«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

Να χάσεις τον εαυτό σου για να βρεις τον Θεό...





Η προσευχή: Το νυν να βιούται σαν τέλος. 

Να ζεις πάντα το έσχατο. Να μη σε μέλει για τίποτε. 

Κι αν ο Θεός σου δίνει συγκίνηση και αν σου μιλά κι αν στέκει ψυχρός, μακρινός, αδιάφορος, εσύ εκεί. Τον αγαπάς, δεν έχεις άλλον ν' αγαπήσεις, αυτός είναι και αυτός είσαι. 

Περνάνε μέρες δίχως να πιάσεις κομποσχοίνι και πάλι απ' την αρχή. Πάλι μόνος με τον εαυτό σου. Μόνος με τον Θεό. Μην κοιτάς γύρω σου, πουθενά.

Για όλα φταίει ο εαυτός σου. 

Να ζεις σαν νεκρός για να χαίρεσαι. Να χάσεις τον εαυτό σου για να βρεις τον Θεό... Είναι μεγάλη ευλογία αυτές οι συνάξεις.

+ μοναχός Μωυσής

Διαβάστε περισσότερα... »

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2015

«Ἡ ἀρετὴ φαίνεται, ὅταν σὲ ἐλέγχει ὁ ἀδελφὸς κι ἐσὺ ταπεινώνεσαι ἀδιαμαρτύρητα.»




Γέρων ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ ΚΑΡΟΥΛΙΩΤΗΣ



Ὁ Γ. Δανιὴλ Κατουνακιώτης μιλᾶ γιὰ τὸν μεγάλο ἀσκητὴ Φιλάρετο στὸ φρικαλέο Καρούλι
Μανώλης Μελινὸς
ἐφημ. «ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ», 15.03.2014


Γέρων Δανιὴλ Κατουνακιώτης: Ἔχω διαβάσει στὸ Λαυσαϊκὸν τοῦ Παλλαδίου τὰ ἑξῆς περὶ τοῦ ἀββᾶ Ὤρ: «Οὗτος ἐν τῇ ἐρήμῳ διάγων, ἤσθιεν μὲν βοτάνας καὶ ρίζας γλυκείας, ἔπινεν δὲ καὶ ὕδωρ ὅτε ηὔρισκεν, ἐν εὐχαῖς καὶ ὕμνοις διατελῶν πάντα τὸν χρόνον».

Νομίζω ἀποδίδουν ἄριστα τὰ τῆς ἀσκητικοτάτης βιοτῆς τοῦ πατρὸς Φιλαρέτου. Ἦταν ἓν ἀπὸ τὰ εὔοσμα ἄνθη ποὺ φυτρώνουν στὰ βράχια τῶν Καρουλίων! Φίλος τῆς ἀρετῆς ὄντως. Πάντα κυκλοφοροῦσε ξυπόλυτος. Μία μέρα ὁ Γέροντάς μας, ὁ π. Γερόντιος, θέλοντας νὰ τὸν δοκιμάσει ἂν εἶναι ἀπὸ τὸν Θεὸν ἡ τόση ἀγάπη καὶ ἁπλότητά του ἢ ἀπὸ ἐγωισμό, τοῦ εἶπε:

«Πάτερ Φιλάρετε…»

«Εὐλογεῖτε, Γέροντα».

«Εἶσαι ὑποκριτής! Μᾶς δείχνεις ὅτι περπατᾶς ξυπόλυτος καὶ μὲ κουρελιασμένα ράσα, γιὰ νὰ κάνεις τὸν ταπεινό

«Γέροντα», ἀπήντησεν ἐκεῖνος κατεβάζοντας ταπεινὰ τὸ κεφάλι, «εἶμαι ὑποκριτής! Ὅμως τί νὰ κάνω γιὰ νά… θεραπευθῶ;» «Νὰ βάλεις παπούτσια καὶ νὰ σουλουπωθεῖς».

«Νά ’ναι εὐλογημένο, Γέροντα· αὐτὸ θὰ κάνω».

Ἔβαλε βαθιὰ μετάνοια κι ἔφυγε. Πῆγε ἀμέσως καὶ βρῆκε κάτι παμπάλαια παπούτσια καὶ τὰ εἶχε κάτω ἀπὸ τὴ μασχάλη του καί, ὅταν ἦλθε στὴν πόρτα τοῦ ἡσυχαστηρίου μας, τὰ ἔβαλε καὶ μπῆκε! Αὐτὸ ἔγινε μὲ πόνο πολύ, διότι, τόσα χρόνια ξυπόλυτος, τὰ πέλματα εἶχαν πρησθεῖ καὶ δὲν χωροῦσαν σὲ παπούτσι γιὰ πολλὴν ὥραν. Ὅμως ἡ ὑπακοή, βλέπετε, καὶ ἡ ταπεινοφροσύνη κάνουν θαύματα! Ἡ ἀρετὴ φαίνεται ὅταν σὲ ἐλέγχει ὁ ἀδελφὸς κι ἐσὺ ταπεινώνεσαι ἀδιαμαρτύρητα. Ὁ διάβολος καίγεται μὲ τέτοια συμπεριφορά…

«Τώρα, μάλιστα! Τώρα εἶσαι ὄντως ταπεινὸς μοναχός», τοῦ εἶπε ὁ Γέροντάς μας.

«Εὐλόγησον, Γέροντα, εὐλόγησον» εἶπε καί, ἀφοῦ ἔβαλε μετάνοια, ἀπομακρύνθηκε παραπατώντας σὰν παιδί…

Δίπλα στὸ ἀσκητήριό του φύτρωναν ἀγριόχορτα. Τὰ ἔκοβε καί, μολονότι τοῦ ἦσαν ἀπολύτως ἀπαραίτητα, μᾶς τὰ ἔφερνε λέγοντας:

«Φᾶτε, πατέρες. Τοῦ Θεοῦ εἶναι κι αὐτὰ καὶ πρέπει νὰ τὰ τρώγουν αὐτοὶ ποὺ εὐαρεστοῦν εἰς Αὐτὸν καὶ ὄχι οἱ ράθυμοι σὰν ἐμένα

. Κάποια μέρα πέρασε ἀπὸ ἐκεῖ ἕνας ρασοφόρος, ὁ ὁποῖος εἶπε πὼς ἦτο διάκονος. Βλέποντας τὰ παλαιὰ βιβλία τοῦ ἀσκητοῦ, τὰ ἔβαλε στὸ μάτι καὶ μὲ τρόπο τ’ ἀφήρεσε. Ἔφυγε παίρνοντάς τα μαζί του. Κατευθύνθηκε στὴ Δάφνη, μὴ γνωρίζοντας ὅτι στὸ τελωνεῖο της γίνεται ἔλεγχος στοὺς ἐξερχομένους. Ἐκεῖ λοιπὸν τὸν συνέλαβαν!

«Ποῦ τὰ βρῆκες αὐτά;», τὸν ρώτησαν.

«Μοῦ τά… πούλησε ὁ πατὴρ Φιλάρετος, εἰς τὰ Καρούλια

Εἶπε ψέματα γιὰ νὰ δικαιολογηθεῖ καὶ συνέχισε τὴ φρικτὴ συκοφαντία του:

«Αὐτὸς εἶναι ἀρχαιοκάπηλος! Πουλάει παλαιὰ βιβλία

. Οἱ ἀστυνομικοὶ ἦλθαν ἐδῶ στὴν ἔρημο κι ἔκαναν ἀνακρίσεις. Στὴ συνέχεια, ἔχοντας πεισθεῖ ἀπὸ τὸν πανοῦργο αὐτὸν ἄνθρωπο, μήνυσαν τὸν ἅγιον ἀσκητή! Κάποια μέρα ἔφθασαν σ’ ἐμᾶς οἱ κλήσεις, γιατί ἀπ’ ἐδῶ περνοῦν τὰ πάντα. Οἱ ἀσκηταὶ δὲν γνωρίζουν ἀπὸ αὐτά, ἀλλὰ καὶ γενικότερα δὲν ἀσχολοῦνται μὲ βιοτικὰ πράγματα. Μὲ τὶς κλήσεις ἐκαλεῖτο λοιπὸν νὰ δικασθεῖ!

Τὸν ἐνημερώσαμε σχετικὰ κι ἐκεῖνος μᾶς εἶπε: «Ἐγὼ δὲν γνωρίζω ποῦ νὰ πάω. Σᾶς παρακαλῶ σεῖς νὰ μὲ ὁδηγήσετε». Ἔ, ἐμεῖς κάναμε ὅ,τι ἔπρεπε, τοῦ δώσαμε μερικὰ ρουχαλάκια -γιατί τὰ μοναδικὰ δικά του ἦσαν ξεσχισμένα ἀπὸ τὴν τραχείαν ἀσκητικὴ ζωὴ- καὶ εἴπαμε σ’ ἕναν γνωστό μας δικηγόρο νὰ πάει νὰ τὸν βοηθήσει. Τοῦ δώσαμε καὶ λίγα χρήματα γιὰ νὰ πάει στὴ Θεσσαλονίκη νὰ δικασθεῖ. Ποιός; Ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον οὔτε ὁ Θεός, νομίζουμε ταπεινά, δὲν θὰ δικάσει «ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ».

Ἕνας οὐράνιος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εὐωδίαζε ἄρωμα ἀσκήσεως! Παρὰ ταῦτα ὁ ἅγιος ἀσκητὴς μᾶς εἶπε: «Ἐγὼ θὰ κάνω ὑπακοὴ στὴν Πολιτεία καὶ θὰ πάω, ὅπως μοῦ λένε, νὰ δικασθῶ». Ἔφυγε γιὰ τὴν Θεσσαλονίκη αὐτὸς ποὺ εἶχε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος πενήντα ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια!

Πενήντα ὀκτὼ χρόνια ἀσκητὴς ἐδῶ, στὸ Καρούλι, τρώγοντας μόνο λίγα χορταράκια καὶ πίνοντας τὸ νεράκι τοῦ Θεοῦ! Ὁ εὐλογημένος αὐτὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶχε φθάσει σὲ πολὺ μεγάλα μέτρα ἀρετῆς, πῆγε καὶ κάθισε στὸ ἑδώλιο τοῦ κατηγορουμένου. Πῶς γίνονται ἐκεῖ οὔτε ποὺ ξέρω. Δὲν πῆγα ποτὲ σ’ αὐτὲς τὶς πόρτες… Ἁπλῶς θυμᾶμαι, ὅπως μᾶς τὰ ἔλεγε ὁ εὐλογημένος αὐτὸς Γέροντας. Τὸν φώναξε λοιπὸν ὁ πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου:

«Ὁ μοναχὸς Φιλάρετος

«Ἐγὼ εἶμαι ὁ ἐλεεινός», ἀπήντησε ταπεινὰ σκύβοντας τὸ κεφάλι.

«Γιατί πούλησες τὰ βιβλία αὐτά

«Δὲν τὰ πούλησα, ἀδελφέ! Νά, πέρασε ὁ ἀδελφὸς καὶ τὰ πῆρε νὰ τὰ διαβάσει καὶ ἀσφαλῶς θὰ τὰ γύριζε. Ἐγὼ αὐτὸ πίστευα…»

«Πρέπει νὰ ὁρκισθεῖς, πάτερ, γιὰ νὰ εἶσαι πιστευτός. Αὐτὴ εἶναι ἡ τάξη τοῦ δικαστηρίου».

«Ἄ, δὲν ὁρκίζομαι γιατί στὸ ἅγιον Εὐαγγέλιο λέει “μὴ ὁμόσαι ὅλως”!»

«Μὰ πρέπει, πάτερ, νὰ ὁρκισθεῖς».

«Πῶς ὁρκίζονται;»

«Βάζοντας τὴν παλάμη πάνω στὸ Εὐαγγέλιο».

Ὁ π. Φιλάρετος τότε… ἔβαλε τρεῖς στρωτὲς μετάνοιες μπροστὰ στὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὸ ἀσπάσθηκε μ’ εὐλάβεια, λέγοντάς τους:

«Ἀρκεῖσθε σ’ αὐτό

«Ὄχι, πάτερ, πρέπει νὰ βάλεις τὸ χέρι σου στὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ πεῖς “ὁρκίζομαι…” κ.λπ.».

«Δὲν μπορῶ νὰ ὁρκισθῶ».

«Μά, ἂν δὲν ὁρκισθεῖς, θὰ πᾶς ἐννέα μῆνες φυλακή…»

«Νὰ πάω φυλακὴ χίλιες φορές! Ἐγὼ ἀναμένω τὴν αἰωνία καταδίκη ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μου καὶ θὰ σκεφθῶ τὴ φυλάκιση τῶν ἐννέα μηνῶν;»

Παρὼν ἦτο καὶ ὁ ψευδοδιάκονος -φουσκώνοντας καὶ ξεφουσκώνοντας ἀπὸ μεγαλοπρέπεια καὶ ὕφος- ἀτσαλάκωτος μέσα στὰ γυαλιστερὰ ράσα του. Εἶχε βάλει ἕναν δικηγόρο, ὁ ὁποῖος εἶπε ἕνα σωρὸ ψεύδη. Μεταξὺ ἄλλων ὁ δικηγόρος εἶπε:
«Πῶς εἶναι δυνατόν, κύριοι δικασταί, νὰ κλέψει ὁ ἐκλεκτὸς αὐτὸς κληρικὸς τὰ βιβλία αὐτοῦ τοῦ ρακενδύτου; Εἶναι δυνατόν; Μήπως τὰ εἶχε ἀνάγκη; Ἂν εἶναι δυνατόν…»

. Ἐν τέλει, μὲ αὐτὲς τὶς ψευδομαρτυρίες καὶ τὴ διαστρέβλωση τῆς ἀληθείας, δικαιώθηκε ὁ ἀπαστράπων κλέπτης καὶ καταδικάσθηκε ὁ ἐνάρετος ἀσκητής, ὁ ὁποῖος παρουσιάσθηκε μὲ φτωχικὰ ράσα, χωρὶς τὴν τέχνη τοῦ ψεύδους καί, φυσικά, δίχως νὰ ὁρκισθεῖ. Βγῆκε λοιπὸν ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφαση καὶ τὸν πῆρε ὁ ἀστυνομικὸς νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ φυλακή!

Οἱ ἰθύνοντες δὲν συγκινήθηκαν καὶ συγκινήθηκε τὸ ἀκροατήριον. Ἔκαναν πρόχειρον ἔρανο μεταξύ τους καὶ μάζεψαν τὸ ποσὸ ποὺ χρειαζόταν γιὰ ν’ ἀπαλλαγεῖ ὁ ἀσκητὴς ἀπὸ τὴ φυλάκιση. Μὲ ἁπλότητα τοὺς εὐχαρίστησε κι ἔφυγε χαρούμενος, ἐπιστρέφοντας ἐδῶ στὰ Καρούλια, χῶρο τῆς μακροχρονίου ἀσκήσεώς του. Εὐχαριστοῦσε κι ἐμᾶς ποὺ τὸν βοηθήσαμε μὲ τὶς πενιχρὲς δυνάμεις μας: «Εὐχαριστῶ, πατέρες», μᾶς ἔλεγε, «εὔχεσθε νὰ λυτρωθῶ καὶ ἀπὸ τὴν αἰωνία φυλακή!» Μεταξὺ ἄλλων ἦταν ἐνθουσιασμένος μὲ τὸν δικηγόρο ποὺ εἴχαμε στείλει γιὰ νὰ τὸν ὑπερασπισθεῖ. Ὁ ἀγαθὸς ἀσκητής, κάνοντας πάντα καλοὺς λογισμούς, τὰ ἔβλεπε ὅλα ὑπέροχα κι ἔλεγε καὶ ξανάλεγε ἐντυπωσιασμένος:

«Αὐτὸς ὁ δικηγόρος ἔχει πνεῦμα Θεοῦ! Ὅπως ἀκριβῶς ἔγιναν τὰ πράγματα, ἔτσι τὰ ἔλεγε».

«Γέροντα», τοῦ εἶπα, «ἡ τέχνη του εἶναι αὐτή…»

«Ὄχι, εὐλόγησον, πνεῦμα Θεοῦ εἶναι», ἐπέμενε ὁ Γέρων!

Τὸν ρώτησα:
«Γέροντα, πῶς εἶδες τὸν κόσμο ὕστερ’ ἀπὸ πενήντα ὀκτὼ χρόνια ποὺ εἶχες νὰ βγεῖς ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος»;

. Ὁ καλὸς ἄνθρωπος ποὺ τὰ βλέπει ὅλα καλὰ ἔχει, ὅπως εἴπαμε, μόνον ἀγαθοὺς λογισμούς.

Εἶπε λοιπὸν ὁ Γέρων Φιλάρετος: «Τί νὰ σᾶς πῶ, πατέρες, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔξω εἶναι πολὺ καλοί. Ὅλοι τρέχουν πέρα δῶθε γιὰ τὴ σωτηρία τους, ἐκτὸς ἀπὸ μένα τὸν ράθυμο καὶ ἁμαρτωλὸ ποὺ κάθομαι σ’ αὐτὰ ἐδῶ τὰ βράχια καὶ δὲν ἐργάζομαι ὅπως πρέπει, ὅπως εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ

Αὐτὰ εἶπε καὶ μπῆκε στὸ ἀσκητήριό του, δοξάζοντας τὸν Θεὸ ποὺ στὰ τέλη τῆς ζωῆς του τοῦ ἔδωσε αὐτὴ τὴ δοκιμασία γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς του, ὅπως ἔλεγε συνεχῶς.

Ὅταν ἔφθασε σὲ βαθὺ γῆρας, μᾶς ἐκάλεσε μίαν ἡμέρα στὸ ἀσκηταριό του. Πήγαμε μὲ τὸν π. Ἀκάκιο. Μὲ χαρὰ μᾶς εἶπε: «Καλῶς τὰ παιδιά μου! Καλὰ κάνατε ποὺ ἤλθατε, διότι ἄλλη φορὰ δὲν θὰ σᾶς δῶ! Ἐγὼ ἀπόψε θὰ φύγω… Θέλω ὅμως, πρὶν συμβεῖ αὐτό, νὰ μὲ ἀναπαύσετε».

«Τί θέλεις, Γέροντα;»

«Νὰ μοῦ ψάλετε! Πεῖτε κάτι νὰ εὐφρανθεῖ ἡ ψυχή μου.

. Ψάλαμε διάφορα κι ὁ Γέροντας ἔκλαιγε ἀπὸ χαρὰ καὶ σταυροκοπιόταν κατανενυγμένος. Μόλις τελειώσαμε, μᾶς εἶπε: «Τώρα, κάτι τελευταῖο: Θέλω νὰ μοῦ ψάλετε τὸν “ἐθνικὸ ὕμνο” τῆς Παναγίας, τὸ «Ἄξιον ἐστίν»! Αὐτὸ ὅμως θὰ τὸ ψάλουμε ὄρθιοι, ὅπως ψέλνουμε καὶ τὸν ἐθνικὸ ὕμνο τῆς πατρίδος μας!» Σηκώθηκε μὲ κόπο. Ἠτο σκελετωμένος. Τὸ δέρμα του σχεδὸν διάφανο. Ἀφοῦ συμψάλαμε, μὲ δάκρυα χαρᾶς καὶ συγκινήσεως μᾶς ἀγκάλιασε, μᾶς ἀσπάσθηκε καὶ μᾶς εἶπε: «Παιδιά μου, ἄλλη φορα ἐδῶ δὲν σᾶς βλέπω! Συγχωρήσατέ με, συγχωρήσατέ με!»

. Δακρύσαμε ὅλοι. Ἐκεῖνος μὲ κόπο μᾶς προέπεμψε. Φύγαμε κατασυγκινημένοι. Τὸ πρωὶ μᾶς εἰδοποίησαν ὅτι ἐκοιμήθη! Ὅπως ἀκριβῶς τὸ εἶχε πεῖ… Ἀνοίξαμε στὰ βράχια μία λακκουβίτσα καὶ τὸν θάψαμε, ἀφοῦ τὸν κηδεύσαμε ὅπως τοῦ ἄξιζε… Ἔσβησε -ἀνθρωπίνως τὸ λέγω- στὸν ἀθωνικὸ οὐρανὸ τὸ ἀστέρι αὐτὸ τοῦ ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ. Ἄφησε ὅμως μίαν ἀείφωτη τροχιὰ ἀγωνιστικότητος καὶ ἀσκήσεως αὐστηρῆς. Αἰωνία του ἡ μνήμη. Τὴν πολύτιμη εὐχή του νὰ ἔχουμε.

. Μερικὲς φορὲς ὁ πανάγαθος Θεὸς παραχωρεῖ καὶ στὸ τέλος τῆς ζωῆς μία δοκιμασία, γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος καλύτερος καὶ νὰ ὠφεληθοῦν καὶ ἄλλοι. Ἔτσι καὶ ὁ π. Φιλάρετος ὑπέμεινε ἀγόγγυστα καὶ βραβεύθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο. Εἴδατε, κ. Μελινέ, πῶς ὁ διάβολος πῆγε νὰ ταλαιπωρήσει τὸν ἄνθρωπο τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς ἀρετῆς, ἀλλ’ ὁ πανάγαθος Θεὸς τὸν σκέπασε μὲ τὴν χάρη Του καί, ἀντὶ νὰ πάθει βλάβη ἡ ψυχή του, δέθηκε ἀκόμη περισσότερο μὲ τὸν Θεό; Περισσότερο ἀγάπησε τὸν Θεὸ καὶ μὲ μεγαλύτερη ζέση Τὸν ἐδόξαζε.

πηγή-tokandylaki
Διαβάστε περισσότερα... »

Η πίστη στην άγνοια




«Επιστήμη είναι η πίστη στην άγνοια των ειδικών.» 
Ρίτσαρντ Φάινμαν


Ο όρος επιστήμη με την ευρεία έννοια αρχικά δήλωνε το οργανωμένο σώμα της εξακριβωμένης και τεκμηριωμένης γνώσης. Ο πρώτος αυτός ορισμός διατυπώνεται στο έργο Θεαίτητος του Πλάτωνα όπου ένας από τους συνομιλητές αναφέρει ότι «έστιν ουν επιστήμη δόξα αληθής μετά λόγου», δηλαδή η επιστήμη αποτελεί βεβαιωμένη με λογικά επιχειρήματα γνώση. Πολλές από τις ανθρώπινες προκαταλήψεις γύρω από τον τρόπο που λειτουργεί το σύμπαν έχουν αμφισβητηθεί κατά καιρούς από τις νέες επιστημονικές ανακαλύψεις.

Στη σύγχρονη εποχή, ο όρος είναι πιο περιορισμένος και δηλώνει το σύστημα απόκτησης γνώσης με βάση την επιστημονική μεθοδολογία που βασίζεται στην επιστημονική έρευνα, καθώς και στην οργάνωση και ταξινόμηση της αποκτώμενης με αυτόν τον τρόπο γνώσης. Διακρίνουμε συνεπώς διαφορετικούς επιστημονικούς τομείς που εντάσσονται συνήθως σε τέσσερις μεγάλες ομάδες, τις θετικές επιστήμες, τις εφαρμοσμένες επιστήμες, τις ανθρωπιστικές επιστήμες και τις κοινωνικές επιστήμες.

* Θετικές και φυσικές επιστήμες: ασχολούνται με τη μελέτη των φυσικών φαινομένων και των τυπικών συστημάτων με βάση την παρατήρηση, το πείραμα και τη λογική.

* Κοινωνικές επιστήμες: ασχολούνται με τη μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της ανθρώπινης κοινωνίας, στη βάση της παρατήρησης και της λογικής.

* Ανθρωπιστικές επιστήμες: ασχολούνται με τη διερεύνηση της ανθρώπινης κατάστασης μέσω της λογικής και της τέχνης.

* Εφαρμοσμένες επιστήμες: ασχολούνται με την πρακτική επίλυση προβλημάτων μέσω συστηματικών μεθοδολογιών και την επιστημονική θεμελίωση των μεθόδων αυτών (συνήθως αποτελούν εφαρμογή κάποιων θετικών επιστημών, αλλά μπορεί να έχουν και επιρροές από τις κοινωνικές επιστήμες).

Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί πως η ταξινόμηση αυτή είναι μόνο συμβατική, ενώ δεν είναι σπάνιο ένα επιστημονικό πεδίο να συνθέτει στοιχεία από διαφορετικούς κλάδους. Όταν αυτό το γεγονός ορίζει τον χαρακτήρα του πεδίου, μιλάμε για διεπιστημονικό πεδίο, διακλαδική επιστήμη ή διεπιστήμη (π.χ. βιβλιοθηκονομία, επιστήμη συστημάτων, γνωσιακή επιστήμη κλπ).

Η επιστημονική διαδικασία είναι η συστηματική έρευνα της νέας γνώσης σε ένα σύστημα. Αυτή η συστηματική έρευνα είναι γενικώς η επιστημονική μέθοδος και το σύστημα γενικώς είναι η φύση. Επιστήμη επίσης είναι η επιστημονική γνώση που έχει συστηματικά αποκτηθεί μέσω της επιστημονικής διαδικασίας.

Μερικά από τα ευρήματα της επιστήμης μπορεί να είναι εντελώς αντίθετα προς την ανθρώπινη διαίσθηση. Η ατομική θεωρία για παράδειγμα υποδηλώνει ότι ένας στερεός βράχος που εμφανίζεται ως βαρύς, σκληρός, γκρίζος κλπ. είναι στην πραγματικότητα ένας συνδυασμός από υπατομικά σωμάτια με καμία από αυτές τις ιδιότητες, τα οποία κινούνται ταχύτατα σε μία περιοχή που αποτελείται κυρίως από κενό χώρο.

Ιστορία και ετυμολογία της επιστήμης: Ενώ οι περιγραφές των εμπειρικών ερευνών για το φυσικό κόσμο υπάρχουν από την κλασσική αρχαιότητα (παραδείγματος χάριν, από τον Αριστοτέλη), και οι επιστημονικές μέθοδοι έχουν υιοθετηθεί από το Μεσαίωνα, η αυγή της σύγχρονης επιστήμης επισημαίνεται γενικά πίσω στην πρόωρη σύγχρονη περίοδο κατά τη διάρκεια αυτό που είναι γνωστό ως επιστημονική επανάσταση του 16ου και 17ου αιώνα.

Αυτή η περίοδος χαρακτηρίστηκε από έναν νέο τρόπο παρατήρησης του φυσικού κόσμου, από το συστηματικό πειραματισμό που στόχευσε στον καθορισμό των ” νόμων της φύσης” αποφεύγοντας να ασχοληθεί με τις μεταφυσικές ανησυχίες όπως την Αριστοτελική θεωρία για την αιτιότητα.

Η γρήγορη συσσώρευση της γνώσης, που έχει χαρακτηρίσει την ανάπτυξη της επιστήμης από τον 17ο αιώνα, δεν είχε εμφανιστεί ποτέ πριν από εκείνη την περίοδο. Το νέο είδος επιστημονικής δραστηριότητας προέκυψε μόνο σε μερικές χώρες της δυτικής Ευρώπης, και περιορίστηκε σε εκείνη την μικρή περιοχή για περίπου διακόσια έτη. (Από τον 19ο αιώνα η επιστημονική γνώση έχει αφομοιωθεί από τον υπόλοιπο κόσμο).

Αυτή η σύγχρονη επιστήμη αναπτύχθηκε από μια παλαιότερη και ευρύτερη επιχείρηση. Η λέξη ” science” είναι από τα παλαιά γαλλικά, και συνέχεια από το λατινικό scientia που ήταν μια από διάφορες λέξεις για τη λέξη “γνώση” σε εκείνη την γλώσσα.

Στα φιλοσοφικά πλαίσια,οι λέξεις “scientia” και ” science” χρησιμοποιήθηκαν για να μεταφράσουν την ελληνική λέξη επιστήμη, που είχε αποκτήσει έναν συγκεκριμένο καθορισμό στην ελληνική φιλοσοφία, ειδικά ο Αριστοτέλης, ως την είχε ορίσει ως τύπο αξιόπιστης γνώσης που ενισχύεται λογικά, και μπορεί να δημιουργήσει επικοινωνία και να διδαχθεί.

Από τον Μεσαίωνα ως τον Διαφωτισμό η επιστήμη ή αλλιώς scientia συνέχισε να χρησιμοποιείται με αυτή την ευρεία έννοια μέχρι το 2Οό αιώνα. Ο όρος “Science” επομένως είχε το ίδιο ευρύ νόημα που είχε και η φιλοσοφία εκείνο τον καιρό. Σε άλλες γλώσσες που είχαν επιρροές από τη λατινική, συμπεριλαμβανομένων των γαλλικών, ισπανικών, πορτογαλικών, και ιταλικών, η λέξη που αντιστοιχεί στην επιστήμη είχε επίσης αυτήν την έννοια.

Πριν από τον 18ο αιώνα, ο προτιμώμενος όρος για τη μελέτη της φύσης μεταξύ των Άγγλων ομιλητών ήταν «φυσική φιλοσοφία», ενώ άλλες φιλοσοφικές επιστήμες (π.χ. λογική, μεταφυσική, επιστημολογία, η ηθική και η αισθητική) συνήθως αναφέρονται ως ηθική φιλοσοφία». (Σήμερα, η “ηθική φιλοσοφία” είναι περισσότερο ή λιγότερο συνώνυμη με την “ηθική”)

Η επιστήμη συνδέθηκε πιο έντονα με τη φυσική φιλοσοφία σε σχέση με άλλες επιστήμες σταδιακά με την ισχυρή προώθηση της σημασίας της πειραματικής επιστημονικής μεθόδου, από ανθρώπους όπως ο Φράνσις Μπέικον (Francis Bacon). Με τον Μπέικον αρχίζει μια πιο ευρεία και ανοικτή κριτική της επιρροής του Αριστοτέλη που είχε δώσει έμφαση στη θεωρία και δεν αντιμετώπιζε τη συλλογή δεδομένων ως μέρος της ίδιας της επιστήμης.

Μια αντίθετη θέση έγινε κοινή: ότι αυτό που είναι κρίσιμο για την επιστήμη στις καλύτερες στιγμές της είναι η συστηματική συλλογή σαφών και χρήσιμων ακατέργαστων δεδομένων, κάτι που είναι ευκολότερο να κάνουμε σε ορισμένους τομείς από ότι σε άλλους.

Η λέξη «επιστήμη» στα αγγλικά πάντως ακόμη χρησιμοποιούνταν κατά τον 17ο αιώνα, αναφερόμενη στην αριστοτελική έννοια της γνώσης, η οποία ήταν αρκετά ασφαλής ώστε να χρησιμοποιηθεί ως μια συνταγή για το πώς ακριβώς να εκτελεστεί μια συγκεκριμένη εργασία. Όσον αφορά στη μεταβατική χρήση του όρου «φυσική φιλοσοφία» κατά την περίοδο αυτή, ο φιλόσοφος Τζων Λοκ (John Locke) έγραψε το 1690 ότι «η φυσική φιλοσοφία δεν είναι ικανή να καθίσταται επιστήμη.” Ωστόσο, μπορεί να οφείλεται στο ότι ο Λοκ δεν χρησιμοποιούσε τη λέξη “επιστήμη” με τη σύγχρονη έννοια, αλλά προτείνοντας ότι η «φυσική φιλοσοφία» δεν μπορούσε να συναχθεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως τα μαθηματικά και η λογική.

Ο ισχυρισμός του Λοκ παρότι, από τις αρχές του 19ου αιώνα η φυσική φιλοσοφία είχε αρχίσει να διαχωρίζεται από τη φιλοσοφία, διατήρησε συχνά μια πολύ ευρεία έννοια. Σε πολλές περιπτώσεις, η επιστήμη συνέχισε να σημαίνει αξιόπιστη γνώση πάνω σε οποιοδήποτε θέμα, με τον ίδιο τρόπο που χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα, με την ευρεία έννοια, με σύγχρονους όρους, όπως η πολιτική επιστήμη, και η πληροφορική.

Στην πιο συγκεκριμένη έννοιά της,ως φυσική φιλοσοφία συνδέθηκε με μια σειρά σαφώς καθορισμένων νόμων (ξεκινώντας με τους νόμους του Γαλιλαίου, τους νόμους του Κέπλερ, και τους νόμους του Νεύτωνα για την κίνηση), έγινε πιο δημοφιλής, να αναφερθώ στη φυσική φιλοσοφία, όπως οι φυσικές επιστήμες. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, εξάλλου, υπήρξε αυξημένη τάση να συνδέουν την επιστήμη με τη μελέτη του φυσικού κόσμου (δηλαδή, το μη-ανθρώπινο κόσμο). Η κίνηση αυτή άφησε μερικές φορές τη μελέτη της ανθρώπινης σκέψης και της κοινωνίας (αυτό που θα ονομαστεί αργότερα κοινωνική επιστήμη) σε ένα γλωσσικό κενό από το τέλος του αιώνα και στη συνέχεια του επόμενου

Μέσα από τον 19ο αιώνα, πολλοί αγγλόφωνοι διαφοροποιούσαν την επιστήμη (δηλαδή, τις φυσικές επιστήμες) από όλες τις άλλες μορφές γνώσης με διάφορους τρόπους. Η πλέον γνωστή έκφραση-«επιστημονική μέθοδος», η οποία αναφέρεται στην περιοριστικό μέρος για το πώς κάνεις ανακαλύψεις στη φυσική φιλοσοφία, ήταν σχεδόν αχρησιμοποίητη μέχρι τότε, αλλά διαδόθηκε μετά το 1870, αν και υπήρξε σπάνια συνολική συμφωνία για το τι ακριβώς θα συνεπαγόταν.

Ο όρος «επιστήμονας», ο οποίος σήμαινε φύσει επιστήμη αυξήθηκε κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα. Ό,τι οι άνθρωποι πραγματικά εννοούσαν με αυτούς τους όρους αρχικά, περιέγραφαν τελικά την επιστήμη, με τη στενή έννοια της συνήθους χρήσης της επιστημονικής μεθόδου και τη γνώση που προέρχεται από αυτή, σαν κάτι το οποίο διακρίνεται από όλες τις άλλες σφαίρες της ανθρώπινης προσπάθειας.

Μέχρι τον 2Οό αιώνα, η σύγχρονη αντίληψη της επιστήμης ως ένα ιδιαίτερο είδος γνώσης για τον κόσμο, που ασκείται από μια ξεχωριστή ομάδα και να πραγματοποιείται μέσα από μια μοναδική μέθοδο, ήταν ουσιαστικά σε ισχύ. Χρησιμοποιήθηκε για να δώσει νομιμότητα σε διάφορους τομείς, μέσα από τέτοιους τίτλους όπως «επιστημονική» ιατρική, μηχανική, διαφήμιση, ή μητρότητα.

Στη διάρκεια του 2Οού αιώνα, η σχέση μεταξύ επιστήμης και τεχνολογίας έγινε επίσης όλο και πιο ισχυρή. Όπως εξηγεί ο Martin Rees, η πρόοδος στην επιστημονική γνώση και στην τεχνολογία έχουν συνεργατική και ζωτικής σημασίας σχέση η μία για την άλλη.

Ο Ρίτσαρντ Φάινμαν (Richard Feynman) περιέγραψε την επιστήμη κατά τον ακόλουθο τρόπο για τους μαθητές του: “Η αρχή της επιστήμης, ο ορισμός, σχεδόν, είναι ο εξής: Η δοκιμασία όλων των γνώσεων είναι πειραματισμός.Το πείραμα είναι ο μόνος κριτής της επιστημονικής “αλήθειας”.

Αλλά ποια είναι η πηγή της γνώσης; Από που προέρχονται οι νόμοι που πρέπει να δοκιμαστούν; Το πείραμα, από μόνο του, βοηθά στην παραγωγή αυτών των νόμων, υπό την έννοια ότι μας δίνει εναύσματα. Αλλά αυτό που χρειάζεται επίσης είναι φαντασία για να δημιουργηθούν από αυτά τα εναύσματα για τις μεγάλες γενικεύσεις.

Το επιστημονικό πνεύμα: Ο Φάινμαν έδωσε βαρύτητα κάνοντας διαλέξεις για να ξεχωρίσει την επιστημονική διαδικασία από την επιστήμη. Υποστήριζε πως η επιστημονική διαδικασία παράγει «ειδικούς» χωρίς γνώση, όταν ακολουθείται χωρίς το πνεύμα της επιστήμης που είναι η πρόκληση της εκάστοτε εκδοχής της αλήθειας την οποία υποστηρίζουν οι «ειδικοί». Με τη λογική αυτή του Νομπελίστα Φυσικού, κυρίαρχο ρόλο στην επιστήμη παίζει η αμφισβήτηση των απόψεων των «αυθεντιών» και η εμπιστοσύνη στην «κοινή αίσθηση» και τη «νοημοσύνη της φυσικότητας».

Η κλίμακα του σύμπαντος σχεδιασμένη με διακλαδώσεις της επιστήμης και την ιεραρχία της επιστήμης



Διαβάστε περισσότερα... »

Η αληθινή ζωή.....!



Πόσες φορές ως τώρα έχεις βάλει ερωτήματα στον εαυτό σου όπως: «Γιατί σε μένα;» «Γιατί αυτό;» «Γιατί τόση ατυχία;» Πόσες φορές ακόμη έχεις καταλήξει σε συμπεράσματα όπως: «Είμαι πολύ άτυχος». «Μόνο σε μένα συμβαίνει αυτή η συμφορά». «Η ζωή μου είναι μια κόλαση». «Αν είχα την τύχη του ….». «Αν μπορούσα να ζω σαν τον …..» «Αν ο σύντροφός μου ήταν σαν τον άνδρα της ….».

Νομίζω πως όλοι μας έχουμε ξεστομίσει πολλά τέτοια «αποφθέγματα» ιδιαίτερα όταν περνάμε μια κρίση, μια καταθλιψούλα, μια δοκιμασία. 

Είναι γεγονός πως ο άνθρωπος καθώς βιώνει τη ζωή του, αποζητά όλες εκείνες τις ποιότητες που αρχίζουν από «ευ». Ευτυχία, ευλογία, ευκολία, εύνοια, ευρυθμία, ευπορία, ευστροφία, ευτολμία, ευφυΐα, ευχέρεια, ευφράδεια, ευψυχία και άλλα παρόμοια. Από πολύ νωρίς (μέχρι τα 7 του χρόνια ) διαμορφώνει μια εξάρτιση από όλα τα «ευ». Καθώς προχωρά ο χρόνος και το μικρό παιδί μεγαλώνει, παρατηρεί σαν τέλειος παρατηρητής που είναι πως όλοι γύρω του πασχίζουν να κατακτήσουν όλες αυτές τις έννοιες και εστιάζεται στο κυνήγι του θησαυρού των «ευ». 

Μέσα στην πρώτη κιόλας δεκαετία της ζωής του έχει καταλήξει πως ο θησαυρός αυτός δεν πιάνεται και σαν πολύ κακός ερμηνευτής που είναι αρχίζει να πιστεύει πως όλοι οι άλλοι καταφέρνουν να πάρουν μερίδιο του θησαυρού εκτός από εκείνο. 

Τι πλάνη! Πόσο η κοινωνία μας διαστρεβλώνει την πραγματικότητα! Πόσο τα μέσα υποβοηθούν έως και διαμορφώνουν αυτή τη πλάνη! Πόσο οι γονείς υποστηρίζουν το συμπέρασμα αυτό, διατηρώντας και οι ίδιοι τη λανθασμένη πεποίθηση που διαμόρφωσαν όταν ήταν μικρά παιδιά!

Η αληθινή ζωή δεν είναι αυτή που περιγράφεται στα ρομάντζα και στις διαφημίσεις. Η αληθινή ζωή είναι η δική μας η ζωή. Αυτή που ζούμε όλοι μας. Με τα πάνω μας και τα κάτω μας. Με τις όμορφες αλλά και τις άσχημες μέρες της. Με τη λύπη και τη χαρά. Με τη μέρα και τη νύχτα. Με την ανατολή μα και τη δύση. Με την αρρώστια και την υγεία. Με όλα αυτά να πηγαίνουν χέρι-χέρι και πότε το ένα να προπορεύεται του άλλου. Και πάλι απ’ την αρχή.

Αν για λίγο σταθούμε και κοιτάξουμε για να δούμε, ακούσουμε για να μάθουμε, παρατηρήσουμε για να επεξεργαστούμε, μήπως τότε πραγματικά θα συμπεράνουμε πως η ζωή έχει δυσκολίες, δυσαρέσκειες, δυσμένειες, δυσπιστίες, δυστροπίες, δυσχέρειες και άλλες πολλές ποιότητες που αρχίζουν από «δυς»; 

Όχι γιατί κάποιος μας έχει καταραστεί, αλλά γιατί το ζητούμενο είναι να μάθουμε να τις ξεπερνάμε. Έτσι προκύπτει η γνώση. Έτσι αποκτάται η εμπειρία. Έτσι ολοκληρώνεται το έργο του ανθρώπου. Στο κάτω - κάτω ποιος μας είπε πως ο δρόμος είναι εύκολος; Δεν είναι καλύτερα να τον πάμε χορεύοντας; Ας παραμένουμε λοιπόν στον χορό της ζωής με ελπίδα και επίγνωση. 

Η ζωή είναι ωραία! Η ζωή είναι πρόκληση! Η ζωή είναι το σύνολο των γεγονότων, των περιστάσεων και των ασχολιών κατά τη διάρκεια του βίου. Είναι το σύνολο των διδαγμάτων της πείρας. Ας αγκαλιάσουμε με ευγνωμοσύνη το γεγονός της Ζωής, τα γεγονότα της ζωής, τα επεισόδια του βίου. 

Ας σταθούμε με πίστη και εμπιστοσύνη πως αυτό που μας ταλαιπωρεί τώρα λίγο αργότερα θα είναι μια ανάμνηση. Και αν πάλι δεν είναι και παραμείνει ως συνέπεια λανθασμένων επιλογών ή «χτυπήματος» της μοίρας ας δούμε τι έχουμε να μάθουμε από αυτό. 

Ναι υπάρχουν καταστάσεις που δεν είναι αναστρέψιμες όπως μια απώλεια αγαπημένου για παράδειγμα. Ας μάθουμε να διαχειριζόμαστε τον πόνο. 

Ας μάθουμε να βλέπουμε πάνω και πέρα από τη φαινομενικότητα της ύλης. Ας βάλουμε την έννοια του υπέρ-συνειδητού στη ζωή μας. Τότε η ζωή αποκτά μια άλλη διάσταση. Προσεγγίζει αυτό που οι γιαγιάδες μας έλεγαν: «Τι βρέχει ο ουρανός και δεν το πίνει η γη». Όχι μοιρολατρικά και κακόμοιρα, αλλά με σθένος και αποφασιστικότητα. 


Ερατώ Χατζημιχαλάκη
Οικογενειακή Σύμβουλος

Διαβάστε περισσότερα... »