«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Φιλόσοφοι και φιλοσοφία




Απόσπασμα από το βιβλίο Μεγάλες Μορφές της Αρχαίας Ελλάδας, Φιλόσοφοι, εκδόσεις Ιστοριογνωσία

Αν αναλύσουμε από ετυμολογική άποψη τον όρο Φιλοσοφία στα συνθετικά στοιχεία του, φιλία – σοφία, δηλώνεται η τάση, η εσωτερική διάθεση για τη γνώση του κόσμου. Όταν μάλιστα η τάση αυτή κορυφώνεται, τότε μεταστοιχειώνεται σε έναν έρωτα διαρκή για τη γνώση του κόσμου και του εαυτού του.

Με δεδομένο ότι η γνώση αυτή για τον άνθρωπο δεν είναι ποτέ πλήρης, δικαιολογεί και τη διαρκή αναζήτηση, το αδιάκοπο κυνήγι της γνώσης, τη συνεχή έρευνα. Έτσι, είναι ευνόητο πως η μάθηση που παράγεται και δημιουργείται από την πίεση της φιλίας αυτής προς τη γνώση ονομάζεται Φιλοσοφία.

Ο όρος φιλοσοφία, φιλόσοφος, φιλοσοφικός είναι καθαρά ελληνικός και με τον ελληνικό τύπο χρησιμοποιείται σε όλες τις γλώσσες της οικουμένης.

Πρώτος ο Πλάτων χρησιμοποιεί στα έργα του τον όρο φιλοσοφία, αλλά από τους προσωκρατικούς ο Ηράκλειτος αναφέρει τον όρο φιλόσοφος στο απόσπασμα 35: «Χρη γαρ ευ μάλα πολλών ιστόρας φιλοσόφους άνδρας είναι» (είναι απαραίτητο οι άνδρες που είναι φίλοι της σοφίας να έχουν ερευνήσει πάρα πολλά πράγματα).

Ωστόσο, ο Διογένης ο Λαέρτιος και ο Κικέρων αναφέρουν ότι πρώτος ο Πυθαγόρας (580 – 500 π.Χ.) έκανε χρήση του όρου φιλόσοφος:

«Ερωτηθέντα υπό Λέοντος του Φλειασίων τυράννου τις είη, φιλόσοφος ειπείν· και τον βίον εοικέναι πανηύρει· ως ουν εις ταύτην οι μεν αγωνιούμενοι, οι δε κατ’ εμπορίαν, οι δε γε βέλτιστοι έρχονται θεαταί, ούτως εν τω βίω, οι μεν ανδραποδώδεις, έφη, φύονται δόξης και πλεονεξίας θηραταί, οι δε φιλόσοφοι της αληθείας» (Διογ. Λαέρτ. 8,8).

Όταν ο Λέων, ο τύραννος των Φλειασίων ρώτησε τον Πυθαγόρα τι είναι, του απάντησε πως είναι φιλόσοφος. Είπε ακόμη ο Πυθαγόρας ότι η ζωή μοιάζει με πανηγύρι· όπως λοιπόν άλλοι έρχονται στο πανηγύρι για να αγωνισθούν, άλλοι για να εμπορευθούν, ενώ οι καλύτεροι έρχονται για να απολαύσουν το θέαμα του πανηγυριού, έτσι κατά τον ίδιο τρόπο και στη ζωή, εκείνοι που έχουν φύση δουλική, γεννιούνται από τη φύση τους με έμφυτη επιθυμία να επιδιώκουν τη δόξα και την πλεονεξία, αλλά όμως οι φιλόσοφοι έχουν έμφυτο τον έρωτα της αλήθειας.

Επίσης, ο Ρωμαίος ρήτορας, Κικέρων, στο σύγγραμμά του «Τουσκουλαναί διατριβαί» μας πληροφορεί ότι ο Πυθαγόρας αποκρίθηκε στον Τύραννο Λέοντα: «Δεν γνωρίζω καμία τέχνη, αλλά είμαι φιλόσοφος». Με τον Κικέρωνα συμφωνεί και ο Ιάμβλιχος.

Ο Πυθαγόρας πρόσθεσε ότι «υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι καταφρονούν όλα τα άλλα πράγματα ασχολούνται μετά ζήλον εις την έρευναν της φύσεως όντων»· αυτούς ονόμαζε φιλοσόφους.

Ωστόσο, η κριτική έρευνα έδειξε πως τα σχετικά με τον Πυθαγόρα και τον Λέοντα είναι μεταγενέστερης εποχής και πλασμένα από τον Ηρακλείδη τον Ποντικό, μαθητή του Πλάτωνα, ο οποίος ήθελε να παρουσιάσει τον Πυθαγόρα ως αρχηγέτη του θεωρητικού βίου.

Μετά από την αποδεικτική αυτή έρευνα, η αρχαιότερη χρήση της λέξης φιλόσοφος απαντάται στον Ηράκλειτο.

Όσον αφορά στο ρήμα φιλοσοφέω-ώ απαντάται στον Ηρόδοτο (Α, 30), όπου ο βασιλέας των Λυδών, Κροίσος, λέει στον Σόλωνα «… ως φιλοσοφέων γην πολλήν θεωρίης είνεκεν επελήλυθας» (από αγάπη προς τη γνώση, από έρωτα προς τη σοφία έχεις περιέλθει πολλές φορές).

Το ρήμα αυτό το συναντούμε και στα Ιπποκρατικά συγγράμματα (Ι 620 και ΙΧ 232 L). Ο Θουκυδίδης δεν αναφέρεται στη φιλοσοφία ως μια ιδιαίτερη επιστήμη, αλλά με τον όρο αυτόν εννοεί μια βαθύτερη εξέταση των πραγμάτων με όργανο τη σκέψη.

Ο Ξενοφών στα «Απομνημονεύματα» χρησιμοποιεί το ρήμα φιλοσοφώ. Ο Ευθύδημος συνομιλώντας με τον Σωκράτη λέει «ώμην φιλοσοφείν φιλοσοφίαν…» (Φανταζόμουν ότι ασχολούμαι με τη φιλοσοφία, με την οποία πίστευα πως θα μορφωθώ).

Ο Ξενοφών, επίσης, παρουσιάζει τον Σωκράτη στο «Συμπόσιον» να λέει πως είναι αυτουργός φιλοσοφίας (= αυτοδίδακτος στη φιλοσοφία).

Ωστόσο, κατά τον Πλάτωνα, η σοφία είναι κτήμα του Θεού. Άλλωστε, και στην «Απολογία», ο Σωκράτης δηλώνει απερίφραστα πως «η μόνη αληθινή σοφία είναι η θεϊκή σοφία, ενώ η ανθρώπινη είναι μηδαμινή». Επομένως, η μάθηση και η έφεση για μάθηση συνιστούν τον όρο φιλοσοφία.

Υπό την έννοια της γενικής μόρφωσης θεωρεί τη φιλοσοφία και ο Αριστοτέλης. Στα «Μετά τα φυσικά» διατυπώνει την άποψη ότι «έστι του φιλοσόφου περί πάντων δύνασθαι θεωρείν» (= γνώρισμα του φιλοσόφου είναι η ικανότητα να μπορεί να εξετάζει θεωρητικώς όλη γενικώς την πραγματικότητα).

Για τους Στωϊκούς φιλοσόφους, η φιλοσοφία ορίζεται ως τέχνη, υιοθετώντας μια πρακτική αντίληψη για τη φιλοσοφία. Θεωρούν, δηλαδή, ότι η φιλοσοφία είναι τέχνη με την οποία ο άνθρωπος μπορεί να κάνει κτήμα του την αρετή και να την εφαρμόζει στη ζωή του.

Παρόμοια αντίληψη έχει για τη φιλοσοφία και ο Επίκτητος, που την ορίζει ως «τέχνην περί βίου» και «εφόδιον εις τον βίον», ενώ κατά τον Επίκουρο, η φιλοσοφία είναι η τέχνη που εξασφαλίζει στον άνθρωπο την ευδαιμονία της ζωής.

Μάλιστα, έλεγε το εξής: «Την φιλοσοφίαν, έλεγεν, είναι λόγος και διαλογισμός του ευδαίμονα βίου περιποιούσαν». Το φυσικό μέρος της φιλοσοφίας – κατά τον Επίκουρο – χρησιμεύει για να απαλλάξει τον άνθρωπο από τον φόβο του θανάτου και από την ιδέα της ύπαρξης θεών.

Ως προς τις απόψεις του Πλωτίνου και των νεοπλατωνικών φιλοσόφων, επαναλαμβάνουν τα όσα είχαν υποστηρίξει περί της Φιλοσοφίας ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης. Θεωρούν ότι η Φιλοσοφία είναι γενική επιστήμη που μελετά το σύνολο της πραγματικότητας (Η φιλοσοφία περί πάντα τα όντα καταγίνεται).

Ως κυριότερο κλάδο αυτής δέχονται «την πρώτην φιλοσοφίαν, την οποίαν ο Πρόκλος, ακολουθώντας τον Αριστοτέλη ονομάζει και θεολογικήν».

Στους κόλπους της Νεοπλατωνικής φιλοσοφίας αναπτύσσεται και η θεωρία περί τριαδικής εξελικτικής αναπτύξεως των όντων (μονή, πρόοδος, επιστροφή), την οποία ο Γερμανός Φιλόσοφος Hegel (Έγελος) ανανέωσε κατά τον παρελθόντα αιώνα, και έγινε ο ιδρυτής – εισηγητής της νεότερης Διαλεκτικής, την οποία αργότερα παρέλαβε και υιοθέτησε ο Καρλ Μαρξ.

Οι κατοπινοί Νεοπλατωνικοί του 5ου αιώνα, και ιδίως ο μαθητής του Πρόκλου Αμμώνιος έδιναν τους εξής ορισμούς στη φιλοσοφία:

1. «Φιλία της σοφίας», κατά τον Πλάτωνα,

2. «Γνώσις των όντων ή όντα» (= γνώση των όντων από τη γενική οντολογική κατασκευή τους), κατά τον Αριστοτέλη,

3. «Γνώσις θείων και ανθρωπίνων», κατά τους Στωϊκούς,

4. «Τέχνη τεχνών και επιστήμη επιστημών», κατά τον Αριστοτέλη,

5. «Ομοίωσις θεώ κατά το δυνατόν ανθρώπω», κατά τον Πλάτωνα [Θεαίτητος 176 Α, Νομ. 716 D],

6. «Μελετητής θανάτου», κατά τον Πλάτωνα [Φαίδων 64 Α και 67 Α].


Δεν υπάρχουν σχόλια: