«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Διάλογος ενός ζητιάνου και ενός διάσημου θεολόγου




«Στό βιβλίο τού αγίου Ιωάννου Μαξίμοβιτς, υπάρχει ένας διάλογος ενός ζητιάνου, μέ ένα διάσημο θεολόγο.

Ο θεολόγος επί οκτώ έτη ακατάπαυστα,
παρακαλούσε τό Θεό νά τού φανερώσει κάποιον άνθρωπο, πού θά μπορούσε νά τού δείξει τόν πιό σίγουρο δρόμο γιά τή Βασιλεία τών Ουρανών.

Κάποια μέρα πού έφθασε στό αποκορύφωμα τής προσευχής, άκουσε μιά φωνή: 
«Πήγαινε καί στήν έξοδο τής Εκκλησίας θά βρείς τόν άνθρωπο πού ζητάς».

Πηγαίνει βιαστικά στήν Εκκλησία,
όπου βρίσκει ένα γέρο ζητιάνο μέ κουρελιασμένα ρούχα καί πληγωμένα γόνατα καί τόν χαιρετά.

- «Καλό καί ευτυχισμένο πρωινό, γέροντα».

- «Ποτέ δέν είχα κακό καί δυστυχισμένο πρωινό».

(ο άλλος εν αμηχανία διορθώνει)

- «Είθε νά σού στείλει ο Θεός κάθε αγαθό»!

- «Ουδέποτε μού εστάλη κάτι μή αγαθό»!

(ο θεολόγος παραξενεύεται καί τού λέει)

- «Τί συμβαίνει μέ σένα, γέροντα; Εγώ σού εύχομαι κάθε ευτυχία».

- «Μά ποτέ δέν είμαι δυστυχής. Ζώ σύμφωνα μέ τό θέλημα τού Θεού. Γιά τό ζυγό πού μού έδωσε ο Θεός ποτέ δέν δυσανασχέτησα καί είμαι πάντοτε ευχαριστημένος».

- «Από πού ήλθες εσύ, γέροντα, εδώ»;

- «Από τόν Θεό».

- «Καί πού Τόν βρήκες»;

«Εκεί πού Τόν άφησα στήν αγαθή θέληση».

- «Ποιός είσαι, γέροντα, καί σέ ποιά τάξη ανήκεις»;

- «Οποιος κι άν είμαι, είμαι ικανοποιημένος μέ τήν κατάστασή μου, γιατί βασιλεύς είναι αυτός πού κυβερνά καί διευθύνει τόν εαυτό του».

Ο θεολόγος αποδέχθηκε τελικά πώς ο δρόμος τού ζητιάνου ήταν ο μόνος σίγουρος γιά τόν Ουρανό, 
δηλ. η τελεία παράδοση στό θέλημα τού Θεού»


Δεν υπάρχουν σχόλια: