Αμέσως με το σπαθί του χτύπησε τον Λυαίο στο κέντρο της καρδίας του, οπότε αυτός έπεσε νεκρός. Ο βασιλιάς ταράχθηκε. Κάλεσε τον Νέστορα και του είπε: - Νέε, με ποιες μαγείες νίκησες τον Λυαίο; Αυτός σκότωσε τόσους ανθρώπους δυνατότερους άπό εσένα και έσύ πως τον θανάτωσες; Ο Αγιος Νέστορας αποκρίθηκε:-Έγώ βασιλιά μου δεν νίκησα το Λυαιο με μαγείες, αλλά με τη δύναμη του Ιησου Χριστού, του αληθινού Θεού. Ο βασιλιάς εξοργίστηκε και διέταξε έναν άπό τους άρχοντες, τον Μαρκιανό, να βγάλει τον Νέστορα έξω άπό τη Χρυσή Πύλη και να τον αποκεφαλίσειμε το σπαθί του.
Και έτσι τελειώθηκε ο Αγιος Νέστωρ κατά τον λόγο του Αγίου Δημητρίου. Ο βασιλιάς με λύπη αναχώρησε για το παλάτι, μονολογώντας: - Μα τη δύναμη των μεγάλων θεών, από μαγείες σκοτώθηκε σήμερα ο φίλος μου ο Λυαιος. Μόλις έμαθε ότι ο Λυαίος φονεύθηκε με οδηγίες του Δημητρίου, πρόσταξε τους στρατιώτες να πάνε στο λουτρό και να σκοτώσουν τον Αγιο Δημήτριο.
- Οποιος με αγαπά, να φύγει αμέσως να σκοτώσει τον Δημήτριο.
Πήγαν οι στρατιώτες και λόγχευσαν τον Αγιο με τις λόγχες τους σε όλο του το σώμα. Η πρώτη λόγχευση ήταν στη δεξιά του πλευρά, διότι μόλις τους είδε ο Αγιος, ύψωσε μόνος του το δεξί του χέρι για να τον λογχεύσουν.
Με αυτό το μαρτύριο τελειώθηκε ο Αγιος Δημήτριος. Κάποιοι ευλαβείς χριστιανοί ήλθαν στο λουτρό εκείνο κρυφά, επειδή φοβόταν το βασιλιά και ενταφίασαν το λείψανο στο μέρος στο όποιο τελειώθηκε. Κάποιος φίλος του Αγίου, ο Λούπος, ο όποιος βρισκόταν έκει κατά την ώρα του μαρτυρίου, έβγαλε το δαχτυλίδι του Αγίου άπό το δεξί του δάκτυλο και πήρε το μαντήλι του και το πανωφόρι του από τους ώμους του και τα έβαψε στο αίματου Μεγαλομάρτυρος και μ αυτά ενεργούσε θαύματα πολλά. Αρρώστους γιάτρευε, δαιμονισμένους θεράπευε. Ο βασιλιάς, μόλις τα έμαθε αυτά, έστειλε στρατιώτες και αποκεφάλισαν τον Λούπο σε κάποιο τόπο που λεγόταν Τριβουνάλιο. Μ’αυτό τον τρόπο τελειώθηκε ο Πολιούχος μας, ο θαυματουργός και Μυροβλήτης Δημήτριος. Ο αγαπημένος μαθητής και φίλος του Χριστού, μιμήθηκε πολύ τόν Χριστό στα μαρτυρία τα οποία υπέστη, στην απέραντη καρτερία του και στη διδαχή την οποία έκανε. Ο μαρτυρικός του θάνατος ονομάσθηκε Χριστομίμητος σφαγή.
Από το βιβλίο: Άγιος Δημήτριος Πολιούχος Θεσσαλονίκης,