«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Κυριακή, 12 Απριλίου 2015

Οι ελληνικοί διάλογοι του Ιησού!




Διαβάστε τα σημαντικότερα κείμενα της Καινής Διαθήκης μέσα στα οποία εμφανίζονται οι διάλογοι του Ιησού Χριστού με συνομιλητές Του εις την ελληνική γλώσσα!..




«Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός του ανθρώπου»!.. Είναι η περίφημη φράση που είπε ο ίδιος ο Ιησούς μόλις αντίκρισε τους Έλληνες, που πήγαν να τον επισκεφθούν, σύμφωνα με όλα όσα μας αναφέρει ο ευαγγελιστής Ιωάννης στο ομώνυμο ευαγγέλιό του (Ιω.12, 23).Πόσοι, όμως, από όλους εμάς τους Έλληνες –και μάλιστα χριστιανούς - δεν πέρασε ο προβληματισμός και η μεγάλη απορία τι να συζήτησαν –άραγε- οι Έλληνες με τον Χριστό; Ποια θέματα ν απασχολούσαν, αλήθεια, τους επισκεπτόμενους τον Ιησού, ώστε να επιθυμούν μία συνάντηση με τον Κύριο;

Στα ερωτήματα αυτά, πέραν των εικασιών, ουδεμία θετική απάντηση μπορεί να δοθεί, εκτός και αν έλθει κάποια ευλογημένη ημέρα, που τα σπλάχνα της ερήμου φέρουν στο φως του ηλίου διάφορα άλλα χειρόγραφα, όπως αυτά του Κουμράν, και μας αποκαλύψουν την αλήθεια.

Ωστόσο, επειδή το θέμα της ελληνικής γλώσσας του Ιησού έχει απασχολήσει πολύ κόσμο, όπως και τον γράφοντα με ειδική αναφορά στο βιβλίο του «Ιησούς Χριστός:Ελληνισμός-Χριστιανισμός», θα επιχειρήσουμε να ανασύρουμε μέσα από την Καινή Διαθήκη ορισμένους διαλόγους του Κυρίου με συνανθρώπους Του, ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τους λόγους του και, ασφαλώς, να προβληματισθούμε για το ποια γλώσσα χρησιμοποιούσε, ανάλογα με την περίπτωση, ο Χριστός. Ένα παράδειγμα για να αντιληφθεί ο αναγνώστης ποιος είναι ο προβληματισμός μας και τι ακριβώς εννοούμε με τις απορίες μας που γεννιούνται σκεπτόμενοι αυτό το θέμα:

Σε ποια ανεπανάληπτη γλώσσα θα μπορούσε να μιλάει ο Χριστός στην έρημο με τον Διάβολο, κατά τους γνωστούς πειρασμούς Του από τον δαίμονα, που μνημονεύουν οι ευαγγελιστές Ματθαίος (4, 1-11), Μάρκος (1, 12-13) και Λουκάς (4, 1-13), πέραν αυτής των «αθανάτων» ή των «μακάρων», αφού θεωρείται αβέβαιο να μιλούσαν και οι δύο σε γλώσσα θνητών ανθρώπων;

Ιδού το ερώτημα!.. Ένα ερώτημα που πλανάται ακριβώς στην ίδια μορφή καθώς διαβάζουμε τον διάλογο που είχε ο Ιησούς με τους δαιμονιζομένους Γεργεσηνούς ή Γαδαρηνούς, τον οποίον (διάλογο) μνημονεύουν τρεις Συνοπτικοί ιεροί Ευαγγελιστές, όπως ο Λουκάς (8, 26-39), ο Μάρκος (5, 1-20) και ο Λουκάς (8, 26-39).

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι εμείς πρέπει να παραγνωρίσουμε τους επίγειους διαλόγους του Ιησού Χριστού με συνανθρώπους Του, όπως για παράδειγμα η Σαμαρείτιδα γυναίκα, η Συροφοίνισσα ελληνίδα, με τους δαιμονιζομένους Γεργεσηνούς ή Γαδαρηνούς, με τον Εκατόνταρχο της Καπερναούμ, τους δέκα λεπρούς, τον Πόντιο Πιλάτο ή τον Σαύλο (Απόστολο Παύλο).

Ας διαβάσουμε, λοιπόν, προσεκτικά τους διαλόγους αυτούς μέσα στο πρωτότυπο κείμενο του ευαγγελίου και την νεοελληνική απόδοσή του από την Ελληνική Βιβλική Εταιρία και θα βγάλουμε πολλά συμπεράσματα:


1. Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΑ

ΕΙΝΑΙ γνωστόν, ότι υπάρχουν πανεπιστημιακοί δάσκαλοι οι οποίοι υποστηρίζουν, ότι η Σαμάρεια ήτο αποικισμένη εξ Ελλήνων. Ένας εξ αυτών είναι και ο κ. Κωνσταντίνος Γεωργακόπουλος, Καθηγητής της Ιστορίας της Επιστήμης, που λέει ότι δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η ίδια η λέξη «Σαμάρεια» προήλθε από το γεγονός ότι στην περιοχή κατασκεύαζαν σαμάρια. Συνειρμικά, λοιπόν, διαβάζοντας τον διάλογο που είχε ο Ιησούς με την Σαμαρείτιδα γυναίκα, ο νους μας βαδίζει προς το ελληνικό στοιχείο της περιοχής.

Γράφει ο Ιωάννης στο ευαγγέλιό του (4, 4-42):

«ΩΣ ουν έγνω ο Κύριος ότι ήκουσαν οι Φαρισαίοι ότι Ιησούς πλείονας μαθητάς ποιεί και βαπτίζει ή Ιωάννης–2 καίτοιγε Ιησούς αυτός ουκ εβάπτιζεν, αλλ οι μαθηταί αυτού– 3 αφήκε την Ιουδαίαν και απήλθεν εις την Γαλιλαίαν. 4 Έδει δε αυτόν διέρχεσθαι δια της Σαμαρείας. 5 έρχεται ουν εις πόλιν της Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον του χωρίου ο έδωκεν Ιακὼβ Ιωσὴφ τω υιώ αυτού· 6 ην δε εκεί πηγή του Ιακώβ. ο ουν Ιησούς κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας εκαθέζετο ούτως επί τη πηγή· ώρα ην ωσεί έκτη. 

7 έρχεται γυνή εκ της Σαμαρείας αντλήσαι ύδωρ. λέγει αυτή ο Ιησούς· δος μοι πιείν. 8 οι γαρ μαθηταί αυτού απεληλύθεισαν εις την πόλιν ίνα τροφάς αγοράσωσι. 9 λέγει ουν αυτώ η γυνή η Σαμαρείτις· πώς συ Ιουδαῖος ων παρ εμού πιείν αιτείς, ούσης γυναικός Σαμαρείτιδος; ου γαρ συγχρώνται Ιουδαῖοι Σαμαρείταις. 10 απεκρίθη Ιησούς και είπεν αυτή· ει ήδεις την δωρεάν του Θεού, και τις εστιν ο λέγων σοι, δος μοι πιείν, συ αν ήτησας αυτόν, και έδωκεν αν σοι ύδωρ ζων. 11 λέγει αυτώ η γυνή· Κύριε, ούτε άντλημα έχεις, και το φρέαρ εστί βαθύ· πόθεν ουν έχεις το ύδωρ το ζων; 12 μη συ μείζων ει του πατρός ημών Ιακώβ, ος έδωκεν ημίν το φρέαρ, και αυτός εξ αυτού έπιε και οι υιοί αυτού και τα θρέμματα αυτού; 13 απεκρίθη Ιησούς και είπεν αυτή· πας ο πίνων εκ του ύδατος τούτου διψήσει πάλιν· 14 ος δι αν πίη εκ του ύδατος ου εγώ δώσω αυτώ, ου μη διψήση εις τον αιώνα, αλλά το ύδωρ ο δώσω αυτώ, γενήσεται εν αυτώ πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον. 15 λέγει προς αυτόν η γυνή· Κύριε, δος μοι τούτο το ύδωρ, ίνα μη διψώ μηδέ έρχωμαι ενθάδε αντλείν. 

16 λέγει αυτή ο Ιησούς· ύπαγε φώνησον τον άνδρα σου και ελθέ ενθάδε. 17 απεκρίθη η γυνή και είπεν· ουκ έχω άνδρα. λέγει αυτή ο Ιησούς· καλώς είπας ότι άνδρα ουκ έχω· 18 πέντε γαρ άνδρας έσχες, και νυν ον έχεις ουκ έστι σου ανήρ· τούτο αληθές είρηκας. 19 λέγει αυτώ η γυνή· Κύριε, θεωρώ ότι προφήτης ει συ. 20 οι πατέρες ημών εν τω όρει τούτω προσεκύνησαν· και υμείς λέγετε ότι εν Ιεροσολύμοις εστίν ο τόπος όπου δει προσκυνείν. 21 λέγει αυτή ο Ιησούς· γύναι, πίστευσόν μοι ότι έρχεται ώρα ότε ούτε εν τω όρει τούτω ούτε εν Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τω πατρί. 22 υμείς προσκυνείτε ο ουκ οίδατε, ημείς προσκυνούμεν ο οίδαμεν· ότι η σωτηρία εκ των Ιουδαίων εστίν. 23 αλλ έρχεται ώρα, και νυν εστιν, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τω πατρί εν πνεύματι και αληθεία· και γαρ ο πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνούντας αυτόν. 24 πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν. 25 λέγει αυτώ η γυνή· οίδα ότι Μεσσίας έρχεται ο λεγόμενος Χριστός· όταν έλθη εκείνος, αναγγελεί ημίν πάντα. 26 λέγει αυτή ο Ιησούς· εγώ ειμι ο λαλών σοι. 27 και επί τούτω ήλθον οι μαθηταί αυτού, και εθαύμασαν ότι μετά γυναικός ελάλει· ουδείς μέντοι είπε, τι ζητείς ή τι λαλείς μετ αυτής; 28 Αφῆκεν ουν την υδρίαν αυτής η γυνή και απήλθεν εις την πόλιν, και λέγει τοις ανθρώποις· 29 δεύτε ίδετε άνθρωπον ος είπέ μοι πάντα όσα εποίησα· μήτι ούτός εστιν ο Χριστός; 30 εξήλθον ουν εκ της πόλεως και ήρχοντο προς αυτόν. 31 Εν δε τω μεταξύ ηρώτων αυτόν οι μαθηταί λέγοντες· ραββί, φάγε. 32 ο δε είπεν αυτοίς· εγώ βρώσιν έχω φαγείν, ην υμείς ουκ οίδατε. 33 έλεγον ουν οι μαθηταί προς αλλήλους· μη τις ήνεγκεν αυτώ φαγείν; 34 λέγει αυτοίς ο Ιησούς· εμόν βρώμά εστιν ίνα ποιώ το θέλημα του πέμψαντός με και τελειώσω αυτού το έργον. 35 ουχ υμείς λέγετε ότι έτι τετράμηνός εστι και ο θερισμός έρχεται; ιδού λέγω υμίν, επάρατε τους οφθαλμούς υμών και θεάσασθε τας χώρας, ότι λευκαί εισι προς θερισμόν ήδη. 36 και ο θερίζων μισθόν λαμβάνει και συνάγει καρπόν εις ζωήν αιώνιον, ίνα και ο σπείρων ομού χαίρη και ο θερίζων. 37 εν γαρ τούτω ο λόγος εστίν ο αληθινός, ότι άλλος εστίν ο σπείρων και άλλος ο θερίζων. 38 εγώ απέστειλα υμάς θερίζειν ο ουχ υμείς κεκοπιάκατε· άλλοι κεκοπιάκασι, και υμείς εις τον κόπον αυτών εισεληλύθατε. 

39 Εκ δε της πόλεως εκείνης πολλοί επίστευσαν εις αυτόν των Σαμαρειτών δια τον λόγον της γυναικός, μαρτυρούσης ότι είπέ μοι πάντα όσα εποίησα. 40 ως ουν ήλθον προς αυτόν οι Σαμαρείται, ηρώτων αυτόν μείναι παρ αυτοίς· και έμεινεν εκεί δύο ημέρας. 41 και πολλώ πλείους επίστευσαν δια τον λόγον αυτού, 42 τη τε γυναικί έλεγον ότι ουκέτι δια την σην λαλιάν πιστεύομεν· αυτοί γαρ ακηκόαμεν, και οίδαμεν ότι ούτός εστιν αληθώς ο σωτήρ του κόσμου ο Χριστός.»

Νεοελληνική απόδοση:

«Όταν λοιπόν έμαθε ο Κύριος ότι οι Φαρισαίοι πληροφορήθηκαν πως ο Ιησούς αποκτά περισσότερους οπαδούς από τον Ιωάννη και τους βαφτίζει –2 αν και ο ίδιος ο Ιησούς δε βάφτιζε αλλά οι μαθητές του –3 άφησε την Ιουδαία κι έφυγε πάλι για τη Γαλιλαία. 4 Έπρεπε όμως να περάσει από τη Σαμάρεια. 5 Έφτασε έτσι σε μια πόλη της Σαμάρειας που λεγόταν Συχάρ, κοντά στο χωράφι που είχε δώσει ο Ιακώβ στο γιο του τον Ιωσήφ. 6 Εκεί βρισκόταν το πηγάδι του Ιακώβ. 0 Ιησούς, κουρασμένος από την πε­ζοπορία, κάθισε κοντά στο πηγάδι- ήταν γύ­ρω στο μεσημέρι.

7-8 Οι μαθητές του είχαν πάει στην πόλη ν αγοράσουν τρόφιμα. Έρχεται τότε μια γυ­ναίκα από τη Σαμάρεια να βγάλει νερό. Ο Ιη­σούς της λέει: «Δώσ μου να πιω». 9 Εκείνη τού απάντησε: «Εσύ είσαι Ιουδαίος κι εγώ Σαμαρείτισσα. Πώς μπορείς να μου ζητάς να σου δώσω νερό να πιεις;» -επειδή οι Ιουδαίοι αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με τους Σαμαρείτες. 10 Ο Ιησούς της απάντησε: «Αν ήξερες τη δωρεά του Θεού και ποιος είν αυτός που σου λέει "δώσ μου να πιω", τότε εσύ θα τους ζητούσες κι εκείνος θα σου έδινε ζωντανό νερό». 11 Του λέει η γυ­ναίκα: «Κύριε, εσύ δεν έχεις ούτε καν κου­βά, και το πηγάδι είναι βαθύ- από πού, λοι­πόν, το χεις το τρεχούμενο νερό; 12 Αυτό το πηγάδι μάς το χάρισε ο προπάτοράς μας ο Ιακώβ- ήπιε απ αυτό ο ίδιος και οι γιοι του και τα ζωντανά του. Μήπως εσύ είσαι ανώτερος απ αυτόν;» 13 0 Ιησούς της απάντησε: - «Όποιος πίνει απ αυτό το νερό θα διψάσει πάλι· 14 όποιος όμως πιει από το νερό που θα του δώσω εγώ δε θα διψάσει ποτέ, αλλά το νερό που θα του δώσω θα γίνει μέσα του μια πηγή που θ αναβλύζει νερό ζωής αιώ­νιας». 15 Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, δώσ μου αυτό το νερό για να μη διψάω, κι ούτε να έρχομαι ως εδώ για να το παίρνω».

16 Τότε ο Ιησούς της είπε: «Πήγαινε να φωνάξεις τον άντρα σου κι έλα εδώ». 17«Δεν έχω άντρα», απάντησε η γυναίκα. Ο Ιησούς της λέει: «Σωστά είπες, "δεν έχω άντρα" 18 γιατί πέντε άντρες πήρες κι αυτός που μαζί του τώρα ζεις δεν είναι άντρας σου· αυτό που είπες είναι αλήθεια». 19Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, βλέπω ότι εσύ είσαι προφήτης 20 οι προπάτορές μας λάτρεψαν το Θεό σ αυτό το βουνό" εσείς όμως λέτε ότι στα Ιεροσόλυμα βρίσκεται ο τόπος όπου πρέπει κανείς να τον λατρεύει». 21 «Πίστεψε με, γυναίκα», της λέει τότε ο Ιησούς, «είναι κοντά ο καιρός που δε θα λατρεύετε τον Πατέρα ούτε σ αυτό το βουνό ούτε στα Ιε­ροσόλυμα. 22 Εσείς οι Σαμαρείτες λατρεύετε αυτό που δεν ξέρετε- εμείς όμως λατρεύ­ουμε αυτό που ξέρουμε, γιατί η σωτηρία έρ­χεται στον κόσμο από τους Ιουδαίους. 23 Είναι όμως κοντά ο καιρός, ήρθε κιόλας, που οι πραγματικοί λατρευτές θα λατρεύσουν τον Πατέρα με τη δύναμη του Πνεύματος, που αποκαλύπτει την αλήθεια γιατί έτσι τους θέλει ο Πατέρας αυτούς που τον λα­τρεύουν. 24 Ο Θεός είναι πνεύμα. Κι αυτοί που τον λατρεύουν πρέπει να τον λατρεύ­ουν με τη δύναμη του Πνεύματος, που φανερώνει την αλήθεια». 25 Του λέει τότε η γυ­ναίκα: «Ξέρω ότι θα έρθει ο Μεσσίας, δηλα­δή ο Χριστός· όταν έρθει εκείνος, θα μας τα εξηγήσει όλα». 26 «Εγώ είμαι», της λέει ο Ιη­σούς, «εγώ, που σου μιλάω αυτή τή στιγμή». 27 Εκείνη την ώρα ήρθαν οι μαθητές του κι απορούσαν που συνομιλούσε με γυναίκα. Βέβαια, κανείς δεν του είπε «τι συζητάς;» ή «γιατί μιλάς μαζί της;» 28 Τότε η γυναίκα ά­φησε τη στάμνα της, πήγε στην πόλη κι άρ­χισε να λέει στον κόσμο: 29 «Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο που μου είπε όλα όσα έχω κάνει στη ζωή μου- μήπως είναι αυτός ο Μεσσίας;» Βγήκαν, λοιπόν, από την πόλη κι έρχονταν σ αυτόν.
31 Στο μεταξύ οι μαθητές τον παρακαλού­σαν και του έλεγαν: «Διδάσκαλε, φάε κάτι». 32 Αυτός όμως τους είπε: «Εγώ έχω να φάω τροφή που εσείς δεν την ξέρετε». 33 Οι μα­θητές έλεγαν μεταξύ τους: «Μήπως του φερε κανείς να φάει;» 34 Αλλά ο Ιησούς τους είπε: «Δικιά μου τροφή είναι να εκτε­λώ το θέλημα εκείνου που με έστειλε, και να φέρω σε πέρας το έργο του. 35 Εσείς συ­νηθίζετε να λέτε "τέσσερις μήνες ακόμη, κι έφτασε ο θερισμός". Εγώ σας λέω: σηκώστε τα μάτια σας και κοιτάξτε τα χωράφια. Ασπροκοπούν από τα στάχυα τα ώριμα, έ­τοιμα κιόλας για το θερισμό. 36 Ο θεριστής αμείβεται για τη δουλειά του και συνάζει καρπό για την αιώνια ζωή, έτσι ώστε μαζί να χαίρονται κι αυτός που σπέρνει κι αυτός που θερίζει. 37 Γιατί εδώ αληθεύει η παροι­μία "άλλος είναι που σπέρνει κι άλλος που θερίζει". 38 Εγώ σας έστειλα να θερίσετε καρπό που γι αυτόν εσείς δεν κοπιάσατε· άλλοι μόχθησαν, κι εσείς μπήκατε εκεί να θερίσετε το δικό τους κόπο».

39 Πολλοί από τους Σαμαρείτες εκείνης της πόλης πίστεψαν σ αυτόν, εξαιτίας της μαρτυρίας της γυναίκας που έλεγε: «Μου είπε όλα όσα έχω κάνει». 40 «Όταν λοιπόν οι Σαμαρείτες ήρθαν κοντά του, τον παρακα­λούσαν να μείνει μαζί τους· κι έμεινε εκεί δύο μέρες. 41 Έτσι, πίστεψαν πολύ περισσό­τεροι ακούγοντας τα λόγια του 42 κι έλεγαν στη γυναίκα: «Η πίστη μας δε στηρίζεται πια στα δικά σου λόγια· γιατί εμείς οι ίδιοι τον έχουμε τώρα ακούσει και ξέρουμε πως πραγματικά αυτός είναι ο σωτήρας του κό­σμου, ο Χριστός».


2. Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΡΟΦΟΙΝΙΚΙΣΣΑ ΕΛΛΗΝΙΔΑ

Τον παρακάτω διάλογο του Ιησού με την Συροφοίνισσα ή Χαναναία γυναίκα, μας τον διασώζουν δύο Συνοπτικοί ιεροί Ευαγγελιστές, όπως ο Ματθαίος και ο Μάρκος, ο οποίος μάλιστα διευκρινίζει ότι: «η δε γυνή ην Ελληνίς, Συροφοίνισσα τω γένει» !
Ας διαβάσουμε, όμως, και τους δύο ευαγγελιστές που μνημονεύουν το γεγονός, αρχής γινομένης με τον Ματθαίο (15, 21-28):

«21 Και εξελθών εκείθεν ο Ιησοῦς ανεχώρησεν εις τα μέρη Τυρου και Σιδώνος. 22 και ιδού γυνή Χαναναία από των ορίων εκείνων εξελθούσα εκραύγαζεν αυτώ λέγουσα· ελέησόν με, Κύριε, υιέ Δαυίδ· η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται. 23 ο δε ουκ απεκρίθη αυτή λόγον. και προσελθόντες οι μαθηταί αυτού ηρώτων αυτόν λέγοντες· απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών. 24 ο δε αποκριθείς είπεν· ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ. 25 η δε ελθούσα προσεκύνησεν αυτώ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι. 26 ο δε αποκριθείς είπεν· ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις. 27 η δε είπε· ναι, Κύριε· και γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψυχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών. 28 τότε αποκριθείς ο Ιησοῦς είπεν αυτή· ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις! γενηθήτω σοι ως θέλεις. και ιάθη η θυγάτηρ αυτής από της ώρας εκείνης

Νεοελληνική απόδοση:

«21 0 Ιησούς άφησε τον τόπο εκείνο κι αναχώρησε για την περιοχή της Τύρου και της Σιδώνας. 22 Τότε μια γυναίκα Χαναναία βγήκε έξω από τα όρια της περιοχής εκείνης και του φώνα­ζε δυνατά: «Ελέησε με, Κύριε, *Υιέ του Δαβίδ. Η θυγατέρα μου βασανίζεται από δαιμόνιο». 23 Αυτός δεν της απαντούσε λέξη. Τον πλησίασαν τότε οι μαθητές του και τον παρακαλούσαν: «Διώξε την, γιατί μας ακολουθεί και φωνάζει». 24 Ο Ιησούς είπε: «Έχω αποσταλεί μόνο για τους πλανεμένους Ισραηλίτες». 25 Ε­κείνη όμως ήρθε και τον προσκύνησε λέγοντας: «Κύριε, βοήθη­σε με». 26 Αυτός της αποκρίθηκε: «Δεν είναι σωστό να πάρει κα­νείς το ψωμί των παιδιών και να το πετάξει στα σκυλιά». 27 «Ναι, Κύριε», είπε εκείνη, «αλλά και τα σκυλιά τρώνε από τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των κυρίων τους». 28Τότε ο Ιησούς Γης απάντησε: «Μεγάλη είναι η πίστη σου, γυναίκα! Ας γίνει ό­πως το θέλεις». Κι από κείνη την ώρα γιατρεύτηκε η θυγατέρα της.»

Συνεχίζουμε, όμως, με τον ευαγγελιστή Μάρκο, που μας δίδει και το διαφωτιστικό στοιχείο της Ελληνίδος Συροφοίνισσας. Γράφει, λοιπόν, ο Μάρκος (7, 24-30):

«24 Και εκείθεν αναστάς απήλθεν εις τα μεθόρια Τυρου και Σιδώνος. και εισελθών εις οικίαν ουδένα ήθελε γνώναι, και ουκ ηδυνήθη λαθείν. 25 ακούσασα γαρ γυνή περί αυτού, ης είχε το θυγάτριον αυτής πνεύμα ακάθαρτον, ελθούσα προσέπεσε προς τους πόδας αυτού· 26 η δε γυνή ην Ελληνίς, Συροφοινίκισσα τω γένει· και ηρώτα αυτόν ίνα το δαιμόνιον εκβάλη εκ της θυγατρός αυτής. 27 ο δε Ιησοῦς είπεν αυτή· άφες πρώτον χορτασθήναι τα τέκνα· ου γαρ εστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και τοις κυναρίοις βαλείν. 28 η δε απεκρίθη και λέγει αυτώ· ναι, Κύριε· και τα κυνάρια υποκάτω της τραπέζης εσθίουσιν από των ψιχίων των παιδίων. 29 και είπεν αυτή· δια τούτον τον λόγον ύπαγε· εξελήλυθε το δαιμόνιον εκ της θυγατρός σου. 30 και απελθούσα εις τον οίκον αυτής εύρε το παιδίον βεβλημένον επί την κλίνην και το δαιμόνιον εξεληλυθός.»

Νεοελληνική απόδοση:

«24 0 Ιησούς έφυγε απ' εκεί και πήγε στην περιοχή της Τύ­ρου και της Σιδώνας. Μπήκε σ' ένα σπίτι και ήθελε να μην τον αντιληφθεί κανείς· δεν μπόρεσε όμως να ξεφύγει την προσοχή ίου κόσμου. 25 Μόλις πληροφορήθηκε γι' αυτόν κάποια γυναί­κα που το κορίτσι της κατεχόταν από δαιμονικό πνεύμα, ήρθε κι έπεσε στα πόδια του. 26 Η γυναίκα αυτή ήταν ειδωλολάτρισσα και καταγόταν από τη Φοινίκη της Συρίας. Παρακαλούσε, λοιπόν, τον Ιησού να θεραπεύσει το κορίτσι της από το δαιμό­νιο. 21 Εκείνος όμως της είπε: «Άσε πρώτα να χορτάσουν τα παι­διά, γιατί δεν είναι σωστό να πάρει κανείς το ψωμί των παιδιών και να το πετάξει στα σκυλιά». 28 «Ναι, Κύριε», του αποκρίθηκε η γυναίκα, «αλλά και τα σκυλιά τρώνε από τα ψίχουλα των παι­διών, που πέφτουν από το τραπέζι». 29 Της είπε τότε ο Ιησούς: «Γί αυτό το λόγο που είπες, πήγαινε· το κορίτσι σου έχει κιό­λας θεραπευτεί από το δαιμόνιο». 30 Η γυναίκα επέστρεψε στο σπίτι της και βρήκε το παιδί ξαπλωμένο στο κρεβάτι και θερα­πευμένο.»


3. Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΜΕ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟ ΣΤΗΝ ΓΑΛΙΛΑΙΑ

Το παρακάτω κείμενο που ακολουθεί είναι κάτι που ενδιαφέρει εξαιρετικά τους Έλληνες, δεδομένου ότι πρόκειται για ένα διάλογο μεταξύ ενός αξιωματούχου του βασιλιά, που ο γιος του ήταν βαριά άρρωστος στην Καπερναούμ. Ο διάλογος αυτός, λοιπόν, σε μία περιοχή, όπως στην εξελληνισμένη Γαλιλαία, δεν θα μπορούσε να γίνει παρά μονάχα στην ελληνική γλώσσα .
Ας δούμε καλύτερα τι λέει ο Ιωάννης (4, 43-54):

«43 Μετά δε τας δύο ημέρας εξήλθεν εκείθεν και απήλθεν εις την Γαλιλαίαν. 44 αυτός γαρ ο Ιησούς εμαρτύρησεν ότι προφήτης εν τη ιδία πατρίδι τιμήν ουκ έχει. 45 ότε ουν ήλθεν εις την Γαλιλαίαν, εδέξαντο αυτόν οι Γαλιλαίοι, πάντα εωρακότες α εποίησεν εν Ιεροσολύμοις εν τη εορτή· και αυτοί γαρ ήλθον εις την εορτήν. 

46 Ηλθεν ουν πάλιν ο Ιησούς εις την Κανά της Γαλιλαίας, όπου εποίησε το ύδωρ οίνον. και ην τις βασιλικός, ου ο υιός ησθένει εν Καπερναούμ· 47 ούτος ακούσας ότι Ιησούς ήκει εκ της Ιουδαίας εις την Γαλιλαίαν, απήλθε προς αυτόν και ηρώτα αυτόν ίνα καταβή και ιάσηται αυτού τον υιόν· ήμελλε γαρ αποθνήσκειν. 48 είπεν ουν ο Ιησούς προς αυτόν· εάν μη σημεία και τέρατα ίδητε, ου μη πιστεύσητε. 49 λέγει προς αυτόν ο βασιλικός· Κύριε, κατάβηθι πριν αποθανείν το παιδίον μου. 50 λέγει αυτώ ο Ιησούς· πορεύου· ο υιός σου ζη. και επίστευσεν ο άνθρωπος τω λόγω ω είπεν αυτώ ο Ιησούς, και επορεύετο. 51 ήδη δε αυτού καταβαίνοντος οι δούλοι αυτού απήντησαν αυτώ και απήγγειλαν λέγοντες ότι ο παις σου ζη. 52 επύθετο ουν παρ αυτών την ώραν εν η κομψότερον έσχε. και είπον αυτώ ότι χθες ώραν εβδόμην αφήκεν αυτόν ο πυρετός. 53 έγνω ουν ο πατήρ ότι εν εκείνη τη ώρα εν η είπεν αυτώ ο Ιησούς ότι ο υιός σου ζη· και επίστευσεν αυτός και η οικία αυτού όλη. 54 Τούτο πάλιν δεύτερον σημείον εποίησεν ο Ιησούς ελθών εκ της Ιουδαίας εις την Γαλιλαίαν.»

Νεοελληνική απόδοση:

« Ύστερα απ αυτές τις δύο μέρες, ο Ιησούς έφυγε από κει για τη Γαλιλαία. 44 Βέβαια, ο ίδιος ο Ιησούς είχε πει: «Τον προφήτη δεν τον εκτιμούν στην πατρίδα του». 45 Όταν όμως ήρθε στη Γαλιλαίο, οι Γαλιλαίοι τον υποδέχτηκαν, γιατί είχαν πάει κι αυτοί στα Ιεροσόλυμα για τη γιορτή και είχαν δει όλα όσα είχε κάνει εκείνο τον καιρό εκεί.

46 Ο Ιησούς ήρθε πάλι στην Κανά της Γαλιλαίας, όπου είχε κάνει το νερό κρασί. Κάποιος αξιωματούχος του βασιλιά, που ο γιος του ήταν βαριά άρρωστος στην Καπερναούμ, 47 μόλις έμαθε πως ο Ιησούς ήρθε από την Ιουδαία στη Γαλιλαία, έτρεξε κοντά του και τον παρακαλούσε να κατεβεί ως την Καπερναούμ, να γιατρέψει το γιο του, που ήταν ετοιμοθάνατος. 48 Τότε ο Ιησούς του είπε: «Αν δε δείτε εσείς σημεία και τέρατα, δεν πρόκειται να πιστέψετε». 49 Του είπε τότε ο αξιωματούχος: «Κύριε, έλα πριν πεθάνει το παιδί μου». 50 «Πήγαινε στο σπίτι σου», του λέει ο Ιησούς, «ο γιος σου σώθηκε». Ο άνθρωπος πίστεψε στο λόγο που του είπε ο Ιησούς και ξεκίνησε. 51 Πραγματικά, καθώς κατέβαινε πια, οι υπηρέτες του ήρθαν να τον προϋπαντήσουν και του ανακοίνωσαν: «Το παιδί σου είναι καλά». 52 Τους ρώτησε τότε να μάθει τι ώρα άρχισε να πηγαίνει προς το καλύτερο. «Χθες, στη μία το μεσημέρι», του λένε, «του πεσε ο πυρετός». 53 Ο πατέρας κατάλαβε τότε, πως αυτή ήταν ακριβώς η ώρα που ο Ιησούς του είπε, «ο γιος σου σώθηκε». Έτσι πίστεψε αυτός και όλη του η οικογένεια. 54 Αυτό ήταν το δεύτερο σημείο που έκανε ο Ιησούς όταν ήρθε από την Ιουδαία στη Γαλιλαία.».


4. Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΜΕ ΤΟΥΣ ΔΕΚΑ ΛΕΠΡΟΥΣ

Άλλος ένας διάλογος του Ιησού, που διαβάζουμε μέσα στο ευαγγέλιο και λαμβάνει χώρα στην περιοχή μεταξύ Σαμάρειας και Γαλιλαίας, είναι αυτός που μνημονεύει ο ευαγγελιστής Λουκάς (17, 11-19) και τον οποίον μπορούμε να παρακολουθήσουμε λόγω του συγκινητικού χαρακτήρος του ευγνώμονος λεπρού:

«11 Και εγένετο εν τω πορεύεσθαι αυτόν εις Ιερουσαλὴμ και αυτός διήρχετο δια μέσου Σαμαρείας και Γαλιλαίας.

12 και εισερχομένου αυτού εις τινα κώμην απήντησαν αυτώ δέκα λεπροί άνδρες, οι έστησαν πόρρωθεν, 13 και αυτοί ήραν φωνήν λέγοντες· Ιησοῦ επιστάτα, ελέησον ημάς.

14 και ιδών είπεν αυτοίς· πορευθέντες επιδείξατε εαυτούς τοις ιερεύσι. και εγένετο εν τω υπάγειν αυτούς εκαθαρίσθησαν. 15 είς δε εξ αυτών, ιδών ότι ιάθη, υπέστρεψε μετά φωνής μεγάλης δοξάζων τον Θεόν, 16 και έπεσεν επί πρόσωπον παρά τους πόδας αυτού ευχαριστών αυτώ· και αυτός ην Σαμαρείτης. 17 αποκριθείς δε ο Ιησούς είπεν· ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν; οι δε εννέα πού; 18 ουχ ευρέθησαν υποστρέψαντες δούναι δόξαν τω Θεώ ει μη ο αλλογενής ούτος; 19 και είπεν αυτώ· αναστάς πορεύου· η πίστις σου σέσωκέ σε.»

Νεοελληνική απόδοση:

«11 Πηγαίνοντας ο Ιησούς προς την Ιερου­σαλήμ, περνούσε ανάμεσα από τη Σαμάρεια και τη Γαλιλαία. 12 Καθώς έμπαινε σ ένα χωριό, τον συνάντησαν δέκα λεπροί στάθηκαν λοιπόν από μακριά 13 και του φώ­ναζαν δυνατά: «Ιησού, αφέντη, ελέησε μας!» 14 Βλέποντας τους εκείνος τους είπε: «Πηγαίνετε να σας εξετάσουν οι ιερείς». Και καθώς πήγαιναν, καθαρίστηκαν από τη λέπρα. 15 Ένας απ αυτούς, όταν είδε ότι θε­ραπεύτηκε, γύρισε δοξάζοντας με δυνατή φωνή το Θεό, 16 έπεσε με το πρόσωπο στα πόδια του Ιησού και τον ευχαριστούσε. Κι αυτός ήταν Σαμαρείτης. 17 Τότε ο Ιησούς εί­πε: «Δε θεραπεύτηκαν και οι δέκα; Οι άλλοι εννιά πού είναι; 18 Κανένας τους δε βρέθηκε να γυρίσει να δοξάσει το Θεό παρά μόνο τούτος εδώ ο αλλοεθνής;» 19 »Και σ αυτόν είπε: «Σήκω και πήγαινε στο καλό- η πίστη σου σε έσωσε».

Αλλοεθνής, λοιπόν, ο ευγνώμων λεπρός, αλλά ποιας εθνικότητας;


5. Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΝΤΙΟ ΠΙΛΑΤΟ

ΕΙΝΑΙ γνωστό, ότι ο Ιησούς Χριστός, όπως γράφουμε και μέσα στο βιβλίο μας «Ιησούς Χριστός: Ελληνισμός-Χριστιανισμός», στη συνάντηση που είχε με τον Πόντιο Πιλάτο, πρέπει να μίλησε ελληνικά, δεδομένου ότι δεν εμφανίζεται πουθενά η ύπαρξη διερμηνέα. Πάντα ταύτα υπό την προϋπόθεση ότι η μοναδική διαδεδομένη γλώσσα που γνώριζαν οι κάτοικοι της περιοχής εκείνης και που μιλούσαν σχεδόν όλοι οι κατοικούντες την Παλαιστίνη ήταν η ελληνική. Άλλωστε και ο Πόντιος Πιλάτος, ως ευγενής Ρωμαίος, πέραν της μητρικής γλώσσας του, που ήταν η Λατινική, θα μιλούσε αναντίρρητα και την ελληνική, που γνώριζαν όλοι οι σύγχρονοί του ευγενείς Ρωμαίοι, οι οποίοι την χρησιμοποιούσαν ως μία καθημερινή πρακτική.

Γράφει ο πανεπιστημιακός δάσκαλος Λουκάς Χαρ. Φίλης:

«Αλλά και η διαλογική συζήτηση μεταξύ Πιλάτου και αρχιερέων πρεσβυτέρων διεξήχθη και αυτή στην Κοινή Ελληνική γλώσσα. Τούτο συνάγεται από το γεγονός ότι ο Πιλάτος, ως αντιπρόσωπος της κραταιάς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, έπρεπε να συνδιαλέγεται με τους αρχιερείς και πρεσβυτέρους στην Κοινή Ελληνική, την οποία όλοι γνώριζαν αρκετά καλά, ενώ τη Λατινική δε φαίνεται να γνώριζαν οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι. Όσο για την κλασσική Εβραϊκή, ήταν αδύνατον να τη γνώριζε ο Πιλάτος, καθόσον ήταν, τότε, και μια απαρχαιωμένη γλώσσα, την οποία πολύ λίγοι τη γνώριζαν, ήτοι οι λόγιοι και μορφωμένοι Εβραίοι. Η Αραμαϊκή γλώσσα εθεωρείτο, τότε, ασήμαντη γλώσσα. Έτσι, απομένει, ως μόνη γλώσσα, στην οποία διεξήχθη ο μεταξύ αυτών διάλογος, η Κοινή Ελληνική, η οποία ήταν η επίσημη γλώσσα κατά την εν λόγω εποχή ολόκληρης της Παλαιστίνης. Τούτο σημαίνει, ότι και η διαλογική συζήτηση μεταξύ των λοιπών προσώπων διεξήχθη στην ίδια Κοινή Ελληνική γλώσσα» («Η “Κοινή” ως γλώσσα του Ιησού και των 27 βιβλίων της Κ.Δ.», Εκδόσεις Συμμετρία, Αθήνα 1993, σελίδα 224).

Θα δούμε τώρα τον διάλογο αυτό υπό την συνολική ευαγγελική οπτική, δηλαδή και των τεσσάρων ευαγγελιστών, δεδομένου ότι ένα παρόμοιο γεγονός δεν θα μπορούσε να τύχει της αδιαφορίας των ιερών συγγραφέων των ευαγγελίων.

Γράφει, λοιπόν, ο ευαγγελιστής Ματθαίος (27, 1-26)

«ΠΡΩΪΑΣ δε γενομένης συμβούλιον έλαβον πάντες οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού κατά του Ιησοῦ ώστε θανατώσαι αυτόν· 2 και δήσαντες αυτόν απήγαγον και παρέδωκαν αυτόν Ποντίω Πιλάτω τω ηγεμόνι. 3 Τοτε ιδών Ιούδας ο παραδιδούς αυτόν ότι κατεκρίθη, μεταμεληθείς απέστρεψε τα τριάκοντα αργύρια τοις αρχιερεύσι και τοις πρεσβυτέροις 4 λέγων· ήμαρτον παραδούς αίμα αθώον. οι δε είπον· τι προς ημάς; συ όψει. 5 και ρίψας τα αργύρια εν τω ναώ ανεχώρησε, και απελθών απήγξατο. 6 οι δε αρχιερείς λαβόντες τα αργύρια είπον· ουκ έξεστι βαλείν αυτά εις τον κορβανάν, επεί τιμή αίματός εστι. 7 συμβούλιον δε λαβόντες ηγόρασαν εξ αυτών τον αγρόν του κεραμέως εις ταφήν τοις ξένοις· 8 διο εκλήθη ο αγρός εκείνος αγρός αίματος έως της σήμερον. 9 τότε επληρώθη το ρηθέν δια Ιερεμίου του προφήτου λέγοντος· και έλαβον τα τριάκοντα αργύρια, την τιμήν του τετιμημένου ον ετιμήσαντο από υιών Ισραήλ, 10 και έδωκαν αυτά εις τον αγρόν του κεραμέως, καθά συνέταξέ μοι Κυριος. 11 Ο δε Ιησούς έστη έμπροσθεν του ηγεμόνος· και επηρώτησεν αυτόν ο ηγεμών λέγων· συ ει ο βασιλεύς των Ιουδαίων; ο δε Ιησούς έφη αυτώ· συ λέγεις. 12 και εν τω κατηγορείσθαι αυτόν υπό των αρχιερέων και των πρεσβυτέρων ουδέν απεκρίνατο. 13 τότε λέγει αυτώ ο Πιλάτος· ουκ ακούεις πόσα σου καταμαρτυρούσι; 14 και ουκ απεκρίθη αυτώ προς ουδέ εν ρήμα, ώστε θαυμάζειν τον ηγεμόνα λίαν. 15 Κατά δε εορτήν ειώθει ο ηγεμών απολύειν ένα τω όχλω δέσμιον, ον ήθελον. 16 είχον δε τότε δέσμιον επίσημον λεγόμενον Βαραββάν. 17 συνηγμένων ουν αυτών είπεν αυτοίς ο Πιλάτος· τίνα θέλετε απολύσω υμίν; Βαραββάν ή Ιησοῦν τον λεγόμενον Χριστόν; 18 ήδει γαρ ότι δια φθόνον παρέδωκαν αυτόν. 19 Καθημένου δε αυτού επί του βήματος απέστειλε προς αυτόν η γυνή αυτού λέγουσα· μηδέν σοι και τω δικαίω εκείνω· πολλά γαρ έπαθον σήμερον κατ όναρ δι αὐτόν. 20 Οι δε αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι έπεισαν τους όχλους ίνα αιτήσωνται τον Βαραββάν, τον δε Ιησοῦν απολέσωσιν. 21 αποκριθείς δε ο ηγεμών είπεν αυτοίς· τίνα θέλετε από των δύο απολύσω υμίν; οι δε είπον· Βαραββάν. 22 λέγει αυτοίς ο Πιλάτος· τι ουν ποιήσω Ιησοῦν τον λεγόμενον Χριστόν; λέγουσιν αυτώ πάντες· σταυρωθήτω. 23 ο δε ηγεμών έφη· τι γαρ κακόν εποίησεν; οι δε περισσώς έκραζον λέγοντες· σταυρωθήτω. 24 ιδών δε ο Πιλάτος ότι ουδέν ωφελεί, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται, λαβών ύδωρ απενίψατο τας χείρας απέναντι του όχλου λέγων· αθώός ειμι από του αίματος του δικαίου τούτου· υμείς όψεσθε. 25 και αποκριθείς πας ο λαός είπε· το αίμα αυτού εφ ἡμᾶς και επί τα τέκνα ημών. 26 τότε απέλυσεν αυτοίς τον Βαραββάν, τον δε Ιησοῦν φραγελλώσας παρέδωκεν ίνα σταυρωθή

Νεοελληνική απόδοση:

«Όταν ξημέρωσε, συνεδρίασαν όλοι οι "αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του συνεδρίου κι αποφάσισαν να καταδικάσουν σε θάνατο τον Ιησού. 2Αφου λοιπόν τον έδεσαν, τον πήγαν και τον παρέδωσαν στον Πόντιο Πιλάτο, το Ρωμαίο διοικητή.

3 Όταν ο Ιούδας που τον είχε προδώσει έμαθε πως καταδικάστηκε ο Ιησούς, μεταμελήθηκε επέστρεψε τα τριάντα αργύρια στους αρχιερείς και στους πρεσβυτέρους του συνεδρίου 4 και τους είπε: «Αμάρτησα, γιατί έστειλα στο θάνατο έναν αθώο». Εκείνοι όμως του αποκρίθηκαν: «Κι εμάς τι μας νοιάζει; Δικό σου είναι το κρίμα». 5 0 Ιούδας τότε πέταξε τα αργύρια στο ναό, έφυγε και πήγε και κρεμάστηκε. 6 Οι αρχιερείς μάζεψαν τα αργύρια και είπαν: «Αυτά τα χρήματα στάζουν αίμα και δεν επιτρέπεται να μπουν στο χρηματοκιβώτιο του ναού». 7 Έκαναν σύσκεψη κι αποφάσισαν ν αγοράσουν μ αυτά το χωράφι του κεραμέα, για να θάβουν εκεί τους ξένους. 8 Γι αυτό, το χωράφι εκείνο ονομάστηκε «Αγρός Αίματος», κι έτσι λέγεται ως τα σήμερα.9 Βγήκε έτσι αληθινό αυτό που είχε προφητέψει ο Ιερεμίας: Και πήραν τα τριάντα αργύρια, όσο τον εκτίμησαν οι Ισραηλίτες πως αξίζει, και τα έδωσαν για το χωράφι του κεραμέα, όπως με πρόσταξε ο Κύριος.

11 0 Ιησούς στάθηκε μπροστά στο Ρωμαίο διοικητή, κι εκείνος άρχισε την ανάκριση: «Εσύ είσαι λοιπόν ο βασιλιάς των Ιουδαίων;» Ο Ιησούς του αποκρίθηκε: «Ναι, όπως το λες». 12 Άρχισαν τότε να τον κατηγορούν οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι, μα αυτός δεν έδινε καμιά απάντηση. 13 «Δεν ακούς πόσα σου καταμαρτυρούν;» του λέει ο Πιλάτος. 14 Ο Ιησούς όμως δεν έδινε καμιά απάντηση, κι ο διοικητής απόρησε πολύ γι αυτό.

15 Υπήρχε η συνήθεια κάθε Πάσχα να ελευθερώνει ο Ρωμαίος διοικητής έναν φυλακισμένο, όποιον θα του ζητούσε ο λαός. 16 Στις φυλακές βρισκόταν τότε ένας πασίγνωστος φυλακισμένος, που λεγόταν Βαραββάς. 17 Όταν συγκεντρώθηκε λοιπόν το πλήθος, ο Πιλάτος τους ρώτησε: «Ποιον θέλετε να ελευθερώσω; Το Βαρραβά ή τον Ιησού, που τον λένε και Μεσσία;» 18 Γιατί είχε καταλάβει πως από φθόνο και μόνο του είχαν παραδώσει τον Ιησού.

19 Ενώ καθόταν στη δικαστική του έδρα, η γυναίκα του του έστειλε με κάποιον ετούτο το μήνυμα: «Μην κάνεις τίποτα εναντίον αυτού του αθώου, γιατί πολύ ταλαιπωρήθηκα απόψε στ όνειρό μου εξαιτίας του».

20 Στο μεταξύ οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του συνεδρίου έπεισαν το πλήθος να ζητήσουν να ελευθερωθεί ο Βαρραβάς και να θανατωθεί ο Ιησούς. 21 Όταν λοιπόν τους ξαναρώτησε ο διοικητής: «Ποιον από τους δύο θέλετε να σας ελευθερώσω;» το πλήθος αποκρίθηκε: «Το Βαρραβά!» 22 Τους λέει ο Πιλάτος: «Και τι να τον κάνω τον Ιησού, που τον λένε Χριστό;» Κι όλοι του λένε: «Να σταυρωθεί!» 23 0 Πιλάτος ξαναρωτά: «Γιατί; Τι κακό έκανε;» Το πλήθος όμως κραύγαζε με περισσότερη δύναμη: «Να σταυρωθεί!»

24 Όταν είδε ο Πιλάτος πως έτσι δεν πετυχαίνει τίποτα, αλλά αντίθετα γίνεται περισσότερη αναταραχή, πήρε νερό και ένιψε τα χέρια του μπροστά στο πλήθος, λέγοντας: «Εγώ είμαι αθώος για το αίμα αυτού του δικαίου· το κρίμα πάνω σας». 25 Τότε αποκρίθηκε όλος ο λαός και είπε: «Το αίμα του πάνω μας και πάνω στα παιδιά μας». 26 Ετσι τους απέλυσε το Βαρραβά, ενώ τον Ιησού τον μαστίγωσε και τον παρέδωσε να σταυρωθεί.».

Διαβάζουμε τώρα την αναφορά που κάνει για το θέμα αυτό ο ευαγγελιστής Μάρκος (15, 1-15):

«ΚΑΙ ευθέως επί το πρωί συμβούλιον ποιήσαντες οι αρχιερείς μετά των πρεσβυτέρων και γραμματέων και όλον το συνέδριον, δήσαντες τον Ιησοῦν απήνεγκαν και παρέδωκαν τω Πιλάτω. 2 και επηρώτησεν αυτόν ο Πιλάτος· συ ει ο βασιλεύς των Ιουδαίων; ο δε αποκριθείς είπεν αυτώ· συ λέγεις. 3 και κατηγόρουν αυτού οι αρχιερείς πολλά, αυτός δε ουδέν απεκρίνατο. 4 ο δε Πιλάτος πάλιν επηρώτα αυτόν λέγων· ουκ αποκρίνη ουδέν; ίδε πόσα σου καταμαρτυρούσιν. 5 ο δε Ιησούς ουκέτι ουδέν απεκρίθη, ώστε θαυμάζειν τον Πιλάτον. 6 Κατά δε εορτήν απέλυεν αυτοίς ένα δέσμιον, όνπερ ητούντο. 7 ην δε ο λεγόμενος Βαραββάς μετά των συστασιαστών δεδεμένος, οίτινες εν τη στάσει φόνον πεποιήκεισαν. 8 και αναβοήσας ο όχλος ήρξατο αιτείσθαι καθώς αεί εποίει αυτοίς. 9 ο δε Πιλάτος απεκρίθη αυτοίς λέγων· θέλετε απολύσω υμίν τον βασιλέα των Ιουδαίων; 10 εγίνωσκε γαρ ότι δια φθόνον παραδεδώκεισαν αυτόν οι αρχιερείς. 11 οι δε αρχιερείς ανέσεισαν τον όχλον ίνα μάλλον τον Βαραββάν απολύση αυτοίς. 12 ο δε Πιλάτος αποκριθείς πάλιν είπεν αυτοίς· τι ουν θέλετε ποιήσω ον λέγετε τον βασιλέα των Ιουδαίων; 13 οι δε πάλιν έκραξαν· σταύρωσον αυτόν. 14 ο δε Πιλάτος έλεγεν αυτοίς· τι γαρ εποίησε κακόν; οι δε περισσοτέρως έκραξαν· σταύρωσον αυτόν. 15 ο δε Πιλάτος βουλόμενος τω όχλω το ικανόν ποιήσαι, απέλυσεν αυτοίς τον Βαραββάν, και παρέδωκε τον Ιησοῦν φραγελλώσας ίνα σταυρωθή.».

Νεοελληνική απόδοση:

«Νωρίς το πρωί οι αρχιερείς με τους πρεσβυτέρους και τους γραμματείς κι ολόκληρο το συνέδριο συγκεντρώθηκαν και πήραν την απόφαση: έδεσαν τον Ιησού, και τον πήγαν και τον παρέδωσαν στον Πιλάτο.

2 Ο Πιλάτος τον ρώτησε: «Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;» Ο Ιησούς του αποκρίθηκε: «Ναι, όπως το λες». 3 Οι αρχιερείς τότε τον κατηγορούσαν για πολλά. Ο Ιησούς όμως δεν έδωσε καμιά απόκριση. 4 Ο Πιλάτος πάλι τον ρώτησε: «Τίποτα δεν αποκρίνεσαι; Κοίτα για πόσα σε κατηγορούν». 5 Ο Ιησούς όμως δεν αποκρίθηκε πια τίποτε, έτσι που ο Πιλάτος να απορεί.

6 Κάθε Πάσχα ο Πιλάτος απέλυε ένα φυλακισμένο, όποιον ζητούσε ο λαός. 7 Ήταν τότε φυλακισμένος κάποιος που λεγόταν Βαραββάς, μαζί με άλλους στασιαστές, που κατά την εξέγερση είχαν διαπράξει φόνο. 8 Το πλήθος άρχισε να ζητάει με κραυγές να κάνει ο Πιλάτος αυτό που έκανε πάντα. 9 Ο Πιλάτος τους ρώτησε: «θέλετε να σας ελευθερώσω το βασιλιά των Ιουδαίων;» Είχε καταλάβει ότι από φθόνο του τον είχαν παραδώσει οι αρχιερείς. 11 Οι αρχιερείς όμως ξεσήκωσαν τα πλήθη να προτιμήσουν να τους ελευθερώσει το Βαραββά. 12Ο Πιλάτος τους ξαναρώτησε: «Τι θέλετε, λοιπόν, να κάνω αυτόν που ονομάζετε βασιλιά των Ιουδαίων;» 13Αυτοι πάλι φώναζαν: «Σταύρω-σε τον!» 14«Μα γιατί, τι κακό έκανε;» τους έλεγε ο Πιλάτος. Αυτοί όμως με περισσότερη δύναμη κραύγαζαν: «Σταύρωσέ τον!»
Κι επειδή ο Πιλάτος ήθελε να ικανοποιήσει τα πλήθη, τους ελευθέρωσε το Βαραββά, ενώ τον Ιησού τον μαστίγωσε και τον παρέδωσε να σταυρωθεί.»

Ο τρίτος –κατά σειράν- ευαγγελιστής, που είναι ο ελληνικής καταγωγής Λουκάς, γράφει μεν για τον διάλογο Ιησού και Πιλάτου, αλλά προσθέτει και μία πολύ σημαντική μαρτυρία. Όταν ο Πιλάτος άκουσε ότι ο Ιησούς ήταν Γαλιλαίος (δηλαδή αλλοεθνής), τον έστειλε, για τα περαιτέρω, στον Ηρώδη: 

«Πιλάτος δε ακούσας Γαλιλαίαν επηρώτησεν ει ο άνθρωπος Γαλιλαίός εστι, 7 και επιγνούς ότι εκ της εξουσίας Ηρῴδου εστίν, ανέπεμψεν αυτόν προς Ηρῴδην, όντα και αυτόν εν Ιεροσολύμοις εν ταύταις ταις ημέραις.»

Γράφει, λοιπόν, ο Λουκάς (23, 1-25):

«ΚΑΙ αναστάν άπαν το πλήθος αυτών ήγαγον αυτόν επί τον Πιλάτον. 2 ήρξαντο δε κατηγορείν αυτού λέγοντες· τούτον εύρομεν διαστρέφοντα το έθνος και κωλύοντα Καίσαρι φόρους διδόναι, λέγοντα εαυτόν Χριστόν βασιλέα είναι. 3 ο δε Πιλάτος επηρώτησεν αυτόν λέγων· συ ει ο βασιλεύς των Ιουδαίων; ο δε αποκριθείς αυτώ έφη· συ λέγεις. 4 ο δε Πιλάτος είπε προς τους αρχιερείς και τους όχλους ότι ουδέν ευρίσκω αίτιον εν τω ανθρώπω τούτω. 5 οι δε επίσχυον λέγοντες ότι ανασείει τον λαόν διδάσκων καθ ὅλης της Ιουδαίας, αρξάμενος από της Γαλιλαίας έως ώδε.

6 Πιλάτος δε ακούσας Γαλιλαίαν επηρώτησεν ει ο άνθρωπος Γαλιλαίός εστι, 7 και επιγνούς ότι εκ της εξουσίας Ηρῴδου εστίν, ανέπεμψεν αυτόν προς Ηρῴδην, όντα και αυτόν εν Ιεροσολύμοις εν ταύταις ταις ημέραις. 8 ο δε Ηρῴδης ιδών τον Ιησοῦν εχάρη λίαν· ην γαρ εξ ικανού θέλων ιδείν αυτόν δια το ακούειν αυτόν πολλά περί αυτού, και ήλπιζέ τι σημείον ιδείν υπ΄ αυτού γινόμενον. 9 επηρώτα δε αυτόν εν λόγοις ικανοίς· αυτός δε ουδέν απεκρίνατο αυτώ. 10 ειστήκεισαν δε οι γραμματείς και οι αρχιερείς ευτόνως κατηγορούντες αυτού. 11 εξουθενήσας δε αυτόν ο Ηρῴδης συν τοις στρατεύμασιν αυτού και εμπαίξας, περιβαλών αυτόν εσθήτα λαμπράν ανέπεμψεν αυτόν τω Πιλάτω. 12 εγένοντο δε φίλοι ο τε Ηρῴδης και ο Πιλάτος εν αυτή τη ημέρα μετ αλλήλων· προϋπήρχον γαρ εν έχθρα όντες προς εαυτούς.

13 Πιλάτος δε συγκαλεσάμενος τους αρχιερείς και τους άρχοντας και τον λαόν 14 είπε προς αυτούς· προσηνέγκατέ μοι τον άνθρωπον τούτον ως αποστρέφοντα τον λαόν, και ιδού εγώ ενώπιον υμών ανακρίνας ουδέν εύρον εν τω ανθρώπω τούτω αίτιον ων κατηγορείτε κατ αὐτοῦ. 15 αλλ οὐδὲ Ηρῴδης· ανέπεμψα γαρ υμάς προς αυτόν· και ιδού ουδέν άξιον θανάτου εστί πεπραγμένον αυτώ. 16 παιδεύσας ουν αυτόν απολύσω. 17 ανάγκην δε είχεν απολύειν αυτοίς κατά εορτήν ένα. 18 ανέκραξαν δε παμπληθεί λέγοντες· αίρε τούτον, απόλυσον δε ημίν Βαραββάν· 19 όστις ην δια στάσιν τινά γενομένην εν τη πόλει και φόνον βεβλημένος εις την φυλακήν. 20 πάλιν ουν ο Πιλάτος προσεφώνησε, θέλων απολύσαι τον Ιησοῦν. 21 οι δε επεφώνουν λέγοντες· σταύρωσον σταύρωσον αυτόν. 22 ο δε τρίτον είπε προς αυτούς· τι γαρ κακόν εποίησεν ούτος; ουδέν άξιον θανάτου εύρον εν αυτώ· παιδεύσας ουν αυτόν απολύσω. 23 οι δε επέκειντο φωναίς μεγάλαις αιτούμενοι αυτόν σταυρωθήναι, και κατίσχυον αι φωναί αυτών και των αρχιερέων. 24 ο δε Πιλάτος επέκρινε γενέσθαι το αίτημα αυτών, 25 απέλυσε δε αυτοίς τον Βαραββάν τον δια στάσιν και φόνον βεβλημένον εις την φυλακήν, ον ητούντο, τον δε Ιησοῦν παρέδωκε τω θελήματι αυτών

Νεοελληνική απόδοση:

«Τότε όλα τα μέλη του συνεδρίου σηκώθηκαν και έσυραν τον Ιησού οτον Πιλάτο. 2 Εκεί άρχισαν να τον κατηγορούν λέγοντας: «Αυτόν εδώ τον πιάσαμε να ξεσηκώνει το λαό μας, να τον εμποδίζει να πληρώνει τους φόρους στον αυτοκράτορα, και να ισχυρίζεται για τον εαυτό του πως είναι ο βασιλιάς, ο Μεσσίας». 30 Πιλάτος τότε τον ρώτησε: «Ώστε εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;» Κι ο Ιησούς του αποκρίθηκε: «Ναι, όπως το λες». 4 Τότε ο Πιλάτος είπε στους αρχιερείς και στον όχλο: «Δε βρίσκω καμιά αιτία καταδίκης αυτού του ανθρώπου». 5 Εκείνοι όμως επέμεναν, και έλεγαν ότι αναστατώνει το λαό με όσα διδάσκει σε όλη την Ιουδαία. «Άρχισε από τη Γαλιλαίο και έφτασε ως εδώ», έλεγαν.

6 Οταν ο Πιλάτος άκουσε για Γαλιλαίο, ρώτησε να μάθει αν ο άνθρωπος αυτός είναι Γαλιλαίος. 7 Κι όταν διαπίστωσε ότι υπαγόταν στη δικαιοδοσία του Ηρώδη, τον παρέπεμψε στον Ηρώδη, που ήταν κι αυτός στα Ιεροσόλυμα εκείνες τις ημέρες.
8 Όταν ο Ηρώδης είδε τον Ιησού, χάρηκε πολύ. Γιατί από αρκετό καιρό ήθελε να τον δει, ύστερα από τα πολλά που άκουγε γι αυτόν έλπιζε μάλιστα να τον δει να κάνει και κανένα θαύμα. 9 Του έκανε πολλές ερωτήσεις, αυτός όμως δεν του έδινε καμιάν απάντηση. 10 Εκεί βρίσκονταν και οι αρχιερείς και οι γραμματείς, οι οποίοι τον κατηγορούσαν με πολύ πείσμα. 11 Τότε ο Ηρώδης με τους στρατιώτες του, αφού τον εξευτέλισε και τον περιγέλασε, τον έντυσε με μια μεγαλόπρεπη στολή και τον έστειλε πίσω στον Πιλάτο. 12 Εκείνη την ημέρα μάλιστα ο Ηρώδης και ο Πιλάτος συμφιλιώθηκαν μεταξύ τους1 πρωτύτερα οι σχέσεις τους ήταν εχθρικές.

13 Ο Πιλάτος συγκάλεσε τους αρχιερείς, τους άρχοντες των Ιουδαίων και το λαό 14και τους είπε: «Μου φέρατε εδώ αυτόν τον άνθρωπο, επειδή ξεσηκώνει το λαό. Είδατε, τον ανέκρινα μπροστά σας και δεν τον βρήκα ένοχο για τίποτε απ όσα τον κατηγορείτε· 15 ούτε όμως κι ο Ηρώδης, στον οποίο σας παρέπεμψα. Είναι φανερό ότι δεν έκανε τίποτε που ν αξίζει την καταδίκη του σε θάνατο. 16 Γι αυτό, λοιπόν, θα τον βασανίσω και θα τον απολύσω». 17 Αυτό το είπε γιατί ένα έθιμο υποχρέωνε τον Πιλάτο κατά την γιορτή να ελευθερώνει έναν φυλακισμένο για χάρη τους. 18 Όλο μαζί όμως το πλήθος κραύγαζε και έλεγε: «Θανάτωσε τον αυτόν κι ελευθέρωσε μας το Βαραββά». 19 Ο Βαραββάς είχε ριχτεί στη φυλακή για κάποια εξέγερση που είχε γίνει στην πόλη και για φόνο. 20 Ο Πιλάτος, λοιπόν, επειδή ήθελε να ελευθερώσει τον Ιησού, τους μίλησε ξανά-21 αυτοί όμως φώναζαν κι έλεγαν: «Σταύρω-σε τον, σταύρωσε τον!» 22 0 Πιλάτος τους είπε για τρίτη φορά: «Τι κακό έκανε ο άνθρωπος; Δεν του βρήκα τίποτα που να επισύρει τη θανατική καταδίκη· θα τον βασανίσω, λοιπόν, και θα τον ελευθερώσω». 23 Εκείνοι όμως επέμεναν με δυνατές φωνές ζητώντας να σταυρωθεί ο Ιησούς. Οι φωνές οι δικές τους και των αρχιερέων υπερίσχυαν 24 κι έτσι ο Πιλάτος αποφάσισε να κάνει δεκτό το αίτημα τους. 25 Τους ελευθέρωσε αυτόν που ζητούσαν, το Βαραββά, που ήταν φυλακισμένος για εξέγερση και φόνο-και τον Ιησού τούς τον παρέδωσε να τον κάνουν ο,τι ήθελαν.»

Θα κλείσουμε, λοιπόν, τον διάλογο Ιησού Χριστού και Ποντίου Πιλάτου με την αναφοράν του ευαγγελιστού Ιωάννου, ο οποίος διευκρινίζει κάτι πολύ σημαντικό. Όταν ο Πιλάτος , εκνευρισθείς με όλα όσα άκουγε, λέει στον Χριστό ότι «μήτι εγώ Ιουδαίός ειμι; το έθνος το σον και οι αρχιερείς παρέδωκάν σε εμοί», λαμβάνει αμέσως την απάντηση του Ιησού: «η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου· ει εκ του κόσμου τούτου ην η βασιλεία η εμή, οι υπηρέται αν οι εμοί ηγωνίζοντο, ίνα μη παραδοθώ τοις Ιουδαίοις· νυν δε η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εντεύθεν.»

Γράφει, λοιπόν, ο ευαγγελιστής Ιωάννης (18, 28-40, 19, 1-16):

«28 Άγουσιν ουν τον Ιησούν από του Καϊάφα εις το πραιτώριον· ην δε πρωϊ· και αυτοί ουκ εισήλθον εις το πραιτώριον, ίνα μη μιανθώσιν, αλλ ίνα φάγωσι το πάσχα.

29 εξήλθεν ουν ο Πιλάτος προς αυτούς και είπε· τίνα κατηγορίαν φέρετε κατά του ανθρώπου τούτου; 30 απεκρίθησαν και είπον αυτώ· ει μη ην ούτος κακοποιός, ουκ αν σοι παρεδώκαμεν αυτόν. 31 είπεν ουν αυτοίς ο Πιλάτος· λάβετε αυτόν υμείς και κατά τον νόμον υμών κρίνατε αυτόν. είπον ουν αυτώ οι Ιουδαίοι· ημίν ουκ έξεστιν αποκτείναι ουδένα· 32 ίνα ο λόγος του Ιησού πληρωθή ον είπε σημαίνων ποίω θανάτω ήμελλεν αποθνήσκειν. 33 Εισήλθεν ουν εις το πραιτώριον πάλιν ο Πιλάτος και εφώνησε τον Ιησούν και είπεν αυτώ· συ ει ο βασιλεύς των Ιουδαίων; 34 απεκρίθη αυτώ ο Ιησούς· αφ εαυτού συ τούτο λέγεις ή άλλοι σοι είπον περί εμού; 35 απεκρίθη ο Πιλάτος· μήτι εγώ Ιουδαίός ειμι; το έθνος το σον και οι αρχιερείς παρέδωκάν σε εμοί· τι εποίησας; 36 απεκρίθη Ιησούς· η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου· ει εκ του κόσμου τούτου ην η βασιλεία η εμή, οι υπηρέται αν οι εμοί ηγωνίζοντο, ίνα μη παραδοθώ τοις Ιουδαίοις· νυν δε η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εντεύθεν. 37 είπεν ουν αυτώ ο Πιλάτος· ουκούν βασιλεύς ει συ; απεκρίθη Ιησούς· συ λέγεις ότι βασιλεύς ειμι εγώ. εγώ εις τούτο γεγέννημαι και εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον, ίνα μαρτυρήσω τη αληθεία. πας ο ων εκ της αληθείας ακούει μου της φωνής. 38 λέγει αυτώ ο Πιλάτος· τι εστιν αλήθεια; και τούτο ειπών πάλιν εξήλθε προς τους Ιουδαίους και λέγει αυτοίς· εγώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω εν αυτώ· 39 έστι δε συνήθεια υμίν ίνα ένα υμίν απολύσω εν τω πάσχα· βούλεσθε ουν υμίν απολύσω τον βασιλέα των Ιουδαίων;

40 εκραύγασαν ουν πάλιν πάντες λέγοντες· μη τούτον, αλλά τον Βαραββάν. ην δε ο Βαραββάς ληστής.»

ΙΘ´ ΤΟΤΕ ουν έλαβεν ο Πιλάτος τον Ιησοῦν και εμαστίγωσε. 2 και οι στρατιώται πλέξαντες στέφανον εξ ακανθών επέθηκαν αυτού τη κεφαλή, και ιμάτιον πορφυρούν περιέβαλον αυτόν 3 και έλεγον· χαίρε ο βασιλεύς των Ιουδαίων· και εδίδουν αυτώ ραπίσματα. 4 εξήλθεν ουν πάλιν έξω ο Πιλάτος και λέγει αυτοίς· ίδε άγω υμίν αυτόν έξω, ίνα γνώτε ότι εν αυτώ ουδεμίαν αιτίαν ευρίσκω. 5 εξήλθεν ουν ο Ιησούς έξω φορών τον ακάνθινον στέφανον και το πορφυρούν ιμάτιον, 6 και λέγει αυτοίς· ίδε ο άνθρωπος. ότε ουν είδον αυτόν οι αρχιερείς και οι υπηρέται, εκραύγασαν λέγοντες· σταύρωσον σταύρωσον αυτόν. λέγει αυτοίς ο Πιλάτος· λάβετε αυτόν υμείς και σταυρώσατε· εγώ γαρ ουχ ευρίσκω εν αυτώ αιτίαν. 7 απεκρίθησαν αυτώ οι Ιουδαῖοι· ημείς νόμον έχομεν, και κατά τον νόμον ημών οφείλει αποθανείν, ότι εαυτόν Θεού υιόν εποίησεν. 8 Ότε ουν ήκουσεν ο Πιλάτος τούτον τον λόγον, μάλλον εφοβήθη, 9 και εισήλθεν εις το πραιτώριον πάλιν και λέγει τω Ιησοῦ· πόθεν ει συ; ο δε Ιησούς απόκρισιν ουκ έδωκεν αυτώ.

10 λέγει ουν αυτώ ο Πιλάτος· εμοί ου λαλείς; ουκ οίδας ότι εξουσίαν έχω σταυρώσαί σε και εξουσίαν έχω απολύσαί σε; 11 απεκρίθη Ιησούς· ουκ είχες εξουσίαν ουδεμίαν κατ εμού, ει μη ην σοι δεδομένον άνωθεν· δια τούτο ο παραδιδούς με σοι μείζονα αμαρτίαν έχει. 12 εκ τούτου εζήτει ο Πιλάτος απολύσαι αυτόν· οι δε Ιουδαῖοι έκραζον λέγοντες· εάν τούτον απολύσης, ουκ ει φίλος του Καίσαρος. πας ο βασιλέα εαυτόν ποιών αντιλέγει τω Καίσαρι. 13 ο ουν Πιλάτος ακούσας τούτον τον λόγον ήγαγεν έξω τον Ιησοῦν, και εκάθισεν επί του βήματος εις τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον, εβραϊστί δε Γαββαθά· 14 ην δε παρασκευή του πάσχα, ώρα δε ωσεί έκτη· και λέγει τοις Ιουδαίοις· ίδε ο βασιλεύς υμών. 15 οι δε εκραύγασαν· άρον άρον, σταύρωσον αυτόν. λέγει αυτοίς ο Πιλάτος· τον βασιλέα υμών σταυρώσω; απεκρίθησαν οι αρχιερείς· ουκ έχομεν βασιλέα ει μη Καίσαρα. 16 τότε ουν παρέδωκεν αυτόν αυτοίς ίνα σταυρωθή».

Νεοελληνική απόδοση:

«28 Μετά, οδήγησαν τον Ιησού από το σπίτι του Καϊάφα στο πραιτώριο. Ήταν νωρίς το πρωί. Οι Ιουδαίοι όμως δεν μπήκαν στο πραιτώριο για να μη βεβηλωθούν, αλλά να φάνε το Πάσχα καθαροί. 29 0 Πιλάτος βγήκε έξω και τους λέει: «Για ποιο αδίκημα κατηγορείτε αυτόν τον άνθρωπο;» 30 Του αποκρίθηκαν: «Αν δεν ήταν κακοποιός, δε θα τον παραδίναμε σ εσένα». 31 Τους λέει τότε ο Πιλάτος: «Πάρτε τον εσείς και δικάστε τον σύμφωνα με το νόμο σας». Του λένε οι Ιουδαίοι: «Σ’ εμάς δεν επιτρέπεται να επιβάλουμε ποινή θανάτου σε κανέναν». 32 Έτσι εκπληρώθηκε ο λόγος που είχε πει ο Ιησούς, δηλώνοντας με τι είδους θάνατο θα πέθαινε.

33 0 Πιλάτος μπήκε πάλι μέσα στο πραιτώριο, διέταξε να φέρουν τον Ιησού και τον ρώτησε: «Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;» Ο Ιησούς αποκρίθηκε: «Το ρωτάς αυτό από μόνος σου ή σου έχουν μιλήσει άλλοι για μένα;» 35 «Μήπως εγώ είμαι Ιουδαίος;» του απάντησε ο Πιλάτος· «ο λαός ο δικός σου και οι αρχιερείς σε παρέδωσαν σ’ εμένα· τι έκανες, λοιπόν;» 36 Ο Ιησούς απάντησε: 

«Η δική μου βασιλεία δεν προέρχεται απ’ αυτόν τον κόσμο· αν η βασιλεία μου προερχόταν απ αυτόν τον κόσμο, οι στρατιώτες μου θα αγωνίζονταν να μην πέσω στα χέρια των Ιουδαίων αρχόντων. Αλλά η δική μου βασιλεία δεν προέρχεται από δω». 37 Του λέει τότε ο Πιλάτος: «Είσαι, λοιπόν, βασιλιάς;» «Ναι, είμαι βασιλιάς, όπως το λες», αποκρίθηκε ο Ιησούς. «Εγώ γι αυτό γεννήθηκα και γι αυτό ήρθα στον κόσμο, για να φανερώσω την αλήθεια· όποιος αγαπάει την αλήθεια καταλαβαίνει τα λόγια μου». 38 Του λέει ο Πιλάτος: «Και τι είναι αλήθεια;»

Όταν το είπε αυτό, βγήκε πάλι έξω στους Ιουδαίους και τους λέει: «Εγώ δεν βρίσκω κανένα λόγο για να τον καταδικάσω. 39 Άλλωστε, υπάρχει μια συνήθεια σ εσάς, να ελευθερώνω για χάρη σας έναν υπόδικο στη γιορτή του Πάσχα, θέλετε, λοιπόν, να σας ελευθερώσω το βασιλιά των Ιουδαίων;» 40 Όλοι όμως άρχισαν να φωνάζουν πάλι και να λένε: «Όχι αυτόν! Το Βαραββά!» Κι ήταν ο Βαραββάς ληστής.

19. Τότε διέταξε ο Πιλάτος και πήραν τον Ιησού και τον μαστίγωσαν. 2 Οι στρατιώτες έπλεξαν ένα στεφάνι από αγκάθια και το έβαλαν στο κεφάλι του, τον τύλιξαν μ έναν κατακόκκινο μανδύα 3 και του έλεγαν: «Ζήτω ο βασιλιάς των Ιουδαίων!» και τον χτυπούσαν στο πρόσωπο. 4 Ο Πιλάτος βγήκε πάλι έξω προς τους Ιουδαίους και τους λέει: «Κοιτάξτε, σας τον φέρνω εδώ έξω για να δείτε κι εσείς πως δεν μπόρεσα να του βρω καμία αιτία για να τον καταδικάσω». 5 Έφεραν, λοιπόν, έξω τον Ιησού, που φορούσε το αγκάθινο στεφάνι και τον κατακόκκινο μανδύα. Τους λέει ο Πιλάτος: «Ιδού ο άνθρωπος!» 6 Όταν όμως τον είδαν έτσι οι αρχιερείς και οι φρουροί του ναού, άρχισαν να φωνάζουν και να λένε: «Σταύρωσέ τον, σταύρωσέ τον!» Τους λέει ο Πιλάτος: «Πάρτε τον εσείς και σταυρώστε τον εγώ δεν του βρίσκω καμιά αιτία καταδίκης». 7 Του απάντησαν οι Ιουδαίοι: «Εμείς έχουμε νόμο, και σύμφωνα με το νόμο μας πρέπει να πεθάνει, γιατί ισχυρίστηκε πως είναι Υιός Θεού».

8 Ο Πιλάτος, όταν άκουσε αυτόν το λόγο, φοβήθηκε ακόμη περισσότερο. 9 Μπήκε πάλι μέσα στο πραιτώριο και λέει στον Ιησού: «Από πού είσαι εσύ;» Αλλά ο Ιησούς δεν του δωσε απόκριση. 10 Του λέει τότε ο Πιλάτος: «Σ εμένα δεν αποκρίνεσαι; Δεν ξέρεις πως έχω εξουσία να σε σταυρώσω, όπως έχω και εξουσία να σε αφήσω ελεύθερο;» 11 Ο Ιησούς του αποκρίθηκε: «Δεν θα είχες καμία εξουσία πάνω μου, αν δεν σου είχε δοθεί από το Θεό γι αυτό, εκείνος που με παρέδωσε σ εσένα έχει μεγαλύτερο κρίμα από το δικό σου». 12 Ο Πιλάτος, ακούγοντας αυτά τα λόγια, προσπάθησε για άλλη μια φορά να βρει τρόπο να τον αφήσει ελεύθερο· οι Ιουδαίοι όμως κραύγαζαν κι έλεγαν: «Αν ελευθερώσεις αυτόν, δεν μπορείς να είσαι φίλος του αυτοκράτορα- όποιος κάνει τον εαυτό του βασιλιά, είναι εχθρός του αυτοκράτορα».

13 Ο Πιλάτος, όταν άκουσε αυτά τα λόγια, διέταξε να φέρουν έξω τον Ιησού κι ο ίδιος κάθισε στην έδρα του δικαστή, στο τόπο που ονομάζεται Λιθόστρωτο -στα εβραϊκά «Γαββαθά». 14 Ήταν σχεδόν μεσημέρι, παραμονή του Πάσχα. Λέει λοιπόν ο Πιλάτος στους Ιουδαίους: «Να ο βασιλιάς σας!» 15 Τότε εκείνοι άρχισαν να φωνάζουν με κραυγές: «θάνατος, θάνατος, σταύρωσε τον!» Τους λέει ο Πιλάτος: «Τον βασιλιά σας να σταυρώσω;» Αποκρίθηκαν οι αρχιερείς: «Δεν έχουμε άλλον βασιλιά, εκτός από τον αυτοκράτορα». 16 Τότε κι ο Πιλάτος τους τον παρέδωσε για να σταυρωθεί.».

6. Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΠΑΥΛΟ

ΕΙΝΑΙ γεγονός ότι, όπως αναφέρουν οι Πράξεις των Αποστόλων, ένα κείμενο που γράφτηκε από τον ελληνικής καταγωγής ευαγγελιστή Λουκά, υπάρχει ένα επεισόδιο που σημειώθηκε καθ’ οδόν προς την Δαμασκό κι ενώ ο μέχρι τότε διώκτης των Χριστιανών Σαύλος είδε ένα θαύμα με μία μεγάλη αστραπή στον ουρανό και μία φωνή, του Ιησού Χριστού, να τον ρωτάει γιατί τον διώκει.

Ας δούμε, όμως, πώς έγινε αυτό το επεισόδιο σύμφωνα με όσα αναγράφουν οι Πράξεις των Αποστόλων (Κεφ. 9, 1-19)

«Ο δε Σαύλος έτι εμπνέων απειλής και φόνου εις τους μαθητάς του Κυρίου, προσελθών τω αρχιερεί 2 ητήσατο παρ αυτού επιστολάς εις Δαμασκόν προς τας συναγωγάς, όπως εάν τινας εύρη της οδού όντας, άνδρας τε και γυναίκας, δεδεμένους αγάγη εις Ιερουσαλήμ. 3 εν δε τω πορεύεσθαι εγένετο αυτόν εγγίζειν τη Δαμασκώ, και εξαίφνης περιήστραψεν αυτόν φως από του ουρανού, 4 και πεσών επί την γην ήκουσε φωνήν λέγουσαν αυτώ· Σαούλ Σαούλ, τι με διώκεις; 5 είπε δε· τις ει, κύριε; ο δε Κύριος είπεν· εγώ ειμι Ιησούς ον συ διώκεις· 6 αλλά ανάστηθι και είσελθε εις την πόλιν, και λαληθήσεταί σοι τι σε δει ποιείν. 7 οι δε άνδρες οι συνοδεύοντες αυτώ ειστήκεισαν ενεοί, ακούοντες μεν της φωνής, μηδένα δε θεωρούντες. 8 ηγέρθη δε ο Σαύλος από της γης, ανεωγμένων τε των οφθαλμών αυτού ουδένα έβλεπε· χειραγωγούντες δε αυτόν εισήγαγον εις Δαμασκόν. 9 και ην ημέρας τρεις μη βλέπων, και ουκ έφαγεν ουδέ έπιεν.

10 Ην δε τις μαθητής εν Δαμασκώ ονόματι Ανανίας, και είπε προς αυτόν ο Κυριος εν οράματι· Ανανία. ο δε είπεν· ιδού εγώ, Κύριε· 11 ο δε Κύριος προς αυτόν· αναστάς πορεύθητι επί την ρύμην την καλουμένην ευθείαν και ζήτησον εν οικία Ιούδα Σαύλον ονόματι Ταρσέα· ιδού γαρ προσεύχεται, 12 και είδεν εν οράματι άνδρα ονόματι Ανανίαν εισελθόντα και επιθέντα αυτώ χείρα, όπως αναβλέψη. 13 απεκρίθη δε Ανανίας· Κύριε, ακήκοα από πολλών περί του ανδρός τούτου, όσα κακά εποίησε τοις αγίοις σου εν Ιερουσαλήμ· 14 και ώδε έχει εξουσίαν παρά των αρχιερέων δήσαι πάντας τους επικαλουμένους το όνομά σου. 15 είπε δε προς αυτόν ο Κύριος· πορεύου, ότι σκεύος εκλογής μοι εστιν ούτος του βαστάσαι το όνομά μου ενώπιον εθνών και βασιλέων υιών τε Ισραήλ· 16 εγώ γαρ υποδείξω αυτώ όσα δει αυτόν υπέρ του ονόματός μου παθείν. 17 Απῆλθε δε Ανανίας και εισήλθεν εις την οικίαν, και επιθείς επ αὐτὸν τας χείρας είπε· Σαούλ αδελφέ, ο Κυριος απέσταλκέ με, Ιησούς ο οφθείς σοι εν τη οδώ ή ήρχου, όπως αναβλέψης και πλησθής Πνεύματος Αγίου. 18 και ευθέως απέπεσον από των οφθαλμών αυτού ωσεί λεπίδες, ανέβλεψέ τε, και αναστάς εβαπτίσθη, και λαβών τροφήν ενίσχυσεν

Νεοελληνική απόδοση:

«Στο μεταξύ ο Σαύλος συνέχιζε να έχει απειλητικές και φονικές διαθέσεις για τους μαθητές του Κυρίου πήγε μάλιστα πον αρχιερέα 2 και του ζήτησε συστατικές επιστολές για τις συναγωγές στη Δαμασκό. Ήθελε να φέρει δεμένον στην Ιερουσαλήμ όποιους θα ' βρισκε εκεί να ακολουθούν την οδό του Κυρίου, άντρες και γυναίκες. 3 Καθως πήγαινε και πλησίαζε στην Δαμασκό, ξαφνικά τον φώτισε μια αστραπή από τον ουρανό. 4 Αυτός έπεσε στη γη κι άκουσε μια φωνή να του λέει: «Σαούλ, Σαούλ, γιατί με καταδιώκεις;» 5 «Ποιος είσαι, Κύριε;» ρώτησε. Κι ο Κύριος του απάντησε: «Εγώ είμαι ο Ιησούς, που συ τον καταδιώκεις. Σήκω όμως και μπες στην πόλη· εκεί θα σου πούνε τι πρέπει να κάνεις». 7 Οι άντρες που συνόδευαν το Σαύλο έμειναν μ' ανοιχτό το στόμα, γιατί άκουγαν τη φωνή, δεν έβλεπαν όμως κανένα. 8 Αυτός σηκώθηκε πάνω κι ενώ τα μάτια του ήταν ανοιχτά, δεν έβλεπε τίποτε. Οι συνοδοί του τότε τον έπιασαν από το χέρι και τον οδήγησαν στη Δαμασκό. 9 Τρεις μέρες ήταν τυφλός. Στο διάστημα αυτό ούτε έφαγε ούτε ήπιε.

10 Εκεί στη Δαμασκό ζούσε ένας μαθητής που τον έλεγαν Ανανία. Σ' αυτόν φανερώθηκε σε όραμα ο Κύριος και του είπε: «Ανανία!» Εκείνος απάντησε: «Ορίστε, Κύριε!» 11 «Σήκω», του λέει ο Κύριος, «και πήγαινε στην οδό που λέγεται Ευθεία. Εκεί, στο σπίτι του Ιούδα, ζήτησε κάποιον από την Ταρσό που λέγεται Σαύλος. Αυτή τη στιγμή προσεύχεται, 12 και είδε σε όραμα κάποιον που λέγεται Ανανίας να μπαίνει και ν' ακουμπάει πάνω του το χέρι του για να ξαναβρεί το φως του».

13 Ο Ανανίας απάντησε: «Κύριε, έχω ακούσει από πολλούς πόσα δεινά έχει προκαλέσει αυτός ο άνθρωπος στους πιστούς σου στην Ιερουσαλήμ. 14 Κι εδώ που ήρθε, έχει εξουσιοδότηση από τους αρχιερείς να συλλάβει όλους όσοι ομολογούν το όνομά σου». 15 «Πήγαινε», του λέει ο Κύριος, «γιατί αυτόν εγώ τον διάλεξα για να τον χρησιμοποιήσω ως όργανο που θα με κάνει γνωστό στα έθνη και στους άρχοντές τους, και στον ισραηλιτικό λαό. 16 Κι εγώ θα του δείξω πόσα θα πρέπει να πάθει για χάρη του ονόματος μου».

17 Τοτε ο Ανανίας έφυγε και πήγε σ' εκείνο το σπίτι. Ακούμπησε τα χέρια του πάνω στο Σαούλ και του είπε: «Σαούλ, αδερφέ, ο Κύριος, ο Ιησούς, αυτός που σου φανερώθηκε στο δρόμο καθώς ερχόσουν, με έστειλε για να ξαναβρείς το φως σου και να γεμίσεις με Άγιο Πνεύμα».18 Αμέσως τότε έπεσαν από τα μάτια του κάτι σαν λέπια και ξαναβρήκε το φως του. Σηκώθηκε, βαφτίστηκε, 19 και κατόπιν έφαγε και συνήλθε.»

Ήρθε, όμως, η στιγμή να δούμε πώς αναφέρεται εκ νέου στο γεγονός αυτό ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος κατά την απολογία του στον βασιλιά Αγρίππα, έτσι όπως μνημονεύεται το γεγονός στις Πράξεις των Αποστόλων (26, 1-23)

«ΑΓΡΙΠΠΑΣ δε προς τον Παύλον έφη· επιτρέπεταί σοι υπέρ σεαυτού λέγειν. τότε ο Παύλος εκτείνας την χείρα απελογείτο· 2 περί πάντων ων εγκαλούμαι υπό Ιουδαίων, βασιλεύ Αγρίππα, ήγημαι εμαυτόν μακάριον επί σου μέλλων απολογείσθαι σήμερον, 3 μάλιστα γνώστην όντα σε πάντων των κατά Ιουδαίους εθών τε και ζητημάτων· διο δέομαί σου μακροθύμως ακούσαί μου. 4 Την μεν ουν βίωσίν μου την εκ νεότητος την απ αρχής γενομένην εν τω έθνει μου εν Ιεροσολύμοις ίσασι πάντες οι Ιουδαίοι, 5 προγινώσκοντές με άνωθεν, εάν θέλωσι μαρτυρείν, ότι κατά την ακριβεστάτην αίρεσιν της ημετέρας θρησκείας έζησα Φαρισαίος. 6 και νυν επ’ ελπίδι της προς τους πατέρας επαγγελίας γενομένης υπό του Θεού έστηκα κρινόμενος, 7 εις ην το δωδεκάφυλον ημών εν εκτενεία νύκτα και ημέραν λατρεύον ελπίζει καταντήσαι· περί ης ελπίδος εγκαλούμαι, βασιλεύ Αγρίππα, υπό των Ιουδαίων. 8 τι άπιστον κρίνεται παρ ὑμῖν ει ο Θεός νεκρούς εγείρει; 9 εγώ μεν ουν έδοξα εμαυτώ προς το όνομα Ιησοῦ του Ναζωραίου δειν πολλά εναντία πράξαι· 10 ο και εποίησα εν Ιεροσολύμοις, και πολλούς των αγίων εγώ εν φυλακαίς κατέκλεισα την παρά των αρχιερέων εξουσίαν λαβών, αναιρουμένων τε αυτών κατήνεγκα ψήφον, 11 και κατά πάσας τας συναγωγάς πολλάκις τιμωρών αυτούς ηνάγκαζον βλασφημείν, περισσώς τε εμμαινόμενος αυτοίς εδίωκον έως και εις τας έξω πόλεις.

12 Εν οις και πορευόμενος εις την Δαμασκόν μετ ἐξουσίας και επιτροπής της παρά των αρχιερέων, 13 ημέρας μέσης κατά την οδόν είδον, βασιλεύ, ουρανόθεν υπέρ την λαμπρότητα του ηλίου περιλάμψαν με φως και τους συν εμοί πορευομένους· 14 πάντων δε καταπεσόντων ημών εις την γην ήκουσα φωνήν λαλούσαν προς με και λέγουσαν τη Εβραΐδι διαλέκτω· Σαούλ Σαούλ, τι με διώκεις; σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν. 15 εγώ δε είπον· τις ει, Κυριε; ο δε είπεν· εγώ ειμι Ιησούς ον συ διώκεις. 16 αλλά ανάστηθι και στήθι επί τους πόδας σου· εις τούτο γαρ ώφθην σοι, προχειρίσασθαί σε υπηρέτην και μάρτυρα ων τε είδες ων τε οφθήσομαί σοι, 17 εξαιρούμενός σε εκ του λαού και των εθνών, εις ους εγώ σε αποστέλλω 18 ανοίξαι οφθαλμούς αυτών, του επιστρέψαι από σκότους εις φως και της εξουσίας του σατανά επί τον Θεόν, του λαβείν αυτούς άφεσιν αμαρτιών και κλήρον εν τοις ηγιασμένοις πίστει τη εις εμέ

Νεοελληνική απόδοση:

«Ο Αγρίππας τότε είπε στον Παύλο: «Σου επιτρέπεται να απολογηθείς». Τότε ο Παύλος σήκωσε το χέρι του και άρχισε την απολογία του:

2 «Θεωρώ ευτυχή τον εαυτό μου, βασιλιά Αγρίππα, γιατί σήμερα θα απολογηθώ ενώπιον σου για όλα όσα με κατηγορούν οι Ιουδαίοι. 3 Κι αυτό, προπάντων γιατί εσύ είσαι γνώστης όλων των εθίμων και των θρησκευτικών προβλημάτων που απασχολούν τους Ιουδαίους. Παρακαλώ, λοιπόν, να με ακούσεις με υπομονή.

4 »Όλοι οι Ιουδαίοι ξέρουν το βίο μου από τη νεαρή μου ηλικία, αφού από τα νιάτα μου έζησα ανάμεσα στο λαό μου και στα Ιεροσόλυμα. Αυτοί με γνωρίζουν από παλιά, και μπορούν να 5 μαρτυρήσουν ότι έζησα σύμφωνα με τις αρχές της πιο αυστηρής παράταξης της θρησκείας μας, των Φαρισαίων. 6 Και τώρα στέκομαι εδώ και δικάζομαι, γιατί πιστεύω πως ο Θεός θα εκπληρώσει την υπόσχεση που έδωσε στους προγόνους μας.

Οι δώδεκα φυλές μας συνεχώς, νύχτα και μέρα, λατρεύουν το Θεό, με την ελπίδα να φτάσουν τελικά να δουν την εκπλήρωση αυτής της υπόσχεσης. Γι' αυτή την ελπίδα κατηγορούμαι από τους Ιουδαίους, βασιλιά Αγρίππα. 8 Γιατί σας φαίνεται απίστευτο ότι ο Θεός ανασταίνει νεκρούς; 9 Κι εγώ ο ίδιος, βέβαια, είχα πιστέψει ότι έπρεπε να κάνω ο,τι μπορούσα εναντίον του ονόματος του Ιησού του Ναζωραίου. 10 Αυτό και έκανα στα Ιεροσόλυμα: πολλούς από τους χριστιανούς εγώ τους έκλεισα στις φυλακές, έχοντας τη σχετική εξουσιοδότηση των αρχιερέων κι όταν τους καταδίκαζαν σε θάνατο έδινα κι εγώ καταδικαστική ψήφο. 11 Σε όλες τις συναγωγές πολλές φορές προσπαθούσα, χρησιμοποιώντας βία, να τους αναγκάσω να αρνηθούν την πίστη τους. Η μανία μου ήταν τόσο μεγάλη, ώστε τους καταδίωκα ακόμη και στις πόλεις που είναι έξω από τα όρια της Χώρας.

12 »Πηγαίνοντας γι' αυτόν το σκοπό στη Δαμασκό με εξουσιοδότηση και άδεια από τους αρχιερείς, 13 είδα στο δρόμο, βασιλιά μου, μέρα μεσημέρι, ένα φως από τον ουρανό, πιο λαμπρό κι από τον ήλιο, να με περιβάλλει με τη λάμψη του κι εμένα κι αυτούς που πήγαιναν μαζί μου. 14 Όλοι μας πέσαμε στη γη, κι εγώ άκουσα μια φωνή που μου έλεγε στην εβραϊκή γλώσσα: "Σαούλ, Σαούλ, γιατί με καταδιώκεις; Είναι οδυνηρό να κλοτσάς στα καρφιά". 15 Εγω ρώτησα: "ποιος είσαι, Κύριε;" Κι εκείνος απάντησε: "εγώ είμαι ο Ιησούς, που εσύ τον καταδιώκεις. 16 Σήκω όμως και στάσου στα πόδια σου. Γι' αυτό σου φανερώθηκα: για να σε πάρω στην υπηρεσία μου και να σε καταστήσω μάρτυρα γι' αυτά που είδες και γι' αυτά που θα σου δείξω ακόμη. 17 Θα σε προστατεύω από το λαό σου και από τους εθνικούς, στους οποίους εγώ σε στέλνω, 18 για ν' ανοίξεις τα μάτια τους, ώστε να επιστρέψουν από το σκοτάδι στο φως κι από την εξουσία του σατανά στο Θεό. Γιατί, αν πιστέψουν σ' εμένα θα λάβουν τη συγχώρηση των αμαρτιών τους και μια θέση ανάμεσα σ' εκείνους που ανήκουν στο Θεό".».

Ένα μικρό σχόλιο μόνο:
«Εβραΐδι διαλέκτω» μεν, αλλά ελληνικής προελεύσεως και επιρροής η φράσις: «σκληρόν σοι προς κέντρα λακτίζειν» !..


Δεν υπάρχουν σχόλια: