«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τὴν Οἰκουμένην ἐστήριξεν



Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφώνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν, ἡ ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται, τὸ ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται, ἡ σοφία ὡς ἐπαρρησιάσατο, ὁ Χριστὸς ὡς ἑβράβευσεν, οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν Χριστόν τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἡμῶν, καὶ τοὺς Αὐτοῦ Ἁγίους ἐν λόγοις τιμῶντες, ἐν συγγραφαῖς, ἐν νοήμασιν, ἐν θυσίαις, ἐν Ναοῖς, ἐν Εἰκονίσμασι, τὸν μὲν ὡς Θεὸν καὶ Δεσπότην προσκυνοῦντες καὶ σέβοντες, τοὺς δὲ διὸ τὸν κοινὸν Δεσπότην ὡς Αὐτοῦ γνησίους θεράποντας τιμῶντες καὶ τὴν κατὰ σχέσιν προσκύνησιν ἀπονέμονες.


Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τὴν Οἰκουμένην ἐστήριξεν. Ἐπὶ τούτοις τοὺς τῆς εὐσεβείας Κήρυκας ἀδελφικῶς τε καὶ πατροποθήτως εἰς δόξαν καὶ τιμὴν τῆς εὐσεβείας, ὑπὲρ ἧς ἀγωνίσαντο, ἀνευφημοῦμεν καὶ λέγομεν· Τῶν τῆς Ὀρθοδοξίας προμάχων εὐσεβῶν Βασιλέων, ἁγιωτάτων Πατριαρχῶν, Ἀρχιερέων, Διδασκάλων, Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, Αἰωνία ἡ μνήμη.

Τούτων τοῖς ὑπὲρ εὐσεβείας μέχρι θανάτου ἄθλοις τε καὶ ἀγωνίσμασι και διδασκαλίαις παιδαγωγεῖσθαί τε καὶ κρατύνεσθαι Θεὸν ἐκλιπαροῦντες, καὶ μιμητός τῆς ἐνθέου αὐτῶν πολιτείας μέχρι τέλους ἀναδεικνύσθαι ἐκδυσωποῦντες, ἀξιωθείημεν τῶν ἐξαιτουμένων, οἰκτιρμοῖς καὶ χάριτι τοῦ Μεγάλου καὶ Πρώτου Ἀρχιερέως Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἡμῶν, πρεσβείαις τῆς ὑπερενδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, τῶν θεοειδῶν Ἀγγέλων καὶ πάντων τῶν Ἁγίων.


Διαβάστε περισσότερα... »

Ομιλία στο Ευαγγέλιο της Κυριακής της Ορθοδοξίας. Από τον Μακαριστό Μητροπολίτη Νικοπόλεως Κυρό Μελέτιο




Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΙΣΤΗ (Ἰω. 1, 44-52) 
Μή μένετε στά βλεπόμενα 

Σήμερα εἶναι ἡ Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Δηλαδή πανυγηρίζομε τόν θρίαμβο τῆς ἀληθινῆς πίστης. Θρίαμβο ἐναντίον τῶν ψεύτικων ἐντυπώσεων πού σχηματίζει ὁ ἄνθρωπος γιά τόν Χριστό καί γιά τήν Ἐκκλησία.

Κάθε αἵρεση καί κάθε καινούργια δοξασία καί θεωρία εἶναι ἕνα λάθος γιατί ἀποπλανᾶ ἀπό τήν ἀληθινή πίστη, ἀπό τήν μόνη ἀλήθεια, πού εἶναι ὅτι:

Τόν κόσμο τόν δημιούργησε ὁ Θεός. 

Ὅτι ὅλοι εἴμαστε πλάσματά του.

Ὅτι ὁ Θεός εἶναι πανάγαθος Πατέρας. 

Καί ὅτι γιά μᾶς, γιά νά μᾶς μαζέψει κοντά του, ἔστειλε στόν κόσμο τόν Υἱό του ὁμοούσιο καί συνάναρχο.
Ἐξ’ ἴσου Θεό μέ τόν Πατέρα Θεό. 

Ὀρθοδοξία εἶναι, νά πιστεύει κανείς ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, εἶναι σωτήρας τοῦ κόσμου. 
Ὅτι εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός. 

Γι' αὐτό σήμερα διαβάσαμε τό Εὐαγγέλιο πού λέγει: 

Πῆγε ὁ Φίλιππος, πού γνώριζε τόν Χριστό, στό Ναθαναήλ καί τοῦ εἶπε:

-Εὑρήκαμε τόν Ἰησοῦν τόν ἀπό Ναζαρέτ. Τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ.

-Ἀπό τήν Ναζαρέτ; Βγαίνει τίποτε καλό καί μεγάλο; Δέν εἶναι δυνατόν.

Ἔτσι ἔλεγε τό μυαλό τοῦ ἀνθρώπου, ἡ σκέψη τοῦ ἀνθρώπου, τά φιλοσοφήματα, τά ψευτοφιλοσοφήματα τῶν ἀνθρώπων.

Τοῦ ἀπαντάει ὁ Φίλιππος:

-Ἔρχου καί ἴδε.

Τί νά ρθεῖ νά δεῖ.
Ἕνα σχῆμα ἐξωτερικό. Καί τούς ἱερεῖς τούς βλέπομε. Ἀλλά ἅμα τούς βλέπομε χωρίς τήν ἱερωσύνη, τί βλέπομε; Τίποτε.

Καί τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ τήν βλέπομε. Ἅμα ὅμως δέν βλέπομε, διά τῆς εἰκόνας, τόν Θεό τῆς δόξης, τί τήν θέλομε καί τήν βλέπομε;

Ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, κέντρο τοῦ κόσμου

Πῆγε ὁ Ναθαναήλ καί στάθηκε μπροστά στόν Χριστό. Τοῦ λέει ὁ Χριστός:

-Καλώσ’ τόν καλό Ἰσραηλίτη, πού δέν ἔχει μέσα στήν καρδιά του δόλο.

Παραξενεύτηκε ὁ Ναθαναήλ καί τόν ρώτησε:

-Πόθεν μέ γινώσκεις; Ποῦ μέ ξέρεις;

-Σέ εἶδα πρίν ἀπό λίγο πού ἤσουν κάτω ἀπό μιά συκιά. Τί σκεπτόταν; Ὁ Θεός ξέρει.

Ἀλλά ὁ Χριστός τοῦ ἔδωσε νά καταλάβει μιά ἀλήθεια: Ὅτι ὅλα ὅσα σκεπτόταν ἐκείνη τήν στιγμή, τά ἤξερε. Τά ἤξερε καλύτερα ἀπό τόν ἴδιο.

Καί ὁμολόγησε ὁ Ναθαναήλ καί εἶπε:

-Σύ εἶσαι Κύριε, ὁ λυτρωτής τοῦ Ἰσραήλ, ὁ λυτρωτής τοῦ κόσμου.

Ὁ Χριστός τοῦ εἶπε τότε, τήν πιό παράξενη κουβέντα πού μπορεῖ νά φανταστεῖ κανείς:

-Καλά τό εἶπες, καί ἀπ' ἄρτι, ἀπ' αὐτή τήν ὥρα θά βλέπετε, ὄχι θά δεῖτε κάποια στιγμή, θά βλέπετε τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καί καταβαίνοντας ἐπί τόν Υἱό τοῦ ἀνθρώπου.

Μέ βλέπετε ἕναν ἄνθρωπο τώρα, ἐξωτερικό περίβλημα ἁπλό, συνηθισμένο, καταφρονεμένο. Πόσους ἀνθρώπους μπορεῖ νά ἐξολοθρεύσει μιά βόμβα; Πόσους ἕνας πυροβολισμός; Πόσους ἕνας ἄλλος τρόπος;

Τό πιό ἐξευτελισμένο
πράγμα σήμερα, παρόλα τά δικαιώματά του, κοντεύει νά καταντήσει ὁ ἄνθρωπος.

«Ἀπ' ἄρτι», εἶπε ὁ Χριστός, «ἀπ' αὐτή τήν στιγμή, θά βλέπετε τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ νά ἀνεβαίνουν καί νά κατεβαίνουν γύρω ἀπό αὐτόν τόν Υἱό τοῦ ἀνθρώπου. Θά βλέπετε, ὅτι ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι τό κέντρο ὄχι μόνο τῆς γῆς, ἀλλά καί τῶν ἄνω. Ὅλου τοῦ κόσμου».

Θά παραξενεύεται κανείς καί θά λέει:
-Ποῦ τό εἴδαμε ἐμεῖς ποτέ, ὅτι ἄνοιξαν οἱ οὐρανοί καί ὅτι οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἀνεβαίνουν καί νά κατεβαίνουν γύρω ἀπό τόν Υἱό τοῦ ἀνθρώπου;

Ἀδελφέ μου, σύ πού λές αὐτά τά πράγματα, πῶς περπατᾶς σ’ αὐτό τόν κόσμο; Μέ τό κεφάλι κάτω; Στηριγμένο στή γῆ; Στό δρόμο; Στό χῶμα;

Καί πῶς θέλεις νά δεῖς «τούς οὐρανούς ἀνεωγότας»;

-Ὄχι τό σηκώνω τό κεφάλι μου!


-Τά μάτια σου σηκώνεις. Τά μάτια αὐτοῦ τοῦ σώματος τά σήκωσες γιά μιά στιγμή πρός τά ἄνω. Ὅπως τά σηκώνουν ὅλα τά ζῶα καί τά ζωΰφια. Καί νόμισες ὅτι σήκωσες τά μάτια σου πρός τόν οὐρανό; Γιά νά τόν ἰδεῖς ἄν ἄνοιξε; Καί ἄν ἀρχίζουν οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ νά ἀνεβαίνουν καί νά κατεβαίνουν ἐπί τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου;

Ἀλλιῶς ἀνοίγουν τά μάτια
Ἀλλιῶς ἀνοίγομε τά μάτια, ὅταν κοιτάζομε κατά τόν οὐρανό. Ἀλλιῶς πρέπει, καί ἄλλα μάτια πρέπει νά ἀνοίξουν μέσα σου, γιά νά δεῖς «τόν οὐρανό ἀνεωγότα καί τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ νά ἀνεβαίνουν καί νά κατεβαίνουν ἐπί τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου».

Πῶς γίνεται αὐτό;

Ἄς ἀκούσομε μιά ἁπλή ἀληθινή ἱστορία, ὅπως τήν περιγράφει ἕνας κληρικός.


Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος, τόν ὁποῖο ἄν ἤθελες νά τόν περιγράψεις θά τόν ἔλεγες: «παχύδερμο» ἀπό ἐκεῖνα πού περιγράφει ὁ Ἰονέσκο.

Οὔτε σέ φιλοσοφίες ἔδινε σημασία, οὔτε σέ θρησκεῖες, οὔτε σέ πίστη, οὔτε σέ πνευματική ζωή, οὔτε σέ τίποτε ἄλλο παρά μόνο στήν τσέπη του καί στό σαρκίο του. Βέβαια τήν τσέπη του τήν ἤθελε γεμάτη μόνο γιά τό σαρκίο του.

Τί ἦταν; Μόνο ἕνα κομμάτι γῆς. Ἕνα ρυπαρό κομμάτι τῆς γῆς. Μόλυσμα καί ἑστία μολυσμοῦ. Πρόκληση γιά τούς ἄλλους γιά νά καταντήσουν σάν κι’ αὐτόν.

Καί λοιπόν τί ἔγινε; Τοῦ ἦλθε μιά ἐπίσκεψη. Ποιά ἦταν ἡ ἐπίσκεψη; Ὁ καρκίνος. Καί ἄρχισε ἡ ἀντίστροφη μέτρηση. Τότε ἐκεῖνα πού δέν τά ὑπολόγιζε καθόλου ὅσο ἦταν γερός, ἄρχισε νά τά ὑπολογίζει.

Καί ζήτησε, γιά πρώτη φορά, ἐπικοινωνία μέ ἱερέα. Τήν δεύτερη φορά ζήτησε μιά εὐχή. Ἕνα σταύρωμα. Καί τήν τρίτη, ζήτησε νά ἐξομολογηθεῖ. Ἔπειτα θέλησε νά τόν μάθουν καμιά προσευχή, τί πρέπει νά λέει στό Θεό. Τέλος ζήτησε νά κοινωνήσει τά ἄχραντα Μυστήρια.

Ἀπό κεῖ καί πέρα ἔζησε ἕνα χρονικό διάστημα κατά τό ὁποῖο συνεχῶς προσευχόταν καί συνεχῶς ἔκλαιγε.
Ὅσο ἦταν καλά, ἡ ζωή του ἦταν ἕνας ἀγώνας νά ἀποτραβήξει τό παιδί του ἀπό τήν πορεία πρός τόν Χριστό, καί νά τό σπρώξει νά χαρεῖ τόν κόσμο καί τά ἀγαθά πού ἐκεῖνος εἶχε μαζέψει.

Μά στό τέλος ἔλεγε καί ἐπαναλάμβανε: -Νά πᾶς παιδί μου, μέ ὅλη μου τήν ψυχή καί μέ τήν εὐχή μου, νά ἀφιερωθεῖς στόν Χριστό γιά νά σωθεῖς. Νά μήν καταντήσεις ὅπως κατάντησα ἐγώ. Πού σώζομαι μόνον χάρις εἰς τό ἀπέραντο ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καί ἄς ἔχει δόξα πού μοῦ ἄνοιξε τά μάτια.

Ἔτσι ἀνοίγουν τά μάτια. Ἤ μᾶλλον ἔτσι ἀνοίγουν οἱ οὐρανοί. Γιατί μόνον τότε ἀνοίγουν οἱ οὐρανοί, ὅταν ἀνοίξουν τά μάτια τοῦ ἀνθρώπου καί βλέπει ὅτι ὁ Χριστός εἶναι σωτήρας τοῦ κόσμου.

Ὅσο ὁ ἴδιος δέν αἰσθάνεται τόν Χριστό σωτήρα καί εὐεργέτη του, πηγή τῆς ζωῆς, πηγή τοῦ ἁγιασμοῦ, αἰτία καί πρόξενο τῆς αἰώνιας ζωῆς, οἱ οὐρανοί γι’ αὐτόν εἶναι κλειστοί. Καί οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, οὔτε «ἀναβαίνουν», οὔτε «καταβαίνουν ἐπί τόν Υἱό τοῦ ἀνθρώπου».

Βέβαια οἱ ἄγγελοι κάνουν τό ἔργο τους καί «ἀναβαίνουν καί καταβαίνουν ἐπί τούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων».

Καί στούς ἁγίους καί ἀγωνιστές, γιά νά τούς δοξάσουν καί νά τούς ἐνισχύσουν.


Καί στούς ἀδύνατους καί ἀμελεῖς, γιά νά τούς παρακινήσουν σέ μετάνοια καί νά τούς δείξουν τόν δρόμο πρός τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.


Ἡ ἐπέμβαση τῆς μάνας

Γράφει ὁ περίφημος ρῶσσος ἱερέας, π. Δημήτριος Ντοῦτκο:

Μιά ἡμέρα, ἦλθε μιά γριούλα στό σπίτι μου καί μοῦ εἶπε:

-Ἔλα πάτερ, ὁ γυιός μου πεθαίνει. Νά τόν ἐξομολογήσεις, νά κοινωνήσει. Νά μήν φύγει ἔτσι.

Ἑτοιμάστηκε καί πῆγαν.

Ἔφτασαν στό σπίτι, ἄνοιξε ἡ γριά, μπῆκαν μέσα καί τοῦ λέει:

-Ἄνοιξε αὐτή τήν πόρτα καί μπές. Εἶναι ὁ γυιός μου, κατάκοιτος. Ἑτοιμοθάνατος. Σέ περιμένει. Ἐγώ περιμένω ἀπ' ἔξω.

Ἀνοίγει ὁ παπάς τήν πόρτα, μπαίνει μέσα, ἀλλά νά· πετιέται ὅσο ἦταν δυνατό νά πεταχθεῖ ὁ ἑτοιμοθάνατος ἐπάνω καί ρωτᾶ ἀγριεμένος:

-Ποιός εἶναι;

-Ἐγώ.

-Ποιός εἶσαι σύ;

-Ὁ παπάς εἶμαι.

-Ὁ παπάς; Τί θέλει ὁ παπάς στό σπίτι μου; Καί ἄρχισε τίς βλαστήμιες.

-Συγγνώμη, τοῦ λέει. Δέν ἦλθα μόνος μου. Μέ φώναξες.

-Ἐγώ;

-Δέν ξέρω ἄν ἐσύ. Μιά γριούλα μέ ἔφερε ἐδῶ. Ἕνας δικός σου ἄνθρωπος μ’ ἔφερε. Ποῦ τὄξερα ἐγώ;


-Ποιός ἄνθρωπος ἦταν αὐτός, πού σέ ἔφερε ἐδῶ;

Κοιτάζει ὁ παπάς, πάνω ἀπό τό προσκέφαλό του ἦταν ἡ φωτογραφία μιᾶς γυναίκας. Καί λέει:

-Νά ἐκείνη μέ φώναξε.

-Καί ποῦ εἶναι ἐκείνη;

-Ἀπ’ ἔξω. Περιμένει. Στό ἄλλο δωμάτιο.

-Τί λές; Ξέρεις τί λές;

-Πῶς δέν ξέρω. Αὐτή μέ ἔφερε.


-Αὐτή εἶναι ἡ μάνα μου. Ἔχει πεθάνει δεκαπέντε χρόνια τώρα. Καί λέγοντας αὐτά ὁ ἄρρωστος καί βλέποντας τόν παπά νά τοῦ λέει τήν ἀλήθεια, αἰσθάνθηκε κάτι τό ἐντελῶς διαφορετικό. Τί αἰσθάνθηκε;


-Ἐκείνη τήν στιγμή, ἄνοιξαν οἱ οὐρανοί καί κατάλαβε ὅτι ἀπό τόν οὐρανό κατέβηκε ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἡ μητέρα του καί πῆγε νά βρεῖ τόν παπά, νά τόν πάει κοντά του, γιά νά ἐξομολογηθῆ καί νά σωθῆ.

Καί εἶδε τόν Υἱό τοῦ ἀνθρώπου νά ἔχεται ἐν δόξῃ γιά νά τόν παραλάβει. Ἐξομολογήθηκε, ζήτησε συγγνώμη, ζήτησε τήν Θεία Κοινωνία καί ἔφυγε γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πῶς καί πότε;

Ὄχι ἐπειδή τοῦ βάλαμε ἕνα κομματάκι ἀπό τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ στό στόμα του, ἐνῶ ἦταν πεθαμένος σωματικά καί ψυχικά.

Ἀλλά γιατί γι' αὐτόν ἄνοιξαν οἱ οὐρανοί, κατέβηκε ἄγγελος καί τόν ἔσπρωξε σέ μετάνοια.




Αὐτή εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία

Αὐτή εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Δέν εἶναι λεπτομέρειες.
Δέν εἶναι τό λιβανάκι. Δέν εἶναι τά ὄμορφα προσκυνηταράκια. Αὐτά εἶναι λεπτομέρειες τῆς πίστεως. Ἀλλά ὄχι αὐτή ἡ πίστη.


Ἡ πίστη εἶναι ὅτι ὁ Χριστός εἶναι σωτήρας τοῦ κόσμου. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι γιά νά θυμίζουν ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου.

Καί μέ τόν Χριστό ἑνώνεται ὁ ἄνθρωπος πῶς;

Ὅταν θά δεῖ τόν οὐρανό νά ἀνοίγει γι' αὐτόν. Καί τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ
νά ἀνεβαίνουν καί νά κατεβαίνουν εἰς τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου. Δηλαδή στόν καθένα μας σάν «υἱό ἀνθρώπου».


Ἑνώνομαι δηλαδή μέ τόν Χριστό, τότε πού θά δῶ, νά ἀνοίγει ὁ ποταμός τῆς χάριτος ἀπό τόν οὐρανό καί νά ἔρχεται νά πλημμυρίζει τό σῶμα μου καί τήν ψυχή μου.

Αὐτό εἶπε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, στόν ἀπόστολό του τόν Ναθαναήλ, γιά νά τό ἀκοῦμε ὅλοι.

Αὐτή εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη πίστη.

Νά μᾶς φωτίζει ὁ Θεός νά ψάχνομε γιά τήν Ὀρθόδοξη πίστη καί προπαντός
γιά τόν ἀρχηγό τῆς πίστεως τόν Κύριο καί σωτήρα μας Ἰησοῦν Χριστό. Ἀμήν.-


Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου
(διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στίς 29/2/2004 στόν Ἅγιο Χαράλαμπο Πρεβέζης)


Διαβάστε περισσότερα... »

Πως άρχισαν οι διωγμοί κατά των Αγίων Εικόνων



Διηγείται ο Δαμασκηνός Στουδίτης, ότι τον 7ο αιώνα μ.Χ. βασίλευε στην Περσία ο ειδωλολάτρης και εχθρός των Χριστιανών Ιζήθ, τον οποίον επισκέφτηκαν τρεις Ιουδαίοι, λέγοντας τον ότι εάν προστάξει τους Χριστιανούς να βγάλουν τις Εικόνες από τις Εκκλησίες τους, τότε εκείνος θα ζήσει υγιής για πολλά χρόνια.

Όμως, αν και όρισε ο βασιλιάς να μην προσκυνούνται οι Εικόνες, μετά από έναν χρόνο απέθανε και στη θέση του ανήλθε ο ειδωλολάτρης γιος του, τον οποίο πληροφόρησαν οι Χριστιανοί ότι η μόνη αιτία του ξαφνικού θανάτου του πατρός του ήταν ότι άκουσε τους Ιουδαίους και απαγόρευσε την προσκύνηση των Εικόνων.

Έπεισαν έτσι τον νεαρό βασιλιά να επιτρέψει την προσκύνηση των Εικόνων,
ενώ οι τρεις 
Ιουδαίοι, έφυγαν κρυφά στην Ισαυρία, όπου καθώς πορευόταν βρήκαν να κοιμάται ένας βοσκός όνων, ονόματι Λέων, και επειδή την ώρα εκείνη είδαν να πετάει από πάνω του ένας αετός, κατάλαβαν ως μάγοι που ήταν ότι ο Λέων θα γίνει βασιλιάς. 

Ξύπνησαν τότε τον βοσκό και του είπαν ότι μπορούν να τον κάνουν βασιλιά, αλλά όταν συμβεί αυτό θα τους το ανταποδώσει με ότι του ζητήσουν! Οι Ιουδαίοι αναχώρησαν και ο Λέων στρατολογήθηκε για να πολεμήσει τους Δαλμάτες. Βλέποντας ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Δ΄ ο Πωγωνάτος και οι επόμενοι βασιλείς ότι ήταν γενναίος, τον προήγαγαν σε ανώτερα στρατιωτικά αξιώματα, φθάνοντας σε σημείο να κηρύξει επιτυχή πόλεμο κατά του Θεοδοσίου Γ΄ και να ανακηρυχθεί εκείνος βασιλιάς!

Μαθαίνοντας οι 
Ιουδαίοι ότι ο Ίσαυρος Λέων ο Γ΄ έγινε βασιλιάς, προσήλθαν σ’ αυτόν και του υπενθύμισαν ότι είναι εκείνοι που τον βοήθησαν να γίνει βασιλιάς, ζητώντας το χάρισμα που τους έταξε. Εκείνος ορκίσθηκε τότε να τους δώσει ό,τι του ζητήσουν και εκείνοι οι χριστιανομάχοι τού ζήτησαν να καθαιρέσει τις Άγιες Εικόνες από τους Ναούς των Ορθοδόξων Χριστιανών!

Κατόπιν ο δόλιος βασιλιάς σκέφτηκε να καλέσει τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τον Άγιο Γερμανό (715-730) για να τον πείσει με πονηρό τρόπο να κατεβάσει απ’ τους Ναούς τις Εικόνες. 

Τότε ο Άγιος άρχισε να του εξηγεί ότι οι Άγιες Εικόνες δεν είναι είδωλα, αλλά είναι μορφώματα των Αγίων και του Χριστού, που όποιος τις προσκυνεί δεν τις μολύνει, αλλά αγιάζεται και φωτίζεται περισσότερο. Και όπως ο άνθρωπος που υποφέρει από το ψύχος, όσο πλησιάζει προς την φωτιά τόσο πιο πολύ θερμαίνεται, έτσι και με τις Άγιες Εικόνες, όσο πλησιάζει ο άνθρωπος προς αυτές, τόσο περισσότερο λαμπρύνεται από την χάρη των Αγίων, που είναι ζωγραφισμένοι.

Του φανέρωσε επίσης, ότι προορατικοί Άγιοι έχουν πει ότι θα βασιλεύσει
κάποιος βασιλιάς που θα τον λένε Κόνων, ο οποίος θα εγείρει αίρεση κατά των Εικόνων. Τότε ο βασιλιάς παραδέχτηκε ότι στην παιδική του ηλικία, τα άλλα παιδιά τον φώναζαν Κόνων και ο Πατριάρχης αναγνώρισε τότε ότι εκείνος ο βασιλιάς ήταν αυτός που θα εγείρει την αίρεση.

Κατόπιν ο Άγιος προσπάθησε να πείσει τον ασεβή βασιλιά ότι είναι δίκαιο
και άγιο το να προσκυνούνται οι Άγιες Εικόνες, οι οποίες είναι και Θαυματουργές.

Του είπε λοιπόν μερικές ωφέλιμες διηγήσεις, ότι στην Έδεσσα της Συρίας ήταν βασιλιάς
κάποτε ο Αύγαρος, που ήταν βαριά ασθενής πάσχων από λέπρα και επιθυμούσε πολύ να δεί τον Ιησού Χριστό και Αληθινό Θεό, που κατεδέχθη ως άνθρωπος τέλειος να κατέβει επί της γης, διδάσκοντας τον κόσμο. Έγραψε τότε ο βασιλιάς επιστολή προς τον Χριστό και την απέστειλε με έναν ζωγράφο, ονόματι Ανανία, ώστε αν δεν μπορέσει να πάει ο Χριστός στην Έδεσσα όπως τον προσκαλούσε, τότε ο Ανανίας να τον ζωγραφίσει! 

Πράγματι αφού πήγε στον Χριστό την επιστολή, προσπάθησε να τον ζωγραφίσει, αλλά μάταια επιχείρησε διότι Εκείνος μετάλλασσε την όψη Του και δεν μπορούσε να δει την μορφή Του ο Ανανίας. Τότε ο Χριστός ζήτησε νερό να νιφθεί και όταν έλαβε μανδήλιο για να σκουπισθεί, τυπώθηκε σ’ αυτό η όψη του προσώπου Του, δίνοντας αυτό το Άγιο Μανδήλιο στον Ανανία να το πάει στον βασιλιά του! Λαβών αυτό ο Αύγαρος το προσκύνησε και ευθύς γιατρεύθηκε η ασθένειά του και βαπτίσθηκε. 

Στη πύλη δε της πόλεως κατέβασε ένα μεγάλο είδωλο και στη θέση του έστησε το Άγιο Μανδήλιο για να το προσκυνούν όλοι. Αυτό το Μανδήλιο στα κατοπινά χρόνια όταν λιτανεύθηκε στα τείχη της πόλεως, καθώς εκείνη είχε πολιορκηθεί από τους Πέρσες, έστρεψε την φωτιά εναντίον των εχθρών που ετράπησαν σε φυγή.

Μετά απ’ αυτή την διήγηση ο Άγιος Γερμανός ρώτησε τον βασιλιά Λέων,
πως θα μπορέσει να καταστρέψει τις Εικόνες, αφού ο ίδιος ο Χριστός είχε τυπώσει το πρόσωπό Του στο Μανδήλιο με το οποίο είχε γιατρευθεί ο Αύγαρος όταν το προσκύνησε;

Στη συνέχεια του ανέφερε και άλλες μαρτυρίες και συγκεκριμένα στη Λύδδα (Διόσπολη), μια πόλη έξω από τα Ιεροσόλυμα, όπου οι Απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης έκτισαν Εκκλησία για να τιμάται η Παναγία όταν ακόμα ζούσε, και της ζήτησαν να έλθει για να ευλογήσει την Εκκλησία της στα εγκαίνια. 

Εκείνη τους είπε να πάνε και θα την βρουν εκεί! Πήγαν τότε οι Απόστολοι και είδαν την Παναγία ζωγραφισμένη σε μια μαρμάρινη στήλη της Εκκλησίας. Κατόπιν πήγε και η Παναγία και βλέποντας το ομοίωμά της ευχαρίστησε τον Υιό της. Η εικόνα αυτή φυλάχτηκε για πολλά χρόνια και όταν βασίλευε ο δυσεβής Ιουλιανός ο Παραβάτης έστειλε Εβραίους τεχνίτες να βγάλουν την εικόνα. Όμως, όσο εκείνοι έξυναν το μάρμαρο, τόσο λαμπρότερο γινόταν το πρόσωπο της Παναγίας, ενώ ο αλιτήριος Ιουλιανός φονεύθηκε αοράτως στον πόλεμο της Περσίας!

Επίσης, ο Απόστολος Πέτρος στη Λύδδα γιάτρευσε έναν ασθενή, τονΑινέα,
ο οποίος μετά εξόδευσε τα χρήματά του κτίζοντας Εκκλησία για να τιμάται η Παναγία. Επειδή όμως οι Έλληνες (ειδωλολάτρες) και οι Εβραίοι φιλονικούσαν με τους Χριστιανούς διεκδικώντας την Εκκλησία, απεφάσισε ο άρχοντας του τόπου να κλειδώσει την Εκκλησία, διατάσσοντας να την ανοίξουν μετά από τρεις ημέρες, και τότε όποιου εκ των τριών γενών σημείο βρεθεί εντός του Ναού, εκείνων θα είναι ο Ναός. Σφράγισαν τότε την Εκκλησία και όταν την άνοιξαν όλοι μαζί, είδαν εντός αυτής ζωγραφισμένη την εικόνα της Παναγίας και έτσι ο Ναός εδόθη στους Χριστιανούς!

Στη νότια Κύπρο υπήρχε κάποτε ένας Ναός της Παναγίας και έξω από αυτόν υπήρχε εικόνα της Παναγίας κρατώντας στην αγκαλιά της τον Χριστό ως Βρέφος, καθώς και δύο Άγγελοι που στέκονταν εκατέρωθεν. Μία ημέρα καθώς περνούσε ένας αράπης, τόξευσε την Εικόνα της Θεοτόκου στο δεξιό γόνατο και ευθύς εχύθη άφθονο αίμα από την πληγή. Ο αράπης τότε, φεύγοντας για το σπίτι του τρέμοντας, ξεψύχησε καθ’ οδόν!

Στην Κωνσταντινούπολη ένας ναύτης, ονόματι Θεόδωρος, έχασε σε ναυάγιο όλο του τον πλούτο κατορθώνοντας να γλιτώσει ο ίδιος από πνιγμό. Πήγε τότε σε έναν Εβραίο φίλο του, παρακαλώντας τον να του δανείσει χρήματα για να μπορέσει να ζήσει. Εκείνος ζήτησε εγγυητή και ο Θεόδωρος τον πήγε μπροστά στην Εικόνα του Ιησού Χριστού που είχε στήσει ο Μέγας Κωνσταντίνος στα χαλκοπρατεία και με πίστη έβαλε εγγυητή τον Χριστό! Πεισθείς τότε ο Εβραίος, του έδωσε όσα χρήματα ήθελε. Ο Χριστιανός κατόπιν εμπορεύθηκε και βοηθούμενος από τον Θεό κέρδισε αρκετά χρήματα. 

Απεφάσισε λοιπόν να αποστείλει από την Σικελία το όφελος προς τον φίλο του, βάζοντας το ποσό που του όφειλε μέσα σε πισσαρισμένο κιβώτιο, και προσευχόμενος στον Χριστό, Του ζήτησε να φθάσει εκείνο στα χέρια του φίλου του, ρίχνοντας το κιβώτιο στη θάλασσα. Πράγματι, με τη βοήθεια του Θεού, το κιβώτιο το βρήκε ο Εβραίος καθώς περιπατούσε στον αιγιαλό, και ανοίγοντας αυτό, βρήκε ακριβώς το ποσό, καθώς και επιστολή του Θεόδωρου που του διεμήνυε την εξόφληση του χρέους!

Όμως, όταν επέστρεψε ο Θεόδωρος στην Πόλη, ο φίλος του ζητούσε τα δανεικά λέγοντας ότι δεν παρέλαβε ποτέ τα χρήματα. Τότε ο πιστός Χριστιανός πήρε τον Εβραίο και πήγαν μπροστά στην εικόνα του «εγγυητή» Χριστού, και όταν τον ρώτησε ο Θεόδωρος αν έλαβε τα χρήματα ο φίλος του, ακούσθηκε φωνή από την Αγία Εικόνα (από τότε ονομάσθηκε «Αντιφωνητής») να λέγει: «Ναι τα πήρε»! Τότε ο Χριστιανός χάρηκε, ενώ ο Εβραίος τυφλώθηκε, όμως πίστευσε και βαπτίσθηκε μαζί με την οικογένειά του.

Στην Βηρυτό, έμεινε κάποιος Χριστιανός σ’ ένα σπίτι που το ξενοίκιασε, ξεχνώντας σ’ αυτό μία εικόνα του Εσταυρωμένου Χριστού. Το σπίτι αυτό το νοίκιασε ένας Εβραίος και όταν γέννησε η γυναίκα του, τους επισκέφτηκαν κάποιοι Εβραίοι για να τους ευχηθούν. Αυτοί είδαν την Εικόνα και αμέσως σηκώθηκαν θυμωμένοι να φύγουν, κατηγορώντας τον ομοεθνή τους ότι ήταν Χριστιανός. Εκείνος τότε για να πιστεύσουν αυτοί ότι δεν ήταν Χριστιανός, έβγαλε μια μαχαίρα και την κάρφωσε με θυμό στην δεξιά πλευρά του Χριστού, που σα να ήταν ζώσα σάρκα έρευσε πολύ αίμα, κάνοντας τους Εβραίους να πιστεύσουν!

Με αυτές τις νουθεσίες προσπάθησε ο Πατριάρχης να πείσει τον βασιλιά Λέοντα, επιπλήττοντάς τον για την απιστία του. Θυμωθείς τότε εκείνος χτύπησε τον Άγιο και τον έδιωξε. Κατόπιν, ο βασιλιάς ζήτησε να συμβουλευθεί έναν καλό Χριστιανό και σοφό Διδάσκαλο, τον οποίο συμβουλεύονταν όλοι οι Χριστιανοί βασιλείς. 


Ούτε τότε όμως επείσθη και αφού κατέκαυσε τον Διδάσκαλο, τους μαθητές και την βιβλιοθήκη τους που περιείχε 700.000 βιβλία, διέταξε να καθαιρέσουν από όλες τις Εκκλησίες τις Άγιες Εικόνες, εδίωξε τον Πατριάρχη Γερμανό καί βασάνισε με απερίγραπτα μαρτύρια όσους τιμούσαν τις Εικόνες.

Όταν πέθανε ο Λέων, τον διαδέχθηκε ο μιαρός και αντίχριστος γιός του ο Κωνσταντίνος Ε΄ ο Κοπρώνυμος,
που συνέχισε στα χνάρια του πατρός του, καθώς και ο επόμενος εικονομάχος Λέων ο Δ΄.

Ώσπου, εβασίλευσαν οι ευσεβείς βασιλείς Κωνσταντίνος και η μητέρα του Ειρήνη (780-802), οι οποίοι καθοδηγούμενοι από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τον Άγιο Ταράσιο, συνεκάλεσαν την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο των 365 Αγίων Πατέρων κατά την οποία στερεώθησαν τα δόγματα για την προσκύνηση των Αγίων Εικόνων.


πηγή-stratisandriotis (προσαρμογή)
Διαβάστε περισσότερα... »