«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

Η «άσχημη» μάνα



imagesNB6IYQE2


Ένα κορίτσι είχε μια μάνα άσχημη στο πρόσωπο, ενώ ήταν υπόδειγμα φιλόστοργης μάνας, πλούσιας σε αγάπη προς την κόρη της.

Το κορίτσι όμως δεν έβλεπε τίποτε από την ψυχική ομορφιά της μάνας. Έβλεπε μόνο τις πολλές ουλές στο πρόσωπο της μάνας και αντιδρούσε πολλές φορές με ασέβεια και αντιπάθεια. Η μάνα λυπόταν, όχι για τον εαυτό της, αλλά πιο πολύ για το παιδί της, οπότε μια ημέρα αναγκάστηκε και του είπε το μυστικό.

Της διηγήθηκε την ιστορία της με δακρυσμένα μάτια:

«Αγάπη μου, παιδί μου, πάνε τώρα 14 περίπου χρόνια. Τότε ήσουν πολύ μικρό παιδί, μωρό, βρέφος. Ήσουν η χαρά μου, ο θησαυρός μου. Η παρουσία σου νοημάτιζε τη ζωή μου. Και μια ημέρα είχα βγει έξω από το σπίτι, για να αγοράσω γάλα και άλλα τρόφιμα για σένα.

Επιστρέφοντας στο σπίτι είδα να βγαίνουν καπνοί από το σπίτι μας, που το είχαν τυλίξει φλόγες. Εσύ ήσουν μέσα στο σπίτι και κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει. Ήξερα πως κινδύνευε η ζωή σου και σαν τρελή ρίχτηκα μέσα στη φωτιά. Όλοι προσπάθησαν να με εμποδίσουν, αλλά τους απώθησα και αψηφώντας τους καπνούς και τις φλόγες έφθασα στο κρεβάτι σου. Λίγο ακόμη και θα είχες καεί. Σε άρπαξα στην αγκαλιά μου και σε έβγαλα έξω. 

Εσύ, ευτυχώς, δεν έπαθες τίποτα. Εγώ όμως κάηκα στο πρόσωπο και από τότε παραμορφώθηκα. Εμένα δεν με πείραξε ποτέ αυτό, αφού έσωσα εσένα. Βλέπω μόνο ότι πειράζει εσένα…».

Η κόρη της δεν άντεξε…

Συγκινήθηκε, αγκάλιασε τη μάνα της και έκλαιγε ασταμάτητα. Τη γέμισε με δάκρυα συγκίνησης και ευγνωμοσύνης και της είπε: «Συγχώρησέ με, μανούλα, ανεκτίμητη μάνα. Δεν είμαι άξια να λέγομαι παιδί σου!».

Κι από την ώρα εκείνη άλλαξε συμπεριφορά κι έζησαν αρμονικά και ευτυχισμένα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: