«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

Οι αρχαίοι μύθοι του νομού Σερρών (Β΄ μέρος)





Α΄ - Β΄ - Γ΄ μέρος



"... γεννάτε δε και εν τω Παγγαίω όρει βοτάνη, κιθάρα καλούμενη, διά ταύτην την αιτίαν: Διασπαράξασαι τον Ορφέα, τα μέλη του προειρημένου εις ποταμόν έβαλον Έβρον, και η μεν κεφαλήν του θνητού, κατά πρόνοιαν θεών, εις δράκοντα μετέβαλε την μορφήν του σώματος, η δε λύρα κατεστηρίσθη, κατά προαίρεσιν Απόλλωνος, εκ δε ρευστάντος αίματος ενεφάνη βοτάνη, κιθάρα καλούμενη, των δε Διονυσίων τελουμένων, αύτη κιθάρας αναδίδωσιν ήχον, οι δ' εγχώριοι νεβρίδας περιβεβλημένοι θύρσους κτρατούντες, ύμνον άδουσιν, και τότε φρονήσεις, όταν έση φρονών, καθώς ιστορεί Κλειτώνυμος εν τω γ' των τραγικών".

Πλούταρχος "Περί Ποταμών"



Πάνω στο Παγγαίο μας λέει ο Πλούταρχος φυτρώνει ένα βοτάνι που ονομάζεται κιθάρα. Είναι αποτέλεσμα του ραντίσματος του βουνού από το αίμα του Ορφέα, όταν αυτόν τον διαμέλισαν οι Μαινάδες. Αυτό το βοτάνι βγάζει ήχους κιθάρας, όταν τελούνται τα Διονύσια μυστήρια και τότε οι ντόπιοι φοράνε τομάρια, και κρατώντας θύρσους ψάλλουν ύμνους. 


Ιέρεια του Βάκχου σε ζωγραφιά του 19ου αιώνα, ντυμένη με 
τομάρι και κρατώντας θύρσο. 



Είναι η γέννηση μετά τον θάνατο, είναι ο αιώνιος κύκλος της ζωής, όπως τον αντιλαμβανόταν η Ελληνική εθνική μας παράδοση. Η κιθάρα και η μουσική, φτιαγμένη από το αίμα του νεκρού Ορφέα. 

Μα και το ίδιο το Παγγαίο ονομάζεται έτσι από έναν μυθικό ήρωα που μοιάζει στον Οιδίποδα. Είναι ένας ακόμα πανάρχαιος μύθος. Και θα τον εξηγήσουμε, αφού πρώτα τον εξιστορήσουμε. 

Ο Παγγαίος ήταν γιος του θεού Άρη και της Κριτοβούλης, και άθελά του έγινε τραγικός αιμομίκτης, όχι με την μητέρα του όπως ο Οιδίποδας, αλλά με την θυγατέρα του. Στην τιμωρία του εαυτού του, αντί για την εθελούσια τύφλωση επέλεξε τον θάνατο. Αυτοκτόνησε μπήγοντας το σπαθί στα σωθικά του, πάνω στο όρος που μέχρι τότε ονομαζόταν Καρμάνιο και από εκεί και μετά πήρε το όνομά του.

"Τη θυγατρί κατ' αγνοιαν συγγενόμενος έδραμεν εις Καρμάνιον όρος και δια λύπης υπερβολήν σπασάμενος το ξίφος εαυτόν ανείλεν..."
Πλούταρχος "Περί Ποταμών"


Τούτος ο μύθος είναι πανάρχαιος, διότι είναι μύθος πρωτοσυνείδησης. Είναι ο άνθρωπος που κατανοεί την συγγένεια. Ενώ τα ζώα, από όπου προέρχεται και το είδος μας, ζευγαρώνουν μόλις ενηλικιωθούν μεταξύ τους. έτσι λοιπόν ο Παγγαίος, δεν σκότωσε τον εαυτό του, μα σκότωσε το ζώο μέσα του, όταν αναγνώρισε την πατρική σχέση του με την θυγατέρα.

Τούτο το όρος λοιπόν, το Παγγαίο, που τόσο υμνήθηκε, γνωρίζουμε πως είχε και ένα μαντείο του Διόνυσου. Αυτό λειτουργούσε και κατά τους ιστορικούς χρόνους. Ήταν μάλιστα υπό την εποπτεία του θρακικού φύλλου με το όνομα "Σάτρες", ενώ σύμφωνα με τον Ηρόδοτο Σάτρες ήταν και οι περίφημοι Βησσοί, φύλο ιερατικό του θεού Διόνυσου.

Η σχέση του Διόνυσου με τον τόπο μας ξέρουμε ότι ήταν ιδιαίτερη. Γνωρίζουμε ότι οι θεοί που λατρευόταν ιδιαίτερα στην περιοχή μας ήταν τέσσερις. Ο Άρης, ο Διόνυσος, η Άρτεμης και από τους βασιλικούς οίκους ο Ερμής. 

Για τον Διόνυσο τώρα τον μάντη και τον τόπο μας, διαβάζουμε μια ιστορία του Όμηρου από την Ζ' ραψωδία της Ιλιάδας:

"...τι μήτε κι ο Λυκούργος μπόρεσε, του Δρύαντα ο γιος ο γαύρος,
χρόνια πολλά να ζήσει, ως τα 'βαλε με τους θεούς στα ουράνια.

Στο άγιο βουνό της Νύσας κάποτε του Διόνυσου τις βάγιες,
του βακχευτη θεού, κυνήγησε᾿ κι ευτύς ετούτες όλες
πετούσαν καταγής τους θύρσους τους᾿ κι ο αντροφονιάς Λυκούργος
με τη βουκέντρα του τις κέντριζε, κι ο Διόνυσος φοβήθη
και στο γιαλό βουτάει᾿ κι η Θέτιδα τον δέχτη στην αγκάλη
σκιαγμένο᾿ τι οι φωνές τον τρόμαξαν περίσσια του Λυκούργου.

Με τούτον όμως οι τρισεύτυχοι θεοί θύμωσαν τότε,
κι ο γιος του Κρόνου τον ετύφλωσε᾿ χρόνια πολλά και πάλι.

Όμως δεν έζησε, τι οι αθάνατοι τον οχτρεύτηκαν όλοι."


Φυσικά το όρος Νύσα, (Ηγάθεον Νυσήιον, Νύσιο πεδίο) γνωρίζουμε ότι είναι στον νομό μας, μα ο ίδιος μύθος σωμένος από τον Απολλόδωρο δεν θα μας αφήσει καμία αμφιβολία:

"Λυκούργος δε παις Δρύαντος, Ηδωνών βασιλεύς, οι Στρυμόνα ποταμόν παροικούσι, πρώτος υβρίσας εξέλαβεν αυτόν. Και Διόνυσος μεν εις θάλασσα προς Θέτιν..."


Ο μύθος ο οποίος μας σώζεται από πολλές πηγές, είναι ένας κλασικός μύθος ασέβειας προς τους θεούς, ο οποίος καταλήγει φυσικά σε συντριβή του θνητού, σε τραγωδία. Άλλωστε ο συγκεκριμένος μύθος ενέπνευσε τον μεγάλο τραγωδό Αισχύλο για να γράψει μία τριλογία με τις τραγωδίες Ηδωνοί - Βασσαρίδες - Νεανίσκοι κι ένα σατυρικό δράμα με την ονομασία Λυκούργος.

Ο Λυκούργος λοιπόν, Θράκας βασιλιάς της περιοχής μας, έδειξε ασέβεια προσπαθώντας να διώξει την λατρεία του θεού από το βασίλειό του (κατά ορισμένες εκδοχές του μύθου, μεταφορικά να τον σκοτώσει). Ο θεός έφυγε προς στιγμήν από τον τόπο του τρομαγμένος και βρήκε προστασία από την Θέτιδα. Αλλά ο Λυκούργος με την πράξη του αυτή ξεσήκωσε την οργή των θεών οι οποίοι τον εχθρεύθηκαν. 

Στην κατάληξη ο Λυκούργος τυφλώνεται, ενώ σε πιο τραγικές διηγήσεις, τρελαίνεται από τον θεό και σαν ένας άλλος Αίαντας, νομίζοντας πως κόβει κληματσίδες, σκοτώνει τους συγγενείς του, το ίδιο του το παιδί, και ήρθε στα λογικά του όταν άρχισε να χτυπά με το τσεκούρι και τα ίδια του τα πόδια. Όταν είδε τι έκανε τότε τυφλώθηκε. Μία τρίτη παραλλαγή θέλει τον θεό να ξεραίνει τη γης και αυτή να μην δίνει καρπούς. Μήνυσε δε μέσω του μαντείου του, πως δεν θα ξαναγινόταν γόνιμη η γη, εάν δεν τιμωρηθεί με θάνατο ο Λυκούργος. Τότε οι Ηδωνοί πήραν τον βασιλιά του και τον επέβαλαν σε φριχτό θάνατο στο Παγγαιο, όπου "κατασπαράχτηκε από άλογα". 

Μα αν στους αρχαιότερους μύθους έχουμε τον αέναο κύκλο της φύσης, την συνείδηση, στους μύθους των θνητών, η μοίρα στέκεται εκεί και παραμονεύει με την τραγωδία. Κανένας δεν μπορεί να είναι ήσυχος και μόνο για ένα θα πρέπει να είναι σίγουρος, πως κάθε χαρά στη ζωή, είναι υποχρεωμένος να την πληρώνει με ισόποση λύπη. 

Και όσο πιο μεγάλη η χαρά, τόσο και μεγαλύτερη και η λύπη. Τέτοια ιστορία θα σας διηγηθώ στην επόμενη ανάρτηση. Μία τραγωδία που συνέβη σε τούτα τα χώματα που πατάμε και δεν γνωρίζουμε, εάν ενέπνευσε κάποιον μεγάλο ή μικρότερο τραγωδό, για να διδαχτεί στο θέατρο της Αμφίπολης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: