«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2015

Καθαρά Δευτέρα - "Κούλουμα" (με βιβλιογραφία - links)



ΔΕΙΤΕ ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ ΕΔΩ, ΕΔΩ ΚΙ ΕΔΩ


πηγή


Areti's Place: Πατρόν για τη κυρά- Σαρακοστή
πηγή





Καθαρά Δευτέρα - Κούλουμα


Η Καθαρά Δευτέρα είναι η πρώτη ημέρα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, της νηστείας του Πάσχα. Από τους λαογράφους θεωρείται ο επίλογος των βακχικών εορτών της Αποκριάς, οι οποίες ουσιαστικά αρχίζουν την Τσικνοπέμπτη και τελειώνουν την Καθαρά Δευτέρα.

Σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδος την Καθαρά Δευτέρα «καθαρίζουν» ό,τι απόμεινε από τα μη νηστίσιμα φαγητά της αποκριάς, Σε άλλα μέρη της Ελλάδας, όπως π.χ. στην Ήπειρο, οι νοικοκυρές καθαρίζουν τις κατσαρόλες και όλα τα χάλκινα σκεύη από τα λίπη της αποκριάς με ζεστό σταχτόνερο μέχρι ν’ αστράψουν και βάφουν άσπρα τα πεζοδρόμια.

Το πιάτο της ημέρας περιλαμβάνει νηστίσιμα, ως αποτοξίνωση από το πλούσιο φαγοπότι της Αποκριάς. Χαλβάς, ταραμάς, ελιές, πίκλες, θαλασσινά, φασολάδα, βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Τα νηστίσιμα συνοδεύονται από τη λαγάνα, ένα είδος άρτου χωρίς προζύμι, με ελλειπτικό σχήμα και πεπλατυσμένος για να ψήνεται εύκολα. Σχετικός και ο δημοτικός σατυρικός θρήνος:

Τ' ακούτε τι παράγγειλε η Καθαρή Δευτέρα;
Πεθαίν΄ ο Κρέος, πέθανε, ψυχομαχάει ο Τύρος
σηκώνει ο Πράσος την ουρά κι ο Κρέμμυδος τα γένεια
Μπαλώστε τα σακούλια σας, τροχίστε τα λεπίδια
και στον τρανό τον πλάτανο, να μάσουμε στεκούλια.

Ο εορτασμός της Καθαράς Δευτέρας στις εξοχές λέγεται Κούλουμα. 

Η ετυμολογία της λέξης έχει λατινική (κολούμνα=κολώνα ή κούμουλους=σωρός, κορυφή) ή αλβανική προέλευση (κόλουμ=καθαρός). 

Στον Δήμο Αθηναίων τα Κούλουμα γιορτάζονται στον Λόφο του Φιλοππάπου, όπως και σε πολλούς Δήμους της χώρας, με προσφορά φασολάδας και νηστίσιμων στους δημότες.

Απαραίτητο συμπλήρωμα της Καθαράς Δευτέρας αποτελεί το πέταγμα του χαρταετού, με τα ποικίλα χρώματα και σχέδια, από μικρούς και μεγάλους, πιθανόν για να πετάξουν μακριά κάθε έγνοια του χειμώνα, μια και μπαίνει η άνοιξη και όλα, τουλάχιστον στη φύση, είναι πιο χαρούμενα λόγω της ανθοφορίας και της βελτίωσης του καιρού.

Η έντονη αθυροστομία και η καυστική σάτιρα είναι από τα χαρακτηριστικά της Καθαράς Δευτέρας σε πολλούς εορτασμούς της ανά την επικράτεια:

Ο Αλευροπόλεμος στο Γαλαξίδι, είναι ένα έθιμο που διατηρείται από το 1801. Εκείνα τα χρόνια, παρόλο που το Γαλαξίδι τελούσε υπό την τουρκική κατοχή, όλοι οι κάτοικοι περίμεναν τις Αποκριές για να διασκεδάσουν και να χορέψουν σε κύκλους. Ένας κύκλος για τις γυναίκες, ένας για τους άντρες. Φορούσαν μάσκες ή απλώς έβαφαν τα πρόσωπά τους με κάρβουνο. Στη συνέχεια προστέθηκε το αλεύρι, το λουλάκι, το βερνίκι των παπουτσιών και η ώχρα.

Βλάχικος Γάμος στη Θήβα. Είναι ένα έθιμο που φθάνει στις μέρες μας περίπου από το 1830, μετά την απελευθέρωση των ορεινών περιοχών. Οι Βλάχοι, δηλαδή οι τσοπάνηδες από τη Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Ρούμελη, εγκατέλειψαν τότε την άγονη γη τους και βρήκαν γόνιμο έδαφος νοτιότερα. Το θέαμα είναι έξοχο, η γαμήλια πομπή πολύχρωμη, η μουσική που τη συνοδεύει (πίπιζες, νταούλια κ.ά.) εξαιρετικά ζωντανή.

Του Κουτρούλη ο Γάμος στη Μεθώνη Μεσσηνίας. Καρναβαλίστικος γάμος, που κρατάει από τον 14ο αιώνα. Στις μέρες μας, το ζευγάρι των νεονύμφων είναι δύο άντρες, που μαζί με τους συγγενείς πηγαίνουν στην πλατεία, όπου γίνεται ο γάμος με παπά και με κουμπάρο. Διαβάζεται το προικοσύμφωνο και ακολουθεί τρικούβερτο γλέντι.

Στη Μεσσήνη Μεσσηνίας γίνεται η αναπαράσταση της εκτέλεσης μιας γερόντισσας, της γριάς Συκούς, που κατά την παράδοση, κρεμάστηκε στη θέση Κρεμάλα της πόλης, με εντολή του Ιμπραήμ Πασά, επειδή είχε το θάρρος, εξηγώντας του ένα όνειρο που είχε δει, να του πει ότι η εκστρατεία του και ο ίδιος θα είχαν οικτρό τέλος από την αντίδραση και το σθένος των επαναστατημένων Ελλήνων. Μετά την αναπαράσταση, μπορεί κάθε επισκέπτης να "κρεμαστεί" από τους ψευτοδήμιους της κρεμάλας. Το απόγευμα της Καθαράς Δευτέρας γίνεται η παρέλαση με μαζορέτες, άρματα, μεταμφιεσμένους μικρούς και μεγάλους και χορευτικά συγκροτήματα.

Μπουρανί στον Τύρναβο. Μπουρανί είναι μία χορτόσουπα δίχως λάδι, γύρω από την προετοιμασία της οποίας στήνεται ολόκληρο το σκηνικό του παιχνιδιού με φαλλικά σύμβολα και τολμηρά πειράγματα από τους μπουρανίδες.

Στην Κάρπαθο λειτουργεί το Λαϊκό Δικαστήριο Ανήθικων Πράξεων. Κάποιοι κάνουν άσχημες χειρονομίες σε κάποιους άλλους και συλλαμβάνονται από τους Τζαφιέδες (χωροφύλακες) για να οδηγηθούν στο Δικαστήριο, που το αποτελούν οι σεβάσμιοι του νησιού. Τα αυτοσχέδια αστεία και τα γέλια ακολουθεί τρικούβερτο γλέντι.

Στις κοινότητες Ποταμιά, Καλόξιδο και Λιβάδια της Νάξου οι κάτοικοι ντύνονται Κορδελάτοι ή Λεβέντες. Οι Κορδελάτοι είναι φουστανελοφόροι και η δεύτερη ονομασία τους Λεβέντες αποδίδεται στους πειρατές. Από κοντά τους ακολουθούν και οι ληστές, οι Σπαραρατόροι, που αρπάζουν τις κοπέλες για να τις βάλουν με το ζόρι στο χορό και στο γλέντι, που κρατάει ως το πρωί.

Στα χωριά Μέρωνα και Μελιδόνια του Ρεθύμνου αναβιώνουν έθιμα όπως το κλέψιμο της νύφης, ο Καντής, το μουντζούρωμα, τα οποία, σε συνδυασμό με το καλό κρασί και τους ήχους της λύρας, αποτελούν μια μοναδική εμπειρία.

Στη Σκύρο, σχεδόν όλοι οι κάτοικοι με παραδοσιακές ενδυμασίες κατεβαίνουν στην πλατεία του νησιού, όπου χορεύουν και τραγουδούν τοπικούς σκοπούς.




Καθαρή Δευτέρα - Χαρταετός


Αρχαία ήθη και δρώμενα συμπλέκονται σταδιακά στο πέρασμα του χρόνου μέχρι να πάρει η γιορτή τη μορφή που έχει σήμερα. Οι αποκριάτικες γιορτές και το καρναβάλι, ίσως, διαμορφώθηκαν τη βυζαντινή περίοδο.

Ο Φαίδων Κουκουλές, ο σπουδαίος βυζαντινολόγος καθηγητής Πανεπιστημίου και Ακαδημαϊκός, ασχολήθηκε συστηματικά με τα λαϊκά θεάματα και τις διασκεδάσεις στο Βυζάντιο. Αναφέρει ότι διασκεδάσεις, τραγούδια και παιχνίδια στις απόκριες, αλλά και άλλα έθιμα υπήρχαν και είχαν ξεκινήσει από τον 8ο αιώνα. 

Όλες αυτές οι γιορτές συμπεριλάμβαναν ένα πλήθος από παμπάλαια έθιμα, αλλά κυρίως εκφράζανε την ανάγκη για ψυχαγωγία, ευθυμία και απολαύσεις. Αγαπητές εκδηλώσεις ήταν ακόμη και οι θεατρικές παραστάσεις, τα συμπόσια και στη μεταβυζαντινή περίοδο ήλθαν τα μασκαρέματα.

Ο λαογράφος Γ. Μέγας πίστευε ότι μια από τις τελευταίες «τρέλες» στον χώρο της παρα - λαογραφίας θέλει το καρναβάλι να είναι ένα καθαρόαιμο αρχαιοελληνικό έθιμο! Υποτίθεται ότι προέρχεται από το λατινικό carrus navalis (ναυτικό αμαξάκι) και να παραπέμπει σε αρχαίες διονυσιακές τελετές. Και αυτή την ερμηνεία την στήριξε στο γεγονός ότι ο Διόνυσος μεταφερόταν με τροχοφόρα πλοιάρια στ’ Ανθεστήρια, (γιορτές της αρχαίας Αθήνας για την εναλλαγή χειμώνα και άνοιξης).

Μια άλλη εκδοχή είναι ότι το καρναβάλι, ίσως, προέρχεται από τα αρχαία Κάρνεια που ήταν λατρευτικές εκδηλώσεις για τον Απόλλωνα. Το ρήμα βαλλίζω, (καρναβαλλίζω) σημαίνει: χοροπηδώ! Υπάρχουν διάφορες ερμηνείες που δίνουν οι ιστορικοί και οι λαογράφοι.


ΚΟΥΛΟΥΜΑ σημαίνει…

Ότι σταματούν οι απόκριες. Τέρμα τα αποκριάτικα γλέντια. Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς πέφτει η αυλαία του ξεφαντώματος. Αρχίζει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή ή (Σαρακοστή) που είναι μια περίοδος νηστείας και προετοιμασίας για το Πάσχα. Έτσι τουλάχιστον θέλει η παράδοση η οποία δίνει… «τράτο» μιας ημέρας και είναι η Καθαρή Δευτέρα, που αποτελεί σύμφωνα με τα έθιμα, τη συνέχεια της Αποκριάς. Και βέβαια «… κανείς κανών δεν απαγορεύει το κρασί» έγραφε ο Γ. Μέγας. Η Καθαρή Δευτέρα είναι ταυτισμένη με τα Κούλουμα και το Χαρταετό.

«Κούλουμα» είναι η έξοδος στην εξοχή και όπως θέλουν οι λαογράφοι η λέξη columma σημαίνει κολόνα! Επειδή οι Αθηναίοι τα παλιά χρόνια συνήθιζαν να γιορτάζουν αυτή την ημέρα στους Στύλους του Ολυμπίου Διός που εκείνα τα χρόνια ήταν εξοχή και όχι το κέντρο της πρωτεύουσας. 

Άλλη ερμηνεία είναι ότι τα Κούλουμα προέρχονται από τη λατινική λέξη cumulus (κουμούλα) που σημαίνει σωρός, κι αυτό επειδή κουβαλούσαν μαζί τους… σωρούς τροφίμων.

Και φυσικά την Καθαρή Δευτέρα απολαμβάνουν το πέταμα του Χαρταετού, που άλλοι λαογράφοι πιστεύουν ότι ο πρώτος Χαρταετός φτιάχτηκε στη Σύρο, που ίσως ήλθε από τη Σμύρνη και ταξίδεψε στην Ελλάδα.

Υ.Γ. Φαίδων Κουκουλές: Γεννήθηκε στην Ερμούπολη το 1881. Σπουδαίος Βυζαντινολόγος, καθηγητής, Ακαδημαϊκός, Διευθυντής ιστορικού λεξικού, Συγγραφέας σπουδαίων ιστορικών βιβλίων κ.α.




Τι σημαίνει η λέξη «κούλουμα»
Για την προέλευση της λέξης «κούλουμα», αλλά και την καθιέρωση της συγκεκριμένης γιορτής, υπάρχουν διαφορετικές απόψεις.

Μία από τις λανθασμένες ερμηνείες που ακούγονται, είναι εκείνη που λέει ότι τα «κούλουμα» προέρχονται από την λατινική λέξη «CULUMUS«, κάτι που δεν μπορεί να ισχύει αφού… δεν υπάρχει τέτοια λέξη στα λατινικά.

Η παραπάνω παρανόηση οφείλεται στην εκδοχή που θέλει τα «κούλουμα» να αποτελούν αναγραμματισμό του λατινικού «CUMULUS» που σημαίνει «σωρός, αφθονία», αλλά και «τελείωμα». Το πιθανότερο λοιπόν, είναι το cumulus να έγινε«κούμουλα» και στη συνέχεια «κούλουμα», με την έννοια ότι την ημέρα καταναλώνουν όλοι αφθονία νηστίσιμων τροφών και παράλληλα σηματοδοτεί το τελείωμα της Αποκριάς.

Τα τελευταία χρόνια αναφέρεται επίσης ότι η λέξη «κούλουμα», προέρχεται από την αλβανική λέξη KULM ή KOLUM που -υποτίθεται- σημαίνουν «καθαρός» και συνδιάζονται με την Καθαρά Δευτέρα. Στην αλβανική γλώσσα όμως από τις παραπάνω λέξεις υπάρχει μόνο το kulm και σημαίνει «κορυφή», οπότε δεν γνωρίζουμε πού στηρίζεται αυτή η θεωρία και πόσο βάσιμη μπορεί να είναι.

Σύμφωνα με την δεύτερη πιθανή εκδοχή τώρα, η λέξη «κούλουμα», προέκυψε από την λατινική λέξη «COLUMNA», που σημαίνει «κολώνα». Αν και δεν υπάρχουν στοιχεία για αρχαία προέλευση της γιορτής, η παράδοση λέει ότι οι Αθηναίοι πριν από τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, γιόρταζαν την Καθαρά Δευτέρα στις πλαγιές του λόφου του Φιλοπάππου όπου έτρωγαν και έπιναν καθισμένοι στους βράχους, μέχρι τη δύση του ηλίου. Αμέσως μετά, οι Ρουμελιώτες γαλατάδες που ζούσαν στην Αθήνα έστηναν χορό -κυρίως τσάμικο- στους στύλους του Ολυμπίου Διός, στις «κουλώνες», όπως έλεγαν με την ιδιαίτερη ντοπιολαλιά τους.

Τα κούλουμα, είναι γνωστά και με ορισμένες παραλλαγές της λέξης όπως κουμουλάθες, κούλουμπα, κούμουλες.






Καθαρά Δευτέρα και Μεγάλη Τεσσαρακοστή
Με την Καθαρά Δευτέρα ξεκινά η Σαρακοστή για την Ορθόδοξη εκκλησία, ενώ ταυτόχρονα σημάνει το τέλος των Απόκρεω. Η Καθαρά Δευτέρα ονομάστηκε έτσι γιατί οι Χριστιανοί«καθαρίζονταν» πνευματικά και σωματικά. Είναι μέρα νηστείας αλλά και μέρα αργίας για τους Χριστιανούς.

Την Καθαρά Δευτέρα συνηθίζεται να τρώγεται λαγάνα (άζυμο ψωμί που παρασκευάζεται μόνο εκείνη τη μέρα), και άλλα νηστίσιμα φαγώσιμα, κυρίως λαχανικά, όπως και φασολάδα χωρίς λάδι. Επίσης συνηθίζεται το πέταγμα χαρταετού. Η Καθαρά Δευτέρα εορτάζεται 48 ημέρες πριν την Κυριακή του Πάσχα.

Η μεγαλύτερη και ή πιο αυστηρή περίοδος νηστείας είναι αυτή που ξεκινάμε από σήμερα, Καθαρά Δευτέρα και τελειώνει την Κυριακή του Πάσχα. Σύμφωνα με τους Κανόνες της Εκκλησίας μας επιβάλλεται να νηστεύουμε το λάδι όλες τις ήμερες, πλην Σαββάτου και Κυριακής. Αν ορισμένοι τώρα τρώνε λάδι και άλλες ήμερες (Δευτέρα, Τρίτη, Πέμπτη), αυτό θα πρέπει να γίνεται μόνο για λόγους αδυναμίας («δι' ασθένειαν σωματικήν») και ύστερα από έγκριση του Πνευματικού τους. 

Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής καταλύουμε: Ψάρι κατά την εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, οποία μέρα κι αν τύχει, και την Κυριακή των Βαΐων. Λάδι των αγίων Τεσσαράκοντα μαρτύρων (9 Μαρτίου) και κατά την εορτή της Συνάξεως του αρχαγγέλου Γαβριήλ (26 Μαρτίου). Φτάσαμε λοιπόν στην Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Και ή περίοδος αυτή, είναι μία ιερή περίοδος πνευματικών αγώνων, μετανοίας και νηστείας.


Γιατί να νηστεύουμε;
Ασφαλώς όχι για να φανούμε στους ανθρώπους, ότι νηστεύουμε. Ο Κύριος μας, πριν αρχίσει τη δημόσια δράση του, νήστεψε σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. Η νηστεία αυτή πού έκανε, έδωσε αφορμή στον Σατανά για να τον πειράξει. 

Παρόμοια και μας, ας ετοιμαζώμαστε και ας προγυμναζόμαστε στους αγώνες εναντίον των πνευματικών αντιπάλων. Σε μία αμφίβολη πολεμική συμπλοκή, τονίζει ο Μ. Βασίλειος, ή παρουσία συμμάχου στο πλευρό ενός εμπολέμου, προκαλεί την ήττα του άλλου. Το πνεύμα και ή σάρκα βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση. Με ποιόν θα συμμαχήσεις;

Αν συμμαχήσεις με τη σάρκα θα εξασθένηση το πνεύμα. Ενώ αν συμμαχήσεις με το πνεύμα θα υποδούλωσης τη σάρκα. Εφ' όσον λοιπόν θέλεις να ισχυροποίησης το πνεύμα σου, δάμασε τη σάρκα με τη νηστεία. Με τη νηστεία δείχνουμε τον σεβασμό και την υπακοή στον Δημιουργό και Κύριο μας. Γιατί ή πρώτη εντολή πού έδωσε στους πρωτοπλάστους, τον Αδάμ και την Εύα, ήταν εντολή νηστείας.

Μέσα στον αληθινό σκοπό της νηστείας υπάρχει ή αγάπη. Η αγάπη μας πρώτα-πρώτα για τον Χριστό. Γιατί τηρούμε το λόγο πού μας είπε: «Όταν απαρθή ο νυμφίος, τότε (οι μαθηταί μου) νηστεύσουσι» (Ματθ. θ΄ 15). Ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής σημειώνει: «Όποιος αγαπά τον Θεό, ζει αγγελικό βίο στη γη. Γι αυτό νηστεύει και αγρυπνεί, ψάλλει και προσεύχεται και πάντοτε σκέπτεται καλά για όλους τους ανθρώπους». Αλλά νηστεύουμε από αγάπη για τούς φτωχούς, τούς ελαχίστους αδελφούς του Χριστού μας.

Δεν τρώμε κρέας σαράντα μέρες π.χ. αλλά απλούστερα φαγητά και τα χρήματα πού εξοικονομούμε τα δίνουμε σε μία φτωχή οικογένεια. Ακόμα νηστεύουμε γιατί διδαχθήκαμε από τον Κύριο μας ότι: «Τούτο το γένος (των δαιμονίων) ουκ εκπορεύεται εί μή εν προσευχή και νηστεία» (Ματθ. ιζ΄ 21). Η νηστεία λοιπόν διώχνει τα δαιμόνια των παθών πού κυριεύουν και πολεμούν τη σάρκα μας και μολύνουν την ψυχή μας. Είναι για μας η νηστεία όπλο και φάρμακο.

Είναι πράγματι και πολύτιμο φάρμακο η νηστεία, γιατί προφυλάσσει και θεραπεύει την αρρώστια της ψυχής και του σώματος. Η γαστριμαργία, η καταστρεπτική αυτή πολυφαγία, αποχαυνώνει τον άνθρωπο και βλάπτει ανεπανόρθωτα την υγεία του. Η νηστεία, λοιπόν, είναι ένα από τα μέσα, για να κατασιγάσουν τα πάθη. Επειδή υποβάλλει σε εκούσιες στερήσεις δοκιμάζει την ηθική δύναμη και δαμάζει τα άτακτα σκιρτήματα της σάρκας. 

Ο απόστολος Παύλος κάνει λόγο για τη χαλιναγώγηση του σώματος και των επιθυμιών. «Υποπιάζω μου το σώμα και δουλαγωγώ μήπως άλλοις κηρύξας, αυτός αδόκιμος γένομαι» (Α΄ Κορινθ. θ΄ 27). Γυμνάζω, λέει, το σώμα μου και το υποβάλλω σε στερήσεις, μήπως και άλλοι, στους οποίους εκήρυξα, βραβευθούν και εγώ αποδοκιμασθώ.

Πόσο ρεαλιστική και βαθιά ψυχολογημένη και η παρατήρηση ενός ασκητού, πού έζησε τον πέμπτο αιώνα: «Θα ρωτήσει κανείς από αυτούς, πού βαριούνται τη νηστεία: Είναι αμαρτία η χρησιμοποίηση της τροφής; Ασφαλώς όχι. Η τροφή δεν είναι αμαρτία. Η αμαρτία μπορεί να έλθει σαν επακόλουθο τής τροφής». Η νηστεία άλλωστε έχει ένα πλατύ περιεχόμενο. Η Εκκλησία μας δεν την στενεύει μονάχα στην τροφή. Την βλέπει με ευρύτητα θαυμαστή.

Σ' αυτό το σημείο ιδιαίτερα επιμένει ο λόγος τού Θεού και η πατερική σοφία και φρόνηση. Η νηστεία δεν πρέπει να είναι ένας ξηρός τύπος. Είναι προπάντων διάθεση ψυχής. 

Συνδυάζεται πάντα με τις άλλες αρετές, την εγκράτεια, την προσευχή, την μετάνοια. «Τιμή γάρ νηστείας ουχί σιτίων αποχή, αλλά αμαρτημάτων αναχώρησις», τονίζει ο ιερός Χρυσόστομος.

Σε τίποτα, λοιπόν, δεν μας ωφελεί αν δεν είναι έκφραση ειλικρινούς μετανοίας. Ίσα - ίσα μπορεί να μας παραπλανά και να μας δημιουργεί την ψευδαίσθηση τής πνευματικής αυτάρκειας. Μας το υπογραμμίζει τόσο καθαρά ο Θεός με το στόμα τού προφήτη Ησαΐα: «Τη νηστεία και την αργία και τις γιορτές σας τις μισεί η ψυχή μου... εφ' όσον δεν συνοδεύονται με μετάνοια, ειλικρίνεια, αγάπη και δικαιοσύνη...»

Επομένως η νηστεία, ως πνευματικός αγώνας, ως αυτοκυριαρχία, ως εγκράτεια, ως άσκηση, πρέπει να είναι καθημερινό μας μέλημα. Όχι μόνο υπόθεση Σαρακοστής, αλλά ρυθμιστής ζωής.

Καλή Δύναμη, καλό στάδιο και καλό υπόλοιπο Μεγάλης Τεσσαρακοστής


ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ, ΕΔΩ:
-http://coolweb.gr/kathara-deytera-pote-peftei-ti-giortazoume/
-http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B1
-http://www.madata.gr/epikairotita/san-simera/94109.html
-http://efisecrets.gr/kathara-deytera-ta-ithi-kai-ta-ethima-se-olh-tin-ellada/
-http://www.boro.gr/44477/kathara-deytera-ti-einai-ta-koyloyma-kai-ti-prepei-na-prosexete
-http://www.pinnokio.gr/arthro/ti-giortazoyme-thn-kathara-deytera-hthh-kai-ethima-ths-hmeras-apo-olh-thn-ellada
-http://www.pontos-news.gr/article/19364/apokria-karnavali-kai-koyloyma-gnorizete-tin-istoria-toys
-http://www.astrology.gr/ENALLAKTIKI-GONIA/item/40665-i-lagana-kai-ta-koyloyma
-http://www.astrology.gr/ENALLAKTIKI-GONIA/item/16597-kathara-deytera-o-aposymbolismos-toy-chartaetoy
-http://www.astrology.gr/ENALLAKTIKI-GONIA/item/16648-h-symbolh-toy-chartaetoy-sthn-kathara-deytera-meros-b%CE%9E%C2%84
-http://www.funtastic14.blogspot.gr/2014/03/blog-post.html
-http://www.daddy-cool.gr/2015/02/oles-oi-syntages-gia-ti-pio-nostimh-kathara-deytera.html
Διαβάστε περισσότερα... »

Κατασκευή χαρταετού (με... βιβλιογραφία - links)








Ο χαρταετός είναι μια κατασκευή με ελαφριά υλικά που σκοπό έχει να πετά ψηλά στον ουρανό με τη βοήθεια του αέρα.

Η χειροποίητη κατασκευή του στην Ιαπωνία και την Κίνα, είναι  μια πραγματική ιεροτελεστία.

Αρχικά ο χαρταετός κατασκευαζόταν με ξύλινο σκελετό και χαρτί. Στην εποχή μας κατασκευάζονται είτε από ξύλο, είτε από πλαστικό και ντύνονται με πλαστικό. Δεν λείπουν βέβαια και οι χειροποίητοι που είναι φτιαγμένοι με καλάμια.

Σήμερα κατασκευάζονται χαρταετοί σε μια τεράστια ποικιλία σχημάτων και χρωμάτων, ακόμα και σε συσκευασία τσέπης. Στη χώρα μας το πιο παραδοσιακό σχήμα που έχουν είναι με εξάγωνο σκελετό.

Ο μεγαλύτερος χαρταετός του κόσμου είναι ο Megabite που έχει  διαστάσεις 55Χ22 μέτρα (δηλ. 630 τετραγωνικά μέτρα). 

Οι πιο γνωστοί κατασκευαστές χειροποίητων χαρταετών στη χώρα μας ήταν και είναι ο Θανάσης Βαλσάμης από τη Νέα Ιωνία, ο Δ. Γαβράς από τους Αγίους Αναργύρους, οι αδελφοί Κελαηδή από τον Άγιο Φανούριο, ο Κώστας Παναγιωτόπουλος από το Περιστέρα, ο Χρήστος Πετρόπουλος ο Μανώλης Χαβιαράς από το  Περιστέρι. Ανάμεσα σ’ αυτούς πρέπει να μπει και ο ζωγράφος Αλέξης Ακριθάκης, ο οποίος υπήρξε δεινός κατασκευαστής χαρταετών.

Η συνέχεια εδώ, εδώ κι εδώ
Διαβάστε περισσότερα... »

Διονυσιακά και Ορφικά μυστήρια



Το πρόβλημα που καλείται να λύσει ο μελετητής στην ανίχνευση των Διονυσιακών και Ορφικών μυστηρίων, εκτός των ελάχιστων και πολλές φορές αντιφατικών πληροφοριών, είναι αφενός ποια η σχέση του Ορφέα με τον Διόνυσο, και αφετέρου η ανακάλυψη του -ποιος προηγείται ποίου -.

Ο Διόνυσος είναι ο «νεώτερος» θεός που εντάχθηκε στο αρχαιοελληνικό πάνθεον, ο οποίος όμως επέδρασε καταλυτικά μετά τον 6ο αιώνα, τόσο στην θρησκεία όσο και στην τέχνη, το θέατρο και την ποίηση. Σύμφωνα με την μυθολογία ο Διόνυσος ήταν υιός Θεού -του Δία- και μίας θνητής της Σεμέλης, την οποία γονιμοποίησε ο Δίας, με τη μορφή χρυσής βροχής.

Η Ήρα από ζήλια έπεισε την Σεμέλη όταν ήταν σε εν - Δια- φέρουσα, να ζητήσει από τον Δία να εμφανιστεί μπροστά της με την Θεϊκή μορφή του. Η Σεμέλη δεν άντεξε την θέα του Θεού και πέθανε. Ο Δίας για να σώσει το βρέφος Διόνυσο, τον μεγαλώνει στον μηρό του, από όπου βγήκε όταν ήρθε η μέρα να γεννηθεί. Έτσι ο Διόνυσος λέγεται ότι έχει διπλή γέννηση.

Στην Ορφική εκδοχή του μύθου ο Διόνυσος Ζαγρέας γιος του Δία και της Περσεφόνης, ως βρέφος κατασπαράσσεται από τους Τιτάνες μετά από προτροπή της Ήρας. Η Αθηνά σώνει την καρδία του Διόνυσου την οποία παρέδωσε στον Δία, ο οποίος στην συνέχεια γεννά επίσης για δεύτερη φορά τον Διόνυσο.




Ο Δίας όμως εξοργισμένος από την πράξη των Τιτάνων τους κατακεραύνωνει, και από τη στάχτη τους, προσθέτοντας λίγο νερό, έφτιαξε την ανθρώπινη φυλή.

Επειδή όμως οι Τιτάνες είχαν φάει τον Διόνυσο πέρασε μέσα τους το Θεϊκό στοιχείο, και από αυτούς σε εμάς. Έτσι είχαν πλέον μέσα τους Θεϊκή φύση αλλά και ένα βαρύ αμάρτημα. Συνεπώς σε επίπεδο συμβολισμού, ο άνθρωπος οφείλει να νικήσει το «τιτανικό» στοιχείο, και να ενωθεί με το Θεό-Διόνυσο, 
ενισχύοντας το ενυπάρχον σε αυτόν Θεϊκό στοιχείο του Διόνυσου Ζαγρέα».

Και στις δύο εκδοχές του μύθου λοιπόν, έχουμε έναν Θεό που «πεθαίνει» και «αναγεννάται». Συνεπώς έχουμε για πρώτη φορά στον Ελληνικό χώρο την εμφάνιση ενός Θεού που, υπόκειται σε φθορά, θάνατο και επαναγγένηση, κάτι που πριν θεωρούνταν αδιανόητο.

Ο «Θεϊκός θάνατος» και η «αναγέννηση», συμβολίζει τις περιοδικές λειτουργίες την Φύσης, τις καταστροφές τις εναλλαγές ζωής και θανάτου της. Συμβολισμοί που θα είναι εφεξής κοινό μοτίβο τόσο στα Μικρά, όσο και στα Μεγάλα Διονύσια και Ελευσίνια Μυστήρια, είτε με το μύθο του Διονύσου, είτε με εκείνο της Περσεφόνης και της αναζητούσας, ως Δηώ, Δήμητρας. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο οι Πελασγοί άκουσαν για τον Διόνυσο πολύ αργότερα από τα ονόματα των άλλων Θεών.

Ο Παυσανίας αναφέρει τον Πήγασο, ιερέα του Διόνυσου από την Βοιωτία, ο οποίος πήγε στην Αθήνα το άγαλμα του Θεού θέλοντας να εισαγάγει την λατρεία του. Οι Αθηναίοι όμως δεν τον δέχθηκαν μίας και ο Διόνυσος προσέβαλε τα αιδοία των Αθηναίων ανδρών με νόσο την οποία δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν, εξαναγκάζοντάς τους να τον λατρεύουν φτιάχνοντας φαλλούς για χάρη του.




Ο Ευριπίδης (Βάκχες,) παριστάνει τη διονυσιακή λατρεία σαν είδος «παγκόσμιας θρησκείας», η οποία προέρχονταν από τα βουνά της Λυδίας και της Φρυγίας, σύμφωνα όμως με τους περισσότερους σύγχρονους μελετητές ο Διόνυσος είναι θρακικής προέλευσης. Σταδιακά ο Διόνυσος από Θεός του τρύγου και του οίνου, θα μεταβληθεί σε Θεό των γυναικών, η λατρεία των οποίων ήταν «οργιαστική».

Ταυτόχρονα από Θεός της ευθυμίας γίνεται ο «πάσχων Θεός» στον οποίο ήταν αφιερωμένοι οι 3 μήνες του χειμώνα, κατά τους οποίους κατέβαινε στον κάτω κόσμο. Στην συνέχεια έρχονταν ξανά στην ζωή την άνοιξη (όσον καιρό δηλαδή ο αδελφός του Απόλλωνας ο κύριος του δελφικού χώρου, έλειπε στους Υπερβόρειους). Τους μήνες αυτούς αντί για τον παιάνα του Απόλλωνα αντηχούσε στους Δελφούς ο διθύραμβος, το λατρευτικό τραγούδι του Διονύσου. Τότε και οι Βάκχες των Δελφών ανέβαιναν στον Παρνασσό για να χαιρετήσουν την «ανάσταση του».

Έτσι στην κλασσική εποχή ο Διόνυσος δεν είναι πια μόνον ο Θεός του κρασιού. Ο Πλούταρχος το επιβεβαιώνει με ένα χωρίο του Πινδάρου, όπου ο Διόνυσος αναφέρεται ως δενδρίτης ή εν - δενδρος, ως η δύναμη δηλ που ενυπάρχει στο δέντρο, ανθιος - ο φορέας της άνθησης, κάρπιος - ο φορέας των καρπών, φλεύς ή φλέως - η πλησμονή της ζωής.

Περιοχή του είναι, όπως λέει ο Πλούταρχος, ολόκληρη η υγρή φύση όχι μόνο η ρευστή φωτιά του σταφυλιού, αλλά και ο χυμός που ανεβαίνει στο νέο δέντρο, το αίμα που χτυπάει στις φλέβες του νεαρού ζώου, όλα τα μυστηριώδη και ανεξέλεγκτα ρεύματα, η πλημμυρίδα και η άμπωτη μέσα στη ζωή της φύσης.

Οι γιορτές του Διονύσου ήταν και η αρχή του θεάτρου, του σατυρικού δράματος, της κωμωδίας και της τραγωδίας. Οι ιερές τελετές του Διονύσου γιορτάζονται κάθε δυο χρόνια στις αρχές του Δεκέμβρη στον Παρνασσό, και σε αυτά έπαιρναν μέρος μόνο οι γυναίκες Μαινάδες ή Βάκχες, οργανωμένες σε θιάσους.

Οι Μαινάδες ή Θυϊάδες γνωστές και ως Βάκχες αποτελούσαν τις ιέρειες του Διονύσου, οι οποίες ήταν γυναίκες αφιερωμένες στο Θεό Διόνυσο, και αποτελούσαν το ιερατείο της διονυσιακής λατρείας. Ο Ορφέας αργότερα τις απέκλεισε από τα αναμορφωμένα μυστήρια του και αυτές εκδικούμενες, σύμφωνα με τον μύθο, τον φόνευσαν.




Οι Βάκχες πριν την τέλεση των διονυσιακών τελετουργιών υποβάλλονταν σε διάφορα τελετουργικά καθαρότητας, που περιελάμβαναν νηστεία, αλλά και σεξουαλική αποχή. Κατά την διάρκεια των τελετουργιών οι Βάκχες «βάκχευαν» έπεφταν δηλ. σε «θρησκευτική μανία» δια μέσω των τελετουργικών χορών, τραγουδιών, και κραυγών υπό των ήχο κυμβάλων. Οι Βάκχες δρούσαν αλλόφρονες σε κατάσταση καταληψίας υπό την επήρεια του πνεύματος που τις είχε καταλάβει. Εδώ ανιχνεύεται και ο Διονυσιακός μυστικισμός, σύμφωνα με τον οποίο ο Διόνυσος ενωνόταν με τις ψυχές των μυημένων μέσω της τελετουργικής « έκστασης».

Οι Βάκχες κρατούσαν στο ένα χέρι αναμμένο πυρσό και στο άλλο την μακριά ράβδο τους, τον Θύρσο, στολισμένο στην κορυφή με κισσό, ενώ κάποιες κρατούσαν στα χέρια και φίδια, ίσως κατάλοιπο των Κρητικών μυστηρίων. Φορούσαν επίσης την «νεβρίδα»που ήταν το ζώο που καταβροχθίζονταν κατά την διάρκεια της Ωμοφαγίας (συνήθως ταύρου).

Ο Ευριπίδης χωρίζει σε δύο στάδια την Ωμοφαγία. Οι Μαινάδες πρώτα ξέσχιζαν το θύμα, ενώ ευρίσκετο ακόμη εν ζωή πολλές φορές, και κατόπιν έτρωγαν το κρέας του ωμό, όπως συνέβαινε και στον μύθο του Διονύσου-Ζαγρέα.

Ο Ευριπίδης αναφέρεται φανερά αμήχανος σε αυτήν την συνήθεια, δύο φορές (Βάκχες, Κρήτες,), μιας και την προσπερνάει γρήγορα και διακριτικά. Και ο Πλούταρχος περιγράφει και αυτός ως βάρβαρο έθιμο και αυτός τον διαμελισμό και την ωμοφαγία:

«Υπάρχουν ορισμένες τελετές και θυσιαστικές τελετουργίες καθώς και άτυχες και ζοφερές ημέρες, κατά τις οποίες λαμβάνουν χώρα ωμοφαγίες και διαμελισμοί και νηστείες και στηθοχτυπήματα και επίσης επαίσχυντοι λόγοι, αναφορικά με πράγματα ιερά και μανία και κραυγές που υψώνονται με ένα δυνατό ήχο και το λαιμό να κινείται πέρα-δώθε».

Ίσως γι’ αυτό οι μέρες που ορίζονταν για την ωμοφαγία ήταν «αποφράδες» και σκυθρωπαί». Είναι πολύ πιθανό η ωμοφαγία να γινόταν σε «αναπαράσταση» της ημέρας όπου το νήπιο Διόνυσος κατασπαράχτηκε και καταβροχθίστηκε από τους Τιτάνες. Από την άλλη, πιθανότατα θεωρούσαν ότι το θύμα ενσάρκωνε τις ζωτικές δυνάμεις του ίδιου του Θεού, που με την πράξη της ωμοφαγίας μεταβιβάζονταν στους λάτρεις του. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς κατακρίνοντας τις τελετές αυτές αναφέρει:




«Οι βάκχοι τελούν όργια προς τιμήν του μαινόμενου Διόνυσου, με ωμοφαγία τηρούν την ιερή μανία και η τελετουργία τους ολοκληρώνεται με το μοίρασμα της σάρκας των σφαγιασθέντων θυμάτων, καθώς είναι στεφανωμένοι με φίδια».

Στην Αθήνα τα μικρά Διονύσια τελούνταν τον μήνα Ποσειδεώνα (τέλη Δεκεμβρίου, αρχές Ιανουαρίου), διακρίνονταν δε στα «κατά αγρούς», και στα «κατά άστυ». Τα μεγάλα Διονύσια τελούνταν κατά τον μήνα Ανθεστηρίωνα (τέλος Φεβρουαρίου, αρχές Μαρτίου), και τον Ελαφηβίωνα (28 Μαρτίου μέχρι 2 Απριλίου).

Ο Διόνυσος θα παίξει με την πάροδο του χρόνου κεντρικό ρόλο και στα Ελευσίνια μυστήρια ως «υιός Ίακχος», γίνεται το κύριο αντικείμενο της μυστικής λατρείας των Ορφικών, και σταδιακά αναπτύσσει σχέσεις με τις Θεές της γης, και Θεές της γονιμότητας (Ρέα, Ήρα, Δήμητρα, Αριάδνη, Περσεφόνη). Ποίος ο λόγος όμως της αναδιαμόρφωσης τόσο του Διονύσου όσο και των τελετών του;

Η απάντηση είναι ο Ορφισμός και ο δάσκαλος Ορφέας. Ο Ορφισμός κατέχει ξεχωριστή θέση στην πορεία της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας και φιλοσοφίας, καθώς εισάγει νέα μυστικιστικά στοιχεία στην θρησκεία, αλλά και την έννοια του Θεού δημιουργού. 

Ο Πρόκλος μας αποκαλύπτει στα σχόλια εις τον Πλατωνικό Τίμαιο:

«Πράγματι όλη η Ελληνική θρησκεία προέρχεται από την Ορφική μυσταγωγία. Πρώτα ο Πυθαγόρας εδιδάχθη από τον Αγλαόφημο τα μυστήρια των Θεών, και δεύτερος ο Πλάτων αντελήφθη την ολοκληρωμένη σχετικώς με αυτά γνώση από τα Πυθαγόρεια και Ορφικά γραπτά» .

O Ορφισμός πρεσβεύει ένα είδος πανθεϊστικού μονοθεϊσμού, μιλά για διττή ουσία του ανθρώπου, Θεία και τιτανική, θεωρεί το σώμα ως τάφο της ψυχής, δέχεται την μετεμψύχωση, εισάγει τους καθαρμούς, την νηστεία και την αποχή από το κρέας, εκεί που πριν υπήρχε η Διονυσιακή «ωμοφαγία». Ποίος όμως ήταν ο Ορφέας;

Ο Ορφέας σύμφωνα με την μυθολογία έζησε πριν τον Τρωικό πόλεμο (ο οποίος έγινε με τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις γύρω στο 1500 π.χ). Πατέρας του ήταν ο Οίαγρος βασιλέας της Θράκης, και μητέρα του η Μούσα Καλλιόπη. Η συμμετοχή του στην Αργοναυτική Εκστρατεία και η κατάβαση του στον Άδη με σκοπό να επαναφέρει στον πάνω Κόσμο την Ευρυδίκη, αποτελούν τα σημαντικότερα στοιχεία της μυθικής ζωής του.




Η δύναμη της μουσικής και της φωνής του ήταν τέτοια, που μπορούσε να κατευνάσει την οργή των κυμάτων, να υπερισχύσει του τραγουδιού των σειρήνων, να αδρανοποιήσει τον δράκο φύλακα του χρυσόμαλλου δέρατος, να μαγεύει τον κέρβερο έως και τον Πλούτωνα κατά την κάθοδό του στον Άδη.

Στον αντίστοιχο μύθο, ο Πλούτωνας ο βασιλιάς του Κάτω Κόσμου δέχτηκε να ελευθερώσει την αγαπημένη του Ευρυδίκη, με τον όρο εκείνη να μην μιλήσει στον Ορφέα, και εκείνος να μην την κοιτάξει έως ότου βγουν στο φως του Ήλιου. 

Ο Ορφέας όμως αδημονώντας να την αντικρίσει, στράφηκε λίγο πριν φτάσουν στην «έξοδο» και η σκιά της Ευρυδίκης επέστρεψε στον κόσμο των νεκρών. Ο Ορφέας περιπλανιόταν για 7 ημέρες δίχως τροφή θρηνώντας για τον δεύτερο χαμό της γυναίκας του. Από τότε έγινε αδιάφορος προς τις γυναίκες και ταπείνωνε όσες τον πλησιάζαν. 

Μερικοί λένε πως μη αντέχοντας τον πόνο, αυτοκτόνησε. Άλλοι λένε πως ο Διόνυσος τον τιμώρησε επειδή περιφρονούσε τα μυστήρια του και έστειλε τις Βάκχες του να διασπάσουν τα μέλη του και να τα πετάξουν μακριά. Οι Μούσες τότε μάζεψαν τα μέλη του και τα έθαψαν στα Λείβδηθρα, ενώ το κεφάλι του που το έριξαν στον Έβρο κατέληξε στη Λέσβο. Άλλοι λένε πως ο Ορφέας θανατώθηκε από τις γυναίκες της Θράκης που τον εκδικήθηκαν επειδή τις απέκλεισε από τα Μυστήρια του.

Ο Ορφέας ήταν μουσικός, «προφήτης», «δάσκαλος» που έφερε μαζί του μία νέα θρησκεία επιθυμώντας να αναμορφώσει την παλιά. Είναι η πρώτη φορά που στην Ιστορία της Ελληνικής Θρησκείας που συναντούμε τον ιδρυτή μιας Θρησκείας, ο οποίος είναι άνθρωπος αλλά συγχρόνως μυθικός ήρωας, ο οποίος πεθαίνει ως μάρτυρας της πίστης του.

Γνωρίζουμε ότι ο Ορφέας αναδιοργάνωσε και αναμόρφωσε τις τελετές του Βάκχου, σε ποιο βαθμό όμως αναδιοργάνωσε μια θρησκεία ή αναπλάστηκε ο ίδιος ποτέ δεν θα το γνωρίσουμε πλήρως.

Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν είναι ο Ορφισμός υπήρξε η εξέλιξη της Διονυσιακής λατρείας ή ο Ορφισμός χρησιμοποίησε ως «όχημα» και μετασχημάτισε την διονυσιακή λατρεία.

Το σίγουρο είναι ότι ο Ορφισμός και οι ορφικές τελετές είχαν έρθει στην Αθήνα πριν την κλασσική περίοδο. Ο ανώνυμος συγγραφέας του έργου «φιλοσοφούμενα» μας λέει ότι οι «βακχικές τελετές του Ορφέα» είχαν εδραιωθεί και δοθεί στους ανθρώπους της Φλύας στην Αττική πριν την καθιέρωση των «Ελευσίνιων τελετών μύησης».

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ο Ορφέας τροποποίησε οργάνωσε και αναδιαμόρφωσε τις βακχικές τελετές. Σε αυτό το σημείο δεν θα μπορούσαμε να μην εντοπίσουμε τις ομοιότητες που μοιράζονται ο Διόνυσος και ο Ορφέας με τον Ιησού Χριστό, εάν και είναι γνωστές. Είναι οι « ποιμένες» και «σωτήρες» που αναμορφώνουν τις θρησκείες.

Σε όλη του η ζωή παρουσιάζεται να φέρει την τάξη και την ευπρέπεια σε ένα οργιαστικό και θορυβώδες τυπικό. Ο Ορφέας γενικά πιστεύεται ότι ήρθε από την Θράκη, αλλά ίσως και να ήρθε από τον νότο, και συγκεκριμένα από την Κρήτη. Ο Διόδωρος μάλιστα λέει ότι ο Ορφέας πήγε στην Αίγυπτο για να μάθει τις τελετές και την θεολογία του.




Το πιο πιθανό είναι να υπήρχαν πολλοί με το όνομα Ορφέας, τα ίχνη όμως του πρώτου μεγάλου διδασκάλου Ορφέα χάνονται στα βάθη της προ - ιστορίας. 

Σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη, ο Διόνυσος προηγείται του Ορφέα: «Ο Χάροψ παππούς του Ορφέα , βοήθησε το Θεό και ο Διόνυσος σε ένδειξη ευγνωμοσύνης του δίδαξε τα όργια των τελετών του. Ο Χάροψ τα μετάδωσε στον γιο του Οίαγρο και ο Οίαγρος στον Ορφέα. Ο Ορφέας όντας εκ φύσεως χαρισματικός και περισσότερο εκπαιδευμένος από τον κάθε ένα, έκανε πολλές τροποποιήσεις στις οργιαστικές τελετές για αυτό ονομάζουν τις τελετές που προήλθαν από τον Διόνυσο Ορφικές».

Ο Ηράκλειτος επίσης λέει για τον Ορφέα: «Ρύθμισε την θρησκεία του Διονύσου στην Θράκη στο όρος Αίμος όπου λένε ότι υπάρχουν κάποια γραπτά σε πινακίδες του». Ο Απολλόδωρος όμως δηλώνει ότι ο Ορφέας: «επινόησε τα μυστήρια του Διονύσου…». Ο Κόνων την εποχή του αυτοκράτορα Αυγούστου αναφέρει:

«Κοντά στο Διόν είναι ένα χωρίο που ονομάζεται Πίμπλεια, όπου έζησε ο Ορφέας. Ο Ορφέας ήταν από την φυλή των Κικόνων, και ήταν άνθρωπος με μαγικές δυνάμεις όσον αφορά την μουσική και την μαντεία. Περιφερόταν τελώντας οργιαστικές τελετές, και αργότερα γεμάτος αυτοπεποίθηση απόκτησε πολλούς ακολούθους και μεγάλη επιρροή. Μερικοί τον δέχτηκαν οικειοθελώς άλλοι υποψιαζόμενοι ότι ετοιμάζει αναταραχές και συνομωσία του επιτέθηκαν και τον έσφαξαν».




Σύμφωνα με τον Αριστοφάνη: «Ο Ορφέας μας δίδαξε τα μυστήρια, και πώς να λείψουμε από τον φόνο και γητειές για τις αρρώστιες και μαντολογήματα». Τέλος ο Ερατοσθένης υποστηρίζει:

«Ο Ορφέας δεν τιμούσε τον Διόνυσο αλλά θεωρούσε τον Ήλιο ως μεγαλύτερο των Θεών, τον οποίο ονόμαζε επίσης Απόλλωνα. Και ξυπνώντας νωρίς το πρωί ανέβαινε στο βουνό που ονόμαζε Παγγαίο και περίμενε την ανατολή του Ήλιου για να δει την πρώτη του αχτίδα. Για τούτο ο Διόνυσος εξοργίστηκε και έστειλε εναντίον του τις Βασσαρίδες του, όπως λέει ο ποιητής Αισχύλος. Και τον κατακρεούργησαν και τον διαμέλισαν».

Έχουμε λοιπόν αντιφατικά στοιχεία. Σε κάθε περίπτωση η αρχαία παράδοση σε πολλές περιπτώσεις ήθελε τον Ορφέα «εχθρό» του Διονύσου, και θύμα των πιστών του Θεού. Αντικειμενικά υπάρχουν βασικές διαφορές μεταξύ του Ορφέα και του Διόνυσου.

Ο Ορφέας ποτέ δεν παίζει τον αυλό που επιφέρει την μανία ούτε χτυπά εκκωφαντικά τα κύμβαλα, στον αντίποδα ο Διόνυσος είναι ο Θεός της μέθης της έκστασης και του θορύβου.




Το μεγάλο βήμα του Ορφέα είναι ότι διατηρώντας την βακχική πίστη πως άνθρωπος μπορεί να φτάσει «μέθεξη», στην «θέωση» κάτι που πριν αποτελούσε ύβρη, άλλαξε την αντίληψη του τι είναι Θεός, και επεδίωξε να αποκτήσει αυτή την Θεότητα με εντελώς διαφορετικά μέσα. Για τον Ορφισμό ο Θεός κατοικεί στα βάθη του είναι μας, κρυμμένος στην ύλη και καθήκον μας είναι να τον απελευθερώσουμε από τα δεσμά των Τιτάνων.

Η «θέωση» που αναζητούσαν στο εξής δεν ήταν σωματική μέθη αλλά πνευματική έκσταση, και τα μέσα που υιοθέτησαν δεν ήταν η οινοποσία, αλλά αποχή και τελετές καθαρμού. Έως τότε αποτελούσε ύβρη ο άνθρωπος να θέλει να γίνει Θεός, ενώ οι ανθρωπινές σύμφορες από την άλλη πιστεύονταν ότι οφείλονταν στις χθόνιες δυνάμεις των νεκρών ή των ηρώων και ο εξαγνισμός γινόταν με αιματηρές θυσίες. Μερικοί υποστηρίζουν πως η σπουδαιότερη συμβολή του Διονύσου στην θρησκεία της αρχαίας Ελλάδος, ήταν η ελπίδα που έφερε για αθανασία, κάτι που οφείλετε στους Ορφικούς οι οποίοι αναμφίβολα πίστευαν στην μελλοντική ζωή.

Η επίδραση του Ορφισμού ήταν καταλυτική καθώς εισήγαγε στον Ελληνικό κόσμο το στοιχείο του μυστικισμού και του δυϊσμού ψυχής-σώματος, του πνεύματος και ύλή, όπως αποκαλύπτει και η χρυσή πλάκα του Ιππωνίου αναφερόμενη στην καταγωγή της ψυχής: «Είμαι παιδί της Γης και του Έναστρου Ουρανού»...

Πριν τους Ορφικούς και σύμφωνα με την Ομηρική άποψη η ψυχή ήταν μια σκιά που εγκατέλειπε τον νεκρό τη στιγμή του θανάτου για να οδηγηθεί στο Βασίλειο του Άδη. Οι Ορφικοί υποστήριζαν ότι η ψυχή είναι αυτό που υποκινεί τον άνθρωπο, η αρχή όλων, ενώ ο σώμα η φυλακή της ψυχής, κάτι που πέρασε και στον Χριστιανισμό. Πίστευαν ότι η ψυχή είναι θεϊκή και ενσαρκώνεται λόγω ενός προγενέστερου αμαρτήματος της.

Έτσι υπάρχοντας στο σώμα εκτός το ότι φυλακίζεται, λυτρώνεται κιόλας μέσα από τον κύκλο της επαναλαμβανόμενης μετενσάρκωσης. Οι Ορφικοί πρώτοι πίστεψαν πως όχι μόνο είναι δυνατή η επιστροφή του νεκρού στον επίγειο κόσμο (μετενσάρκωση), αλλά ότι μπορεί κάποιος να βγει από τον αιώνιο κύκλο των συνεχόμενων μετενσαρκώσεων. Στην Ολβία του Ε. Πόντου, ανακαλύφθηκαν οστέινες πλάκες, του 5ου π.χ αιώνα, με τις λέξεις : ΒΙΟΣ - ΘΑΝΑΤΟΣ – ΒΙΟΣ.

Οι μυστηριακές τελετές του Ορφισμού διακρίνονταν σε δύο επίπεδα, στον εξαγνισμό και στην μύηση, και διαδραματίζονταν την νύκτα συμβολίζοντας την μετάβαση από το σκότος της άγνοιας στο φως της αλήθειας.

Δια μέσου της μύησης στα Ορφικά Μυστήρια αποκαλύπτονταν στον άνθρωπο οι αρχετυπικές αλήθειες, έχοντας ως αρωγό τον Θεό Διόνυσο πού ήταν ο λυτρωτής της ανθρώπινης ψυχής, που την οδηγούσε στην αθανασία του ουρανού.

Οι Ορφικοί συγκεντρώνονταν είτε σε οικίες, είτε σε φυσικά σπήλαια για να ψάλουν ύμνους και να γνωρίσουν την διδασκαλία του Ορφέα, υπό το φως του ιερού πυρ που δεν έσβηνε πότε. Η επίδραση του Ορφισμού επηρέασε τόσο πολύ τον Πυθαγόρα, ώστε την εποχή του Πεισιστράτου ήταν πολύ δύσκολο να ξεχωρίσουν τα γνήσια Ορφικά από τα Πυθαγόρεια μυστήρια. Ο Ορφισμός επέδρασε καταλυτικά στην Ελληνική φιλοσοφία για δυο λόγους:

Σύμφωνα με τον Ορφισμό ο Θεός κατοικεί στα βάθη του αυτού μας, κρυμμένος στην ύλη. Ο Διονυσιακός άνθρωπος μπορεί εξ ιδίων να απελευθερωθεί από τα Τιτανικά δεσμά του και να σωθεί. Η Θεϊκή προέλευση της ψυχής ενοποιεί όλους τους ανθρώπους και τους φέρνει σε απευθείας ένωση με την Θεια ουσία.

Σύμφωνα με την Ορφική θεογονία αρχικά στο Σύμπαν υπήρχε η συνεχής ροή του Χρόνου από την οποία προήλθαν οι δύο Κοσμογονικές Ουσίες: Ύδωρ και Γη, Αιθήρ και Χάος. Διάμεσο του Φάνη Έρωτα δημιουργήθηκε το Ορφικό Ωόν, από όπου προήλθε το σύμπαν. (Στους Ορφικούς Φάνης ονομάζεται ο πρώτος Διόνυσος, ο Ζαγρέυς που διαμελίστηκε από τους Τιτάνες δεύτερος Διόνυσος, ενώ ο τρίτος Διόνυσος είναι ο αναστημένος από τον Δια).

Σχετικά με το Ορφικό αυγό ο Πρόκλος γράφει (Πλάτων Τίμαιος):

«Όπως το ωόν περιελάμβανε την σπερματική αιτία του ζώου, έτσι και ο κρυφός διάκοσμος περιέχει κάθε τι το νοητό. Και όπως το ζώον έχει διαιρεμένα όσα ευρίσκοντο σαν σπέρματα στο ωόν, έτσι και ο Θεός προάγει σε εμφάνιση το άρρητον και ακατάληπτον των πρώτων αιτίων. Για τούτο ο Φάνης δοξάζεται ως θήλυς και δημιουργός».

και ο Κλήμης: «Μέσα στην περιφέρεια του Ωού διαμορθώθηκε ένα αρρενόθηλυ ζωντανό ον, με πρόνοια του ενυπάρχοντος μέσα θεϊκού πνεύματος, το οποίο ο Ορφέας το αποκαλεί Φάνητα, διότι όταν φάνηκε, από αυτόν έλαμψε το παν, με το φέγγος του διαπρεπέστερου στοιχείου, του πυρός, εκπληρούμενο μέσα στο υγρό στοιχείο»

Το Ύδωρ ή Αιθέρας Έν, αποτελεί την πρώτη Κοσμογονική Ουσία, ή Ενεργητική Αρχή, η «Συνεχής Ουσία». Η Γη ή Χάος ή Πάσχον ή Αόριστος Δυάς ή Έτερον ή Άπειρον των Πυθαγορείων, το οποίο βρίσκεται σε κατάσταση αμορφίας, αταξίας, αρρυθμίας, συγχύσεως, ταραχής, αποτελεί την«Μεριστή Ουσία» η οποία έχει την ιδιότητα της κίνησης και της ζωής και διακόπτει το συνεχές της συνεχούς ουσίας. 

Το Έν και η Δυάς είναι οι δύο πρώτες κοσμογονικές ουσίες, οι οποίες συνιστούν όλη την δημιουργία. Από αυτές και διάμεσο της ενέργειας του Φάνη-Ερωτά που προκαλεί την επαφή και μίξη των στοιχείων αρχίζει η πορεία του κόσμου. Ο κόσμος γίνεται αντιληπτός ως Ένας που πολλαπλασιάζεται εσωτερικά με τη δημιουργία των διαφόρων μορφών ζωής. Τόσο οι Θεοί, όσο και οι άνθρωποι θεωρούνται δημιουργήματα του Κόσμου, στον οποίο μετέχουν και υπάγονται στους νόμους που διέπουν τη δομή και λειτουργία του. Οι Θεοί και οι Θεές θεωρούνται θεματοφύλακες αυτών των νόμων, χωρίς όμως να εκφεύγουν αυτών.


Διαβάστε περισσότερα... »

Καθαρή Δευτέρα, Τσικνοπέμπτη και Τριώδιο





Tα «Κούλουμα» είναι εορτή που εορτάζεται στην ύπαιθρο την Καθαρή Δευτέρα, καταναλώνοντας νηστίσιμα τρόφιμα, τραγουδώντας χορεύοντας, και πετώντας τον χαρταετό. 



Για την ετοιμολογία της λέξης «κούλουμα», δύο είναι οι επικρατέστερες εκδοχές.



Σύμφωνα με την πρώτη, η λέξη προέρχεται από την λατινική «Cumulus» (κόλουμους) που σημαίνει σωρός, αφθονία και τέλος, που σημαίνει το τέλος της αποκριάς, οι οποίες διαρκούν τρεις εβδομάδες, γι’ αυτό και η περίοδος αυτή ονομάζεται «Τριώδιο». 


Η πρώτη εβδομάδα του Τριωδίου, ονομάζεται «Προφωνέσιμη», καθώς παλαιότερα«προφωνούσαν», δηλαδή διαλαλούσαν, την αρχή της αποκριάς.

Η δεύτερη εβδομάδα είναι η «κρεατική ή κρεοφάγος», επειδή κατανάλωναν κρέας, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η «τσικνοπέμπτη», όπου υπάρχει το έθιμο του ψησίματος κρέατος στα κάρβουνα, εξού και η λέξη «τσικνοπέμπτη.






Η τρίτη ονομάζεται «τυρινή ή τυροφάγος», επειδή έτρωγαν γαλακτοκομικά προϊόντα. Κατά την τελευταία Κυριακή της τυροφάγου, που ονομάζεται και «τρανή αποκριά», φθάνουν στο αποκορύφωμά τους τα φαγοπότια και τα γλέντια, η ευθυμία, οι αθυροστομίες των μεταμφιεσμένων, οι άσεμνες εμφανίσεις και οι χοροί.



Σύμφωνα με την δεύτερη εκδοχή, η λέξη «κούλουμα», προέρχεται επίσης από την λατινική, λέξη «columna», που σημαίνει κίονας , κολώνα, διότι οι Αθηναίοι συνήθιζαν να γιορτάζουν την Καθαρή Δευτέρα στους στύλους του Ολυμπίου Διός, και αργότερα στο λόφο του Φιλοπάππου.



Το όνομα «Καθαρή Δευτέρα» δόθηκε, διότι οι χριστιανοί «καθαρίζονται» σωματικά και πνευματικά, καθώς την ημέρα αυτή ξεκινά νηστεία διάρκειας 40 ημερών (όσες δηλαδή και οι μέρες νηστείας του Χριστού στην έρημο).

Το πέταγμα του χαρταετού έχει ασιατικές ρίζες, όπου συνηθίζεται να δένουν επάνω στο σχοινί μικρά χαρτάκια, πάνω στα οποία γράφουν ευχές και επιθυμίες προς του θεούς.






Οι Βακχικές γιορτές εισήχθησαν στην Ρώμη, τον δεύτερο αιώνα μ.Χ., και ονομάστηκαν «Σατουρνάλια», προς τιμήν του Σατούρνου (Κρόνου).



Η λέξη «αποκριά» δόθηκε επί βυζαντίου, και προέρχεται από την λέξη «αποκρέω», που σημαίνει αποχή από το κρέας.



Η λατινική λέξη «Καρναβάλι», προέρχεται από το : carne (κρέας), και vale (γεια σου) που σημαίνει, την απαγόρευση της κρεοφαγίας ή από τις λατινικές λέξεις: κάρνε (κρέας) και λεβάρε (αίρω, σηκώνω), που σημαίνει την παύση της κρεοφαγίας, από την τελευταία εβδομάδα του τριωδίου.


Όλες οι ανοιξιάτικες γιορτές, έχουν τις ρίζες τους σε Διονυσιακές αρχαιοελληνικές εορτές, κατά την οποία οι συμμετέχοντες τραγουδούσαν τον «Διθύραμβο»,φορούσαν δέρματα ζώων, άλειφαν το πρόσωπό τους με την τρυγία (κατακάθι του κρασιού) και στεφανώνονταν με κισσό, το αειθαλές ιερό φυτό του Διόνυσου.

Οι εορτές είχαν ως χαρακτηριστικό γνώρισμα τον άκρατο ενθουσιασμό, τις μεταμφιέσεις, την οινοποσία, τον χορό υπό των ήχο των κυμβάλων και τυμπάνων, θιάσους, πομπές, διθυράμβους και φαλλοφορίες. Τα Διονύσια χωρίζονταν στα«Μικρά» και στα «Μεγάλα» που τελούνταν σε διαφορετικές εποχές του χρόνου.

Δια μέσω των τελετουργικών χορών της έκστασης, και των χτυπημάτων της γης με τα πόδια, δρωμένων και μεταμφιέσεων, οι άνθρωποι αποσκοπούσαν στον εξευγενισμό των πνευμάτων, και την καρποφορία της γης, που τον χειμώνα βρισκόταν σε νάρκη, ενώ την Άνοιξη ανασταινόταν. Για τους αρχαίους λαούς ο κύκλος αυτός της αναγέννησης της φύσης, είχε σχέση και με τις ανθρώπινες ψυχές, και συμβολίζονταν με το φόρεμα της μάσκας.








Το Ψυχοσάββατο στην διάρκεια της αποκριάς, έχει επίσης την ρίζα του, σε παγανιστικό έθιμο, όταν κατά την εποχή αυτή έπρεπε να εξευμενισθούν, οι νεκροί για να δώσουν καρπό στην γη. Οι αρχαίοι Αθηναίοι κατά την εορτή των Ανθεστηρίων, γιόρταζαν τόσο την βλάστηση της φύσης με διονυσιακούς, χορούς και κατανάλωση κρασιού, όσο και την γιορτή των νεκρών και των ψυχών.



Πιο συγκεκριμένα , η πρώτη μέρα των Ανθεστηρίων ονομαζόταν «πιθοίγια», διότι εκείνη την ημέρα άνοιγαν τα πιθάρια, για να δοκιμάσουν τα νέα κρασιά, ενώ ταυτόχρονα τιμούσαν τα παιδιά που γεννήθηκαν τον προηγούμενο χρόνο.



Η δεύτερη μέρα των Ανθεστηρίων λεγόταν «Χόες» , γίνονταν συμπόσια, τα«ασκώλια», όπου δίνονταν έπαθλο στον μεγαλύτερο πότη, ένα πήλινο πιθάρι κρασιού, που λεγόταν «χους», από το χους – χώμα, και τον στεφάνωναν με πράσινα φύλλα.









Την 2η μέρα γινόταν μια πομπή που συνόδευε τον Διόνυσο, ανεβασμένο σ’ ένα άρμα που είχε σχήμα πλοίου, τα μέλη της ακολουθίας φορούσαν μάσκες, και λάμβανε χώρα ο «εξ αμαξών κώμος» , δηλαδή ανταλλαγές αστεϊσμών και πειραγμάτων μεταξύ συμμετεχόντων, οι οποίοι βρίσκονταν πάνω σε άμαξες και πείραζαν τους περαστικούς.



Την ίδια μέρα , γινόταν και ο «Ιερός Γάμος» μεταξύ του Διονύσου και της συζύγου του Άρχοντος Βασιλέως στο «Βουκολείον» Ιερό.


Η σύζυγος του Άρχοντος Βασιλέως τελούσε στο «εν Λίμναις» Ιερό του Διονύσου, Θυσίες και τελετές. Το Ιερό άνοιγε μόνο μια φορά το χρόνο, τη νύκτα της 12ης Ανθεστηριώνος, για την τέλεση των εκεί γυναικείων Μυστηρίων, όπου απαγορευόταν η παρουσία ανδρών. Οι γυναίκες εξαγνίζονταν με αέρα, νερό και φωτιά και φορούσαν δέρματα ελαφιού ή πάνθηρα.Οι ιεροπραξίες άρχιζαν με θυσία χοίρου και τελεστής ήταν μία Ιεροφάντις μαζί με 14 Ιέρειες που ονομάζονταν«Γεραραί» (σεβάσμιες).







Οι Ιέρειες έδιναν και αυτές τον όρκο της αγαμίας των Ιερουργών και υπόσχονταν, πως θα τελούν προς τιμή του Διονύσου τα «Θεοίνια», τη γιορτή του Θεού Οίνου και τα «Ιοβάκχεια». Μπροστά στην Ιεροφάντιδα η σύζυγος του Άρχοντος Βασιλέως, πρόσφερε θυσία στο Διόνυσο για την ευημερία της πόλεως. 



Η Τρίτη μέρα των Ανθεστηρίων ήταν αφιερωμένη στους νεκρούς, και ονομάζονταν «Χύτροι», επειδή την ημέρα προσφέρονταν αγγεία με άνθη, μαγειρεμένα λαχανικά και πανσπερμία σιτηρών. Η πανσπερμία προσφέρονταν στους νεκρούς, που πίστευαν ότι τους επισκέπτονταν για να συμμετάσχουν στα γεύματα. Μέσω του Ψυχοπομπού Ερμού γινόταν η ανάκληση των νεκρών, και η αναπαράσταση τους γινόταν φορώντας μάσκες, και χορεύοντας έξαλλα.


Γίνονταν επίσης σπονδές ύδατος, που ονομάζονταν «Υδροφόρια» στο«Ολυμπείον» στο Ιερό της Γης, σε ανάμνηση του Κατακλυσμού του Δευκαλίωνος.

Στο τέλος των ιεροπραξιών γινόταν η επάνοδος των Ψυχών στον Άδη με την φράση: «φευγάτε ψυχές των νεκρών, τα ανθεστήρια τελείωσαν».

Τα δρώμενα των Ανθεστηρίων αναφερόταν στον θάνατο, ενώ τα δρώμενα «των κατ’ αγρούς Διονυσίων», αναφέρονταν στην γονιμοποίηση και την ζωή.

Στην Βόρειο Ελλάδα έχουν επιβιώσει έως σήμερα, πιο ξεκάθαρα, , οι Διονυσιακές τελετές. Στην Θράκη, ο βασιλιάς Μπέης ντυμένος με δέρματα ζώων, με κουδούνια κρεμασμένα στο σώμα του και με το φαλλόμορφο ραβδί στο χέρι, εκλεγμένος από τους προύχοντες, γυρίζει σ’ όλο το χωριό με συνοδεία μεταμφιεσμένων. Σε ορισμένες περιοχές μεταφέρεται πάνω σε άμαξα που την κινούν νέοι, με τα πειράγματα και τις αισχρολογίες τους, κατ΄ αντιστοιχία «των εξ αμάξης», των αρχαίων Αθηναίων στα κατ’ αγρούς Διονύσια, τους χόες και τα Λήναια. 







Στη Νάουσα οι Μπούλες, άντρες ντυμένοι γυναικεία, και οι Γενίτσαροι, με φουστανέλες και ιδιόμορφη μάσκα, γυρίζουν στους δρόμους χορεύοντας με χαρακτηριστικές κινήσεις, τραγούδια, χορούς και υπό τον ήχο κουδουνιών.



Το έθιμο της αποκριάς και του καρναβαλιού, αν και παγανιστικό, όχι μόνο επιβίωσε, αλλά αποτελεί και μία από τις πιο μεγάλες εορτές του σύγχρονου κόσμου, όπου μικροί και μεγάλοι διασκεδάζουν, τιμώντας την ζωή και την φύση, αναζητώντας διέξοδο από το άγχος της καθημερινής ζωής.



Διαβάστε περισσότερα... »

Το τραίνο της Σοφίας




«Η σοφία δεν έχει καμία αντιστοιχία με τις γνώσεις ενός ανθρώπου. Στην πραγματικότητα, σοφία είναι όλα εκείνα που μένουν από τις γνώσεις κάποιου, όταν ο ίδιος αποποιείται όλα αυτά που έχει μάθει. 

Ξεκινάμε από ένα σταθμό που ονομάζεται άγνοια. Είναι ο σταθμός, στον οποίο μένουν όλοι εκείνοι που ούτε καν γνωρίζουν ότι δεν γνωρίζουν και, επομένως, δεν έχουν καμία ανάγκη να μάθουν. 

Αν κάποιος αποφασίσει να ανέβει στο τρένο, είναι επειδή κάποιος τού έχει απλώσει το χέρι. Αν ανέβει στο τρένο και ακολουθήσει τον σωστό δρόμο, θα φτάσει στον τόπο των ερευνητών

Αν το κάνει καλά και δεν χάσει τον δρόμο του, θα φτάσει και στον επόμενο σταθμό. Τον σταθμό των δασκάλων. Κάποιοι από τους δασκάλους αποφασίζουν να διδάξουν, ενώ ορισμένοι θέλουν να μείνουν μόνοι με τις γνώσεις τους. 

Αν ένας δάσκαλος ζήσει πολλά πράγματα για πολλά χρόνια, ίσως καταφέρει να ανέβει ξανά στο τρένο για να φτάσει στον σταθμό της σοφίας, που είναι ο τελευταίος. Είναι ο τόπος όπου ζουν όλοι αυτοί που ούτε καν γνωρίζουν ότι γνωρίζουν. 

Είναι αστείο, αλλά, αν ρωτήσεις έναν πραγματικά σοφό, θα σου απαντήσει «δεν γνωρίζω αν γνωρίζω», όπως ακριβώς θα σου απαντούσε ένας αδαής. Ίσως γι΄ αυτό σε αυτή την κοινωνία που ζούμε θεωρούμε αδαείς κάποιους σοφούς και κάποιους αδαείς τούς θεωρούμε σοφούς.»

Jorge Bucay

Διαβάστε περισσότερα... »

Σοφοκλή: Οιδίποδας Τύραννος




Αν γράφω αυτές τις αράδες δεν είναι για να πω κάτι σημαντικό, ούτε για να φωτίσω κάποιον. Νομίζω εξάλλου ότι όλα, όσα άξιζε, έχουν ειπωθεί. Θέλω περισσότερο, μια και μου δόθηκε η πολυτέλεια να διδαχθώ και να μελετήσω τον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή, να καταγράψω τις βόλτες που έκαναν στο νου μου ο Οιδίποδας, ο Τειρεσίας, η Ιοκάστη, οι χορευτές κι ο Κρέοντας, όταν το βράδυ έκλεινα τα βιβλία και τις σημειώσεις μου.

Το έργο είναι τεράστιο σε σημαντικότητα και πολλοί οι τρόποι που έχει διαβαστεί, κι είναι τουλάχιστον κοινότοπο να πω ότι έχει σημαδέψει όχι μόνο την αρχαιογνωσία μας αλλά και τον τρόπο που αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας στον δυτικό πολιτισμό.

Ελπίζω ότι θα μπορέσω, έστω και σε συνέχειες δίχως συνοχή, να αναφερθώ στα σημεία εκείνα που εμένα τουλάχιστον μου έφεραν όχι μόνο σκέψεις αλλά και θαυμασμό.

Το πρώτο από αυτά είναι ένα πρόβλημα της συνεννόησης μεταξύ θεού και ανθρώπου.

Πώς να συνεννοηθούν δύο όντα εκ διαμέτρου αντίθετα;
Πώς να πει ο θεός τον Λόγο του και πώς να τον καταλάβει ο άνθρωπος; Και τι είδους είναι ο Λόγος του Θεού;

Στο αρχαίο ελληνικό πάνθεο ο Δίας εκφράζει την θεία βούληση ενώ ο Απόλλωνας ο θεός του φωτός είναι ο θεός - λόγος, ο τρόπος της έκφρασης της θείας βούλησης. 

Το κομβικό σημείο γύρω από το οποίο πλέκεται η υπόθεση της τραγωδίας είναι η εκφορά του λόγου: ο λόγος είναι που διακινείται ανάμεσα στο μαντείο, στους βασιλείς, στους απεσταλμένους και μέσα από τους διαμειφθέντες διαλόγους με διάφορα πρόσωπα (μάντης Τειρεσίας, Άγγελος, Θεράπων, Ιοκάστη) ο Οιδίποδας οδηγείται σιγά σιγά στην φοβερή αλήθεια και κορυφώνεται η αγωνία των θεατών. 

Μέσα από την πλοκή της τραγωδίας ο Σοφοκλής θέτει στον Οιδίποδα Τύραννο, την γλώσσα ως πρόβλημα οντολογικό, το οποίο εκτός του ότι δηλώνει την βαθιά φιλοσοφική - θεολογική σκέψη των αρχαίων Ελλήνων, αντανακλά και την ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στο όντως Ον και στα ανθρώπινα λογικά όντα. 
Αυτό το διακρίνουμε κυρίως στους χρησμούς των Δελφών αλλά και στα λόγια του Τειρεσία, ακόμα και στο αίνιγμα της Σφίγγας. 

Όταν ο Λάϊος μαθαίνει τον χρησμό από το μαντείο των Δελφών, ότι θα σκοτωθεί από τον γιό που θα γεννήσει η Ιοκάστη, λαμβάνει τα μέτρα του: τρυπάει τους αστραγάλους του νεογέννητου παιδιού και σα να ήταν ένα αρνί περνάει ένα χαλκά και το παραδίδει στον έμπιστο βοσκό του για να το εγκαταλείψει στον Κηθαιρώνα και να πεθάνει.

Ο Οιδίποδας θα γλυτώσει και θα ζήσει κι όταν μεγάλος πια, μαθαίνει πάλι από το μαντείο των Δελφών ότι θα σκοτώσει τον πατέρα του και θα παντρευτεί τη μητέρα του, αλλόφρων αποφασίσει κι αυτός να πάρει τα μέτρα του και φεύγει σε κατεύθυνση εκ διαμέτρου αντίθετη από τον τόπο όπου νόμιζε ότι είχε γεννηθεί και ανατραφεί, μακριά από αυτούς που θεωρούσε γονείς τους, δηλαδή από την Κόρινθο και τον βασιλιά Πόλυβο και την σύζυγό του Μερόπη. Έτσι φτάνει στην Θήβα.

Είχαν αντιληφθεί σωστά τους χρησμούς που πήρανε;
Εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ότι και τους είχανε αντιληφθεί σωστά και ότι δεν τους είχανε αντιληφθεί σωστά.


Εάν θεωρήσουμε ότι η "σωστή" αντίληψη των χρησμών οδήγησε τις πράξεις τους, οι πράξεις που αποφάσισαν να κάνουν ήταν εντελώς λανθασμένες: και ο Λάιος δεν έπρεπε να παραδώσει το παιδί στον βοσκό και ο Οιδίποδας να τρέξει για να φύγει από την Κόρινθο.

Εάν θεωρήσουμε ότι "λάθος" αντιλήφθηκαν τους χρησμούς τότε και οι δύο εξαιτίας της λάθος αντίληψής τους οδηγούνται και αντιμετωπίζουν την αλήθεια των πράξεων και της ύπαρξής τους. 

Η ερμηνεία που και οι δύο δίδουν στα λόγια του θεού Απόλλωνα είναι προσαρμοσμένη στην αμεσότητα και την τρεπτότητα των ανθρώπινων ζωών που ζούνε και των πραγμάτων που τους αφορούν. Αντιμετωπίζουν τον λόγο του θεού ως μια άμεση καθοδήγηση - παρέμβαση και κάνοντας χρήση του λογικού τους αποφασίζουν για τις περαιτέρω ενέργειές τους προκειμένου ο μεν Λάϊος να μην ζημιωθεί χάνοντας την ζωή και τον θρόνο του από τον γιό του, ο δε Οιδίποδας να μην σφάλλει ηθικά, διαπράττοντας τα εγκλήματα της πατροκτονίας και της αιμομιξίας. Κατά κάποιο τρόπο ο ένας, ο Λάϊος πράττει ανήθικα και ο άλλος, ο Οιδίποδας πράττει ηθικά. Όμως η ηθική ή ανήθικη στάση τους διόλου δεν βοηθά στην αποφυγή της τραγωδίας. Δεν είναι λοιπόν θέμα ηθικής.

Και οι δύο ερμηνεύουν τους χρησμούς που τους δόθηκαν με έναν τρόπο εργαλειακό, συμπληρωματικό της δικής τους βούλησης και λογικής.

Δεν αντιλαμβάνονται το χάσμα που χωρίζει την ανθρώπινη βούληση και λογική από την θεϊκή κι έτσι χάνουν την ευκαιρία να "διαβάσουν" πίσω από τα σημεία των χρησμών, το σημαινόμενο που είναι λόγος πρωτευόντως οντολογικός και δευτερευόντως ηθικός ή οτιδήποτε άλλο. 

[ὁ ἄναξ, οὗ τὸ μαντεῖόν ἐστι τὸ ἐν Δελφοῖς, οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει.

μτφρ. Ο άρχοντας, που δικό του είναι το μαντείο στους Δελφούς, ούτε λέει ούτε κρύβει, αλλά μονάχα σημαίνει - fr. 93 Ηράκλειτος.]

Ο θεός υποβιβάζεται σε έναν συμβουλάτορα, σ' έναν αυλικό της αυλής του βασιλιά που ρόλος του είναι να πει από πού και από τι πρέπει κανείς να φυλάγεται. Ο λόγος του θεού προσλαμβάνεται από τον νήπιο άνθρωπο ως πληροφοριακός - επαγωγικός και όχι ως λόγος υπαρξιακής αναγκαιότητας.

Όμως, ο λόγος του θεού είναι αυτός που διευθευτεί το είναι των όντων και η προσφυγή σ' αυτόν είναι η πηγή της γνώσης των όντων και των σχέσεων που διέπουν την ύπαρξη.

Έτσι, το ερώτημα: ποιός είναι ο φονεύς του Λάϊου; γίνεται για τον Οιδίποδα το τραγικό: Ποιός είμαι; και μεταφράζεται σ' ενα πρωταρχικό αίτημα αυτογνωσίας.

Αυτό δηλαδή περί του οποίου ο χρησμός πληροφορούσε από την αρχή, μιλώντας όμως μια άλλη γλώσσα έξω από την λογική αντίληψη που έχουν οι άνθρωποι για την γλωσσική έκφραση ως εργαλείο.

Έτσι, όταν ο βασιλιάς Λάιος πήρε τον πρώτο χρησμό, αυτό που του λέχθηκε ήταν ότι κατ' ανάγκη, εκ της αρχής που κυβερνάει το ανθρώπινο γίγνεσθαι, θα "σκοτωθεί", θα ξεπεραστεί, θα εκθρονιστεί από τον γιό του. 

Κι όταν ο πρίγκιπας της Κορίνθου, Οιδίποδας πήρε τον δικό του χρησμό, αυτό που του λέχθηκε είναι ότι θα "σκοτώσει", θα ξεπεράσει και θα εκθρονίσει τον πατέρα του, υπερβαίνοντας έτσι το παρελθόν, ως αποτέλεσμα της δικής του ελευθερίας να υπάρχει και να προσδιορίζεται αυτοτελώς μέσα στην χρονική διαδοχή των γενεών, να ιδρύσει το δικό του "βασίλειο" κι όμως, ταυτόχρονα ποτέ δεν θα μπορεί να γίνει ένας εντελώς άλλος ακόμα και μετά από αυτόν τον "φόνο" του παρελθόντος, πάντα θα είναι αναγκασμένος να γυρνάει στην μήτρα που τον γέννησε, θα δεσμεύεται από την κτιστότητα και θα βασανίζεται γιατί δεν θα μπορέσει ποτέ ποτέ να αυτοκαθορισθεί ως ένα αμιγώς καθαρό κι ελεύθερο ον ή ως αιτία του εαυτού του. 

Ανάμεσα σ' αυτές τις δύο συνθήκες και τις διασταυρώσεις τους, μπλέκεται η τραγική ζωή των ανθρώπων. Η άρνηση να αποδεχθούν, να γνωρίσουν και να συμμορφωθούν με αυτή την πραγματικότητα της ανθρώπινης κατάστασής τους, τους στερεί την κατ' αλήθεια ύπαρξή τους, οδηγεί στην ύβρι, στην τύφλωση και στο θάνατο. Στην πλατωνική σκέψη μια τέτοια γνώση είναι εφικτή μόνο για τους φιλοσόφους οι οποίοι έχουν ανέβει έως τον έβδομο αναβαθμό καθοδηγούμενοι από τον Έρωτα. 

Η αρχαία τραγωδία στα χέρια ενός μεγάλου δημιουργού, πολύ πιο λαϊκή και άμεση κινεί τα δικά της αισθητηριακά και ψυχολογικά νήματα προκειμένου να ειδοποιήσει: 

Χρειάζεται μια μετα-γλώσσα για να γίνει αυτός ο εντελώς αντισυμβατικός και δύσκολος διάλογος με το Θεό, πολύ περισσότερο μάλιστα για να γίνει αποδεκτή η αυτογνωσία που προκύπτει ως αποτέλεσμα αυτού του διαλόγου. Όταν ο Οιδίποδας και πριν απ' αυτόν η Ιοκάστη αντιληφθούν όλη την αλήθεια, συντρίβονται, δεν μπορούν να μιλήσουν παρά βγάζουν θρηνητικές κραυγές, ενώ ο Τειρεσίας είχε προειδοποιήσει τον βασιλιά που αρνιότανε ν' ακούσει : "όταν θα μάθεις ποιός είσαι, τότε, αλίμονο ποιό λιμάνι και ποιός Κηθαιρώνας θα βρεθούν για να αντηχήσουν την κραυγή σου;"

Διαβάστε περισσότερα... »