«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΔΥΣΣΕΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΔΥΣΣΕΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

Τηλέγονος, ο "άγνωστος" γιός του Οδυσσέα




Μετά την εξόντωση των μνηστήρων από τον Οδυσσέα και τον Τηλέμαχο, οι φίλοι και γνωστοί των μνηστήρων, έμαθαν για την τύχη τους και οπλισθέντες ήρθαν να επιτεθούν στην Ιθάκη. Ο Οδυσσέας δε και ο Τηλέμαχος, αφού όπλισαν τους δικούς τους, τους συνάντησαν έξω από την πόλη και σε φονική μάχη, στην οποία αρίστευσε ο Τηλέμαχος, τους εξολόθρευσαν όλους. 

Πέρασε καιρός και βλέπει ο Οδυσσέας όνειρα, που προμηνούσαν το τέλος του. Όταν ξύπνησε, κάλεσε όλους όσους ήξεραν να ερμηνεύουν όνειρα, μεταξύ των οποίων ο Κλητοφώντας ο Ιθακήσιος και ο Αργείος Πολύφημος. Τους λέει λοιπόν το εξής όνειρο:

«Είδα να βρίσκομαι στο κρεβάτι μου και είδα ένα όμορφο αλλά φοβερό ζώο, με σχήμα μάλλον θεού κι όχι ανθρώπου, το οποίο όμως το έβλεπα ευχάριστα. Δεν μπορούσα να το εξηγήσω επειδή δεν το είχα ξαναδεί αλλά θέλησα να το αγκαλιάσω. Εκείνο δε μου είπε με ανθρώπινη φωνή ότι έχουμε συγγένεια εμείς οι δύο και ότι είναι γραμμένο από εκείνο να αφανιστώ. Ενώ εγώ ανησύχησα λοιπόν με αυτά που μου είπε, κάποιο βέλος που βγήκε ξαφνικά από τη θάλασσα, σαν με δική του διαταγή, ήρθε επάνω μου, αλλά εγώ έμεινα κατάπληκτος και αδρανής και σε λίγο πέθανα. Αυτά είδα. Εσείς που ξέρετε, μη διστάσετε να μου πείτε τι σημαίνουν. Γνωρίζω ότι δεν είναι καλό το όνειρο». 

Αυτοί συζήτησαν μεταξύ τους και ζήτησαν να βγει έξω ο Τηλέμαχος. Όταν εκείνος αποχώρησε, του είπαν ότι θα πεθάνει χτυπημένος από τον ίδιο του το γιό. Ο Οδυσσέας ώρμησε στον Τηλέμαχο θέλοντας να τον σκοτώσει. Όταν όμως τον είδε να τον παρακαλεί με δάκρυα, τον έπιασε το πατρικό ένστικτο και αποφάσισε να αφήσει το γιό του, αλλά διέταξε να τον φυλάνε. Αργότερα τον έστειλε να μείνει στα απομακρυσμένα χωριά της Κεφαλληνίας και ξέχασε την ιδέα του θανάτου. Λίγες μέρες αργότερα, είδε πάλι ο Οδυσσέας το ίδιο όνειρο, αλλά έχοντας την ερμηνεία,δεν νοιάστηκε και περνούσε χαρούμενα.

Αλλά υπήρχε και άλλος γιος του, τον οποίο αγνοούσε.

[Ο Ησίοδος γράφει ότι η Κίρκη γέννησε τρία παιδιά από τον Οδυσσέα: τον Άγριο, τον Λατίνο και τον Τηλέγονο. Αλλα υπάρχει και άλλη αναφορά του Λυκόφρων οτι η Κίρκη είχε 4 παιδια μαζί με την Κασσιφόνη. Η Κασσιφόνη έγινε σύζυγος του Τηλέμαχου αλλά τον σκότωσε γιατί έγινε αίτιος του θανάτου της μητέρας της Κίρκης, αιτιολογώντας την ετυμολογία του ονόματός της (κασσιφόνη=αδελφοκτόνος).

Ο Λατίνος, βασιλιάς του Λατίου,ίδρυσε την πόλη Λάτιο,από την οποία κατάγονται οι Λατίνοι και οι Ρωμαίοι, ενώ αποτελούσε συνεκτικό κρίκο της Ιταλίας με την Τροία. Για τους άλλους δέν υπάρχουν αναφορές.]



Ήταν αυτός που του γέννησε η Κίρκη, ονόματι Τηλέγονος,που έμοιαζε σε όλα του πατέρα του, στον οποίο η Κίρκη,όταν ήρθε στην κατάλληλη ηλικία,έδωσε ένα κεντρί θαλάσσιου τρυγονιού,προσαρμοσμένο σε ακόντιο, το οποίο της το είχε δώσει ο Οδυσσέας. Το έδωσε λοιπόν η Κίρκη στον Τηλέγονο, για να τον αναγνωρίσει στα σίγουρα ο πατέρας του. Έτσι μια μέρα έφτασε σε μια ακρογιαλιά της Ιθάκης χωρίς ο ίδιος να ξέρει που βρίσκεται.Ο Τηλέγονος έχοντας το ακόντιο αυτό, ήρθε στην Ιθάκη και έψαχνε νύχτα τον πατέρα του.

Όταν έμαθε ότι είναι σε κάποιο κτήμα, έφθασε εκεί και πίεζε τους φρουρούς να δει τον πατέρα του. Αυτοί επειδή δεν τον γνώριζαν, του εναντιώνονταν, αλλά αυτός ορκίζονταν και στους θεούς, ότι ο Οδυσσέας είναι πατέρας του.Αυτοί όμως του έφερναν αντίρρηση, τώρα μάλιστα περισσότερο, επειδή νόμισαν ότι είναι ο Τηλέμαχος και ήρθε νύχτα να σκοτώσει τον πατέρα του.Γιατί κανένας δεν γνώριζε να έχει άλλο γιο ο Οδυσσέας. Αφού έγινε φασαρία, πήγαν κι είπαν του Οδυσσέα, ότι ο Τηλέμαχος, φορώντας ξένα ρούχα,ήρθε και μας πιέζει να σε δει.Οι σύντροφοί του, πεινασμένοι καθώς ήταν, όταν βγήκαν στη στεριά άρχισαν να αρπάζουν και να σφάζουν αρνιά,για να φάνε.

Η είδηση φτάνει στον Οδυσσέα ο οποίος τρέχει με στρατιώτες, να αντιμετωπίσει τους επιδρομείς, ξαναμμένος από θυμό, βγήκε με ακόντιο και αμέσως το ρίχνει προς αυτόν, αλλά δεν τον πέτυχε και το δόρυ καρφώθηκε σε μια φλαμουριά.Ο Τηλέγονος,μη γνωρίζοντας ότι είναι ο πατέρας του που του έριξε το δόρυ,ρίχνει κι αυτός το ακόντιο και δυστυχώς ευστοχεί και πετυχαίνει στα πλευρά τον Οδυσσέα.Όταν ρώτησε ο Οδυσσέας ποιος είναι επιτέλους, αυτός ο τόσο τολμηρός(έμαθε απο αυτόν ότι είναι γιος του από την Κίρκη).

Πάνω στη μάχη ο Τηλέγονος, χωρίς να ξέρει ότι πολεμά με τον πατέρα του, τον σκοτώνει με ένα κοντάρι που είχε για μύτη το κόκαλο ενός σαλαχιού.Βλέποντας ο Οδυσσέας το ακόντιο με το θαλασσινό κεντρί,πίστεψε ότι είναι γιος του και ο Τηλέγονος κατάλαβε ότι σκότωσε τον πατέρα του κι έπεσε κάτω και σπάραζε από τη λύπη.

Ο Οδυσσέας μόλις κατάλαβε ότι δεν ήταν ο Τηλέμαχος,τα έβαλε με τους ονειροπόλους,που του ερμήνευσαν έτσι τα όνειρα. Εκείνοι πάλι ρωτούσαν να μάθουν ποιος είναι ο Τηλέγονος, κι από ποιους γονιούς,που σκότωσε τέτοιον άνδρα που κανένας στην Τροία δεν μπόρεσε να πληγώσει και που τόσα θαυμαστά είχε διαπράξει και έτσι επαληθεύτηκε η προφητεία του Τειρεσία που ήθελε τον Οδυσσέα να πεθαίνει "εξ αλός" που σήμαινε, επειδή οι χρησμοί ήταν διφορούμενοι, όχι έξω από τη θάλασσα αλλά από τη θάλασσα!



Μισοπεθαμένος ο Οδυσσέας μεταφέρθηκε στην Ιθάκη και σε λίγο τέλειωσε η ζωή του. Αφησε δε τη δυναστεία στον Τηλέμαχο και τον εγγονό του τον Πτολιπόρθο. Ο δε Τηλέμαχος, μοιράζει τη χώρα και κρατά αυτός την Ιθάκη, δίνει στον Τηλέγονο τα μακρινά και στη μέση μένει ο Πτολιπόρθος, ενώ τους ονειροκρίτες ήθελε να τους σκοτώσει. 

Όταν ο Τηλέγονος πληροφορήθηκε από τον Tηλέμαχο που ακριβώς βρισκόταν και ποιον είχε σκοτώσει, έκλαψε πικρά μαζί με τον ετεροθαλή αδελφό του.

H θεά Aθηνά, αφού δεν μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο για τον Oδυσσέα, παρηγόρησε τα δυο παιδιά του, λέγοντάς τους ότι αυτό ήταν το πεπρωμένο του ήρωα. Διέταξε τότε τον Tηλέγονο να πάρει σύζυγό του την Πηνελόπη (με την οποία αργότερα, απέκτησαν ένα γιο, τον Ιταλό) και την Kίρκη να πάρει το σώμα του Οδυσσέα στο νησί της που θα μεταφέρει ο Tηλέμαχος.

Eκεί η Kίρκη, αφού πρώτα τους κάνει αθάνατους, παντρεύεται τον Tηλέμαχο (Kάποιοι αποδίδουν την Nαυσικά ως γυναίκα του), όπως λέει και ο Απολλόδωρος.

Όλα αυτά αναφέρονται στην «Τηλεγονία», συνέχεια της Οδύσσειας– το οποίο σώζεται μόνο σε περίληψη και αποδίδεται στον Ευγάμμονα (και από άλλους, λανθασμένα, στον Eυοδιανό). Παραλλαγές απαντώνται σε μεταγενέστερους ποιητές όπως, για παράδειγμα, σε μια χαμένη τραγωδία του Σοφοκλέους(«Οδυσσεύς ακανθόπληξ»): Σε αυτήν, ο Οδυσσέας κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του του στο μαντείο της Δωδώνης, ενημερώνεται από χρησμό ότι είναι καταδικασμένος να σκοτωθεί από τον γιο του. Υποθέτει ότι ο χρησμός εννοεί τον Τηλέμαχο, τον οποίο και εξορίζει σε γειτονικό νησί.

Ο Τηλέγονος, φθάνοντας στην Ιθάκη, πλησιάζει τη βασιλική κατοικία του Οδυσσέα, αλλά οι φρουροί που δεν τον γνωρίζουν, δεν του επιτρέπουν να δει τον πατέρα του. O Οδυσσέας ενημερώνεται και νομίζοντας ότι επέστρεψε ο Τηλέμαχος βγαίνει να συγκρουστεί. Eκεί συνεπλέκεται με τον Τηλέγονο όπου ο τελευταίος, χωρίς να τον γνωρίζει, τον σκοτώνει με δόρυ που η αιχμή του ήταν από «άκανθα» (γι αυτό και ο προσδιορισμός «ακανθόπληξ»). O Oδυσσέας, μην γνωρίζοντας ποιοςείναι ο Tηλέγονος πεθαίνει καταγγέλοντας την ψεύτικη προφητεία. 


Στην ιταλική και Ρωμαϊκή μυθολογία ο Τηλέγονος (Telegonus) μνημονεύεται ως ιδρυτής της πόλεως Tusculum, στα νοτιοανατολικά της Ρώμης διαφορετική από την Παλεστρίνα, που επίσης βρίσκεται στην ίδια περιοχή. Οι λατίνοι ποιητές χρησιμοποιούσαν συχνά φράσεις όπως «τείχη του Τηλεγόνου» (π.χ. Προπέρτιος, 2.32) ή «Κίρκεια τείχη» για την πόλη αυτή (το Tusculum).

ΧΛΕΤΣΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ
Διαβάστε περισσότερα... »

Κυριακή 12 Ιουλίου 2015

Τα μυστηριώδη (;) πλοία των Φαιάκων





Η θεά Αθηνά, έχοντας καλύψει τον Οδυσσέα με την θεϊκή ομίχλη ώστε να είναι αόρατος από τους άλλους, του λεει, μεταξύ άλλων, για τους Φαίακες: ''Αυτοί με εμπιστοσύνη στα γοργοκίνητα καράβια τους περνούν την απέραντη θάλασσα, χάρισμα που τους έδωσε ο κοσμοσείστης. Είvαι τόσο γρήγορα τα πλοία τους, σαν το φτερό και σαν την σκέψη''...
(ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ η, στίχ, 34-36)

Και εδώ τίθεται το ερώτημα: Να πρόκειται άραγε για ιπτάμενες μηχανές που ταξίδευαν στον αέρα και στην θάλασσα και κινούνταν με την εφαρμογή φυσικομαθηματικών γνώσεων ανώτατου βαθμού, εφ' όσον κατά την φράση της θεάς ήταν γρήγορα σαν την σκέψη; Σε ένα άλλο σχετικό απόσπασμα της Οδύσσειας παρέχονται περισσότερες λεπτομέρειες: 

Ο Αλκίνοος, (βασιλιάς των Φαιάκων) ζητώντας από τον Οδυσσέα πληροφορίες για την χώρα του και τον λαό του, του λεει: ''Πες μου και την χώρα σου και τον λαό σου και την πόλη, για να πάρουν προς τα εκεί κατεύθυνση τα πλοία και να σε πάνε, γιατί δεν υπάρχουν κυβερνήτες στους Φαίακες, ούτε πηδάλια κι εκείνα που έχουν τ' άλλα καράβια, παρά τα πλοία τους ξέρουν τις διαθέσεις και τις σκέψεις των ανθρώπων και γνωρίζουν τις πατρίδες όλων και τους εύφορους αγρούς και σαν πουλιά διαβαίνουν τις θαλασσινές αποστάσεις, σκεπασμένα με σκοτάδι και συvvεφιά και ποτέ δεν υπάρχει φόβος να πάθουν καμία βλάβη ή v' άφαvισθούv''
(ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ θ, στίχ. 555-­564)

Διακρίνεται σαφέστατα στα λόγια του Αλκινόου oτι τα πλοία των Φαιάκων δεν είχαν καμία σχέση, ούτε από άποψη μορφής, ούτε από άποψη λειτουργίας με τα συνηθισμένα αρχαία πλοία.

Τα πλοία των Φαιάκων κινούνταν χωρίς ανθρώπους κυβερνήτες, δηλαδή ήταν αυτοκυβερνώμενα, ενώ η αναφορά οτι αυτά γνώριζαν τις ανθρώπινες σκέψεις και τις πατρίδες όλων, μας εμβάλλει την υποψία μήπως επρόκειτο για ιπτάμενες μηχανές, που ανίχνευαν τις σκέψεις και τις διαθέσεις όλων όσων επέβαιναν σε αυτές.

Η επισήμανση του Αλκινόου οτι αυτά διάβαιναν '' σαν πουλιά τις θαλασσινές αποστάσεις, σκεπασμένα με σκοτάδι και συννεφιά '' μας υπενθυμίζει οτι αυτά είναι ιπτάμενα ενώ ο ''αήρ'' (το θεϊκό σκοτάδι) και η ''νεφέλη'' (''συννεφιά'', ''θεϊκή ομίχλη'') μας παραπέμπει κατά σαφή τρόπο στα ιερά όπλα των αθάνατων θεών, σε εφαρμογή θεωριών μαγνητικών πεδίων, οπωσδήποτε ανωτέρων από εκείνη την οποία υποτίθεται oτι ανακάλυψε ο μέγας επιστήμων Αϊνστάιν.




Και η τελευταία αυτή παρατήρηση σαφώς προκύπτει από την επισήμανση του Αλκινόου oτι ''δεν υπάρχει φόβος να πάθουν καμία βλάβη ή ν' αφανισθούν'', πράγμα που βεβαίως δεν συνέβη π.χ. με το αντιτορπιλικό ''Λέων'' (Πείραμα Φιλαδέλφειας) όπου όχι μόνον παρουσιάσθηκαν βλάβες στο πλοίο, αλλά και επικίνδυνες συνέπειες στην υγεία όσων πήραν μέρος στο πείραμα.Αυτό με άλλα λόγια σημαίνει οτι οι Αμερικανοί κατέχουν μόνο ένα τμήμα της γνώσης του ιερού όπλου των αθάνατων Ελλήνων θεών που φέρει τις ονομασίες κάποιας χαρακτηριστικής ιδιότητος του (αχλύς, αήρ, νεφέλη). 

Τα πλοία λοιπόν των Φαιάκων, οποιαδήποτε μορφή κι αν είχαν αυτά, είχαν την ικανότητα να πηγαίνουν παντού, σε κάθε χώρα, εννοείται, φυσικά με την εφαρμογή υψηλής τεχνολογίας και χωρίς να υπάρχει περίπτωση να υποστούν κάποια βλάβη ή καταστροφή...



Τα Πλοία των Φαιάκων Πήγαιναν Παντού 

Η θεά 'Αθηνά, έχοντας καλύψει τον 'Οδυσσέα με την θεϊκή ομίχλη ώστε να είναι αόρατος από τούς άλλους, του λεει, μεταξύ άλλων, για τούς Φαίακες: «Αυτοί με εμπιστοσύνη στα γοργοκίνητα καράβια τους περνούν την απέραντη θάλασσα, χάρισμα πού τούς έδωσε ό κοσμοσείστης. είvαι τόσο γρήγορα τα πλοία τους, σαν το φτερό και σαν την σκέψη»...
(ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ η, στίχ, 34-36)

Και εδώ τίθεται το ερώτημα: Να πρόκειται άραγε για ιπτάμενες μηχανές πού ταξίδευαν στον αέρα και στην θάλασσα και κινούνταν με την εφαρμογή φυσικομαθηματικών γνώσεων ανώτατου βαθμού, εφ' όσον κατά την φράση της θεάς ήσαν γρήγορα σαν την σκέψη ; "Ας δούμε όμως και ένα άλλο σχετικό απόσπασμα της «ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ» όπου παρέχονται περισσότερες λεπτομέρειες.

Ο 'Αλκίνοος, ζητώντας από τον 'Οδυσσέα πληροφορίες για την χώρα του και τον λαό του, του λεει: «Πες μου και την χώρα σου και τον λαό σου και την πόλη, για να πάρουν προς τα εκεί κατεύθυνση τα πλοία και να σε πάνε, γιατί δεν υπάρχουν κυβερνήτες στους Φαίακες, ούτε πηδάλια κι εκείνα πού έχουν τ' άλλα καράβια, παρά τα πλοία τους ξέρουν τις διαθέσεις και τις σκέψεις των ανθρώπων και γνωρίζουν τις πατρίδες όλων και τούς εύφορους αγρούς και σαν πουλιά διαβαίνουν τις θαλασσινές αποστάσεις, σκεπασμένα με σκοτάδι και συvvεφιά και ποτέ δεν υπάρχει φόβος να πάθουν καμία βλάβη ή v' άφαvισθούv»
(ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ θ, στίχ. 555-­564)

Διακρίνεται σαφέστατα στα λόγια του 'Αλκινόου ότι τα πλοία των Φαιάκων δεν είχαν καμμία σχέση, ούτε από άποψη μορφής, ούτε από άποψη λειτουργίας με τα συνηθισμένα αρχαία πλοία.

Τα πλοία των Φαιάκων κινούνταν χωρίς ανθρώπους κυβερνήτες, δηλαδή ήσαν αύτο κυβερνώμενα, ενώ ή αναφορά ότι αυτά.., γνώριζαν τις ανθρώπινες σκέψεις και τις πατρίδες όλων, μάς εμβάλλει την υποψία μήπως επρόκειτο για ιπτάμενες μηχανές (προϊόντα εφαρμογής υψηλής τεχνολογίας) πού ανίχνευαν τις σκέψεις και τις διαθέσεις όλων όσων επέβαιναν σε αυτές...

'Η επισήμανσης του 'Αλκινόου ότι αυτά διάβαιναν « σαν πουλιά τις θαλασσινές αποστάσεις, σκεπασμένα με σκοτάδι και συννεφιά » μάς υπενθυμίζει ότι αυτά είναι ιπτάμενα (βλέπε τι είπε ή 'Αθηνά στον 'Οδυσσέα γι ' αυτά ) ενώ ο «άήρ» (το « θεϊκό σκοτάδι» ) και η «νεφέλη» ( «συννεφιά», «θεϊκή ομίχλη») μάς παραπέμπει κατά σαφή τρόπο στα ιερά όπλα των αθάνατων θεών, σε εφαρμογή θεωριών μαγνητικών πεδίων, οπωσδήποτε ανωτέρων από εκείνη την όποία υποτίθεται ότι «ανακάλυψε» ο «μέγας επιστήμων»' Αϊνστάιν...

Και ή τελευταία αύτή παρατήρησης μας, σαφώς προκύπτει από την επισήμανση του 'Αλκινόου ότι «δεν υπάρχει φόβος να πάθουν καμία βλάβη ή ν' αφανισθούν », πράγμα πού βεβαίως δεν συνέβη με το αντιτορπιλικό «Λέων» ( «Πείραμα Φιλαδέλφειας» ) όπου όχι μόνον παρουσιάσθηκαν κατά τα λεγόμενα του δρ. Βαλεντάιν βλάβες στο πλοίο άλλά και επικίνδυνες συνέπειες στην υγειά όσων πήραν μέρος στο «πείραμα», (Βλέπε «Το τρίγωνο των Βερμούδων» και «Το Πείραμα της Φιλαδέλ­φειας» του Τσάρλς Μπέρλιτζ).

Αυτό με αλλά λόγια σημαίνει ότι οι 'Αμερικανοί κατέχουν μόνο ένα τμήμα τής γνώσεως του ιερού όπλου των αθάνατων Ελλήνων θεών πού φέρει τις ονομασίες κάποιας χαρακτηριστικής ιδιότητος του ( «άχλύς», «άήρ», «νεφέλη» ).

Τα πλοία λοιπόν των Φαιάκων, οποιαδήποτε μορφή κι αν είχαν αυτά, είχαν την ικανότητα να πηγαίνουν παντού, σε κάθε χώρα, εννοείται, φυσικά με την εφαρμογή υψηλής τεχνολογίας και χωρίς να υπάρχει περίπτωσης να υποστούν κάποια βλάβη ή καταστροφή...


ΤΑ "ΕΞΥΠΝΑ"ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΦΑΙΑΚΩΝ

«Πες μου, την πατρίδα σου, τον δήμο σου και την πόλη σου για να σε πάνε εκεί κατ’ ευθείαν τα καράβια μας που έχουν σκέψη και νου. Γιατί δεν έχουν τα καράβια των Φαιάκων κυβερνήτες, ούτε και πηδάλια, σαν όλα τα άλλα πλοία, αλλά γνωρίζουν από μόνα τους τη σκέψη και τις διαθέσεις των ανθρώπων και ξέρουν τις πόλεις όλων, ως και τα καρπερά χωράφια ξέρουν κι είναι τόσο γοργά, ώστε ταχύτατα περνούν τις θάλασσες καλυμμένα με πυκνή ομίχλη και καταχνιά, κι ούτε φοβούνται πως θα χαθούν ή θα πάθουν κανένα κακό». (Οδ. θ΄555-569)

Εφαρμογή αρχών ρομποτικής και αυτοματοποιημένης ναυσιπλοίας

Πες μου, την πατρίδα σου, τον δήμο σου και την πόλη σου για να σε πάνε εκεί κατ’ ευθείαν τα καράβια μας που έχουν σκέψη και νου.

Στο αυτοματοποιημένο περιβάλλον που περιγράφει ο Όμηρος αναφορικά με τα "έξυπνα" και γρήγορα πλοία των Φαιάκων χρησιμοποιούνται κάποια συγκεκριμένα στάδια αναγνώρισης από κάποιον "ευφυη πράκτορα" μεσα στα πλαίσια της ομηρικής αφήγησης:

Αναφέρονται οι φωνητικές οδηγίες:

"πες μου την ΠΑΤΡΙΔΑ σου, τον ΔΗΜΟ σου και την ΠΟΛΗ σου". (εἰπὲ δέ μοι γαῖάν τε· τεὴν δῆμόν τε πόλιν τε)

Οι όροι αυτοί είναι καταγεγραμμένοι πιθανόν στην βάση δεδομένων του "εγκεφάλου" των πλοίων. Η απάντηση του Οδυσσέα, αν και δεν αναφέρεται ρητά στον Όμηρο, θα μπορούσε βεβαίως να ήταν ότι είναι Ιθακήσιος. Στην Βάση δεδομένων των πλοίων θα υπήρχε μέσα στις πολλές και η φωνητική οδηγία "Ιθακήσιος" ή "εξ Ιθάκης" ή κάπως παραπλήσια.

Η φράση:

-τα καράβια μας που έχουν σκέψη και νου
(αρχ.ἀλλ᾽ αὐταὶ ἴσασι νοήματα καὶ φρένας ἀνδρῶν)

μπορεί να υποδηλώνει τον "ευφυή πράκτορα" στην προκειμένη περίπτωση.

-Γιατί δεν έχουν τα καράβια των Φαιάκων κυβερνήτες, ούτε και πηδάλια, σαν όλα τα άλλα πλοία, αλλά γνωρίζουν από μόνα τους τη σκέψη και τις διαθέσεις των ανθρώπων και ξέρουν τις πόλεις όλων, ως και τα καρπερά χωράφια ξέρουν 

είναι πλοία ακυβέρνητα (χωρίς κυβερντητη). Φυσικό, αφού έχουν σκέψη και νου. Ξέρουν τις πόλεις όλων, ως και τα καρπερά χωράφια (είναι καταχωρημένες στην βάση δεδομένων).

-είναι τόσο γοργά, ώστε ταχύτατα περνούν τις θάλασσες καλυμμένα με πυκνή ομίχλη και καταχνιά

Είναι γρήγορα τόσο που διασχίζουν θάλασσες με πυκνη ομίχλη ή αυτή η ομίχλη περιβάλλει τα πλοία κατά το ταξίδι τους; Η ομίχλη στην δεύτερη περίπτωση είναι η οπτικοποποίηση της ταχύτητας που αναπτύσσουν; Εδώ μπορούμε επίσης να αναρωτηθούμε τα εξής: Είναι πλοίο (διαφορετικό όπως λέγει το κέιμενο από όλα ατα άλλα) ή είναιαεροσκάφος (και οπότε σίγουρα είναι διαφορετικό εξ ορισμού απ' όλα τα άλλα). Η ομίχλη και η καταχνιά είτε είναι όντως ομίχλη και καταχνιά όπως αναφέρεται (οπότε μπορεί να περιγράφει ταξίδι σε θάλασσες κοντά στον Αρκτικό Κύκλο) είτε είναι σύννεφα που τα διασχίζει κατά το γοργό πέρασμά του.

-κι κι ούτε φοβούνται πως θα χαθούν ή θα πάθουν κανένα κακό
προφανώς έχουν ραντάρ και έτσι δεν παρεκκλίνουν από την πορεία τους και είναι έτσι φτιαγμένα που δεν παθαίνουν τίποτα.

ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟ ΕΝΑΤΟ ΚΥΜΑ
Διαβάστε περισσότερα... »

Σάββατο 6 Ιουνίου 2015

Ο Κόσμος του Οδυσσέα



Ο Οδυσσέας ξυπνά στην Ιθάκη


Γιατί ο Πλάτων και ο Όμηρος και ο Αισχύλος σ ̓ αυτή τους τη θεώρηση, και δεν υπάρχει άλλη να τους κοιτάξεις αν δε γελάς και αν δε γελιέσαι, σου ζητούν πράγματα αληθινά και πολύ τίμια. Σου ζητούν να κηρύξεις τη ζωή σου σε συναγερμό επ ̓ άπειρον.

Αξιώνουν να κοντοπερπατείς ολοζωής στις πλαγιές του Βεζούβιου. Και θέλουν μέρα νύχτα να σφυρίζει στ ̓ αυτιά σου εκείνο το ξιφήρες «φύλακες γρηγορείτε!» Καθώς στέκεις φρουρός στη μεγάλη πύλη της πόλης. Ή στη μικρή.

Η κατανόηση των κλασικών κειμένων αξιώνει μια ολόκληρη ζωή με άκρα ευαισθησία, και βούληση, και ανθρωπιά. Και πάλι ναι, και πάλι όχι, και πάλι να μη φτάνει. 
ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ "ΕΛΛΗΝΙΚΑ"


Ο ΕΞΥΠΝΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΧΑΪΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΟΡΟΥ
Την εικόνα του ακέραιου ανθρώπου την ιστόρησε μια για πάντα ο Όμηρος με το μύθο του Οδυσσέα. Του κλέφτη από μια σκοπιά. Του πανούργου, του απαρνητή των γυναικών και του γόη των τεράτων.

Εάν ο Οδυσσέας μας φαίνεται τέτοιος, υπάρχει ωστόσο και μια ηθική πλατύτερη από τη χριστιανική. Μια ηθική που το ιστορικό της ξετύλιγμα την κατάντησε στο σημείο, ώστε η ανεπάρκεια της γνώσης και η αδυναμία της βούλησής μας να την έχουν παροπλίσει. Εννοώ την ελληνική ηθική της ακμής, που συμβατικά τελειώνει όταν ο Πυθαγόρας ο Ρηγίνος ετελείωνε στους Δελφούς τον Ηνίοχο, το 476 π.Χ.

Έχω τη γνώμη πως μπροστά στην ελληνική αρετή οι άνθρωποι πισωπατούν, από τη στιγμή που αρχίζουν να την κατανοούν σε βάθος. Κι αυτό, γιατί δεν υποφέρει ο άνθρωπος τη διαμαντένια σκληρότητα της φύσης. Το τρομερό του ωραίου, που λένε οι ποιητές.

Πράγματι, ο πολυμήχανος Οδυσσέας είναι ο αμαρτωλός και ο άπιστος. Ας αναλογιστούμε πώς τον κολάζει ο Δάντης. Αλλά πόση λάμψη αφήνει πίσω του, πόσο μεράκι στέρησης και πλούτο μνήμης, κάθε φορά που φεύγοντας αποχαιρετά ανθρώπους που τους βρήκε μετρημένους και δίκαιους. Ή εάν δεν τους βρήκε, τους ανάγκασε να γίνουν τέτοιοι. Τουλάχιστον μαζί του.

Ο Οδυσσέας δεν είναι ούτε της νύχτας ο φυγόδικος, ούτε ο ληστής της μέρας. Είναι ο έξυπνος με την αρχαϊκή σημασία της λέξης.

Ανήκει, δηλαδή, σε κείνη τη φυλή των ανθρώπων, που μιας και βρέθηκαν έξω από τον παράδεισο με το απαγορευμένο δέντρο, μιας και βρέθηκαν έξω από το σύμπαν του ζώου θα λέγαμε με πνεύμα ελληνικής θεολογίας, δεν άφησαν τον εαυτό τους να ξαναπέσει στο ζώο. Να ξανακοιμηθεί.

Λέγοντας πως ο Οδυσσέας είναι ο έξυπνος, εννοώ αυτήν ακριβώς την αγρύπνια. Την εξυπνάδα, που είναι η κατάσταση έξω από τον ύπνο.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, "Ο Νηφομανής", σελ. 13

Αν το πρώτο απόσπασμα μας μίλησε για τον ίδιο τον Οδυσσέα ως εικόνα του κάθε ακέραιου ανθρώπου, που έχει ελληνική αρετή και εξυπνάδα, το επόμενο θα μας δείξει πως και η Οδύσσεια δεν αφορά το ταξίδι του Πολυμήχανου και μόνο αλλά πολλά ακόμη ταξίδια:
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΚΑΙ ΡΩΜΗ: "Βασιλείς φιλόσοφοι"


Εάν ευρύνει κανείς την ιστορική του όραση με το φάσμα μιας μυθικής προοπτικής, ημπορεί να διατάξει την ιστορία της Ρώμης δίπλα στην περιπέτεια της Οδύσσειας. Η περίοδος από το τέλος του Δομιτιανού ως την αρχή του Κόμμοδου (96 – 180 μ.) αντιστοιχεί στην ανάπαυλα του Οδυσσέα από την τρικυμία μετά το νησί του Ήλιου ως την ανάπαυλα μετά το νησί της Καλυψώς.

(Τα πριν το νησί του Ήλιου, οι Λαιστρυγόνες δηλαδή, οι Κίκονες, η Χάρυβδη και οι Λωτοφάγοι, είναι η περιπέτεια και το αυτοθέαμα της Ρώμης μπροστά στους θρόνους του Καλιγούλα, του Νέρωνα, του Κλαύδιου και του ύστερου Τιβέριου).

Στην πρώτη τρικυμία ο Δίας σκυλοπνίγει όλους τους συντρόφους του Οδυσσέα. Στη δεύτερη τρικυμία ο θυμωμένος Ποσειδώνας τσακίζει τον ήρωα επάνω στα θαλάσσια ξύλα του, ωσότου να τον ξεβράσουν τα ρέματα στο νησί της Ναυσικάς.

Ανάμεσα στις δύο θεομηνίες ο θαλασσινός πεζοδρόμος, ο Οδυσσέας, έζησε ένα ταξίδι μακριάς μέρας μέσα στη νύχτα. Κοντά οχτώ χρόνους λικνίζοταν στην αγκαλιά της ηδονής και του ύπνου, που του χάριζαν η Καλυψώ και οι νύφες της στις θαλασσινές σπηλιές της Ωγυγίας με τα βαθυκύανα δέντρα.

Αυτοί οι οχτώ χρόνοι της Οδύσσειας είναι οι ογδόντα χρόνοι της δυναστείας των Αντωνίνων, 96 – 180 μ., που γεμίζουν με ειρήνη τον καιρό από την άθλια σφαγή του Δομιτιανού ως την κατάπτυστη ανάρρηση του Κόμμοδου. Οι τυραννίες του Δομιτιανού και του Κόμμοδου είναι δύο κλύδωνες της Ρώμης σκοτεινοί, όσο σκοτεινές ήσαν και οι δύο τρικυμίες της Οδύσσειας, που δείξανε στον ήρωα και στο τσούρμο του το βυθό του πόντου.»
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, «Πολυχρόνιο», σελ. 119


Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΡΘΕΝΩΝΑΣ: 
Ναοί της Αθηνάς και οι δύο! 

Το κλασικό πνεύμα άρχισε με τον Όμηρο. Στον Οδυσσέα ενσαρκώνεται ο αιώνιος άνθρωπος, που συντόνισε την πράξη του με τον αιώνιο ρυθμό. Η ζωή του Οδυσσέα είναι η ανθρώπινη κίνηση απάνου στην ασύλληπτη εφαπτομένη της ύλης και της μορφής. Μέσα στη χειροποίητη σχεδία του έχουν αποθέσει τις συνταγές και τα φάρμακα, τα εργαλεία, τα όπλα και τα σκεύη τους όλες οι θρησκείες, οι φιλοσοφίες και οι τέχνες.

Ο Οδυσσέας είναι ο άνθρωπος, που όλα τα γνώρισε και όλα τα δοκίμασε. Και τη δύναμη της μουσικής την ενίκησε σαν τον Απόλλωνα και στον ασφοδελό λειμώνα κατέβηκε σαν το νεκρό Διόνυσο, και με τη θεά κοιμήθηκε νύχτες και νύχτες, και την αθανασία που τούταξαν την κλώτσησε κλαίγοντας.

Κάθε φορά που νίκαγε κι ένα καινούργιο τέρας, επιβεβαίωνε τη διαίσθησή του ότι τραβάει σωστά τον ανθρώπινο δρόμο, ότι έσωσε πάλι να μη γκρεμισθεί από τη νοητή γραμμή της ακμής όπως οι σύντροφοί του, που ένας - ένας γλιστρώντας στη γοητεία της απόκλισης ξεπέφτανε από άνθρωποι σε βοσκήματα.

Η επιστροφή στην Ιθάκη ήταν αξεδιάλυτα δεμένη με την ανάγκη να μείνει άνθρωπος. Και για να μείνει άνθρωπος, έπρεπε να ξεφύγει από όλα τα φίλτρα της Κίρκης, τα καλέσματα δηλαδή προς το ζώο, που κάθε φορά πηδούσαν μπροστά του με αλλαγμένη όψη.

Το βαθύτερο νόημα του νόστου δεν βρίσκεται στο ότι ο ήρωας ποθεί να εύρει την Ιθάκη, αλλά στο ότι λαχταράει να μη χάσει τον εαυτό του.

Το φθάσιμο στην Ιθάκη σημαίνει ότι έμεινε ως το τέλος άνθρωπος. Τίποτ' άλλο δεν είχε κι ούτε χρειαζόταν να κάμει. Γι' αυτό και η εκδοχή, ότι άφησε πάλι βαρυεστημένος το νησί και ξαναρίχθηκε στις θάλασσες, σε καμία περίπτωση δεν ημπορεί να έχει κλασσική προέλευση.

Ο γυρισμός του Οδυσσέα φανερώνει ότι το κλασσικό πνεύμα στην τελική του μαρτυρία καταφάσκει τη ζωή. Ο άνθρωπος δικαιώνεται σίγουρα, αβίαστα και απλά. Πράγμα που δεν συμβαίνει με το ευρωπαϊκό πνεύμα, όπως ημπορεί να δείξει μια σπουδή του Faust, που αποτελεί το αντίστοιχο του Οδυσσέα μέσα στο ευρωπαϊκό πνεύμα.

Το κλασσικό πνεύμα ετελείωσε με τον Παρθενώνα, το ναό της Αθηνάς. Η Αθηνά για τους έλληνες ήταν η προστάτιδα της σοφίας αλλά και η υπέρμαχος του Οδυσσέα. Εν όσω ζούσε μέσα στην ψυχή του ανθρώπου, δαιμόνια, αεικίνητη, φροντιστική, οδηγήτρια και πολύτροπη, είχε για ναό της τον ίδιο τον Οδυσσέα.

Όταν όμως στην περίκλεια εποχή ο κλασσικός άνθρωπος ξέφυγε με μια ενθουσιασμένη ιαχή κατρακύλας από τη γραμμή της ακμής, ο Οδυσσέας πέθανε. Εκαταβούλιαξε μέσα στο ανώνυμο σμάρι των συντρόφων. Εκείνη την ώρα ήταν φυσικό η ψυχή της Αθηνάς, που ζούσε μέσα του, η σ ο φ ί α του κλασσικού πνεύματος, να ζητήσει το ναό που θα σκέπαζε το σεπτό σκήνωμά της. Ήταν λοιπόν ανάγκη αδήριτη, αίτημα γεωμετρικό, το ναό να τον χτίσει ο Περικλής, κι ο ναός να γίνει το ωραιότερο μνημείο του κλασσικού κόσμου. Σύμβολο ατελεύτητου θανάτου, αφού αιώνια ήταν και η ζωή που σκέπασε.

Στα δύο αετώματα του Παρθενώνα οι συνιστώσες του διονυσιακού και του απολλώνειου ανερχόμενες ήρεμα απολήγουν σε μίαν ακμή. Εάν συλ-λογισθεί κανείς τη δυναμική ένταση, που κρύβει αυτό το μορφικό σχήμα, τότε το αέτωμα μεταβάλλεται αυτόματα σ' ένα τανυσμένο τόξο, όμοιο με το τόξο του Ηράκλειτου, το οποίο ο εφέσιος σοφός διασκέδαζε να το ονομάζει άλλοτε ζωή (βίος), και άλλοτε θάνατο (βιός). Ποιος ξέρει, αν αυτό το τόξο η θεωρία του Ηράκλειτου δεν το δανείσθηκε από την πράξη του Ηρακλή!
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, Χάσμα Σεισμού, σελ. 142


ΣΤΡΑΤΗΓΗΜΑΤΑ
Και την Ελλάδα μέσα στη λαίλαπα του χρόνου γνωρίζουμε πως την έσωσαν τα στρατηγήματα. Οδυσσέας και δούρειος ίππος στην Τροία. Κολοκοτρώνης και Δερβενάκι στη μεγάλη Επανάσταση. Θεμιστοκλής και Ξέρξου απάτη στη Σαλαμίνα.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, Γκέμμα, σελ. 150


Ο ΚΑΝΕΝΑΣ ΚΑΙ Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ
Όταν ρωτιέται ο Οδυσσέας στην Κυκλώπεια από τον Πολύφημο, ποιο είναι το όνομά του, απαντάει: Ούτις. [...]Το Ούτις τονίζει την αφόρμηση του ανθρώπου από το Μηδέν.

Όταν όμως ο άνθρωπος νικήσει τον Πολύφημο, όταν εξ-ουθενώσει την απειλή και μηδενίσει το Μηδέν, τότε υψώνεται στο Είναι, παύει να είναι ο Ούτις και γίνεται ο επώνυμος και ο ενώνυμος, ο ορισμένος άνθρωπος, ο Οδυσσέας: φάσθαι Οδυσσήα πτολιπόρθιον εξαλαώσαι.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, Έξυπνον Ενύπνιον, σελ. 175


ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ
Παίζει και πάλι το παιχνίδι του Οδυσσέα. Προκειμένου να ξεφύγεις ένα στοιχειό σαν τον Πολύφημο, δεν ωφελούν τα μπράτσα σου. Κόφτα καλύτερα και βάλτα μαζί με τα δαυλιά στο τζάκι. Θυμήσου όμως το δαυλί που θα του βγάλεις το μάτι, και το φλασκί με το κρασί που θα τον μεθύσεις. Ή μπροστά στον κίνδυνο να σε κομματιάσουνε οι Σειρήνες, άσε το κερί και δέσου με τα σκοινιά στο κατάρτι. 
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, Ο Νηφομανής, σελ. 18

Διαβάστε περισσότερα... »

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Ονόματα του Οδυσσέως


ΠΟΛΥΩΝΥΜΑ ΟΔΥΣΣΕΩΣ



ΕΠΙΘΕΤΑ ΟΔΥΣΣΕΩΣΑΓΑΓΛΥΤΟΣ, ΑΙΟΛΟΜΗΤΙΣ, ΑΜΥΜΩΝ(ΕΥΓΕΝΗΣ),ΑΝΤΙΘΕΟΣ,ΔΗΜΟΧΑΡΙΣΤΗΣ, ΔΑΙΦΡΩΝ (ΣΟΦΟΣ), ΔΟΛΟΠΛΑΝΟΣ, ΔΟΡΥΚΛΗΤΟΣ (ΠΕΡΙΦΗΜΟΣ), ΔΟΛΟΜΗΤΙΣ(ΠΟΛΥΜΗΧΑΝΟΣ), ΔΥΣΜΟΡΟΣ (ΑΤΥΧΟΣ), ΔΥΣΤΗΝΟΣ (ΔΥΣΤΥΧΗΣ), ΔΙΟΤΡΕΦΗΣ, ΕΣΘΛΟΣ (ΑΝΔΡΕΙΟΣ), ΘΡΑΣΥΣ, ΘΥΜΟΛΕΩΝ (ΛΕΟΝΤΟΚΑΡΔΟΣ), ΜΕΓΑΛΗΤΩΡ ( ΜΕΓΑΛΟΚΑΡΔΟΣ), ΜΕΓΑΘΥΜΟΣ ΠΙΝΥΤΟΦΡΩΝ (ΣΥΝΕΤΟΣ), ΠΟΛΥΜΗΤΙΣ (ΠΟΛΥΠΕΙΡΟΣ), ΠΟΙΚΙΛΟΒΟΥΛΟΣ, ΠΟΥΤΛΑΣ (ΠΑΡΑΤΟΛΜΟΣ), ΠΟΛΥΤΛΗΤΟΣ (ΥΠΟΜΟΝΕΤΙΚΌΣ), ΠΛΑΝΗΤΗΣ (ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟΣ), ΠΤΟΛΙΠΟΡΘΟΣ (ΠΟΡΘΗΤΗΣ ΠΟΛΕΩΝ), ΠΥΚΙΜΗΔΗΣ (ΣΥΝΕΤΟΣ), ΠΕΡΙΦΡΑΔΗΣ (ΦΡΟΝΙΜΟΣ-ΕΜΠΕΙΡΟΣ), ΣΥΜΦΡΑΔΜΩΝ (ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΗΣ) , ΤΑΛΑΣΙΦΡΩΝ (ΥΠΟΜΟΝΕΤΙΚΟΣ, ΚΑΡΤΕΡΙΚΟΣ), ΦΑΙΔΙΜΟΣ(ΛΑΜΠΕΡΟΣ), ΦΙΛΟΠΟΛΕΜΟΣ, ΦΡΟΝΙΜΟΣ, ΙΘΑΚΗΣΙΟΣ.


Ο Νικόδημος ζωγράφισε τον Οδυσσέα με την ασπίδα που πάνω της είχε ένα δελφίνι, επειδή ο Τηλέμαχος όταν έπεσε στην θάλασσα τον έβγαλε στην στεριά ένα δελφίνι. Ζωγράφισαν τον Οδυσσέα και με ένα καπέλλο στο κεφάλι, σημάδι ευγένειας.

Λέγεται ότι ο Οδυσσέας εγκαταστάθηκε στην Ετρουσκική Τυρρησία και εκεί έχτισε 30 πόλεις και πέθανε στην πόλη Γορτυνία. Στην Τυρρηνία βρέθηκε τάφος του Οδυσσέα όπως μας πληροφορεί ο Α. Σταγειρίτης, ενώ και στην Ευρυτανία υπήρχε Μαντείο αφιερωμέρο στον Οδυσσέα.

Οδυσσεύς Λαερτιάδης

Διαβάστε περισσότερα... »

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2015

Το ήθος του Οδυσσέα στην Οδύσσεια




Αναρωτηθήκατε ποτέ, εάν η εικόνα που έχουμε σχηματίσει από την παράδοση για την προσωπικότητα του Οδυσσέα, του βασιλιά της Ιθάκης, συμφωνεί με εκείνη που ειδικά προβάλλεται μέσα από το έπος της Οδύσσειας; Είναι πράγματι ένας πανούργος και ένας εκτελεστής διαταγών, όπως τον εμφανίζει σε μερικές περιπτώσεις η τραγωδία (Εκάβη, Φιλοκτήτης κτλ.), ή διακρίνεται περισσότερο για τη σύνεση, την καρτερία και την ανθρωπιά του, όπως εμφανίζεται στην Οδύσσεια;

Ο ποιητής με τους πρώτους στίχους του έπους (προοίμιο) σκιαγραφεί τον άγνωστο ακόμη ήρωα (Οδυσσέα) και πληροφορεί τον ακροατή ή τον αναγνώστη για τα σπουδαιότερα γνωρίσματά του: πολύτροπος,πουλυταξιδεμένος, κατακτητής, πολύπειρος, πολυπαθής, φιλέταιρος, για να τα συμπληρώσει με την εξέλιξη του μύθου: πολύτλας=καρτερικός, πολύμητις=ευφυής ή πολύ σοφός. δίος=θεϊκός. 

Έτσι ο ποιητής προετοιμάζει τον αναγνώστη για τον ήρωα του οποίου το όνομα θα αποκαλύψει αργότερα, δηλαδή του Οδυσσέα, ο οποίος τελικά θα επαληθεύσει όλα αυτά τα γνωρίσματα που η παράδοση του αποδίδει.

Στην Οδύσσεια, ο βασιλιάς της Ιθάκης, περιπλανιέται επί δέκα ολόκληρα χρόνια μετά το τέλος του τρωικού πολέμου σε στεριές και θάλασσες.

Αντιμετωπίζει άπειρους κινδύνους, πλην όμως εκείνος τους προσπερνά, έχοντας τάξει σκοπό στη ζωή του τονόστο, την επιστροφή στην πατρίδα του Ιθάκη, που θα πραγματοποιηθεί αλλά σε μια κοινωνία διαφορετική από εκείνη που άφησε, σε μια κοινωνία εξελισσόμενη, που ζητά τη δική της συνοχή μέσα απ’ τον αυτοσεβασμό και το σεβασμό του άλλου, μέσα από την αξία της εργασίας, της αγάπης για την πατρίδα, για την οικογένεια, για την τιμή και την κατάκτηση της αρετής.




Ο άνθρωπος της κοινωνίας αυτής γνωρίζει καλά τις δυσκολίες της ζωής και αγωνίζεται να βελτιώσει τη ζωή του, να προοδεύσει και να καταξιωθεί ανάμεσα στους συνανθρώπους του. Αντιλαμβάνεται πως τίποτα δε χαρίζεται και ότι τα πάντα κατακτώνται από τον ίδιο με εργασία, με προσπάθεια, με διαρκή πάλη και αγώνα. 

Επομένως, θα ήταν μεγάλο λάθος να σχηματίσει κανείς την αντίληψη ότι η Οδύσσεια, επειδή αναφέρεται σε έναν κόσμο υπό διαμόρφωση, δεν έχει κανόνες ή θεσμούς που ρυθμίζουν τη ζωή των ανθρώπων της εποχής εκείνης.

Ο ομηρικός κόσμος είναι ένας κόσμος πολιτισμού, διαπνέεται από ιδανικά, από αγάπη για τη ζωή και τον αγώνα που θα του δώσει δόξα (κλέος) και νίκη (κύδος). Σε πολλά σημεία του έπους αυτού αντιπαρατίθεται ο κόσμος του πολιτισμού και της ανθρωπιάς, στον κόσμο της αγριότητας και του πρωτογονισμού (Κυκλώπεια), όπως ακριβώς αντιτίθεται το φως στο σκοτάδι και η αρετή στην κακία.

Με τα έπη του Ομήρου η κοινωνία εκείνη βγαίνει από το μύθο και αναζητά το λόγο, την αιδώ, τη δικαιοσύνη και την αρετή.

Έτσι, μέσα από την αφήγηση του ποιητή θα οδηγηθούμε να γνωρίσουμε καλύτερα τις αρχές αυτές και να διαγράψουμε το ήθος του ομηρικού ανθρώπου, κυρίως του Οδυσσέα, του βασικού ήρωα της Οδύσσειας.

Θα περιοριστούμε, βέβαια, σε λίγα σημεία του έπους, σ’ εκείνα ακριβώς όπου καθρεφτίζεται ολοκάθαρα το ήθος του ήρωα αλλά και των άλλων ανθρώπων, για να φτάσουμε εξ απαλών ονύχων στην αλήθεια, στην πραγματική σκιαγράφηση του ήθους του.

Αν ανατρέξουμε, λοιπόν, στα γεγονότα της χ ραψωδίας, δηλαδή στη μνηστηροφονία, όπου ο Οδυσσέας σκοτώνει όλους τους ασεβείς και αλαζόνες μνηστήρες, θα μείνουμε έκθαμβοι από την αναπάντεχη ενέργειά του, η οποία αποκαλύπτει το επίπεδο του ανθρώπου και δείχνει το ήθος και τη σύνεσή του.

Πρόκειται για το περιστατικό της κρίσιμης στιγμής του μακελειού, όταν ο Τηλέμαχος, επεμβαίνοντας, παρακαλεί τον πατέρα του να σώσει τη ζωή του αοιδού Φήμιου και του κήρυκα Μέδοντα.

Τον πρώτο, γιατί χωρίς τη θέλησή του τραγουδούσε στα γλέντια των μνηστήρων, και θα ήταν άδικο να τιμωρηθεί για κάτι που έκανε ακουσίως, το δεύτερο, γιατί ακόμη από παιδί τον αγαπούσε και ήταν δίπλα του όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια.

Τη στιγμή εκείνη της ευθύνης ο υπέροχος νέος αισθάνεται την ανάγκη να αποδοθεί δικαιοσύνη σε ανθρώπους αθώους και ενάρετους. Έχει προσωπική γνώση και νιώθει ηθική υποχρέωση να επέμβει και να σώσει τη ζωή τους. Ο Οδυσσέας συναινεί στην παράκληση του γιου του και, χαρίζοντας τη ζωή στον αοιδό Φήμιο και στον κήρυκα Μέδοντα, λέει ενδεικτικά στον τελευταίο:

Θάρσει, επεί δη σ’ ούτος ερύσατο και εσάωσεν,
όφρα γνως κατά θυμόν, ατάρ είπησθα και άλλω,
ως κακοεργίης ευεργεσίη μέγ’ άμείνων (χ 361-363).
Μη φοβηθείς και τη ζωή να τη χρωστάς στο γιο μου,
για να το ιδείς και μόνος σου και να το πεις στους άλλους,
πως το καλό είναι ανώτερο απ’ την κακή πράξη.

Ο πολυμήχανος άνδρας αξιολογεί μια πράξη, την οποία θεωρεί τίμια και ηθική, γι’ αυτό και ανταμείβει τον άνθρωπο με το μεγαλύτερο δώρο. Του χαρίζει τη ζωή! Ταυτόχρονα όμως συμβουλεύει το Μέδοντα να το πει, να το γνωστοποιήσει και στους άλλους, για να γνωρίζουν πως μια καλή πράξη είναι πάντα ανώτερη από μια κακή και ανήθικη. Αυτό είναι το απόσταγμα της σοφίας και της εμπειρίας που απέκτησε όλα αυτά τα χρόνια ο βασιλιάς της Ιθάκης, τόσο στον πόλεμο, όσο και στις δεκάχρονες περιπλανήσεις του σε στεριά και θάλασσα.

Ποια καλύτερη μαρτυρία θα χρειαζόταν, λοιπόν, ο σημερινός αναγνώστης να γνωρίσει το ήθος του ήρωα της εποχής εκείνης; 

Αν και μόνον αυτή η μαρτυρία σωζόταν, νομίζουμε πως θα ήταν αρκετή να αντιληφθούμε ότι ο ομηρικός κόσμος δε ήταν χωρίς αξίες και χωρίς ιδανικά. Ήταν ένας κόσμος πολιτισμού, που πέρα από τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες της καθημερινότητας, διέθετε πάντα μια σπίθα ανθρωπιάς, ήθους, εντιμότητας, θεοσέβειας και αρετής. Το γνωρίζει ο Οδυσσέας, γι’ αυτό, κάθε φορά που βρίσκεται σε άγνωστη χώρα, αναρωτιέται αν οι άνθρωποί της είναι πολιτισμένοι, αν έχουν νόμους και πιστεύουν σε θεούς.

Έτσι συμβαίνει και όταν αποφασίζει να επισκεφτεί το νησί των Κυκλώπων, που έβλεπε απέναντί του, για να διαπιστώσει, αν εκεί μένουν και ζουν άνθρωποι πολιτισμένοι ή άγριοι και ασεβείς στους θεούς. Αφήνει τους συντρόφους του καραβιού του μακριά από τη χώρα που πρόκειται να επισκεφτεί και, με τη συνοδεία λίγων ανδρών(12), επιχειρεί να ικανοποιήσει την περιέργειά του.

Άλλοι μεν νυν μίμνετ’, εμοί ερίηρες εταίροι×
αυτάρ εγώ συν νηί τ’ εμή και εμοίς ετάροισιν
ελθών τώνδ’ ανδρών πειρήσομαι, οί τινές εισιν,
ή ρ’ οι γ’ υβρισταί τε και άγριοι ουδέ δίκαιοι,
ηέ φιλόξενοι και σφίσιν νόος εστί θεουειδής.

Οι άλλοι εδώ να μείνετε τώρα, πιστοί σύντροφοι,
κι εγώ με το καράβι μου και τους δικού μου ανθρώπους,
θα πάω να μάθω ποίοι είναι αυτοί που κατοικούν τον τόπο,
άγριοι αν είναι κι άπιστοι και δίκιο αν δεν κατέχουν,
ή τους θεούς αν σέβονται κι άντρες φιλόξενοι είναι (ι 172-176).




Με λίγα λόγια ο ήρωας παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά του πολιτισμένου και του απολίτιστου ανθρώπου και θέλει να γνωρίσει, αν οι άνθρωποι του χώρου αυτού ανήκουν στην πρώτη ή στη δεύτερη κατηγορία. Δυστυχώς όμως για τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του, η επίσκεψή τους ήταν απρόσμενα επικίνδυνη και στοίχισε τη ζωή μερικών από αυτούς, που έγιναν νόστιμο έδεσμα του τέρατος που άκουγε στο όνομα Πολύφημος!

Ένας ήρωας όμως που έχει τόλμη και ανδρεία, καρτερία και επινοητικότητα (πολύτροπος, πολυμήχανος), πάντα βρίσκει τρόπους να αντιμετωπίζει με επιτυχία τους κινδύνους. Μέθυσε τον Κύκλωπα, τον τύφλωσε και έτσι έσωσε τη δική του ζωή αλλά και των συντρόφων του.

Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινίσουμε πως ο ποιητής, αν και αποκαλεί πολυμήχανο και πολύτροπο τον Οδυσσέα, φαίνεται ότι το πράττει όχι τόσο, για να ψέξει τον ήρωα, όσο για να τον αναδείξει, αφού, την επινοητικότητά του και τη σοφία του δεν τη χρησιμοποιεί παρά μόνο να αντιμετωπίζει και να εξουδετερώνει κινδύνους και να επιβιώνει. Ποτέ δεν είναι κακόβουλα δόλιος, ούτε είναι άπιστος με τη θέλησή του. Έτσι τα δύο επίθετα φωτίζουν θετικά την προσωπικότητα του Οδυσσέα.

Πολλοί τον κατηγόρησαν για απιστία απέναντι στην καθόλα πιστή και συνετή Πηνελόπη. Πόσο όμως ευσταθεί μια τέτοια κατηγορία, αν λάβει κανείς υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκε ο ήρωας στο περιπετειώδες ταξίδι του για την επιστροφή στην Ιθάκη, όταν διέπραξε τις απιστίες του αυτές με την Κίρκη και την Καλυψώ;

Ο Οδυσσέας ζει με ένα όνειρο: να γυρίσει στην πατρίδα (νόστος). Ο πραγματικός του έρωτας είναι η συνετή και πιστή Πηνελόπη. Γι’ αυτό, αν κάποτε γίνεται εραστής της Κίρκης και της Καλυψώς, σ’ αυτό υποχρεώνεται από τις συνθήκες, από την ανάγκη και από σκοπιμότητα ίσως, αφού, ως θνητός, είναι αδύνατο να απορρίψει τις επιθυμίες μια θεάς. 

Τρανή απόδειξη ότι απορρίπτει την αθανασία που του υπόσχεται η Καλυψώ και προτιμά τη θνητότητα και τη λευτεριά του από τα πλοκάμια της κόρης του Άτλαντα. Ο ήρωας είναι αφοσιωμένος σε ένα σκοπό, στο νόστο. Δε δελεάζεται με υποσχέσεις, γιατί προτιμά, όπως λέει ο ίδιος, να δει να βγαίνει καπνός πάνω από τη γη της πατρίδας του και ας πεθάνει.

αιεί δε μαλακοίσι και αιμυλίοισι λόγοισι
θέλγει, όπως Ιθάκης επιλήσεται× αυτάρ Οδυσσεύς,
ιέμενος και καπνόν αποθρώσκοντα νοήσαι
ης γαίης, θανέειν ιμείρεται....

(Και η Καλυψώ) όλο με τα μαργιόλικα και τα γλυκά της λόγια
(νύχτα και μέρα) τον πλανά το Θιάκι να ξεχάσει.

Μα ο Οδυσσέας και καπνό ποθεί να ιδεί απ’ αγνάντια
να βγαίνει απ’ την πατρίδα του ψηλά κι ας ξεψυχήσει(α 56-59).
Όταν όμως λίγο αργότερα η Καλυψώ παίρνει την εντολή από τους θεούς να αφήσει ελεύθερο τον Οδυσσέα να επιστρέψει στην Ιθάκη, εκείνη καταβάλλει μια ύστατη προσπάθεια να τον κρατήσει κοντά της. Του υπόσχεταιαθανασία. Και όταν εκείνος απορρίπτει την πρότασή της, τον ρωτά, αν επιμένει στην άρνησή του είναι γιατί προτιμά την Πηνελόπη περισσότερο από εκείνη, που είναι θεά; Ο Οδυσσέας, που καταλαβαίνει τον πόνο της ερωτευμένης θεάς, της απαντά:

Πότνια θεά, μη μοι τόδε χώεο× οίδα και αυτός
πάντα μάλ’ ούνεκα περίφρων Πηνελόπεια
είδος ακιδνότερη μέγεθός τ’ εις άντα ιδέσθαι×
η μεν γαρ βροτός εστι, συ δ’ αθάνατος και αγήρως.
αλλά και ως εθέλω και εέλδομαι ήματα πάντα
οίκαδε τ’ ελθέμεναι και νόστιμον ήμαρ ιδέσθαι.

Συμπάθα με, λατρευτή θεά. Καλά κι εγώ το ξέρω
σαν πόσο φαίνεται άσχημη μπροστά σου η Πηνελόπη,
στ’ ανάστημα και στη μορφή, τις δυο όποιος συγκρίνει.
Θνητή είναι εκείνη, μα θεά κι αγέραστη είσαι ατή σου.
Μα κι έτσι πάντα λαχταρώ να φτάσω στην πατρίδα
και να τη δουν τα μάτια μου του γυρισμού τη μέρα(ε 215-220).
Το βασιλιά όμως της Ιθάκης δε διεκδικούν οι δύο θεότητες, η Κίρκη και η Καλυψώ αλλά και η θεά Αθηνά, για άλλο όμως λόγο.

Η Αθηνά, η θεά της σοφίας, συμπαθεί τον ήρωα και τον συμπαραστέκεται. Σε μια μάλιστα κατά πρόσωπο συνομιλία μαζί του στην ακτή της Ιθάκης, ομολογεί στον ίδιο ότι ενεργεί έτσι, γιατί της μοιάζει στη σοφία και τη γνώση.

αλλ’ άγε μηκέτι ταύτα λεγώμεθα, ειδότες άμφω
κέρδε’,...επεί συ μεν έσσι βροτών οχ’ άριστος απάντων
βουλή και μύθοισιν, εγώ δ’ εν πάσι θεοίσι.
[...]

Νυν αυ δεύρ’ικόμην, ίνα τοι συν μήτιν υφήνω
χρήματά τε κρύψω...είπω δ’ όσσα δόμοις ένι
κήδε’ανασχέσθαι...

Μόν’ έλα ας τα αφήσουμε, το ξέρουμε κι οι δυο μας
ποιο μας συμφέρει, αφού και συ απ’ όλους τους ανθρώπους
ο πρώτος είσαι στη βουλή και στη ρητοροσύνη,
κι εγώ για τη σοφία μου και την πολλή μου γνώση
στον ουρανό φημίζομαι στους αθανάτους όλους.
[...]

Τώρα πάλε έφτασα κι εδώ βουλή μαζί σου να βρω
να κρύψω αυτούς τους θησαυρούς...και να σου πω
όσα βάσανα γραφτό είναι να περάσεις στ’ αρχοντικό σου... (ν 296-307)

Η θεά όχι μόνο δεν τον παρατηρεί για κάτι ανήθικο που έκανε μα αντίθετα αιτιολογεί τη συμπάθειά της προς το πρόσωπό του και του λέει ευθέως ότι τον συμπαθεί και τον συντρέχει, γιατί της μοιάζει. Γιατί εκείνος είναι το δυνατό μυαλό ανάμεσα στους θνητούς, ενώ εκείνη φημισμένη για τη γνώση και τη σοφία της ανάμεσα στους αθάνατους. ΄Ομοιος ομοίω αεί πελάζει.

Η γενναιότητα και η σύνεση του ήρωα αποκαλύπτεται και σε μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση, όταν ο Οδυσσέας έχει επιστρέψει στην Ιθάκη και έχει εξοντώσει τους ασεβείς μνηστήρες. Ο ίδιος είναι καταματωμένος από μεγάλο φονικό που συντελέστηκε στο παλάτι του και αναμένει την παραμάνα του Ευρύκλεια, να της δώσει κάποιες εντολές. Εκείνη, βλέποντάς τον μέσα στα αίματα και ξαπλωμένους κάτω τους μνηστήρες νεκρούς, πάει να φωνάξει με χαρά και να θριαμβολογήσει για το γεγονός.

Κι ως είδε η βάγια τους νεκρούς, το αίμα τους σαν ποτάμι
πήγε να βάλει τις φωνές, τέτοια χαρά σαν είδε.

Μα τη σταμάτησε ο θεϊκός Οδυσσέας να φωνάξει,
κι έτσι στη βάγια μίλησε με φτερωμένα λόγια×
«Μέσα σου κράτα τη χαρά και μη φωνάζεις, βάγια,
γιατί είναι κρίμα τους νεκρούς να χαίρεσαι όταν βλέπεις.

Η μοίρα αυτούς τους χάλασε και τα κακά τους έργα (χ 407-414).
Έτσι μιλά ο ευφυής και συνετός άνδρας. Οι χαρές και οι πανηγυρισμοί είναι ασέβεια στους νεκρούς, γιατί αυτοί τιμωρήθηκαν δίκαια από τη μοίρα τους, επειδή έπραξαν το κακό.

Ο Οδυσσέας δεν μπορεί να κατηγορηθεί για την πράξη του αυτή, γιατί υπήρξε το μέσο της μοίρας, για να τιμωρηθούν οι αλαζόνες και οι ασεβείς μνηστήρες. Την πράξη της μνηστηροφονίας αποδέχεται και η συνετή Πηνελόπη, όταν παρατηρεί την Ευρύκλεια για τη χαρά που δείχνει για το φόνο των μνηστήρων.

Ακόμα, βάγια μου καλή, μην καμαρώνεις τόσο.
[…]

Όμως δεν είναι ο λόγος σου σωστός όπως τον είπες,
μα κάποιος σκότωσε θεός τους άτροπους μνηστήρες,
που θύμωσε για τ’ άπονα και τ’ άνομά τους έργα.
Γιατί κανέναν αυτοί θνητό στον κόσμο δεν ψηφούσαν,
είτε μεγάλο είτε μικρό, που τύχαινε μπροστά τους.
γι’ αυτό την πάθανε άσκημα μ’ αυτές των τις περηφάνιες (ψ 60-68).

Δεν πρέπει όμως να οδηγηθούμε και στο άλλο άκρο, ώστε να χαρακτηρίσουμε τον Οδυσσέα τέλειο. Είναι κι αυτός μια προσωπικότητα λαμπρή αλλά με προτερήματα και μειονεκτήματα. Στο βάθος όμως είναι ένας θεοσεβής άνδρας. Τιμά και σέβεται τους θεούς.

Η θεά Αθηνά στέκεται δίπλα του και τον προστατεύει σε κάθε δύσκολη στιγμή, κι αυτός τη σέβεται και επικαλείται συχνά τη βοήθειά της. Την αγάπη και τη φροντίδα της θεάς για τον Οδυσσέα ομολογεί και ο Νέστορας, θέλοντας να ενισχύσει το φρόνημα του Τηλέμαχου, όταν τον επισκέφτηκε στην Πύλο, αναζητώντας πληροφορίες για τον πατέρα του. Άκουσε, Τηλέμαχε, του λέει, αν σ΄ αγαπούσε η Αθηνά όπως αγαπούσε τον πατέρα σου, τότε δε θα είχες να φοβηθείς τίποτα στη ζωή.
ου γαρ πω ίδον ώδε θεούς αναφανδά φιλεύντας
ως εκείνω αναφανδά παρίστατο Παλλάς Αθήνη.

Γιατί δεν είδα από τους θεούς έτσι άλλη αγάπη ακόμα πιο φανερή καθώς αυτόν(τον Οδυσσέα) προστάτευε η Παλλάδα.
Και στρεφόμενος προς τον Τηλέμαχο του λέει:
αν σ΄αγαπούσε κι εσένα τόσο η Αθηνά
ποτέ δεν είχες να φοβηθείς κανένα. (γ 221-222)

Και είναι σαν να παραδέχεται ο σοφός Νέστορας, ότι, όταν η ανθρώπινη σοφία και σύνεση συνεπικουρείται από τη θεϊκή βούληση και η θεοσέβεια είναι πηγαία και διαρκής, τότε ο άνθρωπος εύκολα αντιμετωπίζει όλες τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες που θα συναντήσει μπροστά του. Και επειδή ένας θεός εκ προοιμίου δεν μπορεί παρά να είναι έντιμος, ηθικός και δίκαιος, τότε γατί να μη δεχτούμε πως τα χαρακτηριστικά αυτά υπάρχουν, έστω σε μικρότερο βαθμό και στον Οδυσσέα, το συνομιλητή της θεάς Αθηνάς;

Στην Οδύσσεια θίγονται πολλά ζητήματα. Η φιλοσοφία για τη ζωή διέπει όλο το νόστο του Οδυσσέα από την αρχή ως το τέλος. Αναφέρεται στο ηθικό και κοινωνικό επίπεδο, στη θρησκεία και τη θεοσέβεια, στο σεβασμό προς τους νεκρούς και στην αξία της φιλίας, στην αγάπη που επικρατεί μεταξύ των μελών της οικογένειας και στη συμμετοχή στα κοινά, στην αγάπη προς την εργασία, προς την τιμή και αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Πρόκειται για αξίες που συνέχουν τον ομηρικό κόσμο.

Μ’ αυτές τις αξίες έρχεται σε επαφή και ο μεγάλος ήρωας της Οδύσσειας και αυτές πρεσβεύει και τιμά. Η συνάντησή του με τους βάρβαρους του δίνει το δικαίωμα να χαρακτηρίζει τους Λωτοφάγους ως άνομους, τους Λαιστρυγόνες ως ξενόφοβους, τους Κύκλωπες ως ανθρωποφάγους και ασεβείς στους θεούς. Ακόμη και τους συντρόφους του, όταν μιλά για τα ασεβή προς τους θεούς έργα, τους χαρακτηρίζει νήπιους, ανόητους, γιατί κατ’ επανάληψη παρέβησαν τους θεϊκούς νόμους παρά τις συμβουλές του να τους σέβονται.

αυτων γαρ σφετέρησιν ατασθαλίησιν όλοντο,
νήπιοι, οι κατά βους Υπερίονος Ηελίοιο
ήσθιον× αυτάρ ο τοίσιν αφείλετο νόστιμον ήμαρ.
Γιατί μονάχοι χάθηκαν από δικό τους κρίμα,
οι άσεβοι, που φάγανε τ’ Ουρανοδρόμου Ήλιου
τα βόδια και τους στέρησε του γυρισμού την μέρα (α 7-9).

Πρόκειται για ανθρώπους που είχαν τη δυνατότητα να αποφύγουν τα κρίματα αυτά και γι’ αυτό τους τιμώρησε ο θεός, στερώντας τους του γυρισμού τη μέρα στην πατρίδα. Η τιμωρία στην περίπτωση αυτή είναι δίκαια, γιατί ό,τι έπραξαν εκείνοι το έπραξαν με ελεύθερη βούληση, χωρίς εξαναγκασμό, και τιμωρήθηκαν από τη θεία δίκη οι νήπιοι, οι ασύνετοι, οι μωροί.

Ο Οδυσσέας όμως έχει δώσει απτά δείγματα γραφής της επινοητικότητάς του. Γιατί, κάθε φορά που βρισκόταν σε δύσκολη θέση να αποκαλυφτεί η ταυτότητά του, επινοούσε και μια πλαστή ιστορία. Να λοιπόν και μια πτυχή που το ψέμα απενοχοποιείται, όταν λέγεται από κάποιον, για να αποφύγει ολέθριες συνέπειες για τον ίδιο. 

Χρησιμοποιούσε ο ήρωας την πλαστή ιστορία από ανάγκη, όχι από ευχαρίστηση, γιατί έτσι απέφευγε την αποκάλυψη της ταυτότητάς του, που εγκυμονούσε κινδύνους για τον ίδιο, αφού θα μπορούσε η αλήθεια να ματαιώσει το νόστο οριστικά. Ο Οδυσσέας, εκμεταλλευόμενος την επινοητικότητά του, καταφεύγει στις πλαστές του αφηγήσεις. Γι’ αυτό εμφανίζεται κάθε φορά με διαφορετική ιδιότητα και διαφορετικό όνομα. Εμφανίζεται:

ως Ούτις=Κανένας στον Κύκλωπα (ι 260),
ως Κάστωρ Υλακίδης στον Εύμαιο (ξ 199),
ως κουρσάρος στον Αντίνοο (ρ 420),
ως γιος του Δευκαλίωνα στην Πηνελόπη (τ 172) και
ως Επήριτος, γιος του Αφείδαντα, στον πατέρα του Λαέρτη (ω 303).

Αυτός λοιπόν ο Ούτις (=Κανένας), μετά τη σωτηρία του από το ανθρωποφάγο τέρας, θα μεταμορφωθεί από έναν ταλαιπωρημένο ναυαγό στο ακρογιάλι της Σχερίας, στον πραγματικό Οδυσσέα, βασιλιά της Ιθάκης, για να φτάσει με τη βοήθεια του Αλκίνοου στην πατρίδα του και στο καλύβι του Εύμαιου, μεταμορφωμένος από την Αθηνά ως ζήτουλας, το ίδιο και στο παλάτι του και στους ανθρώπους του παλατιού, για να φανερωθεί τελικά μπροστά στα έκπληκτα μάτια των ασεβών μνηστήρων ως Οδυσσέας, που θα τιμωρήσει τους μνηστήρες του θρόνου και της Πηνελόπης και θα γίνει πάλι κυρίαρχος του θρόνου του και θα κερδίσει για δεύτερη φορά σε αγώνα την πιστή του γυναίκα Πηνελόπη.

Έτσι σκιαγραφεί το ήθος του ήρωα ο ποιητής στηνΟδύσσεια, ενός ήρωα γενναίου, αποφασιστικού, πολυμήχανου και καρτερικού, που νικά τους αντιπάλους του και κερδίζει την αγαπημένη του Πηνελόπη και το θρόνο της Ιθάκης, για να ζήσουν πια όλοι μαζί (Λαέρτης, Οδυσσέας, Πηνελόπη, Τηλέμαχος) ευτυχισμένοι, με την επέμβαση της Αθηνάς, που σταματά τον πόλεμο και θέτει ανάμεσα στη βασιλική οικογένεια και τους υπηκόους του βασιλείου πιστούς αγάπης όρκους.

Το μίσος και η εχθρότητα ανάμεσα στους ανθρώπους έχει ηττηθεί από την ομόνοια και την αγάπη.

Δ. Κ. ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ

Διαβάστε περισσότερα... »