«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015

Η χαμένη αρχιτεκτονική κληρονομιά της Αθήνας


Ο κατεδαφισμένος πολιτισμός της Αθήνας


Κώστας Φαρμάκης
Νοέμβριος 15 2015

Υπέροχα κτίρια που δεν υπάρχουν πια, χαρακτηριστικά μιας ιστορικής πρωτεύουσας που έχασε τον χαρακτήρα της στο όνομα της ανάπτυξης και μιας στρεβλής αντίληψης περί εκμοντερνισμού.

Ο χρυσός αιώνας της Αθήνας ήταν ο 19ος. Μέσα σε 50 χρόνια ένα μικρό χωριό στους πρόποδες της Ακρόπολης μετατράπηκε σε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα με ανάκτορα, νεοκλασικά μέγαρα, βουλεβάρτα και μερικά από τα ομορφότερα δείγματα νεοκλασικισμού στον κόσμο – που τότε ήταν και απολύτως της μόδας.

Όμως η ανάπτυξη, η ανοικοδόμηση, ο υπερβολικός εκμοντερνισμός, το οικονομικό συμφέρον, αλλά και ο πόλεμος και η έλλειψη χρημάτων συνετέλεσαν ώστε μερικά θαυμάσια κτίρια να χαθούν για πάντα. Κτίρια που αν είχαν διατηρηθεί η εικόνα της Αθήνας θα ήταν διαφορετική, σίγουρα ομορφότερη.


Ξενοδοχείο Ακταίον


Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα εμβληματικού χαμένου κτιρίου. Βρισκόταν στο Νέο Φάληρο -στη θέση όπου σήμερα υπάρχει ιδιωτικό νοσοκομείο- και είχε χτιστεί σε σχέδια του Πάνου Καραθανασόπουλου (μαθητή του Τσίλερ) στα πρότυπα των παραλιακών palace ξενοδοχείων που ανθούσαν στις ευρωπαϊκές λουτροπόλεις. 

Εγκαινιάστηκε το 1903 και για δεκαετίες ήταν το κέντρο της αναψυχής για την ελίτ της Αθήνας, αλλά και των υψηλών επισκεπτών - εστεμμένων, επιχειρηματιών, ζάπλουτων της εποχής- από όλη την Ευρώπη. Είχε 160 δωμάτια, μεγάλες αίθουσες δεξιώσεων, κήπους και παραλία. Η παρακμή του ξεκίνησε λίγο πριν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, στη διάρκεια του οποίου έπαθε εκτεταμένες ζημιές από βομβαρδισμούς. Μετά τον πόλεμο η κατεστραμμένη και πάμφτωχη Ελλάδα δεν μπορούσε να συντηρήσει ένα τέτοιο οικοδόμημα και έτσι το ξενοδοχείο εγκαταλείφθηκε, για να κατεδαφιστεί τελικά επί Αριστείδη Σκυλίτση, του αλήστου μνήμης διορισμένου από τη χούντα δημάρχου Πειραιά.


Μέγαρο Νεγρεπόντη
(25η Μαρτίου 1955) Προηγείται η σημαία με τους μαθητές του Α΄Προτύπου Γυμνασίου Αρρένων Πλάκας


Η μεγαλύτερη απώλεια στην Πλατεία Συντάγματος είναι το μέγαρο αυτό που χτίστηκε το 1880 και κατεδαφίστηκε το 1956. Ανήκε στην εποχή που η λεωφόρος Αμαλίας ήταν η επίσημη «βόλτα» των Αθηναίων που περπατούσαν έχοντας στη μία πλευρά τον Βασιλικό Κήπο και στην άλλη πολυτελείς κατοικίες. Εδώ κατοικούσαν προτού χτιστεί το ανάκτορο Διαδόχου (το 1897) ο μετέπειτα Κωνσταντίνος Α' και η σύζυγός του Σοφία. Στη συνέχεια, και μέχρι το 1940, στέγασε το υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας. Στη θέση του χτίστηκε πολυκατοικία το 1959.


Βίλα Μαργαρίτα
Φωτογραφία του 1950


Σήμερα


Χτίστηκε στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα και ανήκε σε Αρμένιο έμπορο. Βρισκόταν στη συμβολή των λεωφόρων Βασιλίσσης Σοφίας (τότε Κηφισίας) και Μεσογείων. Απολύτως ασυνήθιστη εικόνα για την Αθήνα, θύμιζε κάστρο, είχε πύργους και πολεμίστρες, και ήταν -φυσικά- χτισμένο από πέτρα. Πέρασε στην ιδιοκτησία του επιχειρηματία Ευστάθιου Λάμψα (ιδρυτή του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία) και στη συνέχεια στις κόρες του. 

Κατά τη δεκαετία του '60 μεγάλο μέρος των κήπων του απαλλοτριώνεται για τη διαπλάτυνση των λεωφόρων. Οι κληρονόμοι πωλούν τον πύργο το 1970 και οι νέοι ιδιοκτήτες (η Κτηματική Τράπεζα) αποφασίζουν αμέσως την κατεδάφισή του. Άλλωστε, όπως ήταν η άποψη της κυβέρνησης της χούντας, το κτίσμα δεν είχε τίποτα από ελληνική αρχιτεκτονική παράδοση και δεν υπήρχε λόγος να διατηρηθεί. Στη θέση του στέκει σήμερα το 9όροφο κτίριο της Εθνικής Τράπεζας.


Δημοτικό Θέατρο Αθηνών

Στο σημείο που σήμερα υπάρχει η πλατεία Κοτζιά, η ανοιχτή ανασκαφή και το υπόγειο πάρκινγκ, βρισκόταν το Δημοτικό Θέατρο. Σε σχέδια του Τσίλερ και χρηματοδότηση από τον Ανδρέα Συγγρό (λέγεται ότι ο τραπεζίτης θυσίασε πολλούς εσωτερικούς χώρους, μίκρυνε τη σκηνή και σχεδόν εξαφάνισε τα καμαρίνια των ηθοποιών προκειμένου να δημιουργηθούν καταστήματα και γραφεία που τα εκμεταλλευόταν ο ίδιος), εγκαινιάστηκε το 1888 και η τύχη του ήταν από την αρχή… στραβή. 

Εκτός από τις παρεμβάσεις του Συγγρού, το θέατρο υπέφερε εξαρχής από έλλειψη χρημάτων - που καθυστέρησαν σημαντικά την ανέγερσή του-, η λιτή του διακόσμηση του στερούσε κάθε μεγαλοπρέπεια με αποτέλεσμα να μην αποκτήσει ποτέ την αίγλη που του άξιζε, ενώ στην επίσημη πρεμιέρα του 1888 ο βασιλιάς Γεώργιος κοιμήθηκε και ενοχλούσε με το ροχαλητό τους θεατές. 

Το 1901 εγκαινιάζεται το Βασιλικό (σήμερα Εθνικό) Θέατρο και το Δημοτικό αποκτά και επισήμως δεύτερο ρόλο. Το 1922 φιλοξένησε πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία οι οποίοι, μέσα στην ταλαιπωρία τους και λόγω του σκληρού χειμώνα, άναβαν φωτιές στο εσωτερικό προκαλώντας μεγάλες ζημιές.

Για να συμπληρωθεί η κακοτυχία, η θέα ενοχλούσε τον τότε δήμαρχο Κωνσταντίνο Κοτζιά (το γραφείο του έβλεπε στο πίσω μέρος του θεάτρου), αλλά και τον τότε διοικητή της Εθνικής Τράπεζας Ιωάννη Δροσόπουλο που είχε το γραφείο του ακριβώς απέναντι, στην οδό Αιόλου. Έτσι, το 1940 το θέατρο κατεδαφίστηκε και, κατά παράξενα ειρωνικό τρόπο, η πλατεία πήρε το όνομα του ανθρώπου που το εξαφάνισε.


Μέγαρο Πεσμαζόγλου
Φωτογραφία του 1955


Σημερινή

Βρισκόταν στη γωνία της Βασιλίσσης Σοφίας με την Ηρώδου Αττικού και χτίστηκε το 1900 σε σχέδια του Ερνέστου Τσίλερ από τον επιχειρηματία Ι. Πεσμαζόγλου. Σκοπός ήταν η ενοικίαση πολυτελών διαμερισμάτων σε ξένους. Από τα πρώτα τέτοια κτίρια μεγάλης κλίμακας στην πόλη και με χαρακτηριστικό τον πυργοειδή τρούλο στη γωνία του, «τεμαχίστηκε» κατά τη δεκαετία του 1960 και στο γωνιακό του τμήμα, που κατεδαφίστηκε, χτίστηκε κτίριο γραφείων. Το άλλο τμήμα, που κατά την κατοχή στέγασε τη γερμανική πρεσβεία (φωτ.) διατηρείται μέχρι σήμερα.


Βίλα Θων
(Πριν και μετά την ανατίναξη τον Δεκέμβριο του 1944)


Ο Νικόλαος Θων γεννήθηκε στην Αθήνα το 1850 και ήταν γιος του Βαυαρού λογιστή Καρλ Θων, μέλος της ακολουθίας του βασιλιά Όθωνα, και ο ίδιος ανώτερος αυλικός του βασιλιά Γεωργίου του Α'. 

Η έπαυλή του - σε σχέδια του Ερνέστου Τσίλερ - βρισκόταν στην συμβολή των λεωφόρων Κηφισίας και Αλεξάνδρας, και σε όλο το τετράγωνο με τις οδούς Αιτωλίας και Θεοφάνους, και ολοκληρώθηκε τη δεκαετία του 1880. Ήταν ένα θαυμάσιο κτίσμα τόσο στο σχεδιασμό του όσο και στο διάκοσμό του (γλυπτά, τζάμια με βιτρό, υπέροχος κήπος). Το 1921 το κτήμα πουλήθηκε και στη συνέχεια λειτούργησε κατά καιρούς ως κλινική, σχολείο, μπυραρία, στρατώνας, φυλακή, αλλά και κατοικία. 

Το 1944 η έπαυλη ανατινάχθηκε στη διάρκεια των Δεκεμβριανών. Μεταπολεμικά χτίστηκε στην πρόσοψη του κτήματος ένα ακαλαίσθητο συγκρότημα καταστημάτων και σήμερα στη θέση τους βρίσκεται κτίριο γραφείων. Από ολόκληρο το παλαιό κτήμα σώζεται σήμερα μόνο ο μοναδικός κυκλικός ναός στην Ελλάδα, ο Άγιος Νικόλαος.


Οικία Σαριπόλου


Από τα ελάχιστα δείγματα νεογοτθικού ρυθμού στην Αθήνα, η οικία Σαριπόλου βρισκόταν στη βορειοδυτική γωνία Πατησίων και Χαλκοκονδύλη. Ανήκε στον νομικό Ιωάννη Σαρίπολο και χτίστηκε περίπου το 1870. 

Πέρασε στις κόρες του και το 1908 έφυγε από την ιδιοκτησία της οικογένειας. Άντεξε σχεδόν 90 χρόνια προτού κατεδαφιστεί το 1956 για να δώσει τη θέση του σε ένα ακόμα απρόσωπο και κακοσυντηρημένο κτίριο γραφείων, από αυτά που γέμισαν την Πατησίων μετά το 1960. H Αθηνά Σαρίπολου-Λίβα, μία από τις κόρες του Ιωάννη, απαθανάτισε σε υδατογραφίες το εσωτερικό και το εξωτερικό του πατρικού της σπιτιού.


Οικία Τσοποτού




Ένα από τα πιο ιδιαίτερα και ξεχωριστά σπίτια βρισκόταν στη γωνία Πειραιώς και Μενάνδρου. Ο άγνωστος αρχιτέκτονας είχε αντιγράψει το Μνημείο του Λυσικράτη στην Πλάκα. Το οίκημα άντεξε ακριβώς 100 χρόνια, από το 1870 μέχρι το 1970 που κατεδαφίστηκε. Στη θέση του, άλλο ένα απρόσωπο πολυόροφο κτίριο.

Ιδού, όμως, δύο κτίρια που χαιρόμαστε αφάνταστα που διατηρήθηκαν

Πείτε το τύχη, πείτε το αρχιτεκτονική αξία, δύο θαυμάσια μέγαρα επιβίωσαν μέχρι τις μέρες μας και μπορεί ο καθένας να τα επισκεφθεί.


Νομισματικό Μουσείο / Ιλίου Μέλαθρον




Το υπέροχο αυτό οικοδόμημα (αναγεννησιακού ρυθμού με στοιχεία νεοελληνικού νεοκλασικισμού) σχεδιάστηκε από τον Τσίλερ ως κατοικία του διάσημου Ερίκου Σλίμαν, του ερευνητή και ερασιτέχνη αρχαιολόγου που ανακάλυψε τον θησαυρό της αρχαίας Τροίας. 

Το μέγαρο ολοκληρώθηκε το 1881 και στη διακόσμησή του ενσωματώνει στοιχεία -μωσαϊκά, ζωγραφικές συνθέσεις, αγάλματα κ.λπ.- από αρχαιολογικά θέματα, τρωικά και μυκηναϊκά ευρήματα, πομπηιανές τοιχογραφίες κ.ά. Θεωρείται από τα τελειότερα δημιουργήματα του Τσίλερ. Από το 1926 ανήκει στο ελληνικό δημόσιο που στέγασε εκεί το Συμβούλιο της Επικρατείας και τον Άρειο Πάγο μέχρι το 1981. Μετά από πολύχρονη αποκατάσταση των εκτεταμένων φθορών εγκαταστάθηκε εκεί το 1998 το Νομισματικό Μουσείο.


Βίλα Ιλίσια



Η Sophie de Marbois-Lebrun, η γνωστή μας Δούκισσα της Πλακεντίας, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1837 και παρήγγειλε στον αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη την οικοδόμηση έξι κτιρίων. 

Ανάμεσά τους το Μέγαρο Δουκίσσης Πλακεντίας στην Πεντέλη και η Villa Ilissia, το χειμερινό της ανάκτορο, στη σημερινή λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας που την εποχή εκείνη ήταν από τα ομορφότερα βουλεβάρτα της πόλης με ιδιωτικές επαύλεις και δημόσια κτίρια. Κτίσμα λιτό και επιβλητικό, ολοκληρώθηκε το 1848 και πέρασε στην κυριότητα του ελληνικού δημοσίου μετά τον θάνατο της Δούκισσας το 1854. Στέγασε τη Σχολή Ευελπίδων και άλλες στρατιωτικές αρχές. Από το 1930 στεγάζει το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο.


Πηγές φωτογραφιών: Ιστ. Φωτ. Αρχ. ΒΧΜ, Αρχείο Σωτηρίου, Νεοελληνική Ιστορική Συλλογή Κωνσταντίνου Τρίπου – Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη, www.elia.org.gr

Google Street View, Αρχείο ΕΡΤ

Διαβάστε περισσότερα... »

Αντιμετωπίζοντας τα συναισθήματα, ως ενέργεια




Αντιμετωπίζουμε τα συναισθήματα ως ενέργεια απλά και μόνο για να τα παρακολουθούμε και να παρατηρούμε τι συμβαίνει, χωρίς να υπάρχει μια προαίρεση ή σκοπός στο νου για να τα αλλάξουμε ή να απαλλαγούμε από αυτά. Βλέπουμε τα συναισθήματα ως ενέργεια, έτσι απλά και χωρίς καμία προαίρεση.  

Για τον αναζητητή του εαυτού, τον θεραπευτή, τον πνευματικό επίδοξο δάσκαλο ή για οποιονδήποτε αναζητά τη συνειδητότητα, είναι επιτακτικό να κατανοηθεί ο λόγος που τα συναισθήματα, τα γεγονότα και οι καταστάσεις βιώνονται ως έχουν. Ο θυμός χωρίς κάποια ετικέτα (χαρακτηρισμό) είναι ενέργεια διαφορετικής μορφής από τη θλίψη. Η θλίψη είναι ενέργεια διαφορετικής μορφής από το μίσος. 

Όταν όλα αυτά βιωθούν χωρίς ετικέτες (χαρακτηρισμούς), η επίκριση (δεν πρέπει να νιώθω θυμό), η αξιολόγηση (ο θυμός είναι κάτι κακό) και η σημασία (τι σημαίνει για μένα ο θυμός, ή τι θα λένε για μένα οι άλλοι όταν είμαι θυμωμένος;) αφαιρούνται και μένει μόνο η ενέργεια. Η ενέργεια χωρίς κάποια μορφή χαρακτηρισμού είναι πολύ δύσκολο να μας κάνει να νιώσουμε άσχημα. 

Καθώς παρακολουθείτε ένα συναίσθημα μέσα σας, αρχίστε να το νιώθετε σαν ενέργεια. Δείτε το συναίσθημα σαν ενέργεια που κινείται μέσα στο σύστημά σας. Αν το συγκεκριμένο συναίσθημα έχει δυσάρεστους συσχετισμούς, η ενέργεια έχει την τάση να γίνεται ισχυρότερη επειδή ήταν περισσότερο απωθημένη. Σταδιακά, η ενέργεια αρχίζει να κινείται από μόνη της. Αυτό μπορεί να χρειαστεί πέντε ή δέκα λεπτά, πέντε μέρες ή πέντε δευτερόλεπτα. Δεν υπάρχει βιασύνη, ούτε προαίρεση (σκοπός), μόνο αποχαρακτηρισμός και παρακολούθηση των συναισθημάτων ως ενέργεια. 

Καλείστε να εστιάσετε στο συναίσθημα, ως ενέργεια, είτε είναι ευχάριστο είτε δυσάρεστο. Η υποκείμενη υπόθεση που χρησιμοποιούμε είναι η άποψη πως καθετί είναι ενέργεια. Τα συναισθήματά σας είναι ενέργεια, η καρέκλα είναι ενέργεια, καθετί είναι ενέργεια με διαφορετικές μορφές και σχήματα. 

Πριν από μερικά χρόνια έλαβα ένα πολύ συνταρακτικό και ανησυχητικό τηλεφώνημα. Ποτέ πριν δεν είχα κρίση άγχους, αν και, ως ψυχοθεραπευτής, είχα βοηθήσει ανθρώπους με τέτοιο πρόβλημα πολλές φορές. Μετά το τηλεφώνημα το σώμα μου πάγωσε, ένιωθα την καρδιά μου να συνθλίβεται και έτρεμα από φόβο. 

Πραγματικά δεν ήξερα τι μου συνέβαινε. Προσπάθησα να το καταπολεμήσω, να αντισταθώ. Ήταν τρομερό. Αργότερα, έλεγα στον εαυτό μου "δεν βλέπω την ώρα να με ξαναπιάσει κρίση άγχους". Γιατί; Επειδή υπήρχε τόση ενέργεια που παρέμεινε ανεκμετάλλευτη την πρώτη φορά. 

Μετά από δύο εβδομάδες πάλι τα ίδια: η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει, το στόμα μου ήταν ξερό και το σώμα μου παγωμένο από τον τρόμο. Ωστόσο, αυτή τη φορά, διατηρώντας μια "παρατηρητική παρουσία", συνειδητοποίησα τι συνέβαινε. Ξάπλωσα στο πάτωμα και εστίασα την προσοχή μου στο σώμα μου, στο φόβο και στα αισθήματα ως ενέργεια. Είχα διάθεση του τύπου "πάρε με όπου θες". 

Μετά από λίγη ώρα, ένιωσα την καρδιά μου να ανοίγει. Ένιωθα δεκτικός, συνδεδεμένος με τον εαυτό μου και τελικά βίωσα μια όμορφη κατάσταση. Αυτή ακριβώς είναι η δυναμική αυτής της πρακτικής. 


*Από το βιβλίο "Κβαντική Συνειδητότητα", του Stephen Wolinski, εκδ. Έσοπτρον. 

**Ο Stephen Wolinsky, Ph.D, είναι κλινικός ψυχολόγος. Το 1985, μετά από πολλά χρόνια προσωπικής αναζήτησης γύρω από το ερώτημα "τι είμαι", και αφού είχε ζήσει στην Ινδία για περίπου 6 χρόνια, εφηύρε την Κβαντική Ψυχολογία, έναν σύγχρονο κλάδο της Ψυχολογίας που συνδυάζει ψυχολογία, κβαντική φυσική και πνευματικές διδασκαλίες. Είναι μαθητής του Ινδού γκουρού Νισαργκαντάττα Μαχαράτζ, από τον οποίο και διδάχθηκε την "εξερεύνηση του Εαυτού" (Self enquiry). 

πηγή: aytepignosi.com

Διαβάστε περισσότερα... »

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015

Θυμητάρια από τον Άγιο Νεκτάριο




Στο θάλαμο 2 του δεύτερου ορόφου, εκεί στο Αρεταίειο Νοσοκομείο, όπου ο Άγιος Νεκτάριος άφησε την τελευταία του πνοή, καίει σήμερα διαρκώς ένα καντήλι μπρὸς στην πάνσεπτη εικόνα του.

Καθημερινὰ περνούν απὸ εκεί πλήθος πιστών, κυρίως αρρώστων, οι οποίοι στέκονται για λίγο και νοερὰ αφήνουν τους στεναγμοὺς της καρδιάς τους, σαν μία θερμὴ ικεσία προς τον φιλάνθρωπο Άγιο.




Και κείνος φαίνεται να συγκατανεύει. Τους δίνει κουράγιο με το ιλαρό του βλέμμα και ενισχύει την πίστη τους. Τους θυμίζει ότι και ο ίδιος πόνεσε ψυχικὰ και σωματικὰ, αλλὰ ενισχυόταν πάντα απὸ την αδιάκοπη επαφή του με τον Θεό.



Η μητέρα του Αγίου Νεκταρίου, Μπαλού (Βασιλική) Τριανταφυλλίδου, ήταν από την Σηλυβρία.



Μαριώρα Κεφαλά, η αδελφή του Αγίου Νεκταρίου.


Μάλλον για λόγους υγείας, την είχε φέρει ο Άγιος από τη Σηλυβρία στην Αθήνα.

Έδειξε δηλαδή μέσα στα τόσα καθήκοντά του μεγάλο ενδιαφέρον για την αδελφή του. Λίγο διάστημα έζησε η Μαριώρα στην Αθήνα, κοιμήθηκε από καρκίνο του στήθους το 1900. 

Μόνος του ο Άγιος αντιμετώπισε την ασθένεια, το θάνατο και την ταφή της αδελφής του. Αγόρασε ο Άγιος τάφο στο μοναδικό τότε Α' Νεκροταφείο Αθηνών, όπου τάφηκε η αδελφή του.


"Προσκυνητής"
http://anazhthseis-elena.blogspot.gr/
πηγή-estavromenos
Διαβάστε περισσότερα... »

Ένας συκοφαντημένος στον Παράδεισο...



Πείτε μου ποιος έχει διαβάσει τον βίο του Αγ. Νεκταρίου και δεν ένιωσε αγάπη και σεβασμό για το πρόσωπο του; Όχι δεν είναι μόνο τα θαύματα που τον έκαναν τόσο αγαπητό στο λαό μας. Αλλά αυτή η βαθιά αίσθηση αδικίας που διατρέχει ολόκληρη την ζωή του. Διαβάζεις το συναξάρι του και νιώθεις την ανάγκη να τον πάρεις μια τεράστια αγκαλιά. 

Ταλαιπωρημένος, διωκόμενος, συκοφαντημένος και αδικημένος. Ένας άνθρωπος που κατακρίθηκε τόσο πολύ στην ζωή του, που ειπώθηκαν τόσα ψέματα για το πρόσωπο του, και γνώρισε σε τέτοιο βαθμό την ψευτιά και υποκρισία των ανθρώπων «άξιζε» και "έπρεπε" να ανακηρυχτεί άγιος της εκκλησίας. 

Ίσως για πολλούς λόγους που γνωρίζει καλύτερα ο Θεός, μα πάνω από όλα, για να 'χουν σήμερα στην ζωή τους, όλοι οι συκοφαντημένοι και παρεξηγημένοι, οι κατά κόσμο περιφρονημένοι ένα δικό τους άνθρωπο στο ουρανό. Μια γλυκιά ζωντανή παρουσία, να παρηγορεί την πίκρα της αδικίας και της συκοφαντίας…..

π. λίβυος 

Διαβάστε περισσότερα... »

«Ο ΕΝ ΤΗ ΛΕΞΕΙ ΛΟΓΟΣ», της Α. Τζιροπούλου-Ευσταθίου








Η σοφία Στη γλώσσα έχουμε το σημαίνον (τη λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. 

Σε μια συνηθισμένη γλώσσα όπως τα Αγγλικά μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και το αυτοκίνητο cloud, και από την στιγμή που το συμφωνήσουμε να είναι και έτσι. 

Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Γι’ αυτόν τον λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες. Μάλιστα ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πεί «Η θητεία μου στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στην γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο». 

Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης, «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». 

Για παράδειγμα, ο «άρχων» είναι αυτός που έχει δική του γη (άρα=γη + έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γη / δικό του σπίτι. 

Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει. Βοή=φωνή + θέω=τρέχω. 

Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι). Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποία εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για τη σκέψη. 

Για παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω» που σημαίνει μειώνομαι, συρρικνώνομαι. Και πραγματικά ο φθόνος ως συναίσθημα, σιγά σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» -ελαττώνει σαν ανθρώπους– και μας φθίνει ως και την υγεία μας. Και φυσικά όταν θέλουμε να χαρακτηρίσουμε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει πώς το λέμε; Μα φυσικά «άφθονο». 

Έχουμε την λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Διότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έρθει και στην ώρα του. Ωραίο δεν είναι ένα φρούτο ούτε άγουρο ούτε σαπισμένο, και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της άλλα ούτε φυσικά και στα 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή δεν μπορούμε να το απολαύσουμε. 

Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποία το «Ετυμολογικόν Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά. Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις τη δυνατότητα να πας όπου αγαπάς. 

Πόσο ενδιαφέρουσα ερμηνεία… 

Το άγαλμα ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν βλέπουμε ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση(=γιατρειά). Άρα για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και ιατρευόμαστε. Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με τη σωματική μας υγεία. 

Παρένθεση: και μια και το έφερε η «κουβέντα», η Ελληνική γλώσσα μας λέει και τι είναι άσχημο. Από το στερητικό «α» και τη λέξη σχήμα μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι. Για σκεφτείτε το λίγο… 

Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη λατινική λέξη, για το άγαλμα (που άλλο από λατινική δεν είναι). Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε σαν λέξη, και το ονόμασαν έτσι επειδή στέκει ακίνητο. Προσέξτε την τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δύο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα. Μια και αναφέραμε τα Λατινικά, ας κάνουμε άλλη μια σύγκριση. 

Ο «άνθρωπος στα Ελληνικά ετυμολογείται και ως το ον που κοιτάζει προς τα πάνω (άνω + θρώσκω). Πόσο σημαντική και συναρπαστική ετυμολογία που μπορεί να αποτελέσει βάση ατελείωτων φιλοσοφικών συζητήσεων. Αντίθετα στα Λατινικά ο άνθρωπος είναι «Homo» που ετυμολογείται από το χώμα. Το ον που κοιτάζει ψηλά στον ουρανό λοιπόν για τους Έλληνες, σκέτο χώμα για τους Λατίνους… Υπάρχουν και άλλα παρόμοια παραδείγματα που θα μπορούσαν να αναφερθούν εδώ. 

Είναι λογικό ότι μια γλώσσα που βασίστηκε στην Ελληνική αντιγράφοντάς την, εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να έχει τα ίδια υψηλά νοήματα. Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με τη σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο Τζορτ Όργουελ στο αθάνατο έργο του «1984», απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. 

Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει τη γλώσσα για να περιορίσει τη σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις. «Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής αναπτύσσουν την κρίση» έγραφε ο Μιχάι Εμινέσκου, εθνικός ποιητής των Ρουμάνων. Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μιλάς σωστά σημαίνει να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.


Στην Ελληνική γλώσσα ουσιαστικά δεν υπάρχουν συνώνυμα, καθώς όλες οι λέξεις έχουν λεπτές εννοιολογικές διαφορές μεταξύ τους. 

Για παράδειγμα η λέξη «λωποδύτης» χρησιμοποιείται για αυτόν που βυθίζει το χέρι του στο ρούχο (=λωπή) μας και μας κλέβει, κρυφά δηλαδή, ενώ ο «ληστής» είναι αυτός που μας κλέβει φανερά, μπροστά στα μάτια μας. 

Επίσης το «άγειν» και το «φέρειν» έχουν την ίδια έννοια. 
Όμως το πρώτο χρησιμοποιείται για έμψυχα όντα, ενώ το δεύτερο για τα άψυχα. 

Στα Ελληνικά έχουμε τις λέξεις «κεράννυμι», «μίγνυμι» και «φύρω» που όλες έχουν το νόημα του «ανακατεύω». Όταν ανακατεύουμε δύο στερεά ή δύο υγρά μεταξύ τους αλλά χωρίς να συνεπάγεται νέα ένωση (π.χ. λάδι με νερό), τότε χρησιμοποιούμε την λέξη «μειγνύω» ενώ όταν ανακατεύουμε υγρό με στερεό τότε λέμε «φύρω». Εξ’ού και η λέξη «αιμόφυρτος» που όλοι γνωρίζουμε αλλά δεν συνειδητοποιούμε τι σημαίνει. 

Όταν οι Αρχαίοι Έλληνες πληγωνόντουσαν στην μάχη, έτρεχε τότε το αίμα και ανακατευόταν με την σκόνη και το χώμα. 

Το κεράννυμι σημαίνει ανακατεύω δύο υγρά και φτιάχνω ένα νέο, όπως για παράδειγμα ο οίνος και το νερό. Εξ’ού και ο «άκρατος» (δηλαδή καθαρός) οίνος που λέγαν οι Αρχαίοι όταν δεν ήταν ανακατεμένος (κεκραμμένος) με νερό. Τέλος η λέξη «παντρεμένος» έχει διαφορετικό νόημα από την λέξη «νυμφευμένος», διαφορά που περιγράφουν οι ίδιες οι λέξεις για όποιον τους δώσει λίγη σημασία. 

Η λέξη παντρεμένος προέρχεται από το ρήμα υπανδρεύομαι και σημαίνει τίθεμαι υπό την εξουσία του ανδρός, ενώ ο άνδρας νυμφεύεται, δηλαδή παίρνει νύφη. 

Γνωρίζοντας τέτοιου είδους λεπτές εννοιολογικές διαφορές, είναι πραγματικά πολύ αστεία μερικά από τα πράγματα που ακούμε στην καθημερινή – συχνά λαθεμένη – ομιλία (π.χ. «ο Χ παντρεύτηκε»). Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο. Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει την ζωή από τον βίο, την αγάπη από τον έρωτα. 

Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον. 

Πηγές: «Έλλην Λόγος– Πώς η Ελληνική γονιμοποίησε τον παγκόσμιο λόγο» της Α. Τζιροπούλου – Ευσταθίου «Ο εν τη λέξει λόγος» της Α. Τζιροπούλου – Ευσταθίου «Ελληνική Αγωγή – Μαθήματα αρχαίας Ελληνικής γλώσσας» της Α. Τζιροπούλου – Ευσταθίου 

Διαβάστε περισσότερα... »

Η ψυχολογία των αρχαίων Ελλήνων



Το βασικότερο ψυχολογικό γνώρισμα εκείνης της εποχής, αν θέλουμε να το χαρακτηρίσουμε με μια μόνη λέξη, ήταν αυτό που ο Έλληνας λέει «πλεονεξία», η επιθυμία να θέλει κανείς όλο και περισσότερα, η απληστία και η έπαρση, η αρχομανία και η φιλαυτία, που ανάμεσα στ' άλλα εκδηλώνεται με μια σχεδόν υστερική μανία για νεωτερισμούς. 

Χαρακτηριστικός εκπρόσωπος αυτής της τάσης, όπως και για κάθε τι άλλο, είναι φυσικά η Αθήνα. «Γιατί εδώ η πρόοδος, η καινοτομία και η περιφρόνηση για το παραδοσιακό θεωρούνται η αληθινή και η μόνη σοφία», διαβάζουμε στον Αριστοφάνη. Ακόμα πιο σαφής όμως είναι ο Θουκυδίδης. 

Βάζει τους Κορίνθιους να πουν στους Λακεδαιμόνιους ότι οι Αθηναίοι είναι γεννημένοι για να μην ησυχάζουν ποτέ ούτε ν’ αφήνουν ήσυχους τους άλλους, και ο Κλέων φωνάζει στους Αθηναίους κατά πρόσωπο: «Είστε δούλοι του ασυνήθιστου και περιφρονητές του συνηθισμένου, και θα ’λεγε κανείς ότι ζητάτε πάντα κάτι άλλο απ’ αυτό που έχετε.» 

Σ' ένα άλλο σημείο διαβάζουμε ότι οι Αθηναίοι είναι πάντα ακούραστα δραστήριοι, ότι πάντα λείπουν από τη χώρα τους για ν’ αυξήσουν την περιουσία τους, ότι σπάνια απολαμβάνουν ήσυχα τους καρπούς των κόπων τους, γιατί ολοένα σκέφτονται πώς θ' αποκτήσουν καινούργια πράγματα, μια και γι' αυτούς το χρήμα δεν είναι μέσο, αλλά αυτοσκοπός. […]


Αν τους κοιτάξουμε από κοντά, οι Αθηναίοι ήταν, όπως σχεδόν κάθε αστικός πληθυσμός, μια αεικίνητη μυρμηγκιά από δουλευτές, παράσιτα και κερδοσκόπους. Κι ωστόσο ο Ζαν Πάουλ, συμφωνώντας με τόσους και τόσους αρχαιολάτρες, υποστήριξε ότι η μελέτη της αρχαιότητας είναι το «διάβα μέσα από τον σιωπηλό ναό των μεγάλων εποχών και ανθρώπων της αρχαιότητας στην εμποροπανήγυρη των μεταγενέστερων αιώνων.». Αυτή ακριβώς ήταν η βασική πλάνη του κλασικισμού. 

Οι κλασικιστές ξέπλυναν τα χρώματα όχι μόνον από τα ελληνικά αγάλματα, αλλά κι από την ίδια την ελληνική ζωή κι άφησαν μονάχα ένα άχρωμο και ψεύτικο πρόπλασμα, στημένο πάνω στην έδρα της σκυθρωπής αίθουσας ενός αυστηρού σχολείου.



Ο άνθρωπος όμως αποτελείται από αντιφάσεις, και γι’ αυτό δεν πρέπει να παραβλέψουμε, από την άλλη μεριά, ότι το ήθος και η χάρη εκείνης της εποχής πρέπει να είχαν μια λεπτότητα που ίσως κανένας λαός και καμιά άλλη περίοδος δεν μπόρεσε ποτέ να φτάσει. Ιδεώδης άνθρωπος θεωρούνταν εκείνος που μπορούσε βάσιμα να διεκδικήσει για τον εαυτό του τον χαρακτηρισμό άστεως: αυτή η ιδιότητα, που σημαίνει επί λέξει τον αναθρεμμένο σε πόλη, ήταν λέξη της μόδας και μαζί τιμητικός τίτλος, όπως περίπου τον δέκατο όγδοο αιώνα η λέξη «ανθρωπιστικός» (human). 

Αλλά η κομψότητα και η φινέτσα της κοινωνικής συμπεριφοράς δεν συγγένευε με την αυλική μορφή του μπαρόκ και του ροκοκό, γιατί αγνοούσε ολότελα την εθιμοτυπία, ούτε με την αστική μορφή του δέκατου ένατου αιώνα, γιατί της έλειπε κάθε συναισθηματισμός: ακόμα και τα ταφικά μνημεία δεν δείχνουν ίχνος μελαγχολίας, οι νεκροί συνεχίζουν τη ζωή τους πάνω στην πέτρα περιτριγυρισμένοι από τους ζωντανούς συγγενείς τους, με τους οποίους ανταλλάζουν συγκρατημένες διαχύσεις.

Egon Friedell, Πολιτιστική ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας
[Εκδόσεις Πορεία, 1994, σελ. 212-213]

Διαβάστε περισσότερα... »

Το άναμμα του καντηλιού και ο συμβολισμός του





Το άναμμα του καντηλιού ενέχει τον συμβολισμό ότι προσφέρεται ως θυσία σεβασμού και τιμής προς τον Θεό και τους Αγίους του.

Συμβολίζει επίσης, το φώς του Χριστού που φωτίζει κάθε άνθρωπο, καθώς επίσης συμβολίζει και το γνωστό παράγγελμα του Κυρίου μας ότι πρέπει να είμαστε, οι χριστιανοί, τα φώτα του κόσμου.

Το έλαιον, το λάδι δηλαδή που καίει στα καντήλια μας,“τον του Θεού υπεμφαίνει έλαιον”, γράφει ο Άγ. Συμεών Θεσσαλονίκης, το έλεος του Θεού που φανερώθηκε όταν η περιστερά του Νώε επέστρεψε στην Κιβωτό για να σημάνει την παύση του κατακλυσμού, έχοντας στο ράμφος της κλάδο ελαίας, ή όταν ο Ιησούς, καθώς επροσηύχετο εκτενώς, επότιζε με τους θρόμβους του ιδρώτος του την ελιά, κάτω από τα κλαδιά της οποίας γονάτισε την μαρτυρική εκείνη νύχτα, στο Όρος των Ελαιών.

Βέβαια, όλοι ξέρουμε πως απείρως ανώτερος του υλικού φωτισμού είναι ο εσωτερικός, αγιοπνευματικός φωτισμός. Έγραφε λοιπόν ο Θεοφόρος Πατήρ Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός : “Φωτίσωμεν …γλώσσαν” και συμπληρώνει ο σχολιαστής του: Επετεύχθη τούτο

Το λάδι συμβολίζει το άπειρο έλεος του Θεού, αλλά και τα κανδήλια συμβολίζουν την Εκκλησία που είναι μεταδοτική Θείου ελέους και φωτιστική. Συμβολίζουν βέβαια τους ίδιους τους αγίους που το Φώς τους έλαμψε, κατά το λόγο του Κυρίου, «έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσι τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα τον εν τοίς ουρανοίς».


Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους πρέπει οι Ορθόδοξοι να ανάβουμε το καντήλι όπως για παράδειγμα:

- για να μάς θυμίζει την ανάγκη για προσευχή,

- για να φωτίζει το χώρο και να διώκει το σκότος όπου επικρατούν οι δυνάμεις του κακού,

- για να μάς θυμίζει ότι ο Χριστός είναι το μόνο αληθινό Φώς και η πίστη σε Αυτόν είναι Φώς,

- για να μάς θυμίζει ότι η ζωή μας πρέπει να είναι φωτεινή,

- για να μάς θυμίζει ότι όπως το καντήλι απαιτεί το δικό μας χέρι για να ανάψει έτσι και η ψυχή απαιτεί το χέρι του Θεού, τη Χάρη Του δηλαδή,

- για να μάς θυμίζει ότι πρέπει το θέλημά μας να καεί και να θυσιαστεί

- για την αγάπη προς το Θεό.

Διαβάστε περισσότερα... »

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

Είχαν οι Αρχαίοι Έλληνες... μπιμπερό;




Φυσικά και είχαν!

Το θήλαστρο, που συγκαταλέγεται ανάμεσα στα πρώτα πρώτα παιχνίδια των παιδιών, χρησίμευε στο τάισμα του μωρού, όπως το σημερινό μπιμπερό.

Στα θήλαστρα έδιναν μορφές ζώων, όπως π.χ...
γουρουνάκια, σκυλάκια κλπ., τα έβαφαν με ζωηρά χρώματα και έβαζαν στο εσωτερικό τους κάποιο βόλο ή πετραδάκι, ώστε όταν δε λειτουργούσε ως θήλαστρο να μετατρέπεται σε κουδουνίστρα.


Θήλαστρο, τέλη 4ου αιώνα π.Χ.


Θήλαστρο με διάτρητη την επάνω επιφάνεια και με διακόσμηση. Μουσείο Κεραμεικού



Πήλινο θήλαστρο της κλασικής εποχής, από το Μουσείο Μπενάκη



Μελανοβαφές, ηθμοειδές θήλαστρο. Ακέραιο, με απολεπίσεις στο γάνωμα. Λαβή ταινιωτή, βάση δακτυλιόσχημη. Στο μέσο του σώματος κυλινδρική προχοή. Ύψος: 0,07 μ., πλάτος σώματος: 0,09 μ. 480 - 470 π.Χ. Προέρχεται από την ανασκαφή της ΕΥΔΑΠ, στην Γριμάδα Τανάγρας. Μουσείο Σχηματαρίου.



Θαμπό μελανό ως ερυθροκάστανο επίχρισμα. Σώμα απιόσχημο με ψηλή κωνική βάση. Η επίπεδη άνω επιφάνεια του σώματος με τη χαρακτηριστική αυλάκωση στην περιφέρεια παραπέμπει στα δισκόμορφα λυχνάρια. Λαβή δακτυλιόσχημη με αυλάκωση στη ράχη . Η απόληξη της προχόης δε σώζεται. Πηλός 5 YR 7/6 reddish yellow. Ύψος 6,9 εκ. Βρέθηκε στην καλυπτήρια πλάκα της σαρκοφάγου Α στον τύμβο Πετροπόρου. 
Αρχαιολογικό Μουσείο Λάρισας



Θήλαστρο σε σχήμα γουρουνιού από την Σικελία, (περ. 450 π.X.), Mουσείο Tεχνών Kλήβελαν







Διαβάστε περισσότερα... »

Η πολιτική από φιλοσοφική σκοπιά (του Ευ.Παπανούτσου)



Παραξενεύεται όποιος διαβάζει σήμερα κείμενο στο οποίο συνδέεται η πολιτική με τη φιλοσοφία. Και ο λόγος είναι, φυσικά, ότι έχει υπόψη του την ποιότητα του σημερινού πολιτικού προσωπικού και το χαμηλότατο επίπεδό του.

Δεν ήταν όμως πάντα έτσι. Στους αρχαίους χρόνους, στην Ελλάδα, αυτές οι δυο έννοιες θεωρούνταν στενά συνδεδεμένες. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Πυθαγόρας είχε ασχοληθεί ενεργά με την πολιτική στην Κάτω Ιταλία, όπου εζησε και δημιούργησε κατά το δεύτερο μισό της ζωής του. Ενώ και άλλοι φιλόσοφοι όπως ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης - και όχι μόνο - περιέλαβαν πολιτικές προτάσεις στα έργα τους· ο Πλάτων μάλιστα σε κάποια από τα πρώτα έργα του είχε προτείνει ως ιδανική τη λύση του Άρχοντα-Φιλοσόφου, μια λύση που - καθόλου παράξενο - απέρριψε σχετικά σύντομα.

Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν λοιπόν, ότι φιλοσοφία και πολιτική συγγενεύουν και συνδετικός τους κρίκος είναι η δικαιοσύνη. Και από το όραμα της δικαιοσύνης εκείνων των χρόνων περάσαμε κατά το Μεσαίωνα στην πολιτική ως όχημα για την απόκτηση δύναμης! Κι έτσι φτάσαμε στην εφαρμογή της πολιτικής της δύναμης που γνωρίζουμε σήμερα πολύ καλά. Πόσο μακριά από τις αρχές που κήρυτταν οι πρόγονοί μας!

Με αυτά τα θέματα ασχολείται στο κείμενο που παραθέτω στη συνέχεια ο Ευάγγελος Παπανούτσος. 





Πολιτική είναι η τέχνη του άρχειν αλλά και του άρχεσθαι, γενικά η τέχνη πώς να μετέχει κανείς αποτελεσματικά στα κοινά, στο δημόσιο βίο της χώρας του, είτε σαν άρχων είτε σαν αρχόμενος, αφού οι ευθύνες όπως και τα έργα μοιράζονται (με τρόπο ανάλογο προς τη μορφή της πολιτείας): στους διοικούντες και στους διοικούμενους. 

Η κάθε τάξη έχει τα καθήκοντα και τα δικαιώματά της, συνυφασμένα με τις βλέψεις και τα συμφέροντα τα δικά της, αλλά και με τις βλέψεις και τα συμφέροντα της κοινότητας (πάλι με τρόπο που κάθε φορά προσδιορίζεται από τον τύπο του πολιτεύματος). Στους αρχαίους χρόνους θεωρία της Πολιτικής (τέχνης) έχουμε μόνο στην Ελλάδα. 

Οι μεγάλοι Έλληνες φιλόσοφοι, από τον Θαλή και τον Πυθαγόρα έως τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, ασχολήθηκαν με τα προβλήματα του δημόσιου βίου, και μάλιστα όχι μόνο θεωρητικά. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Για να αναπτυχθεί πολιτική θεωρία έπρεπε να υπάρχει, πολιτική πράξη, ενδιαφέρον ζωηρό και ενεργητική συμμετοχή των μελών της κοινότητας στη συλλογική ζωή. Και αυτή μόνο στις αρχαίες ελληνικές «πόλεις», που είχαν λίγο ως πολύ ελεύθερο πολιτικό βίο, υπήρχε. Αυτός άλλωστε είναι και ο κύριος λόγος που η φιλοσοφία γεννήθηκε στην αρχαία Ελλάδα. 

Όσοι δεν αγαπούν τα μονομερή σχήματα και τις θεωρίες του «μονόδρομου» (που και σε μένα δεν αρέσουν) δέχονται ότι υπάρχει διαλεκτική αμοιβαιότητα στις σχέσεις ελεύθερου πολίτικου βίου και ελεύθερου θεωρητικού στοχασμού, πολιτικής και φιλοσοφίας, όπως και οι δύο διαμορφώθηκαν στον αρχαίο ελληνικό κόσμο: το ένα στοιχείο καθορίζει το άλλο και καθορίζεται απ’ αυτό. Δημόσια ζωή και φιλοσοφία γεννήθηκαν η μία από την άλλη, επηρέασαν βαθιά η μία την άλλη, αναπτύχθηκαν η μία σε στενή συνάρτηση με την άλλη. Το κύκλωμα στις σχέσεις τους είναι συνεχές. Ούτε από τους λαούς της Μεσοποταμίας ούτε από τους αρχαίους Αιγυπτίους και Πέρσες έλειψαν οι μεγαλοφυΐες, τα προνομιούχα πνεύματα. 

Εάν δεν απόκτησαν φιλοσοφία (και πολιτική θεωρία, της ελληνικής φιλοσοφίας μέρος αναπόσπαστο), τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι τα κράτη εκείνα δεν είχαν ποτέ ανεπτυγμένη δημόσια ζωή με ενεργητική συμμετοχή του λαού στη διακυβέρνηση της χώρας. 

Οι δημοκρατούμενες ελληνικές πόλεις έδωσαν αξία στο «άλογο» και στην «πειθώ», στον «έλεγχο» και στα «επιχειρήματα», αφού αυτό απαιτούσε η δομή, το ήθος του πολιτεύματός τους· και έτσι δημιούργησαν τις ιστορικές προϋποθέσεις για να ριζώσει στο έδαφός τους και να ανθήσει η φιλοσοφία (ο ελεύθερος κριτικός στοχασμός). Αλλά και η φιλοσοφία ανταπέδωσε γενναιόδωρα τη χάρη: με τις θεωρητικές κατασκευές και τις κριτικές αναλύσεις της φώτισε και κατεύθυνε την πολιτική πράξη έδωσε στερεά θεμέλια και υψηλοφροσύνη στην κύρια πολιτική λειτουργία: τη νομοθεσία—φιλόσοφοι έγιναν νομοθέτες και κυβερνήτες ελληνικών πόλεων (π.χ. ο Αρχύτας στην Μεγάλη Ελλάδα) ή σύμβουλοι ηγεμόνων (Πλάτων, Αριστοτέλης κ.ά.). 

Χαρακτηριστικό της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφικής σκέψης είναι ότι δεν μπορούσε να φαντασθεί τον άνθρωπο απομονωμένο από την πολιτικά οργανωμένη κοινότητα, ούτε να δεχτεί ότι η κοινότητα αυτή έχει ζωή αυθύπαρκτη χωριστή από τη ζωή (τις βλέψεις, τις ιδέες, τη δράση) των μελών της. Για την αντίληψη των Αρχαίων το ένα στοιχείο υπάρχει, ουσιώνεται και καταξιώνεται μέσα στο άλλο και δια του άλλου. Ο άνθρωπος πραγματοποιεί τον εαυτό του όχι έξω αλλά μέσα στην πολιτεία και δια της πολιτείας. Και η πολιτεία είναι γνήσια και πλήρης κατά το νόημα και το κύρος της όταν ταυτίζεται με τον κάθε πολίτη χωριστά και με όλους μαζί, όταν ζει και ευδοκιμεί από την εργασία, την πρωτοβουλία, την αρετή τους. 

Έτσι εξηγείται και η τοποθέτηση του ζητήματος «έννοια της δικαιοσύνης» από τον Σωκράτη της πλατωνικής «Πολιτείας»: ας ψάξουμε πρώτα να βρούμε ποια είναι η δίκαιη πολιτεία, και όταν την ανακαλύψουμε θα έχουμε κιόλας βρει ποιος είναι ο δίκαιος άνθρωπος. 

Το ένα είναι προϋπόθεση και συνάρτηση του άλλου. Η δίκαιη πολιτεία έργο και καμάρι δίκαιων ανθρώπων, και ο δίκαιος άνθρωπος γέννημα και δόξα της δίκαιης πολιτείας. Δίκαιος άνθρωπος μέσα σε άδικη πολιτεία, και άδικη πολιτεία από δίκαιους ανθρώπους είναι για την ελληνική αντίληψη πράγματα ασυμβίβαστα, ακατανόητα. Και αν γίνονται αυτά τα πράγματα (και γίνονται) τούτο είναι έξω από τον χώρο του θεμιτού, παρά τους νόμους του «λόγου». Σε όλες τις μεγάλες στιγμές της η πολιτική θεωρία και πράξη των Αρχαίων αυτή τη χρυσή βάση είχε: πώς ο πολίτης και η πόλη να προκόψουν στην «ευδαιμονία» και στην «αρετή» (Λυκούργος κατά Πλούταρχο)· πώς ο ένας δια του άλλου θα γίνει τέλειος, «δίκαιος» (Πλάτων). 

Στους νέους χρόνους το σκηνικό αλλάζει εντελώς· χαρακτηριστικό προανάκρουσμα το πρώτο βιβλίο ευρωπαϊκής πολιτικής φιλοσοφίας: Ο «Ηγεμόνας» του Nicolo Machiavelli, 16ος αιώνας. Φαντάζεστε ότι θα ήταν ποτέ δυνατόν ένας Πυθαγόρας ή Δημόκριτος, ένας Πλάτων ή Αριστοτέλης να συλλάβει και να γράψει ένα βιβλίο που εγκωμιάζει τη δύναμη; τη δύναμη για τη δύναμη; 

Και αυτός ο Θουκυδίδης, ο ρεαλιστής, με το στόμα των μεγάλων ηγετών που παρουσιάζει υποστηρίζει ότι όχι η δύναμη ως δύναμη, αλλά η λάμψη της πολιτείας, το γόητρο στους σύγχρονους και η φήμη στους μεταγενέστερους, είναι ο σκοπός και το έπαθλο των σκληρών αγώνων. Οι νέοι χρόνοι αρχίζουν με άλλο εντελώς μοτίβο. Ο «Ηγεμόνας» ενσαρκώνει τον ιδεώδη πολιτικό, και για τον «Ηγεμόνα», όπως λέει ο πλαστουργός του, ο Machiavelli, το κίνητρο, το πρόγραμμα και ο σκοπός είναι η δύναμη. Κάνουμε πολιτική για να αποκτήσουμε δύναμη, για να αποσπάσουμε από τους άλλους δύναμη, για να διαθέτουμε εμείς μόνο (ή εμείς περισσότερο από κάθε άλλον) δύναμη. 

Εκατό χρόνια αργότερα ένα δεύτερο σύνθημα θα συμπληρώσει και θα ολοκληρώσει το πρώτο: και της γνώσης προορισμός είναι να δώσει δύναμη σ’ εκείνον που την κατέχει: «knowledge is power», Francis Bacon. Έτσι η «δύναμη» γίνεται το νέο είδωλο. Ο αρχαίος έλεγε: της πολιτικής σκοπός ο τέλειος (ο ευδαίμων και δίκαιος) άνθρωπος, της επιστήμης σκοπός ο τέλειος (ο ευδαίμων και δίκαιος) άνθρωπος, και ο άνθρωπος πραγματοποιείται μέσα στην κοινωνική του διέκταση· και με την κοινωνική του διέκταση, μέσα στην πολιτεία και με την πολιτεία. 

Τώρα η πολιτική είναι ο δρόμος (ατόμων και κρατών) προς τη δύναμη. Κατά τον Machiavelli δεν υπάρχει θεμιτό και μη θεμιτό μέσον για την πολιτική και τον πολιτικό εφόσον τούτο οδηγεί ασφαλώς στη δύναμη. Και ο Bacon στο «Novum Organon» (στην Καινή Διαθήκη της επιστήμης· Παλαιά Διαθήκη της ο μεσαιωνικός «Αριστοτέλης») είναι εξίσου σαφής και τολμηρός: γνώση είναι ό,τι μας δίνει τη δύναμη να νικήσουμε στον αγώνα μας με τη Φύση· η θεωρητική κατάκτηση που δεν βοηθάει σ’ αυτή τη νίκη, δεν επιτελεί το σκοπό της γνώσης. 

Όταν με τέτοια εμβλήματα αρχίζει ένας πολιτισμός, δεν είναι καθόλου παράξενο πώς έφτασε εκεί που τον βλέπουμε σήμερα. Η Machtpolitik, η πολιτική της δύναμης, εφαρμόζεται πια απροσχημάτιστα όχι μόνο από κείνους που τη διακηρύττουν χωρίς συστολή, αλλά και από όσους καμώνονται ότι την αποδοκιμάζουν, επειδή τάχα τα ελατήριά τους είναι ευγενή. Από εδώ και πέρα πια όχι οι ηθικές εκτροπές, αλλά τα λάθη λογαριάζονται στους πολιτικούς ηγέτες· το «ευτυχές» αποτέλεσμα δικαιώνει τις μεγαλύτερες αυθαιρεσίες. 

Και ο πόλεμος, θα πει ένας θεωρητικός της στρατιωτικής τέχνης του περασμένου αιώνα (Klausewitz), είναι μια μορφή της πολιτικής: πολιτική με άλλα μέσα, αλλά με τον ίδιο σκοπό: απόκτηση δύναμης, αύξηση της δύναμης που διαθέτουμε, απόσπαση δύναμης από τους άλλους. 

Αυτό όμως δεν είναι, δεν μπορεί να είναι το πρόσωπο της πολιτικής αλλά το προσωπείο της. Η δίψα για δύναμη ή για πλούτη, ακόμη και για γόητρο και δόξα δεν κάνει τον πολιτικό. Κάτι άλλο είναι, πρέπει να είναι το κίνητρο, το πρόγραμμα, το περιεχόμενο της, ζωής του.

Διαβάστε περισσότερα... »