«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ 30 ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Η ιστορία της λέξης 'κάλπη'







Η ψηφοδόχος (< ψήφος + δέχομαι). 

Κάλπη ονομάζεται το ειδικό κιβώτιο με σχισμή στο άνω μέρος στο οποίο οι ψηφοφόροι ρίχνουν το ψηφοδέλτιο.

Προέρχεται από το αρχαίο ουσιαστικό η κάλπις (γεν. της κάλπιδος, αιτ. τήν κάλπιν ή κάλπιδα, η οποία σήμαινε αγγείον και κατεξοχήν: στάμνα, κούπα ή δοχείο για τέφρα νεκρού).

Εμφανίζεται ήδη στους Ομηρικούς χρόνους και συναντάται σε πολλούς αρχαίους συγγραφείς με διάφορες σημασίες. Με τη σημερινή σημασία εμφανίζεται κατά τους ελληνιστικούς χρόνους.

Εκτός από την γνωστή μας σημασία έχουμε και τις παρακάτω: κάλπη με τη σημασία του καλπασμού, κάλπη με σημασία της τεφροδόχου και τον Αστερισμό της Κάλπης. 

Συγγενείς λέξεις έχουμε τις καλπονοθεία και καλπονοθευτικός, όπως και την λόγια λέξη ακαλπονόθευτος.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η λέξη κάλπικος που δεν έχει καμία σχέση με την κάλπη, δεδομένου πως προέρχεται από την τουρκική λέξη kalp που σημαίνει ψεύτης, υποκριτής.

Ετυμολογία
κάλπη < αρχαία ελληνική κάλπη / κάλπις

Σημασία κουτί με μια χαραμάδα στο πάνω μέρος του, μέσα στο οποίο ρίχνονται ψηφοδέλτια συνώνυμα: ψηφοδόχος (συνεκδοχικά) το εκλογικό τμήμα στο οποίο βρίσκεται το παραπάνω κουτί (συνεκδοχικά) η διαδικασία των εκλογών και το εκλογικό αποτέλεσμα (αρχαιολογία) αγγείο με στρογγυλό σώμα, τρεις λαβές και συνεχή καμπύλη από τα χείλη, το οποίο χρησιμοποιούνταν ως τεφροδόχος

Εκφράσεις
ανοίγουν / κλείνουν οι κάλπες: αρχίζει / τελειώνει η ψηφοφορία

Δεν υπάρχουν σχόλια: