«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2013

Περί Αγάπης...


Ὁσίου Πατρός Ἱσαάκ τοῦ Σύρου


Ἡ ἀ­γά­πη εἶ­ναι ἡ βα­σι­λεί­α, πού μυ­στι­κά ὑ­πο­σχέ­θη­κε ὁ Κύ­ριος στούς Ἀ­πο­στό­λους ὅ­τι θά φᾶ­νε στήν βα­σι­λεί­α του. Δι­ό­τι, τό «νά τρῶ­τε καί νά πί­νε­τε στό δι­κό μου τρα­πέ­ζι στή βα­σι­λεί­α μου» (Λουκ. 22, 30), τί ἄλ­λο εἶ­ναι πα­ρά ἡ ἀ­γά­πη; Για­τί ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ μπο­ρεῖ νά θρέ­ψει τόν ἄν­θρω­πο, χω­ρίς αὐ­τός νά τρώ­γει καί νά πί­νει. 


Ἡ ἀ­γά­πη, ἀ­κό­μη, εἶ­ναι τό κρα­σί πού εὐ­φραί­νει τήν καρ­διά τοῦ ἀν­θρώ­που (Ψαλμ. 93, 16). Μα­κά­ριος εἶ­ναι αὐ­τός πού ἤ­πι­ε ἀ­πό τοῦ­το τό κρα­σί. Ἀ­πό αὐ­τό ἤ­πιαν οἱ ἀ­κό­λα­στοι καί ἔ­νι­ω­σαν ντρο­πή, οἱ ἁ­μαρ­τω­λοί καί λη­σμό­νη­σαν τούς δρό­μους τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, οἱ μέ­θυ­σοι καί ἔ­γι­ναν νη­στευ­τές, οἱ πλού­σιοι καί ἐπι­θύ­μη­σαν τήν φτώ­χεια, οἱ φτω­χοί καί πλού­τι­σαν μέ τήν ἐλ­πί­δα, οἱ ἄρ­ρω­στοι καί ἔ­γι­ναν ὑ­γι­εῖς καί οἱ ἀ­γράμ­μα­τοι καί ἔ­γι­ναν σο­φοί.

Πα­ρά­δει­σος εἶ­ναι ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ. Μέ­σα σ' αὐ­τήν ὑ­πάρ­χει ἡ τρυ­φή ὅ­λων τῶν μα­κα­ρι­σμῶν. Σ' αὐ­τόν τόν πα­ρά­δει­σο ὁ μα­κά­ριος Παῦ­λος τρά­φη­κε μέ ὑ­περ­φυ­σι­κή τρο­φή. Καί ἀ­φοῦ γεύ­θη­κε ἐ­κεῖ τό ξύ­λο τῆς ζω­ῆς, ἔ­κρα­ξε λέ­γον­τας: «αὐ­τά πού μά­τι δέν τά εἶ­δε, οὔ­τε αὐ­τί τά ἄ­κου­σε, κι οὔ­τε πού τά ἔβα­λε ὁ λο­γι­σμός τοῦ ἀν­θρώ­που, ὅ­σα ἑ­τοί­μα­σε ὁ Θε­ός γιά κεί­νους πού Τόν ἀ­γα­ποῦν» (Α΄ Κορ. 2, 9).

Τί ὡ­ραί­α καί ἀ­ξι­έ­παι­νη πού εἶ­ναι ἡ ἀ­γά­πη
πρός τόν πλη­σί­ον, ἐ­άν βέ­βαι­α ἡ μέ­ρι­μνα γι' αὐ­τήν δέν μᾶς ἀ­πο­σπᾷ ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ! Πό­σο γλυ­κιά εἶ­ναι ἡ συν­τρο­φιά τῶν πνευ­μα­τι­κῶν μας ἀ­δελ­φῶν, ἐ­άν μπο­ρέ­σου­με νά φυ­λά­ξου­με μα­ζί μ' αὐ­τήν καί τήν κοι­νω­νί­α μέ τόν Θε­ό!


Ὅ­ποι­ος κα­τα­φρο­νεῖ τόν ἀ­σθε­νῆ ἀ­δελ­φό του δέν πρό­κει­ται νά δεῖ τό φῶς τοῦ Θε­οῦ. Καί ὁ­ποῖ­ος ἀ­πο­στρέ­φει τό πρό­σω­πό του ἀ­πό τόν εὑ­ρι­σκό­με­νο σέ στε­νο­χώ­ρια, ἡ ἡ­μέ­ρα του θά εἶ­ναι σκο­τει­νή.

Εἶ­πε ὁ Κύ­ριος: «Ὅ,τι θέ­λε­τε νά κά­νουν σέ σᾶς οἱ ἄν­θρω­ποι, ἔ­τσι καί σεῖς νά κά­νε­τε σ' αὐ­τούς» (Λουκ. 6, 31). Ὅ­ταν ὅ­μως ὁ ἄν­θρω­πος δέν ἔ­χει ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά οὔ­τε σω­μα­τι­κή δύ­να­μη γιά νά ἐκ­πλη­ρώ­σει τήν ἀ­γά­πη πρός τόν ἀ­δελ­φό του, τό­τε εἶ­ναι ἀρ­κε­τή γιά τόν Θε­ό μό­νη ἡ ἀ­γά­πη γιά τόν ἀ­δελ­φό, πού φυ­λά­γε­ται στήν προ­αί­ρε­σή του.


Ὁ φτω­χός καί ἐν­δε­ής ἄν­θρω­πος λαμ­βά­νει τά ἀ­ναγ­καῖ­α ἀ­πό τό Θε­ό, δι­ό­τι κα­νέ­ναν δέν ἐγ­κα­τα­λεί­πει ὁ Κύ­ριος. Σύ ὅ­μως, πού θέ­λη­σες νά ἀ­να­παύ­σεις τόν ἑ­αυ­τό σου μᾶλ­λον πα­ρά τόν φτω­χό ἀ­δελ­φό σου, ἀ­πο­ποι­ή­θη­κες τήν τι­μή πού σοῦ ἔ­κα­νε ὁ Θε­ός καί ἀ­πο­μά­κρυ­νες τήν Χά­ρη του ἀ­πό σέ­να. Ὅ­ταν λοι­πόν δώ­σεις ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, νά εὐ­φραί­νε­σαι καί νά πεῖς: Δό­ξα σοι ὁ Θε­ός, πού μέ ἀ­ξί­ω­σες νά βρῶ κά­ποι­ον νά ἀ­να­παύ­σω.

Ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ ἔρ­χε­ται μέ­σα μας ἀ­πό τή συ­νο­μι­λί­α μα­ζί του.

Ὅ­ταν μέ­σα στόν ἔμ­πο­νο καί δί­και­ο ἀ­γῶ­να μας, βροῦ­με τήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ,τρε­φό­μα­στε μέ οὐ­ρά­νιο ἄρ­το
καί δυ­να­μώ­νου­με, χω­ρίς νά ἐρ­γα­ζό­μα­στε μέ ἀ­γω­νί­α καί χω­ρίς νά κου­ρα­ζό­μα­στε, ὅ­πως οἱ χω­ρίς ἀ­γά­πη ἄν­θρω­ποι. Ὁ οὐ­ρά­νιος ἄρ­τος εἶ­ναι ὁ Χρι­στός, πού ᾖρ­θε κά­τω σέ μᾶς ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό καί δί­νει στόν κό­σμο τήν αἰ­ώ­νια ζω­ή. Καί αὐ­τή ἡ ζω­ή εἶ­ναι ἡ τρο­φή τῶν ἀγ­γέ­λων.


Ὅ­ποι­ος βρῆ­κε τήν ἀ­γά­πη, κά­θε μέ­ρα καί ὥ­ρα τρώ­γει τόν Χρι­στό κι ἀ­πό αὐ­τό γί­νε­ται ἀ­θά­να­τος (Ἰ­ω. 6, 58). Δι­ό­τι, «ὁ τρώ­γων -λέ­ει- ἀ­πό τόν ἄρ­το πού ἐ­γώ θά τοῦ δώ­σω, πο­τέ ("εἰς τόν αἰ­ῶ­να") δέν θά πε­θά­νει». Μα­κά­ριος λοι­πόν εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος πού τρώ­γει ἀ­πό τόν ἄρ­το τῆς ἀ­γά­πης, πού εἶ­ναι ὁ Ἰ­η­σοῦς. 

Ὅ­τι, βέ­βαι­α, αὐ­τός πού τρώ­γει ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη, τρώ­γει τόν Χρι­στό, τόν Θε­ό τῶν πάν­των, τό μαρ­τυ­ρεῖ ὁ ἀ­πό­στο­λος Ἰ­ω­άν­νης, ὅ­ταν λέ­ει ὅ­τι «Ὁ Θε­ός εἶ­ναι ἀ­γά­πη» (Α΄ Ἰ­ω. 4, 8). Λοι­πόν ὅ­ποι­ος ζεῖ στήν ἀ­γά­πη, λαμ­βά­νει ἀ­πό τόν Θε­ό ὡς καρ­πό τήν ζω­ή καί σ' αὐ­τό τόν κό­σμο ὀ­σφραί­νε­ται ἀ­πό τώ­ρα ἐ­κεῖ­νο τόν ἀ­έ­ρα τῆς ἀ­νά­στα­σης, στόν ὁ­ποῖ­ο ἐν­τρυ­φοῦν οἱ κοι­μη­θέν­τες δί­και­οι.

Ὅ­πως τό λά­δι συν­τη­ρεῖ τό φῶς τοῦ λυ­χνα­ριοῦ,
ἔ­τσι καί ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη τρέ­φει στήν ψυ­χή τήν ἀ­λη­θι­νή γνώ­ση τοῦ Θε­οῦ. Τό κλει­δί τῆς καρ­διᾶς γιά τήν ἀ­πό­κτη­ση τῶν θεί­ων χα­ρι­σμά­των δί­νε­ται μέ­σῳ τῆς ἀ­γά­πης πρός τόν πλη­σί­ον.

Δεν υπάρχουν σχόλια: