«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Ακολουθήστε μας στο Facebook

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

Πώς και πότε διαμορφώθηκε ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης;





Παρά τους κόπους που έχουν αφιερώσει πλήθος μελετητών κατά τους τελευταίους δύο αιώνες στο ζήτημα της ιστορίας της διαμόρφωσης του κανόνα της Καινής Διαθήκης, αυτό παραμένει σε κάποιο βαθμό ασαφές και περίπλοκο ακόμη και σήμερα. Είναι βέβαιο ότι μια σχετική συμφωνία έχει επιτευχθεί σε πολλά σημεία, αλλά αρκετά προβλήματα παραμένουν ακόμη αντικείμενο διαφωνιών: πότε ακριβώς και πώς η Καινή Διαθήκη άρχισε να χρησιμοποιείται ως Αγία Γραφή πλάι στην Παλαιά Διαθήκη; 

Ποιες θεολογικές παράμετροι επηρέασαν τη διαδικασία; Ποιος είναι ο ακριβής ρόλος του Μαρκίωνος; Αυτές οι αβεβαιότητες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό και από το ζήτημα των πηγών: για τις αρχές του 2ου αιώνα είμαστε συχνά αναγκασμένοι να στηριζόμαστε σε υποθέσεις και εικασίες, λόγω ακριβώς της έλλειψης επαρκούς πληροφόρησης.

Για να κατανοήσουμε σωστά τη διαδικασία της διαμόρφωσης του κανόνα, πρέπει να κάνουμε ορισμένες θεμελιώδεις επισημάνσεις:

α) Η λέξη κανών για το σύνολο των βιβλίων της Καινής Διαθήκης που αναγνωρίζεται από την Εκκλησία χρησιμοποιήθηκε αργά, από τα μέσα του 4ου αιώνα κ.εξ. [1] Έτσι, η ιστορία του κανόνα δεν μπορεί να ξεκινήσει από ένα τόσο μεταγενέστερο χρονικό σημείο: θα πρέπει να διερευνηθεί και η περίπλοκη ιστορία της συγκέντρωσης, αναγνώρισης και σταθεροποίησης των κειμένων που αργότερα συμπεριλήφθηκαν στον κανόνα.

β) Ο πρώιμος Χριστιανισμός είχε μια Αγία Γραφή, την Παλαιά Διαθήκη. Ωστόσο, την περίοδο που η νεαρή Χριστιανοσύνη έκανε χρήση της Παλαιάς Διαθήκης, η τελευταία δεν είχε σταθεροποιηθεί πλήρως. 

Η διαμόρφωση σε ένα λογοτεχνικό είδος των παραδόσεων για τους λόγους και τις πράξεις του Ιησού (ευαγγέλια) και η συγκέντρωση των αποστολικών γραπτών σηματοδοτεί την ύπαρξη μιας νέας Αγίας Γραφής πλάι στην παλαιά. Καθώς η προφορική παράδοση ήταν ακόμη πολύ ισχυρή πλάι σ’ αυτήν που είχε ήδη σταθεροποιηθεί γραπτά –όπως γίνεται φανερό από τα πρώιμα απόκρυφα-, το ζήτημα του πώς γραφή και παράδοση σχετίζονται η μία με την άλλη ήταν από την αρχή μέρος της διαδικασίας διαμόρφωσης του κανόνα.

γ) Η ιστορία του κανόνα δεν μπορεί να περιοριστεί στο πότε, πού και πώς ένα κείμενο που αργότερα ανήκει στον κανόνα αναφέρεται για πρώτη φορά. Επίσης, η χρήση ενός κειμένου ή η αξία που δίνεται σ’ αυτό δε σημαίνει αναγκαστικά ότι έχει ήδη θεωρηθεί μέρος ενός κανόνα.

δ) Η ιστορία του κανόνα είναι μέρος της ιστορίας της Εκκλησίας και της ιστορίας της θεολογίας και μπορεί να αξιολογηθεί σωστά μόνο αν τεθεί στο συνολικό πλαίσιο της ανάπτυξης της Εκκλησίας κατά το 2ο και 3ο αιώνα. Η ανάδυση του κανόνα σε μεγάλο βαθμό προσδιορίστηκε από την προσπάθεια να διαχωριστούν οι γνήσιες από τις ψευδείς παραδόσεις συχνά με βάση θεολογικά κριτήρια.

Έτσι, η διαδικασία διαμόρφωσης του κανόνα είναι από τη μια μεριά η συγκέντρωση, η εξέταση και ο προσδιορισμός των παραδόσεων για τον Ιησού καθώς και της γνήσιας αποστολικής παράδοσης και από την άλλη αποτελεί μέρος του αγώνα για τη διαμόρφωση μιας σταθερής και αναλλοίωτης βάσης της αληθούς χριστιανικής πίστης. 

Αυτός ο αγώνας για να προσδιοριστεί ένας κανόνας, ένα πρότυπο κοινής πίστης, υπάρχει ήδη από τα πρώτα χρόνια της Εκκλησίας. Μπορούμε, επομένως, να πούμε ότι οι ρίζες του κανόνα ως συνόλου πρότυπων κειμένων που πρέπει να εμπιστεύεται ο Χριστιανός φτάνει ως πίσω τον 1ο αιώνα μ.Χ.

Οι πρώτοι Χριστιανοί βασίζονταν στο κήρυγμα των Αποστόλων και τις ιουδαϊκές γραφές. Οι Απόστολοι και οι μαθητές τους έγραψαν επίσης επιστολές προς διάφορες Εκκλησίες και άτομα με σκοπό να τους διδάξουν και να τους καθοδηγήσουν. Αρχικά η προφορική παράδοση των Αποστόλων θεωρούνταν ανώτερη, αλλά μέχρι τα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ. τα γραπτά απέκτησαν μεγαλύτερο κύρος. 

Κι αυτό γιατί όσο κι αν ήταν αυτονόητο να υπάρχει εμπιστοσύνη στην προφορική παράδοση την εποχή που οι Απόστολοι ήταν ακόμη στη ζωή, [2] οι επόμενες γενιές Χριστιανών ένιωσαν την ανάγκη να έχουν στη διάθεσή τους ένα σταθερό γραπτό και αναλλοίωτο θεμέλιο με τις διδαχές και το βίο του Ιησού, όπως οι Ιουδαίοι διέθεταν τη δική τους γραπτή Βίβλο. 

Η διαδικασία αυτή κράτησε αιώνες, ώσπου τελικά να σταθεροποιηθεί σ’ αυτό που είναι σήμερα γνωστό ως κανόνας της Καινής Διαθήκης. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου δεν υπήρχε κάποια ανώτατη αρχή που να καθοδηγεί και να επιβλέπει τη συγκέντρωση των κειμένων, με αποτέλεσμα το καθήκον της ανίχνευσης και της απόφασης για το ποια κείμενα άξιζαν τη θέση στον κανόνα να αφεθεί σε μεγάλο βαθμό στις ηγετικές Εκκλησίες και στους ανθρώπους που υπεράσπιζαν την ορθοδοξία από την αίρεση.

Οι επιστολές του Παύλου, γραμμένες σε μια περίοδο 15 ετών προς Εκκλησίες και άτομα που χωρίζονταν μεταξύ τους από χιλιάδες χιλιόμετρα, ήταν κατά πάσα πιθανότητα τα πρώτα κείμενα που συγκεντρώθηκαν σε συλλογή από τους Χριστιανούς. Ο ίδιος ο Παύλος προτρέπει τους παραλήπτες των επιστολών του να τις μοιραστούν και με άλλους. Γράφει π.χ. στην Προς Κολοσσαείς επιστολή του (4.16) ότι οι ίδιοι οι Κολοσσαείς και οι γείτονες Λαοδικείς θα έπρεπε να ανταλλάξουν τις επιστολές που είχαν λάβει από αυτόν. 

Το πότε ακριβώς οι επιστολές του Παύλου συγκεντρώθηκαν σε ένα σύνολο είναι άγνωστο, αλλά το γεγονός ότι ο Κλήμης Ρώμης γύρω στο 95 μ.Χ. φαίνεται να αντλεί από μια συλλογή, η οποία περιείχε σίγουρα τις επιστολές προς τους Θεσσαλονικείς, τους Ρωμαίους, τους Γαλάτες, τους Εφεσίους και τους Φιλιππησίους, μας υποχρεώνει να υποθέσουμε ότι ήδη στα τέλη του 1ου μ.Χ. αιώνα μια ή περισσότερες (μη πλήρεις) συλλογές επιστολών του Παύλου ήταν ευρέως γνωστές. Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε πώς δημιουργήθηκαν τέτοιες συλλογές: αρχικά οι επιστολές κυκλοφορούσαν ανεξάρτητα η μία από την άλλη, αφού ο Παύλος τις έγραψε σταδιακά και με διάφορες αφορμές. 

Σε μια πρώτη φάση γειτονικές Εκκλησίες είναι πιθανόν να αντάλλαξαν επιστολές που είχαν σταλεί προς τις ίδιες, με αποτέλεσμα τη δημιουργία τοπικών συλλογών (π.χ. ανάμεσα στις Εκκλησίες της Μακεδονίας –Φίλιπποι και Θεσσαλονίκη- ή ανάμεσα στις Εκκλησίες της Μ. Ασίας –Εφέσιοι, Κολοσσαείς, Γαλάτες). 

Μια σταδιακή διαδικασία επαύξησης αυτών των τοπικών συλλογών με περαιτέρω ανταλλαγή επιστολών με πιο μακρινές Εκκλησίες οδήγησε στο σημερινό σώμα των επιστολών του Παύλου, αν και κατά πάσα πιθανότητα ακόμη και την εποχή του Μαρκίωνος (βλ. παρακάτω) στο σύνολο δεν είχαν αποκτήσει σταθερή θέση οι ποιμαντικές επιστολές.[3]

Είναι ακόμη δυσκολότερο να καθορίσουμε το πότε ακριβώς τα τέσσερα ευαγγέλια αποτέλεσαν το σύνολο που έχουμε στα χέρια μας σήμερα. 

Τα αρχαιότερα σωζόμενα χειρόγραφα που περιέχουν και τα τέσσερα ευαγγέλια μαζί χρονολογούνται συνήθως γύρω στο 150 μ.Χ. Υπάρχουν ενδείξεις ότι το καθένα από τα τέσσερα ευαγγέλια κυκλοφορούσε προηγουμένως ανεξάρτητα. Για παράδειγμα στις επιστολές του Παύλου οι περισσότερες παραπομπές σε ευαγγελικά χωρία σχετίζονται με το Κατά Λουκάν, γεγονός που υπονοεί ότι μεταξύ των παύλειων Εκκλησιών κυκλοφορούσε κατά πρώτο λόγο αυτό το ευαγγέλιο. 

Από εδώ μπορεί να συνάγει κανείς ότι και τα υπόλοιπα ευαγγέλια συνδέονταν προπάντων με συγκεκριμένες τοπικές Εκκλησίες. Ο Παπίας (περ. 130 μ.Χ.) δείχνει σαφώς να έχει γνώση των ευαγγελίων του Μάρκου, του Ματθαίου και ίσως του Ιωάννη. Ο Παπίας, επίσκοπος Ιεραπόλεως, συνέθεσε ένα πεντάτομο έργο με τον τίτλοΛογίων κυριακῶν ἐξηγήσεως συγγράμματα πέντε (=ερμηνεία των λόγων του Κυρίου), από το οποίο σώθηκαν μόνο αποσπάσματα στον Ευσέβιο. 

Από τα χωρία που σώζονται γίνεται φανερό ότι ο Παπίας δεν έγραφε υπόμνημα σε κάποιο συγκεκριμένο ευαγγέλιο, αλλά συνέλεξε και εξέθεσε αναφορές από διάφορες πηγές λόγων και πράξεων του Ιησού. Αν και, όπως ειπώθηκε, γνώριζε τα κανονικά ευαγγέλια, εντούτοις ανέλαβε να κάνει μια καινούργια συλλογή παραδόσεων για τον Ιησού, στηριγμένος κυρίως στην προφορική παράδοση που γνώρισε από τους «πρεσβυτέρους» (Ευσέβιος, Εκκλ. ιστ. 3.39.4). Μπορούμε, λοιπόν, να συμπεράνουμε ότι η θέση των ευαγγελίων ως Αγίας Γραφής αυτή την εποχή είναι ακόμη σχετικά αβέβαιη. 

Ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας στα μέσα του ίδιου αιώνα αναφέρεται (Διάλογος προς Τρύφωνα 106) σε απομνημονεύματα του Πέτρου, μια έκφραση που δηλώνει κατά πάσα πιθανότητα το Κατά Μάρκον, αφού κατά την παράδοση ο Μάρκος έγραψε το ευαγγέλιό του υπό τις οδηγίες του Πέτρου.Ο ίδιος συγγραφέας αλλού (Διάλογος προς Τρύφωνα 100) κάνει λόγο για απομνημονεύματα των Αποστόλων, τα οποία ονομάζονται ευαγγέλια (Α΄Απολογία 66). 

Ο Ιουστίνος χρησιμεύει ως μάρτυρας για το τι συνέβαινε στη Ρώμη στα μέσα του 2ου αιώνα: οι Συνοπτικοί και ίσως ο Ιωάννης διαβάζονταν στη δημόσια λατρεία και θεωρούνταν ίσης αξίας με την Παλαιά Διαθήκη. Ωστόσο, δείχνει κάποια ελευθερία ως προς κείμενο των ευαγγελίων (π.χ. τάση εναρμονισμού των ευαγγελίων μεταξύ τους), ενώ χρησιμοποιεί και κείμενα πέραν των κανονικών ευαγγελίων.

Μέχρι την εποχή του Τατιανού, μαθητή του Ιουστίνου, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι και τα τέσσερα ευαγγέλια ήταν ευρέως αποδεκτά: μετά το θάνατο του Ιουστίνου το 165 μ.Χ., ο Τατιανός συνέγραψε το Διατεσσάρων, μια προσπάθεια εναρμόνισης των διαφορών των τεσσάρων ευαγγελίων σε μια ενιαία αφήγηση. [4]

Για να ξεκινήσει ένα τέτοιο εγχείρημα, ο Τατιανός θα πρέπει να ήταν βέβαιος για την αξιοπιστία και την ευρεία αποδοχή των ευαγγελίων αυτών, ενώ για να έχουν αποκτήσει τέτοιο κύρος τα ίδια τα ευαγγέλια θα πρέπει να ήταν γενικώς αποδεκτά για ένα χρονικό διάστημα πριν από τον Τατιανό. Επιπλέον, ένα τέτοιο εγχείρημα προϋποθέτει ως ενδιάμεσο στάδιο την κυκλοφορία των τεσσάρων ευαγγελίων μαζί ως ισάξιων και έγκυρων πηγών για κάποιο χρόνο πριν από τον Τατιανό.

Το ευαγγέλιο του Ιωάννη, εντούτοις, φαίνεται ότι άργησε κάπως να γίνει πλήρως αποδεκτό από όλους. Αυτό φαίνεται ότι συνέβη, επειδή οι Γνωστικοί το χρησιμοποίησαν ευρέως για να υποστηρίξουν τις απόψεις τους: η αρχαιότερη παράθεση χωρίου από το Κατά Ιωάννην προέρχεται από το Γνωστικό Βασιλείδη (περ. 130 μ.Χ.), ο οποίος σχολιάζει τα χωρία 1.9 και 2.4 του Ιωάννη. Επίσης, το αρχαιότερο γνωστό υπόμνημα στο Κατά Ιωάννην έγινε από το Γνωστικό Ηρακλέωνα γύρω στα 180 μ.Χ. Το γεγονός αυτό μας φαίνεται σήμερα παράξενο, αφού το Κατά Ιωάννηνθεωρείται ευρέως πια από τη σύγχρονη έρευνα ως το κατεξοχήν ευαγγέλιο με αντιγνωστική στόχευση.

Συνοψίζοντας όσα ειπώθηκαν μέχρι τώρα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι γύρω στα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ. το μεγαλύτερο μέρος των επιστολών του Παύλου και τα τέσσερα ευαγγέλια κυκλοφορούσαν και ήταν αποδεκτά σε ευρύ πλαίσιο. Το στοιχείο που μας επιβεβαιώνει με καθοριστικό τρόπο αυτήν την υπόθεση προέρχεται από τον αιρετικό Μαρκίωνα. 

Ο Μαρκίων ήρθε στη Ρώμη γύρω στα 140 μ.Χ. και μαθήτευσε δίπλα στο γνωστικό διδάσκαλο Κέρδωνα, ο οποίος πίστευε ότι ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης δεν ήταν ο Θεός που κήρυξαν οι Απόστολοι. Ο Μαρκίων ανέπτυξε αυτήν την ιδέα καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι αφού ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης αγαπούσε μόνο τους Ιουδαίους, ενώ ο Θεός των Αποστόλων όλους τους ανθρώπους, τότε κάθε γραπτή αναφορά στους Ιουδαίους ως αγαπημένου λαού του Θεού έπρεπε να θεωρηθεί ως νόθα. 

Έτσι ανέπτυξε τον πρώτο ίσως σωζόμενο κανόνα ιερών γραφών, ο οποίος δεν περιείχε όμως καθόλου την Παλαιά Διαθήκη, ούτε τα ευαγγέλια του Μάρκου, του Ματθαίου και την Προς Εβραίους επιστολή του Παύλου. Αποδεχόταν μονάχα το μεγαλύτερο μέρος του Κατά Λουκάν και δέκα από τις επιστολές του Παύλου.

Πολλοί σύγχρονοι μελετητές έχουν αναρωτηθεί αν ήταν ο Μαρκίων αυτός που διαμόρφωσε τον πρώτο χριστιανικό κανόνα, έστω και αιρετικό, και αν με αυτόν τον τρόπο δημιούργησε την έννοια της «κανονικότητας» και στην καθολική Εκκλησία. Εντούτοις, δεν είναι απόλυτα σαφές αν ο Μαρκίων διάλεξε τις επιστολές του Παύλου που τον βόλευαν από ένα ήδη προϋπάρχον σύνολο ή αν το σύνολο αυτό δημιουργήθηκε μετά τον Μαρκίωνα και με την πρόθεση να αντιπαρατεθεί στο δικό του κανόνα. 

Ομοίως, είναι αδύνατο να υπολογίσουμε με ακρίβεια αν ο Μαρκίων διάλεξε το Κατά Λουκάν από ένα ήδη υπάρχον «τετράμορφο» ευαγγέλιο ή αν αυτό δημιουργήθηκε ως απάντηση στο Μαρκίωνα. Έτσι, μάλλον πρέπει να δεχτούμε ότι ο Μαρκίων απλώς επιτάχυνε μια διαδικασία που ήδη είχε αρχίσει στο εσωτερικό της Εκκλησίας τουλάχιστον από μια γενιά πριν και ότι δεν επινόησε αυτός την έννοια της κανονικότητας.

Σε κάθε περίπτωση η προσπάθεια του Μαρκίωνα έκανε την καθαυτό Εκκλησία να κατανοήσει πόσο σημαντικό ήταν να καταρτιστεί ένας κανόνας κειμένων που θα είχε ευρύτερο κύρος και δε θα επηρεαζόταν από προσωπικές επιλογές. Γενικά ο Γνωστικισμός και οι αιρέσεις της εποχής, οι οποίες διέθεταν τις δικές τους πράξεις, ευαγγέλια, αποκαλύψεις, ανάγκασαν την Εκκλησία να διερευνήσει και να καθορίσει όλο και πιο αυστηρά το ποια γραπτά κείμενα έπρεπε να θεωρούνται αυθεντικές πηγές του θείου λόγου. 

Οι αρχές που χρησιμοποίησε η Εκκλησία για αυτόν τον καθορισμό φαίνεται ότι ήταν βασικά τρεις: 

1) τα κείμενα έπρεπε να είναι αληθώς αποστολικά, δηλαδή γραμμένα από κάποιον Απόστολο ή έναν στενό μαθητή αποστόλου. 

2) Κάθε γραπτό, για να συμπεριληφθεί στον κανόνα, θα έπρεπε να μην αντιτίθεται στις αποστολικές διδαχές. 

3) Τέλος, μια τρίτη βασική αρχή φαίνεται ότι ήταν το να χρησιμοποιείται κάποιο κείμενο στην τακτική λατρεία μιας μεγάλης και αναγνωρισμένης Εκκλησίας.

Αν οι Γνωστικοί και ο Μαρκίων «βοήθησαν» την Εκκλησία να δημιουργήσει το δικό της κανόνα, μια άλλη αίρεση, οι Μοντανιστές, την ώθησαν, όπως φαίνεται, να τον κλείσει οριστικά. Οι Μοντανιστές εμφανίστηκαν γύρω στο 170 μ.Χ. και ένας από τους βασικούς τους ισχυρισμούς ήταν ότι ο Θεός εξακολουθούσε να τους εμπνέει προφητείες και χρησμούς, τους οποίους κατέγραφαν ως ιερούς. 

Η απόρριψη αυτών των νέων προφητειών και αποκαλύψεων σηματοδότησε το πρώτο βήμα για το κλείσιμο του κανόνα από την Εκκλησία: στο εξής δεν γίνονταν ούτως ή άλλως δεκτά προφητικά ή αποκαλυπτικά κείμενα που ήταν προϊόν της σύγχρονης εποχής και όχι της αποστολικής περιόδου.

Πρέπει, ωστόσο, να επισημανθεί ότι δεν ήταν μόνο οι αιρετικοί που ώθησαν την Εκκλησία στη δημιουργία ενός κανόνα κειμένων. Η ιδέα της δημιουργίας ενός σταθερού σώματος κειμένων που να αποτελεί την Καινή Διαθήκη φαίνεται ότι ωθήθηκε και από μια αντίστοιχη ιουδαϊκή προσπάθεια που έγινε γύρω στα 90 μ.Χ. (σύνοδος της Ιάμνειας) να καθοριστεί οριστικά ο κανόνας της Παλαιάς Διαθήκης. 

Επιπλέον, η χρήση των αποστολικών κειμένων στη λειτουργία φαίνεται ότι είχε δημιουργήσει ήδη από τα τέλη του 1ου αιώνα ένα είδος Καινής Διαθήκης (αν και όχι ακριβώς με τα ίδια βιβλία όπως η σημερινή) που βασιζόταν όχι στη δογματική θεωρία, αλλά στην πρακτική της εκκλησιαστικής ζωής. 

Επίσης, αλλαγές της εποχής στα υλικά γραφής συνέτειναν ως ένα βαθμό στην ίδια εξέλιξη: ως την αρχή του 2ου αιώνα μ.Χ. βασικό υλικό γραφής ήταν ο παπύρινος κύλινδρος, ο οποίος είχε το μειονέκτημα να έχει αναγκαστικά περιορισμένο μέγεθος και να μην περιλαμβάνει πολλά κείμενα. Για παράδειγμα μόνο το Κατά Λουκάν έχει υπολογιστεί ότι θα καταλάμβανε 10 μέτρα μήκους σε έναν τέτοιο κύλινδρο, τη στιγμή που ο μέσος κύλινδρος είχε μήκος γύρω στα 11 μέτρα. 

Η αντικατάσταση του κυλίνδρου από τον κώδικα, τον πρόγονο του σημερινού βιβλίου με φύλλα, ο οποίος είχε τη δυνατότητα να φέρει περισσότερα κείμενα σε έναν τόμο, βοήθησε στην ομαδοποίηση των κειμένων σε ένα ενιαίο σώμα-βιβλίο και μάλιστα σε μια ορισμένη σταθερή σειρά, διευκολύνοντας την ιδέα ενός σταθερού και αναλλοίωτου γραπτού κανόνα. 

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι υπήρξαν και άλλοι τύποι κανόνων που συνέβαλαν με τη σειρά τους στην ιδέα ενός κανόνα για την Καινή Διαθήκη: ο Ρωμαίος νομομαθής Ουλπιανός την ίδια εποχή κατέγραφε σε ένα σύνολο τις αποφάσεις των προηγούμενων Ρωμαίων αυτοκρατόρων σε διάφορες νομικές υποθέσεις, με σκοπό να χρησιμοποιηθούν ως υπόδειγμα για μελλοντικές κρίσεις, ενώ είναι γνωστή και η αλεξανδρινή συνήθεια για τη δημιουργία σταθερών κανόνων για συγγραφείς που διέπρεψαν σε κάποιο δεδομένο λογοτεχνικό είδος.

Γύρω στο 150-170 μ.Χ., λοιπόν, η Εκκλησία είχε κάνει σημαντικά βήματα από την απλή συλλογή κειμένων προς την κανονιστική σταθεροποίηση ενός συνόλου ιερών γραφών με αξιωματικό κύρος. Η πορεία αυτή ενισχύθηκε, όταν ο Ειρηναίος αποφάσισε στο σπουδαίο του αντιαιρετικό έργο Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου Γνώσεως, σε αντίθεση με τους προηγούμενους απολογητές, να χρησιμοποιήσει περισσότερα παραθέματα από ένα πλήθος κειμένων της Καινής Διαθήκης, παρά να παραθέτει χωρία από την Παλαιά Διαθήκη. 

Η κίνηση αυτή εξύψωσε το κύρος των κειμένων της Καινής Διαθήκης ως Ιερών Γραφών και τους έδωσε το προβάδισμα σε σχέση με τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης. Ένας κατάλογος των έργων από τα οποία παραθέτει ο Ειρηναίος περιλαμβάνει τα τέσσερα ευαγγέλια, τις Πράξεις, δώδεκα επιστολές του Παύλου, την επιστολή του Ιακώβου, την 1 Πέτρου, την 1 και 2 Ιωάννου, την Αποκάλυψη του Ιωάννη και τον Ποιμένα του Ερμά. 

Μέσα στο έργο του ο Ειρηναίος καταθέτει την πίστη του ότι τα ευαγγέλια πρέπει να είναι τέσσερα (3.11.8), ότι οι επιστολές του Παύλου και οι Πράξεις είναι ιερά κείμενα (3.12.9), ενώ στον πρόλογο θέτει ως κριτήριο αυθεντικότητας των κειμένων την αποστολική τους προέλευση, αφού οι Απόστολοι ήταν οι μόνοι που είχαν την εκ Θεού δικαιοδοσία να κηρύξουν το ευαγγέλιο καθώς και την έμπνευση του Αγίου Πνεύματος (Πρόλογος και 3.1.1).

Ο πιο γνωστός κανόνας κειμένων της Καινής Διαθήκης από αυτήν την εποχή είναι ο Μουρατόρειος, ο οποίος χρονολογείται συνήθως γύρω στο 170 μ.Χ. και ονομάστηκε έτσι από τονLοdovico Antonio Muratori που τον ανακάλυψε το 1740 αιώνα στην Αμβροσιανή Βιβλιοθήκη του Μιλάνου. Το κείμενο είναι γραμμένο σε περγαμηνή του 8ου αιώνα και σε πολύ κακά Λατινικά και αποτελεί κατά πάσα πιθανότητα μετάφραση από κάποιο ελληνικό πρωτότυπο. Δε γνωρίζουμε αν είχε επίσημο χαρακτήρα ή αν ήταν κατάλογος για ιδιωτική χρήση. 

Ο κανόνας δίνει την εντύπωση ότι τα κείμενα που παρατίθενται ως κανονικά έχουν ευρύτατη αποδοχή και δε στηρίζονται σε προσωπικά κριτήρια επιλογής, όπως γίνεται φανερό από τις συχνές αναφορές στη γνώμη της καθολικής Εκκλησίας. 

Ο κανόνας περιλαμβάνει τα τέσσερα ευαγγέλια, τις Πράξεις, δεκατρείς επιστολές του Παύλου, δύο επιστολές του Ιωάννη, την επιστολή του Ιούδα, την Αποκάλυψη του Ιωάννη, αλλά και την Αποκάλυψη του Πέτρου και τον Ποιμένα του Ερμά. Ωστόσο, εκφράζεται η γνώμη ότι ο Ποιμήν του Ερμά πρέπει να διαβάζεται κατ’ οίκον και όχι στην εκκλησία λόγω μη αποστολικής προέλευσης, ενώ επισημαίνεται ότι την Αποκάλυψη του Πέτρου πολλοί δεν την θεωρούν αυθεντική.

Προς τα τέλη του 2ου αιώνα ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, αν και χρησιμοποιεί ένα πλήθος πηγών (όπως το Ευαγγέλιο των Εβραίων και το Ευαγγέλιο των Αιγυπτίων), έχει ως βασικό κορμό τού κανόνα τα τέσσερα ευαγγέλια, δεκατέσσερις επιστολές του Παύλου, τις Πράξεις, την 1 Πέτρου, 1 Ιωάννου και την Αποκάλυψη του Ιωάννη, ενώ ο Τερτυλλιανός παραθέτει χωρία από όλα τα σημερινά κανονικά βιβλία, εκτός από τη 2 Πέτρου, την επιστολή του Ιακώβου και τις 2 και 3 Ιωάννου.

Στα τέλη, λοιπόν, του 2ου αιώνα μ.Χ. το μεγαλύτερο μέρος των κειμένων που γίνονται και σήμερα δεκτά ως ο κανόνας της Καινής Διαθήκης ήταν ήδη ευρέως αναγνωρισμένα. Μάλιστα, η Καινή Διαθήκη θεωρείται πλέον ανώτερη από την Παλαιά, αφού αποτελεί το πρότυπο για την ερμηνεία της παλαιότερης Βίβλου. Την πλήρη αναγνώρισή τους από όλους περίμεναν η Προς Εβραίους επιστολή του Παύλου, η επιστολή του Ιακώβου, η 2 Πέτρου και η 2 και 3 Ιωάννου. [5]

Για τον Ωριγένη τα κείμενα πρέπει να διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες: ομολογούμενα(γενικώς αποδεκτά), ψευδή (π.χ. Ευαγγέλιο των Αιγυπτίων), αμφιβαλλόμενα (αμφίβολα –π.χ.Ποιμήν του Ερμά). Με βεβαιότητα κανονικά θεωρεί ο Ωριγένης τα τέσσερα ευαγγέλια, τις Πράξεις, δεκατρείς επιστολές του Παύλου, την 1 Πέτρου, την 1 Ιωάννου και την Αποκάλυψη. Οι υπόλοιπες καθολικές επιστολές παρατίθενται συχνά απ’ αυτόν, αλλά σύμφωνα με δήλωσή του δεν ήταν γενικώς αναγνωρισμένες. 

Άλλα έργα που χρησιμοποιεί, όπως ο Ποιμήν και η Διδαχή, δε θεωρούνται Αγία Γραφή. Την Αποκάλυψη τη δέχεται, αλλά δε τη συμπαθεί ιδιαίτερα. Η αμφιβολία γι’ αυτό το βιβλίο θα παραμείνει ως τον 4ο αιώνα. Ωστόσο, στη Δύση η Αποκάλυψη γίνεται σταθερά δεκτή από τα τέλη του 2ου αιώνα. Αντίθετα, η Προς Εβραίους έγινε νωρίς δεκτή στην Ανατολή, αλλά στη Δύση ακόμη και κατά τον 4ο αιώνα αμφισβητούνταν. Για τις καθολικές επιστολές υπάρχει μια γενική αβεβαιότητα που διήρκεσε πολύ. Μόνο σταδιακά δημιουργείται ένας κανόνας 7 επιστολών που διαφέρει από περιοχή σε περιοχή.

Κατά ένα περίεργο τρόπο σχεδόν η ίδια κατάσταση πραγμάτων ανευρίσκεται και έναν αιώνα αργότερα (αρχές 4ου αιώνα) στον Ευσέβιο Καισαρείας. Ο Ευσέβιος γύρω στα 325 καταγράφει τις απόψεις της εποχής του περί αυθεντικότητας των κειμένων της Καινής Διαθήκης, χρησιμοποιώντας τη μαρτυρία και των άλλων Εκκλησιών και ομαδοποιώντας τα κείμενα σεομολογούμενα, αντιλεγόμενα (αμφισβητούμενα) και νόθα (αιρετικά). 

Στα ομολογούμενα, δηλαδή αυτά που τα δέχονταν όλες οι Εκκλησίες ανεξαιρέτως, ανήκουν τα τέσσερα ευαγγέλια, οι Πράξεις, οι επιστολές του Παύλου –μεταξύ τους και η Προς Εβραίους- η 1 Ιωάννου, η 1 Πέτρου και ίσως η Αποκάλυψη του Ιωάννη, για την οποία σημειώνεται ότι ορισμένοι δεν την δέχονται. 

Η διστακτικότητα του Ευσέβιου απέναντι στην Αποκάλυψη οφειλόταν προφανώς στη χρήση του έργου από τους Μοντανιστές και άλλους αιρετικούς. Την ίδια διστακτικότητα βρίσκουμε γύρω στα 350 στον Κύριλλο Αλεξανδρείας, ενώ σήμερα ως γνωστόν η Αποκάλυψη είναι το μόνο βιβλίο της Καινής Διαθήκης που δε διαβάζεται στην εκκλησία. Πάντως, μετά τα μέσα του 4ου αιώνα κανένας εντός της Εκκλησίας δεν αμφισβήτησε σοβαρά την αυθεντικότητά της.

Τα αμφισβητούμενα βιβλία είναι, κατά τον Ευσέβιο, η επιστολή του Ιακώβου, του Ιούδα, η 2 Πέτρου και η 2 και 3 Ιωάννου. Στα αιρετικά βιβλία ανήκουν οι Πράξεις Παύλου, ο Ποιμήν του Ερμά, η Αποκάλυψη Πέτρου, η Επιστολή του Βαρνάβα, οι Διδαχές των Αποστόλων και το Ευαγγέλιο των Εβραίων, το Κατά Θωμάν, το Ευαγγέλιο του Ματθία, οι Πράξεις Ανδρέα, οι Πράξεις Ιωάννου κ.ο.κ.

Στα 363 μ.Χ. η σύνοδος της Λαοδίκειας σημείωνε ως κανονικά 26 από τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης όπως τη γνωρίζουμε, παραλείποντας την Αποκάλυψη. Στα 367 μ.Χ. ο Αθανάσιος Αλεξανδρείας δίνει το δικό του κατάλογο κανονικών βιβλίων στη Λθ΄ εορταστική επιστολή του, η οποία απευθυνόταν στις εκκλησίες και τα μοναστήρια της Αιγύπτου. 

Ο κατάλογος αυτός περιλαμβάνει όλα τα βιβλία της Καινής Διαθήκης που δέχεται η Εκκλησία ακόμη και σήμερα, αλλά πρόκειται περισσότερο για έναν προσωπικό κατάλογο παρά επιβεβαίωση ενός οριστικού κανόνα που ήδη είχε επικυρωθεί από κάποια σύνοδο. 

Τριάντα χρόνια μετά τον Αθανάσιο, το 397 μ.Χ, η σύνοδος της Καρχηδόνος, στην οποία ήταν παρών και ο Αυγουστίνος, επιβεβαίωσε επίσημα τον κανόνα της Καινής Διαθήκης που γνωρίζουμε. [6] Στη Δύση αυτός ο κανόνας δεν αμφισβητήθηκε σοβαρά μέχρι τη Μεταρρύθμιση. Στην Ανατολή η Συριακή Εκκλησία δεν αποδέχεται τη 2 Πέτρου, τις 2 και 3 Ιωάννου, την επιστολή του Ιούδα και την Αποκάλυψη, ενώ η Αιθιοπική Εκκλησία –πέραν των 27 κανονικών- δέχεται 8 επιπλέον κείμενα.


[1] Στα αρχαία Ελληνικά η λέξη κανών είχε τις σημασίες «ίσια βέργα», «στάθμη», «χάρακας». Μεταφορικά δήλωνε τις έννοιες «κριτήριο», «μέτρο» «κανόνας» και «καθορισμένο πρότυπο». Στην Παλαιά Διαθήκη η λέξη χρησιμοποιείται 3 φορές: Ιουδήθ 13.6 / Μιχ. 7.4 / Δ΄ Μακ. 7.21. 

Στο τελευταίο χωρίο η λέξη συνδέεται στενά με τη φιλοσοφία, στο πεδίο της οποίας αποκτά την ηθική και φιλοσοφική σημασία του κριτηρίου και του προτύπου, προσεγγίζοντας σχεδόν την έννοια του νόμου. Ο ηθικός νόμος και συγκεκριμένα ιδανικά περιγράφονται ως κανών ή κανόνες. Η ιδέα αυτή έγινε πολύ σημαντική ειδικά στους Επικούρειους και τους Στωικούς. Βλ. λ.χ. Επίκτ., Διατρ. 2.11.24.Στην Καινή Διαθήκη η λέξη απαντά 4 φορές (Γαλ. 6.16 / 2 Κορ. 10, 13, 15, 16), όπου φαίνεται να σημαίνει κανόνας συμπεριφοράς, πρότυπο. 

Στο 2ο και 3ο αιώνα η λέξη χρησιμοποιείται σε χριστιανικά κείμενα στις εκφράσεις κανών της αληθείας και κανών της πίστεως για να δηλώσει τις βασικές αρχές της αληθινής πίστης που αναγνωριζόταν από την Εκκλησία και έπρεπε να αποδέχεται και να τηρεί ο πιστός. 

Μια άλλη εκκλησιαστική έννοια του κανόνος χρησίμευε προκειμένου να δηλωθεί ένα καταλογικό σύνολο βιβλίων που θεωρούνταν έγκυρα από τις Εκκλησίες. Αυτή είναι και η χρήση που κυρίως μας ενδιαφέρει εδώ. Η χρήση αυτή φαίνεται να καθιερώθηκε γύρω στα μέσα του 4ου αιώνα. Συγκεκριμένα την ανευρίσκουμε στον 59ο όρο της συνόδου της Λαοδίκειας (363 μ.Χ.), όπου αναφέρεται ότι τα βιβλία που δεν ανήκουν στον κανόνα (ἀκανόνιστα βιβλία) δεν πρέπει να διαβάζονται στις εκκλησίες. 

Η λέξη κανών με την έννοια του καταλόγου ή του πίνακα υπάρχει σε προχριστιανικά κείμενα αστρονομικού ή αστρολογικού χαρακτήρα. Επίσης δήλωνε και χρονολογικούς πίνακες. Υπάρχει, ωστόσο, έντονη διαφωνία ακόμη και σήμερα για το αν ήταν απλώς η φορμαλιστική σύλληψη ενός επίσημου καταλόγου κειμένων ή αν ήταν το περιεχόμενο και η σημασία -για την πίστη και το δόγμα- των αποστολικών γραπτών που προκάλεσε τη χρήση της λέξης κανών για τη συλλογή των αναγνωρισμένων από την Εκκλησία βιβλίων. 

Ορισμένοι μελετητές, πάλι, πιστεύουν ότι πριν τον 4ο αιώνα δεν ήταν τόσο το γράμμα του κειμένου όσο το περιεχόμενο του κειμένου που καθόριζε την έννοια του κανόνος τόσο στον πρώιμο ραββινικό Ιουδαϊσμό όσο και στην Εκκλησία. Έτσι, λένε, θα μπορούσε να εξηγηθεί η εκφραστική ελευθερία με την οποία οι πρώιμοι Χριστιανοί μέχρι τον Ειρηναίο παρέθεταν τα ευαγγελικά χωρία, τα οποία δε θεωρούνταν ακόμη μη αλλοιώσιμα ιερά βιβλία. 

Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα άνθρωποι που θεωρούσαν ως κανονιστικές για τη ζωή και την πίστη τους τις διδασκαλίες που περιέχονταν σε ορισμένα βιβλία να αντιμετώπιζαν και το ακριβές κείμενο αυτών των βιβλίων ως θέμα κρίσιμης σημασίας. 

[2] Δεν είναι παράξενη η μεγάλη εκτίμηση που έτρεφαν οι Χριστιανοί για τους Αποστόλους, ως φορείς του πρωταρχικού μηνύματος του ευαγγελίου. Είχαν γνωρίσει τον Ιησού προσωπικά και το κύρος τους ήταν γενικά αποδεκτό. Ωστόσο, αυτό το κύρος δεν πήγαζε από την ίδια τους την προσωπικότητα, αλλά από την πρώιμη χριστιανική πεποίθηση ότι το Άγιο Πνεύμα ενεργούσε μέσω αυτών των πρώτων μαρτύρων. Αυτή η πεποίθηση θα παίξει θεμελιώδη ρόλο σε όλη την μετέπειτα πορεία διαμόρφωσης του κανόνα.

[3] Υπάρχει και η άποψη ότι μια πρώτη συλλογή των επιστολών του έκανε ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος και ότι μ’ αυτόν τον τρόπο συνέβαλλε στη διαμόρφωση της ιδέας ενός κλειστού κανόνα κειμένων για την Καινή Διαθήκη.

[4] Το Διατεσσάρων αναγνωριζόταν ως Αγία Γραφή στη Συρία μέχρι και τον 5ο αιώνα μ.Χ. Αυτή η επιβίωση καθιστά σαφές το γεγονός ότι η προσπάθεια του Τατιανού θεωρούνταν νόμιμη το 2ο αιώνα. Οι επιστολές του Παύλου πιθανώς δε θεωρούνταν ισότιμες με τα ευαγγέλια από τον Τατιανό. Αντίθετα ο Θεόφιλος Αντιοχείας (2ο μισό του 2ου αιώνα) θεωρεί τόσο τα ευαγγέλια όσο και τις επιστολές του Παύλου Αγία Γραφή. 

[5] Ωστόσο, ακόμη και γύρω στα 200 μ.Χ. υπήρχε η δυνατότητα να θεωρηθούν και άλλα κείμενα, που έμειναν αργότερα έξω από τον οριστικό κανόνα, ως νόμιμα. Για παράδειγμα γνωρίζουμε από τον Ευσέβιο (Εκκλ. ιστ. 6.12.2 κ.εξ.) ότι ο Σεραπίων Αντιοχείας αρχικά επέτρεψε την ανάγνωση τουΕυαγγελίου του Πέτρου στην εκκλησία, αλλά αργότερα, όταν πείστηκε ότι ήταν αιρετικό, το απαγόρευσε. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι και δογματικοί παράγοντες έπαιζαν ρόλο στη διαδικασία διαμόρφωσης του κανόνα.

[6] Ωστόσο, η σύνοδος της Καρχηδόνος φαίνεται ότι απλώς επιβεβαίωσε τον κανόνα που είχε συνταχθεί ήδη 4 χρόνια πριν, το 393 μ.Χ., από τη σύνοδο της Ιππώνος. Τα πρακτικά, όμως, αυτής της συνόδου έχουν χαθεί.


πηγή-heterophoton
Διαβάστε περισσότερα... »

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014

Μαγικές ΕΛ-ληνικές λέξεις .... Υπέροχο!!!

Έξι μαγικές λέξεις
των αρχαίων Eλληνικών !!!
Αφιερωμένο  στους  ΕΛΛΗΝΕΣ

«OΙΑ ΗΩ Ω ΥΙΕ ΑΕΙ ΕΙ»    που σημαίνει
«Όπως η αυγή γιέ μου να είσαι πάντα!!!»
 
Προσέξατε κάτι?
Ούτε ένα σύμφωνο, σε μια πλήρη φράση!!!
Σε ποία άλλη γλώσσα θα μπορούσε να συμβεί αυτό;



Διαβάστε περισσότερα... »

Η Αγιότητα




Οι μεγαλύτερες καταστροφές πάντοτε έγιναν
απ αυτούς που νόμιζαν πως κάνουν το καλό
που μιλούσαν δίχως να τους έχει μιλήσει πριν ο Χριστός
να μην τους έχει πει ούτε μια λέξη
αυτοί τιμώρησαν τον Χριστό που δεν τους μίλησε
κι έκαμαν τους ανθρώπους τόσο φτωχούς
με τα συχνά νομοθετήματα και τις απαγορεύσεις
κουράστηκαν και κούρασαν
γιατί δεν ήσαν άγιοι
γιατί οι άγιοι δεν ανεβαίνουν μόνοι τους ψηλά.


Μοναχός Μωυσής αγιορείτης, Αθωνικά ποιήματα, Αρμός 1995

Διαβάστε περισσότερα... »

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

Ο Άγιος Βασίλης και οι ...αριθμοί ελκήθρου!!!





Από το βιβλίο του Αλί Νταρ Νασάθ «Προβλήματα για δύσκολες ώρες», έχουμε το επίκαιρο πρόβλημα:

“Όπως είναι γνωστό κάθε χρόνο ο Άγιος Βασίλης παραμονή πρωτοχρονιάς γυρίζει σε όλο το κόσμο και φέρνει δώρα σε όλα τα παιδιά, αυτό που δεν είναι πολύ γνωστό είναι ότι δεν έχει μόνο ένα έλκηθρο, έχει αρκετά έλκηθρα και για να τα ξεχωρίσει τα έχει αριθμήσει, το έκανε όμως με ένα αρκετά ιδιότυπο τρόπο ,χρησιμοποίησε αριθμούς που ο ίδιος αποκαλεί αριθμούς Ελκήθρου ( για συντομία θα τους λέμε αριθμούς Ελ).

Οι αριθμοί Ελ ακολουθούν τους εξής κανόνες:

- Κάθε Ελ αριθμός είναι πρώτος.
( Ο αριθμός 1 δεν θεωρείται πρώτος)

- Κάθε μονοψήφιος πρώτος είναι Ελ αριθμός .

- Αν έχει δυο ή περισσότερα ψηφία τότε είναι Ελ αριθμός αν και μόνο αν αποκόπτοντας το πρώτο ή το τελευταίο ψηφίο του και οι δυο αριθμοί που προκύπτουν είναι επίσης Ελ αριθμοί.

Γνωρίζουμε ότι ο Άγιος Βασίλης χρησιμοποίησε όλους τους αριθμούς Ελ για να αριθμήσει τα έλκηθρα του.

Πόσα έλκηθρα έχει ο Άγιος Βασίλης;”

Για την λυση ΠΑΤΗΣΕ ΕΔΩ


Διαβάστε περισσότερα... »

Η κόμη της Βερενίκης





Ανάμεσα στη Μεγάλη Άρκτο και στον αστερισμό της Παρθένου υπάρχει ένας αστερισμός που ονομάζεται «Η κόμη (τα μαλλιά) της Βερενίκης».

Η Βερενίκη ήταν κόρη του ηγεμόνα της Κυρήνης της Αφρικής, του Μάγα. Ήταν φημισμένη για την ομορφιά της και ιδιαίτερα για τα πλούσια και μακριά μαλλιά της. Παντρεύτηκε το 246 π.Χ. τον Έλληνα βασιλιά της Αιγύπτου, τον Πτολεμαίο τον Ευεργέτη. Λίγο μετά το γάμο τους ο Πτολεμαίος έφυγε για μια εκστρατεία στην Συρία. 

Ο χωρισμός τους στοίχισε πολύ στη Βερενίκη και η αγωνία για την τύχη του άντρα της την βασάνιζε μέρα και νύχτα. Μια μέρα μπήκε στο ναό της Αφροδίτης και ορκίστηκε στη θεά ότι αν βοηθούσε τον άντρα της να γυρίσει πίσω σώος και νικητής από τον πόλεμο, θα έκοβε τα υπέροχα μαλλιά της και θα τα αφιέρωνε στον βωμό της.





Ο Πτολεμαίος γύρισε πράγματι στην Αλεξάνδρεια σώος και νικητής από τον πόλεμο. Η Βερενίκη, συνεπής στην υπόσχεσή της, έκοψε τα μαλλιά της και τα αφιέρωσε στο ναό της Αφροδίτης. Όμως την επόμενη μέρα συνέβη κάτι τρομερό. Τα μαλλιά της Βερενίκης έγιναν άφαντα από το ναό! 

Ο Πτολεμαίος έγινε έξω φρενών! Απειλούσε να σκοτώσει πολύ κόσμο για να μάθει ποιος έκανε αυτή τη μεγάλη και θρασύτατη ιεροσυλία. Και τότε ένας από τους πιο γνωστούς αστρονόμους της εποχής, ο Κόνων ο Σάμιος, αποφάσισε να μεσολαβήσει για να κατευνάσει την οργή του Πτολεμαίου, που μπορεί να τον οδηγούσε σε πράξεις βίας εναντίον αθώων ανθρώπων. Ζήτησε λοιπόν ακρόαση και ο Πτολεμαίος τον δέχτηκε αμέσως στο παλάτι του.




Ο Πτολεμαίος ήταν γεμάτος θυμό και ισχυριζόταν ότι αυτός που έκλεψε τα μαλλιά της γυναίκας του από το ναό ήταν δύο φορές ιερόσυλος, απέναντι στη θεά Αφροδίτη και απέναντι σε αυτόν και στη Βερενίκη. 

Ο Κόνων τον καθησύχασε λέγοντάς του ότι δεν τα έκλεψε κάποιος άνθρωπος, αλλά ότι τα πήρε η θεά Αφροδίτη ή κάποιος άλλος από τους θεούς. Ο Πτολεμαίος όπως ήταν αναμενόμενο ,ζήτησε περισσότερες εξηγήσεις από τον Κόνωνα για το συμπέρασμά του αυτό. 

Ο Κόνων τον πληροφόρησε λοιπόν, ότι πριν λίγες μέρες που μελετούσε τα αστέρια στον ουρανό, όπως έκανε κάθε βράδυ άλλωστε, ανακάλυψε έναν καινούργιο αστερισμό, που για πρώτη φορά φάνηκε στον ουρανό. Ο αστερισμός αυτός δεν ήταν ζωηρός και τα αστέρια του είχαν απαλό χρώμα, σαν το απαλό χρώμα που έχουν τα μαλλιά της Βερενίκης.





Έβγαλε λοιπόν το συμπέρασμα ότι η Αφροδίτη ή ο Δίας πήρε τα πλούσια μαλλιά της όμορφης γυναίκας του Πτολεμαίου από το βωμό και τα ανέβασε στον ουρανό, όπου θα μείνουν για πάντα άφθαρτα και αθάνατα! 

Ο Πτολεμαίος βρήκε λογικό τον συλλογισμό του Κόνωνα και καταχάρηκε που δεν βεβήλωσε ανθρώπινο χέρι τα μαλλιά της γυναίκας του. Κι έτσι, από τότε ο αστερισμός εκείνος που ανακάλυψε πρώτος ο Κόνων ο Σάμιος, ονομάστηκε Η κόμη (τα μαλλιά) της Βερενίκης».


Διαβάστε περισσότερα... »

Ώρα να μιλήσουμε για ένθεους επιστήμονες





Αυτοί που προσπάθησαν να γεφυρώσουν τα ασυμβίβαστα!

Την ώρα που σήμερα επιστήμη και θρησκεία μοιάζουν να έχουν απομακρυνθεί καθοριστικά η μία από την άλλη, τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι. 

Ιστορικά λοιπόν η απόσταση που τις χώριζε δεν ήταν χαώδης, καθώς κάποτε η θεολογία περιλαμβανόταν στο πρόγραμμα σπουδών των πρώτων ευρωπαϊκών πανεπιστημίων.

Περίφημοι θεολόγοι, όπως ο Άγιος Αυγουστίνος ή ο Θωμάς ο Ακινάτης, για παράδειγμα, άφησαν τη σφραγίδα τους στο πρώιμο επιστημονικό κίνημα του Μεσαίωνα και δεν ήταν φυσικά οι μόνοι, καθώς μιλάμε για το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής, εκεί δηλαδή που το να ασχολείσαι με την επιστήμη διατηρώντας τις θρησκευτικές σου πεποιθήσεις μόνο αντιφατικό δεν ήταν.

Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για επιστήμονες φοβερούς που συνέβαλαν πολύ στην προαγωγή της αξιόπιστης γνώσης και είχαν το άλλο μάτι στραμμένο στον κόσμο της θεϊκής πίστης…


Μάικλ Φαραντέι



Ο διαπρεπής πειραματικός φυσικός με τις κορυφαίες συμβολές στο πεδίο του ηλεκτρομαγνητισμού δεν χρειάζεται φυσικά συστάσεις, καθώς χωρίς αυτόν ο ηλεκτρισμός και η πρακτική του εκμετάλλευση δεν θα ήταν ποτέ δυνατά. Γιος πάμφτωχου σιδερά, ο Φαραντέι δούλευε ως βιβλιοδέτης και μορφώθηκε ακριβώς από τα βιβλία που έπεφταν στα χέρια του. 

Ήταν ωστόσο τέτοιο το πνεύμα του που μπήκε τελικά στον κόσμο της επιστήμης σε ηλικία 22 ετών, όταν οι σημειώσεις που κρατούσε στο μάθημα χημείας του σερ Χάμφρι Ντέιβι ήταν τόσο λαμπρές που ο καθηγητής τον έκανε αμέσως βοηθό του στο εργαστήριο που διατηρούσε στη Βασιλική Ακαδημία της Βρετανίας! 

Εκεί θα περνούσε τα επόμενα 54 χρόνια του ο Φαραντέι, ο οποίος όταν δεν έκανε τις κατακλυσμιαίες παρατηρήσεις και τα πρωτόγνωρα πειράματά του, έβρισκε χρόνο για να λειτουργεί ως πρεσβύτερος στην εκκλησία της ενορίας του! Έναν ρόλο που τήρησε με θρησκευτική ευλάβεια για 20 ολόκληρα χρόνια. Όσο για το πώς συμβίβαζε τους δύο αυτούς ρόλους, ο ίδιος το έλεγε καλύτερα: «Τίποτα δεν είναι τόσο θαυμάσιο για να μην είναι αληθινό, φτάνει να είναι συνεπές με τους νόμους της Φύσης».


Κοπέρνικος


Ο κύριος Επιστημονική Επανάσταση με σάρκα και οστά άνοιξε διάπλατα την πόρτα στο σύγχρονο επιστημονικό πνεύμα όταν εμπιστεύτηκε τις αστρονομικές παρατηρήσεις του και πρόκρινε το ηλιοκεντρικό σύστημα σε πείσμα της εκκλησίας και του γεωκεντρικού μοντέλου. 

Το σπουδαίο σύγγραμμα του πολωνού μαθηματικού και αστρονόμου για τις περιστροφές των ουράνιων σφαιρών ( «De Revolutionibus») ολοκληρώθηκε μάλιστα στιγμές πριν από τον θάνατό του, κάτι που τον γλίτωσε από τις διώξεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας για τον ανατρεπτικό του λόγο. Ο ίδιος διατηρούσε πάντως στενές σχέσεις με τον θεό και τη χριστιανική πίστη σε όλη του τη ζωή και πρέπει κάποια στιγμή να πήρε και ιερούς όρκους (περί το 1497), αν και δεν είναι ξεκάθαρο αν έγινε ποτέ ιερωμένος. 

Όπως κι αν έχει, υπήρξε θρησκευόμενος επιστήμονας και έκανε συνεχείς αναφορές στον Θεό, ακόμα και όταν δεν χρειαζόταν: «Γνωρίζω ότι οι ιδέες του φιλοσόφου δεν μπορούν να υπαχθούν στην κρίση του κοινού ανθρώπου, γιατί είναι η δική του προσπάθεια να αναζητήσει την αλήθεια των πραγμάτων, στον βαθμό φυσικά που επιτρέπεται στον ανθρώπινο λόγο από τον Θεό»…



Γκρέγκορ Μέντελ 



Ο περίφημος αυστριακός βοτανολόγος που χάρισε στην ανθρωπότητα τους νόμους της κληρονομικότητας (ο πατέρας της γενετικής, κατά πολλούς) συμφιλίωσε την αγάπη του για την επιστήμη και τον θεό υπηρετώντας τον τελευταίο ως κληρικό! Ο μοναχός Μέντελ έκανε μάλιστα τις ανατρεπτικές παρατηρήσεις του στους βοτανικούς κήπους του μοναστηριού και δεν έβλεπε καμία ασυμφωνία στις δύο δραστηριότητες της ζωής του. 

Είχε εξάλλου ξεκινήσει ως κηπουρός και είχε ασπαστεί το σχήμα ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, τα είχε λοιπόν όλα τακτοποιημένα στη σκέψη του. Παρά τους σπουδαίους νόμους της φυτικής κληρονομικότητας που μας παρέδωσε, εγκαινιάζοντας έτσι τη μελέτη των κληρονομικών χαρακτηριστικών και στα άλλα είδη, ο Μέντελ εγκατέλειψε την καινοτόμα επιστημονική δουλειά του όταν έγινε ηγούμενος στο μοναστήρι, καθώς οι αυξημένες θρησκευτικές και διοικητικές αρμοδιότητες τού κατανάλωναν πλέον όλο τον χρόνο! 

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο διάδοχός του στη θέση του ηγουμένου φρόντισε να κάψει τις βλάσφημες εργασίες του Μέντελ όταν ανέλαβε καθήκοντα, στερώντας από τον πρωτοπόρο της γενετικής την πατρότητα του κλάδου! Μόλις στις αρχές του 20ού αιώνα θα έπαιρνε η επιστήμη μυρωδιά τις μελέτες του αβά…



Φράνσις Μπέικον 



«Η λίγη φιλοσοφία ρέπει το μυαλό του ανθρώπου προς την αθεΐα, αλλά το βάθος στη φιλοσοφική έρευνα το συντάσσει με τη θρησκεία», αυτό έλεγε ο «πολύς» Φράνσις Μπέικον, ο άνθρωπος που μας παρέδωσε τη βασική επιστημική αρχή πάνω στην οποία στηρίζεται ολάκερο το οικοδόμημα της σύγχρονης επιστήμης, την αρχή της επαγωγής! 

Ζηλωτής της επιστήμης και του νέου πνεύματος, ο ιδιαίτερος Μπέικον περιέβαλλε με την ίδια θέρμη και τη θρησκεία, βλέποντας ακόμα και στην επιστημολογική επανάσταση της επαγωγής του τη βασιλική οδό για να «επιστρέψει η ανθρωπότητα στη Θεία Χάρη»! Κι έτσι στη συλλογιστική του «ογκόλιθου» Μπέικον η επιστήμη δεν ήταν παρά τμήμα των θρησκευτικών αναζητήσεων, καθώς ο ασφαλέστερος αυτός τρόπος να μελετάς τον κόσμο σε έφερνε κοντύτερα στον θεό. 

Ο ίδιος ισχυριζόταν ότι ακόμα και το νέο επιστημολογικό παράδειγμα που καθέλκυσε, η επαγωγή δηλαδή, ήταν στο πλαίσιο της ευλάβειάς του. Από τις δηλώσεις του αυτές (αλλά και την πραγματική αγάπη του για τον θεό, αλίμονο) είναι που κατεύναζε τη μήνη της Αγγλικανικής Εκκλησίας, η οποία του χάριζε μάλιστα απλόχερα την εύνοιά της παρά τα εμπρηστικά γραπτά του…



Αντρέ Τακέ 


Μιλώντας για κορυφαίες επιστημονικές συνεισφορές από ένθεους ανθρώπους, το όνομα του Τακέ στέκει εδώ ορόσημο. Γεννημένος στην Αμβέρσα το 1616, ο ιησουίτης ιερωμένος, «ένα προικισμένο αλλά εύθραυστο παιδί», διδάχθηκε μαθηματικά, φυσική και λογική πριν φορέσει το σχήμα σε ηλικία 17 ετών. 

Όλα μάλιστα τα έκανε πάντα στο πλαίσιο της λατρείας του θεού και της χριστιανικής του πίστης, όπως ας πούμε το να θέσει τα θεμέλια του διαφορικού λογισμού! Αν δεν ήταν αυτός να στρώσει το έδαφος του λογισμού, τόσο ο Λάιμπνιτς όσο και ο Νεύτωνας θα έμεναν στο σκοτάδι, μην έχοντας τι να τελειοποιήσουν. Η υπερβατική φύση της σπουδαίας επιστημονικής δουλειάς του δόξαζε πάντα τον θεό και τη χάρη του…

Διαβάστε περισσότερα... »

Πώς βλέπουν οι μέλισσες τον κόσμο μας;





Ερευνητές δύο σημαντικών πανεπιστημίων του Λονδίνου ανακάλυψαν πώς βλέπουν οι μέλισσες τον κόσμο! Μέσω μιας ειδικής βάσης δεδομένων της ανάκλασης του φωτός των φυτών και της χρήσης ειδικών μικροηλεκτροδίων, μπορούμε πλέον να δούμε μέσα από τα μάτια των μελισσών και άλλων εντόμων.

Οι μέλισσες έχουν διαφορετικό σύστημα εντοπισμού των χρωμάτων από τον ανθρώπινο εγκέφαλο, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε από τη φωτογραφία που ακολουθεί.




«Αυτή η έρευνα καταδεικνύει ότι ο κόσμος που εμείς βλέπουμε δεν είναι ο φυσικός, ο πραγματικός κόσμος. Διαφορετικά έμβια όντα έχουν πολύ διαφορετικές αισθήσεις, που εξαρτώνται από το περιβάλλον στο οποίο διαβιούν», δήλωσε σχετικά ο καθηγητής Lars Chittka από το Πανεπιστήμιο Queen Mary, σχολιάζοντας παράλληλα ότι «μεγάλο μέρος των χρωμάτων του κόσμου που βλέπουν οι μέλισσες κι άλλα ζώα είναι εντελός αόρατο για εμάς».


Διαβάστε περισσότερα... »

Χειμερινό Ηλιοστάσιο: Η μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου



Η 22η Δεκεμβρίου είναι η μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου, γνωστή ως το Χειμερινό Ηλιοστάσιο και διαρκεί περίπου 14 ώρες και 29 λεπτά.




Το χειμερινό ηλιοστάσιο προκύπτει όταν ο Ήλιος φτάνει στην πιο νότια απόκλιση του από τη Γη. Έτσι στο Βόρειο ημισφαίριο της Γης, όπου ανήκει και η χώρα μας είναι η μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου, ωστόσο την ίδια στιγμή στο νότιο ημισφαίριο, είναι η μεγαλύτερη ημέρα.

Οι ημερομηνίες του χειμερινού ηλιοστασίου μπορεί να είναι από τις 20 έως τις 23 Δεκεμβρίου. Ωστόσο, συχνότερα συμβαίνει στις 21 ή στις 22 ενώ πολύ πιο σπάνια είναι στις 20 και 23. Συγκεκριμένα, το τελευταίο ηλιοστάσιο της 23ης Δεκεμβρίου ηλιοστάσιο ήταν το 1903 και δεν θα συμβεί ξανά μέχρι το 2303, ενώ ηλιοστάσιο στις 20 Δεκεμβρίου ηλιοστάσιο συμβαίνει εξίσου σπάνια και το επόμενο δεν υπολογίζεται πριν το 2080.

Το ηλιοστάσιο του Δεκεμβρίου έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε πολιτισμούς σε όλο τον κόσμο, από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας. Ακόμα και οι εορτασμοί των Χριστουγέννων είναι στενά συνδεδεμένοι με το χειμερινό ηλιοστάσιο, ενώ το 2012, όταν είχε συμπέσει με το ημερολόγιο των Μάγιας κάποιοι έκαναν λόγο για καταστροφή του κόσμου.

Στην αρχαία Ελλάδα στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο γιόρταζαν τη γέννηση του Διονύσου, γιου του Δία και της παρθένου Σεμέλης. Τον αποκαλούσαν «σωτήρα» και «θείο βρέφος». Ήταν ο «καλός ποιμένας», οι ιερείς του οποίου κρατούσαν την ποιμενική ράβδο, όπως συνέβαινε και με τον Όσιρη. Τον χειμώνα θρηνούσαν το σκοτωμό του από τους Τιτάνες, αλλά στις 30 Δεκεμβρίου γιόρταζαν την αναγέννηση του. Οι ιέρειες τότε ανέβαιναν στην κορυφή του ιερού βουνού και κρατώντας ένα βρέφος φώναζαν «ο Διόνυσος ξαναγεννήθηκε».

Ο Ήλιος λατρεύτηκε από τους αρχαίους Έλληνες σαν θεός, μιας που γι αυτούς ο Ήλιος, ήταν ο δημιουργός των εποχών του έτους, και του κύκλου των φαινομένων και των εναλλαγών που σχετίζονται με αυτές , από τη σπορά έως τη βλάστηση και από την ανθοφορία έως τη συγκομιδή. Τον απεικόνιζαν πάνω σε ένα πύρινο άρμα να ξεκινά κάθε πρωί, να διατρέχει τον ουρανό και να σκορπίζει το φως στη Γη. 

Τον ταύτιζαν επίσης με το Φοίβο Απόλλωνα, το θεό του Φωτός. Αναπαριστούσαν την κίνηση του ηλίου με τη ζωή ενός ανθρώπου που γεννιόταν κατά το Χειμερινό Ηλιοστάσιο, και μεγάλωνε βαθμιαία όπως αυξανόταν το φως του ηλίου μέχρι την Εαρινή Ισημερία όπου ή ημέρα εξισώνεται με τη νύχτα. Τότε η Ήλιος νικά το σκοτάδι, συμβολίζοντας με αυτό τον τρόπο την αναγέννηση της φύσης μέσα από τη μήτρα της Γης.


ΠΗΓΕΣ: iefimerida.gr και thesecretrealtruth.blogspot.com
Διαβάστε περισσότερα... »

Οι Ερινύες της Ελληνικής μυθολογίας




Οι Ερινύες στην Ελληνική μυθολογία ήταν μυθικές χθόνιες θεότητες που κυνηγούσαν όσους είχαν διαπράξει εγκλήματα κατά της φυσική και ηθικής τάξης των πραγμάτων. Επίσης είναι γνωστές και ως Ευμενίδες, δίνοντάς έτσι το όνομά τους στην τρίτη τραγωδία της τριλογίας Oρέστειας του Αισχύλου. Στη συγκεκριμένη τραγωδία, κατατρέχουν τον Ορέστη, γιο του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, για το φόνο της μητέρας του. 

(Διαβάστε στο Ελληνικό Αρχείο το έργο του Αισχύλου "Ευμενίδες" στο πρωτότυπο αρχαίο κείμενο)


Λέγεται κατά μεν τον Ησίοδο ότι οι Ερινύες γεννήθηκαν από το αίμα του Ουρανού, προκειμένου να εκδικηθεί ο ίδιος τον ευνουχισμό του από τον ίδιο του το γιο τον Κρόνο, κατά δε τον Αισχύλο ότι αυτές ήταν κόρες της Νύκτας και κατά τον Σοφοκλή κόρες της Γης και του Σκότους, ενώ ακολουθούν και άλλες γνώμες. 

Ο αριθμός τους δεν είναι ακριβής, ο Όμηρος δεν γνωρίζει αριθμό αυτών, ο Αισχύλος εισάγει ολόκληρο χορό Ερινύων, αντίθετα ο Ευριπίδης σ΄ ένα δράμα του αναφέρει τρεις, με ονόματα που έδωσαν μεταγενέστεροι όπως ο Βιργίλιος που επίσης αναγνωρίζει τρεις:

την Αληκτώ (ανθρωπομορφισμός της οργής και μανίας),
την Μέγαιρα (ανθρωπομορφισμός του μίσους και του φθόνου) και
την Τισιφόνη (ανθρωπομορφισμός της εκδίκησης φόνου).


Αληκτώ
Η Αληκτώ (Αρχαία Ελληνικά: Αληκτώ) είναι μία από τις Ερινύες στην ελληνική μυθολογία. Σύμφωνα με τον Ησίοδο, ήταν η κόρη της Γαίας που φύτρωσε από το αίμα που χύθηκε από τον Ουρανό όταν ο Κρόνος τον ευνούχισε. Είναι αδελφή της Τισιφόνης και της Μέγαιρας. Η Αληκτώ είναι η Ερινύα με την αποστολή της τιμωρίας των ηθικών εγκλημάτων (όπως ο θυμός), ειδικά αν στρέφονται εναντίον άλλων ανθρώπων. 

Η εξουσία της είναι παρόμοια με της Νέμεσης, με τη διαφορά ότι η εξουσία της τελευταίας είναι να τιμωρεί εγκλήματα εναντίον των θεών. Η Αληκτώ αναφέρεται στην Αινειάδα του Βιργιλίου, και επίσης στη Θεία Κωμωδία του Δάντη (Κόλαση) ως μία από τις τρεις Ερινύες.

Ο αστεροειδής 465 Αληκτώ (Alekto), που ανακαλύφθηκε το 1901, πήρε το όνομά του από την Ερινύα αυτή.


Μέγαιρα
Στην ελληνική μυθολογία με το όνομα Μέγαιρα (δεν πρέπει να συγχέεται με τη Μεγάρα) είναι γνωστή η μία από τις Ερινύες, τις θεότητες που προσωποποιούσαν τις τύψεις, στην παράδοση κατά την οποία αυτές είναι τρεις, όπως για παράδειγμα στον Ευριπίδη. 

Η Μέγαιρα αναφέρεται δηλαδή μαζί με την Αληκτώ και την Τισιφόνη. Ειδικότερα η Μέγαιρα συνδέεται με τη ζήλεια-φθόνο (από την ετυμολογία της λέξεως) και τιμωρούσε ιδιαίτερα τη συζυγική απιστία.

Στη νεότερη εποχή η λέξη «μέγαιρα» κατέληξε να σημαίνει κάθε απαίσια και αδυσώπητη γυναίκα, τόσο στη νεοελληνική, όσο και σε άλλες γλώσσες: Στη σύγχρονη γαλλική (mégère) και πορτογαλική (megera) γλώσσα υποδηλώνει μια αντιπαθητική, φθονερή ή αξιοπεριφρόνητη γυναίκα, ενώ η ιταλική λέξη megera σημαίνει μια κακιά και/ή άσχημη γυναίκα.


Τισιφόνη
Στην ελληνική μυθολογία με το όνομα Τισιφόνη είναι γνωστά τα παρακάτω δύο διαφορετικά πρόσωπα:

1. Μία από τις Ερινύες, που γεννήθηκε από το αίμα του Ουρανού που χύθηκε στους κόλπους της Γης κατά τον ακρωτηριασμό του από τον Κρόνο. Η Τισιφόνη, όπως υπονοεί και το όνομά της, πιστευόταν ότι δρούσε ως τιμωρός των δολοφόνων. 

Σύμφωνα με ένα μύθο, η Τισιφόνη ερωτεύθηκε τον Κιθαιρώνα, αλλά προκάλεσε τον θάνατό του από δάγκωμα ενός από τα φίδια που είχε αντί μαλλιών στο κεφάλι της. Στην Αινειάδα του Βιργιλίου η Τισιφόνη είναι η θηριώδης και σκληρή φρουρός των πυλών των Ταρτάρων.

2. Θυγατέρα του Αλκμαίωνα και της Μαντούς. Ο Αλκμαίων άφησε κατά λάθος τη μικρή Τισιφόνη και τον αδελφό της Αμφίλοχο στον Κρέοντα. Η σύζυγος του Κρέοντα Ευρυδίκη πούλησε τότε την Τισιφόνη ως δούλη, ζηλεύοντας την ομορφιά της. Δεν αντιλήφθηκε ότι ο αγοραστής της Τισιφόνης ήταν άνθρωπος του Αλκμαίωνα. Μόλις ο Αλκμαίων επέστρεψε, έσωσε την κόρη του και πήρε μαζί του τον γιο του.

Ο αστεροειδής 466 Τισιφόνη (466 Tisiphone), που ανακαλύφθηκε το 1901, πήρε το όνομά του από τη μυθική Ερινύα. Επίσης, ένα γένος από πεταλούδες και τα γένη κροταλία Agkistrodon και Calloselasma (ως συνώνυμο παλαιότερο όνομά τους).


Περιγραφή

(φωτό: Μία απο τις Ερινύες με τον Σίσυφο στον κάτω κόσμο)


Τα κεφάλια των Ερινύων ήταν τυλιγμένα με φίδια, εικόνα που θυμίζει τη Μέδουσα Γοργώ, και γενικότερα όλη η εμφάνισή τους ήταν φρικιαστική και απωθητική. Συνήθως απεικονίζονται με αστραφτερό βλέμμα μαύρες στην όψη, αποπνέουσες καταστρεπτικό πυρ αλλά και με φτερά φέρουσες μαύρες εσθήτες. 

Κατοικία τους είχαν τον κάτω κόσμο του Άδη απ΄ όπου και αναλάμβαναν την εκτέλεση των ποινών που έθεταν οι κριτές του Άδη και της Δίκης στους ανθρώπους, ακόμα και πέραν του τάφου τους γι αυτό επί των φονέων αποκαλούνταν ως θεότητες "Επίκουροι της Δίκης".

Στα χέρια τους έφεραν συνήθως αναμμένες δάδες για να διαλύουν τα σκότη που ευνοούσαν ή κάλυπταν τα διαπραχθέντα εγκλήματα καθώς και μαστίγιο φιδοφόρο ως όπλο κατά των δραστών.

Στη μέση τους έφεραν ζώνη δίνοντας την όψη Μαινάδων και γι αυτό επίσης ονομάζονταν και "Βάκχες του Άδη".


Δράση
Οι Ερινύες πλήττουν τον Ορέστη



(φωτό: Ο Ορέστης περικυκλωμένος απο τις Ερινύες - 360 π.Χ.)


Από τις ποιό γνωστές καταδιώξεις των Ερινύων αναφέρεται εκείνη κατά του μητροκτόνου Ορέστη που ερχόμενος στην Αθήνα δικάστηκε από τον Άρειο Πάγο ως φονεύς έχοντας συνήγορό του τον θεό Απόλλωνα, ενώ η θεά Αθηνά προεδρεύει των δικαστών. 

Στην ισοψηφία που ακολούθησε η Αθηνά έδωσε την ψήφο της υπέρ της αθώωσης του ήρωα.

Τότε αναφέρεται πως οι Ερινύες οργίστηκαν και κατά της Αθηνάς και κατά της πόλεως και που για να τις εξευμενίσουν οι Αθηναίοι ίδρυσαν "Ιερό Ευμενίδων" πλησίον του Αρείου Πάγου, τις δε δίκες περί φόνου να τις εκδικάζει ο Βασιλεύς. 

Αλλά στην αρχαία Αθήνα υπήρχε και άλλο ιερό για τις Ερινύες που βρισκόταν στο "Ίππιο Κολωνό", εκεί ερχόμενος ο τυφλός Οιδίπους εύρε τον ποθούμενο θάνατο. Επίσης στο δήμο «Φλύα» υπήρχε μεταξύ των άλλων βωμών και εκείνος προς τιμή των "Σεμνών θεών".


Σημειώσεις
Η παραπάνω δίκη του Ορέστη αποτέλεσε και την υπόθεση του δράματος «Ευμενίδες» που με τον «Αγαμέμνονα» και τις «Χοηφόρες» συγκροτούσαν τη περίφημη τριλογία του Αισχύλου με το όνομα "Ορέστεια". Βέβαια με αφορμή την υπόθεση αυτή ο μεγάλος τραγικός εξαίρει το τότε δικαστήριο του Αρείου Πάγου χαρακτηρίζοντας με τις φράσεις του ως: "άθικτο κερδών", "εγρήγορο" (άγρυπνο), "φούρημα της χώρας", "σεμνότατο", κ.ά. κάτι που συνηθίζεται μέχρι και σήμερα προκειμένου οι αποφάσεις κατά κατηγορουμένων να τύχουν ευμενείς (Ευμενίδες).

Διαβάστε περισσότερα... »

Φαέθων, ο "αστροναύτης" της απώτατης αρχαιότητας





Πολλές αναφορές σε αρχαία κείμενα παραπέμπουν σε τομείς που έχουν να κάνουν με υψηλή τεχνολογία. Στον χώρο μιας τεχνολογίας αν όχι πολύ υψηλότερης από την σημερινή, τουλάχιστον ισάξιά της. Έτσι βλέπουμε τον θρυλικό Άργο να κατασκευάζει από το ιερό ξύλο που του έδωσε η Αθηνά την Αργώ, το πλοίο των Αργοναυτών, το οποίο είχε την ιδιότητα να μιλά, αλλά και να πετά!!! 

Ακόμη βλέπουμε τον Υπερβόρειο Άβαρη να ίπταται πάνω σε ένα βέλος που του είχε χαρίσει ο Απόλλων, και να επισκέπτεται διάφορα σημεία της γης με σκοπό την ίαση ασθενών. Τον Τριπτόλεμο να διαδίδει την σπορά με το φλεγόμενο άρμα που επί τούτου είχε κατασκευάσει η θεά Δήμητρα και είχε δώσει στον Ελευσίνιο βασιλόπαιδα.

Άπειρες οι αναφορές σε παρόμοια γεγονότα πτητικών μηχανών υπάρχουν στην πλούσια ελληνική μυθολογία. Αναφορές που έχουν οδηγήσει, διόλου τυχαία βεβαίως, ερευνητές και συγγραφείς να κάνουν λόγο για έναν τεράστια εξελιγμένο πολιτισμό των προγόνων μας της απώτατης αρχαιότητας, ο οποίος μετά την καταστροφή που υπέστη και με την πάροδο των χιλιετηρίδων πέρασε στην παράδοση σαν θρύλος. Το ίδιο και οι πρωταγωνιστές εκείνων των επιτευγμάτων- κατορθωμάτων, οι ήρωες.

Ο Φαέθων συγκαταλέγεται και αυτός ανάμεσα στο πλήθος των περιπτώσεων των πτητικών φαινομένων της προϊστορίας. Ο θρύλος τον θέλει γιο του Ήλιου, που πήρε το άρμα του πατέρα του με αποτέλεσμα να κατακαύσει την γη. Μπροστά στον κίνδυνο του αφανισμού της ο Δίας τον κατακεραύνωσε.

Αποσυμβολίζοντας τον θρύλο του πολλοί ερευνητές τον κατατάσσουν στους αστροναύτες της εποχής των Θεών. Η παράδοση τον θέλει ακόμη ως εμπρηστή της γης, ως τυραννικό βασιλιά, αλλά και ως αποστάτη Άγγελο( Εωσφόρος).

«Φαέθων τον του πατρός άρμα ζεύξας, δια το μη δυνατός είναι κατά την του πατρός οδόν ελαύνων, τα επί της γης συνέκαυσε, και αυτός κεραυνωθείς διεφθάρει…» (Πλάτων, Τίμαιος, κεφ. Γ΄ εδαφ. 22, 6).

Και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος στην πατρολογία του «περί φθόνου» λέγει για τον αποστάτη άγγελο Εωσφόρο: «… Ο μεγάλος αρχηγός των αγγέλων, ο ωραιότατος Εωσφόρος, πρώτος είδε το άρρητον φως της τρισηλίου θεότητας. Και εφαντάσθη ότι ήτο δυνατόν να γίνει όμοιος με τον Θεό. Τον Εωσφόρο τον σκότωσε η θεία Πρόνοια τιμωρώντας την έπαρσή του, και ο μεγάλος εκείνος άγγελος έγινε ο δαίμων της γης…».

«Φαέθων ηλίου παις πόθον εσχηκός παράλογον επιβήναι του πατρικού άρματος εκτινάσσεται παρά τον Ηριδανόν ποταμόν…», ( Παλαίφατος «περί απίστων», κεφ. ΧΙΙΙ).

Ο Νόνος στα «Διονυσιακά» του περιγράφει το γεγονός( τόμος Β΄ κεφ. 38, στιχ. 410-411), «Ζευς δε πατήρ κατεκρήμνισε ύψιστον αυτοκίλιστον, υπέρ ρόον Ηριδανόν.

Ενώ ο Ιέρων γράφει ότι ο Φαέθων έκαψε σε πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον εχθρών, πολλές περιοχές της γης: «Ο επί Φαέθοντος εμπρησμός εν Αιθιοπία…».

Αλλά για τον εμπρησμό της Αφρικής από τον Φαέθοντα κάνει λόγο και ο Οβίδιος .

Ο Νόνος ακόμη στα «Διονυσιακά» του αναφέρει πως ο Φαέθων είναι εκείνος που πέταξε από τον Βόρειο πόλο στον Νότιο και από τον Βόρειο πόλο στην Αμερική. Επί λέξει λέει:

« … Παλινόσταιω δε πορείη εις Νότον εκ Βορρεάο, λοιπόν πόλον εις πόλον έστη… Εκ δε Κυθήρων έτραπε άρμα εις χθόνα Κύπρου…»

«… Φαέθων δε πόλον δινωτόν εάσας, εις Δύσιν έτραπε δίφρον…»

«… Εις Πάφον ουρανόθεν συν Κλημένη Φαέθοντα, συν ενδυμίωνι Σελήνη…»

«… Ζευς δε πατήρ, Φαέθοντα κατεστήριξεν Ολύμπω , Ηνίοχον επώνυμον…»

Ο Φαέθων λοιπόν κατά τον Νόνο φαίνεται να πετά από τον Βόρειο στον Νότιο πόλο, από τα Κύθηρα στην Κύπρο, και από το Βαλμπέκ του Λιβάνου προς την Πάφο της Κύπρου. Λόγω των μεγάλων του άθλων ο τότε κόσμος τον κατατάσσει στους ισόθεους άνδρες και συγκαταλέγεται στο Πάνθεο των Ολυμπίων Θεών ως Ηνίοχος του Διαστήματος.


Διαβάστε περισσότερα... »

Η Σκοτεινή Πλευρά των Φωτεινών Πνευμάτων της Αναγέννησης



Χαρισματικοί καλλιτέχνες που άφησαν το σημάδι τους στον κόσμο μας, με επίπεδο ευφυΐας και δημιουργίας αξιοθαύμαστο μέχρι σήμερα, που είχαν όμως κι αυτοί τα βάσανά τους.

Η καθημερινότητά τους, ο χαρακτήρας τους, τα πάθη και οι φόβοι τους δεν διαφέρουν από εκείνα οποιουδήποτε ανθρώπου. Μόνο που εκείνοι μπόρεσαν να φωτίσουν τα σκοτάδια της ψυχής τους –και της δικής μας- με την ομορφιά της τέχνης. 


Sandro Botticelli (Φλωρεντία 1445 -1510)


Τα έργα του Μποτιτσέλι (ειδικά τα πρώτα του) είναι μία σύνοψη του πνεύματος που είχε καταλάβει τον άνθρωπο της Αναγέννησης. ΗPrimavera του, το σύμβολο του ανθρωπισμού του 15ου αιώνα και η «Γέννηση της Αφροδίτης», η απόδοση της ανύψωσης του ανθρώπου ή της εξανθρώπισης του θείου (ανάλογα με τους «φακούς» του καθενός) είναι ανάμεσα στους δημοφιλέστερους πίνακες όλων των εποχών.

Αυτός, όμως, ο εκφραστής των ουμανιστικών ιδεών της σημαντικότερης ίσως εποχής της ευρωπαϊκής ιστορίας, το 1492, μετά τον θάνατο του Λορέντζο των Μεδίκων και του αδελφού του, Τζοβάνι, αφέθηκε στη σκοτεινή γοητεία του θρησκόληπτου Σαβοναρόλα, ο οποίος για δέκα περίπου χρόνια ανέκοψε την αναγεννησιακή πορεία στη Φλωρεντία.

Όπως η πλειονότητα των συμπολιτών του, ο Σάντρο έριξε με τα ίδια του τα χέρια στις «φωτιές της ματαιοδοξίας» ό, τι θύμιζε την εποχή της πολυτέλειας και του έκλυτου (κατά τον φανατικό κληρικό) βίου της Φλωρεντίας. 

Έτσι, ανάμεσα στα κοσμήματα, τα απαγορευμένα βιβλία και άλλα προϊόντα ευημερίας και πολιτισμού, έλιωσαν στις φωτιές και πολλά έργα του Μποτιτσέλι με θέματα παγανιστικά - και ως εκ τούτου προσβλητικά- για την εκκλησία. 

Από τότε εγκαταλείπει τις μυθολογικές αλληγορίες και περιορίζεται σε θέματά αυστηρά θρησκευτικά (ο Θρήνος, η Μυστική Γέννηση κ.ά), ενώ πολλοί πιστεύουν πως σε αυτό το διάστημα δημιούργησε πολλές από τις διάσημες Μαντόνες του. 

Έγγραφα του 1503 αποκαλύπτουν πως την εποχή αυτή αντιμετωπίζει πολύ σοβαρά οικονομικά προβλήματα, καθώς στον χώρο είχαν ήδη εμφανιστεί οι δύο καινοτόμοι κολοσσοί της Ιταλικής Αναγέννησης, ο Ντα Βίντσι και ο Μικελάντζελο. Σαν να μην έφτανε αυτό, ο Μποτιτσέλι υπέστη μία παραμόρφωση στην πλάτη, η οποία δεν του επέτρεπε πια να εργάζεται.

Ο Σάντρο πιθανότατα δεν ανέκαμψε οικονομικά έως τον θάνατό του, και οι πίνακες της τελευταίας δεκαετίας της ζωής του φανερώνουν και την εντυπωσιακή αλλαγή στην ψυχοσύνθεσή του. 

Οι δύο πίνακες που ακολουθούν έχουν το ίδιο θέμα: Ιουδήθ και Ολοφέρνης, αλλά τους χωρίζουν 35 χρόνια. 

Ο πρώτος (1472) αποδίδει το θέμα με την χαρακτηριστική αισιοδοξία την κίνηση και ελαφρότητα της περιόδου εκείνης που γέννησαν την Primavera και την Αφροδίτη. 




Ο δεύτερος (1500) χαρακτηρίζεται από σκοτεινά χρώματα, αυστηρότητα και ύφος λιτό, όχι πια στην εξοχή, αλλά σε ένα κλειστό χώρο. 



Πέθανε το 1510, αφού υπέφερε για αρκετά χρόνια από διάφορες ασθένειες.


Leonardo Da Vinci (1452 - 1519 Φλωρεντία/ Γαλλία) 


Η κορυφαία μορφή της τέχνης και της επιστήμης της Αναγέννησης, ο Λεονάρντο, σε όλη του σχεδόν τη ζωή αγωνιζόταν να κερδίσει την εύνοια του άκαρδου πατέρα του και να διαχειριστεί τα πολύπλοκα συναισθήματα που έτρεφε για τη μητέρα του..

Ο συμβολαιογράφος Σερ Πιέρο Ντα Βίντσι αγάπησε πολύ την Κατερίνα (τη μητέρα του Λεονάρντο), αλλά δεν την παντρεύτηκε. Φρόντισε για την αποκατάστασή της προσφέροντάς της ένα κτήμα και φροντίζοντας να παντρευτεί έναν χωρικό. 

Εκεί πέρασε ο Λεονάρντο τα πρώτα χρόνια της ζωής του, σε ένα επαρχιώτικο περιβάλλον, σε μία φτωχή, πολύτεκνη οικογένεια (η μητέρα του απέκτησε άλλα πέντε παιδιά), χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση, αλλά με άμεση και συνεχή πρόσβαση στη φύση και στις αγροτικές εργασίες. Ο ίδιος αποκαλεί τον εαυτό του «αγράμματο άνθρωπο», αλλά με καμάρι, θεωρώντας πως η φύση είναι πιο αποτελεσματικός δάσκαλος από οποιονδήποτε λόγιο. Και το απέδειξε.

Ο πατέρας του παντρεύτηκε, λίγους μήνες μετά τη γέννησή του, μία νεαρή του κύκλου του, η οποία πέθανε δώδεκα χρόνια αργότερα κατά τη διάρκεια της γέννησης του πρώτου τους παιδιού (που επίσης δεν επέζησε). Ένα χρόνο μετά παντρεύτηκε μία δεκαπεντάχρονη κοπέλα και λίγους μήνες αργότερα, ο Λεονάρντο έρχεται στη Φλωρεντία να φοιτήσει στο εργαστήριο του Βερόκιο και να λάβει ταυτόχρονα την απαραίτητη εκπαίδευση για να μπορέσει να εργαστεί ως βοηθός στο συμβολαιογραφείο του πατέρα του. Αν και ήταν ο μοναδικός γιος του Σερ Πιέρο, δεν θα μπορούσε να αναλάβει μόνος του το συμβολαιογραφείο, επειδή ήταν νόθος.

Η σχέση πατέρα και γιου ήταν δύσκολη. Ο Σερ Πιέρο ήταν απότομος με τον γιο του και απόμακρος. Και τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα το 1476, όταν με την τρίτη του γυναίκα αποκτά έναν ακόμα γιο, τον Αντόνιο, ο οποίος, βέβαια, θα είναι ο μοναδικός νόμιμος απόγονός του. Ο Λεονάρντο περνάει στη σκιά της ζωής του πατέρα του, ο οποίος δεν θα τον αναφέρει καν στη διαθήκη του! 

Στις σημειώσεις του έχει καταγράψει παράξενα και συχνά τρομακτικά όνειρα, τα οποία έγιναν αντικείμενο ανάλυσης από τον Φρόιντ, που έβλεπε σε αυτά τον πόνο της εγκατάλειψης και το άγχος της απόρριψης. Κινηματογραφικές σκηνές, κυρίως με πουλιά, που προφανώς σχετίζονται και με το πάθος του για τις πτήσεις.


Σχέδιο πτητικής μηχανής, Ντα Βίντσι , 1485


Ως χαρακτήρας ήταν αυτό που λέμε «με τα φεγγάρια του». Περνούσε περιόδους έντονης δημιουργικότητας, οπότε ξεκινούσε πολλά έργα τα μαζί και άφηνε τα περισσότερα ημιτελή. Άλλες φορές περνούσε μεγάλα διαστήματα χωρίς να ζωγραφίσει ή να σχεδιάσει το παραμικρό. 

Σε μία τέτοια φάση της ζωής του, άφησε μισοτελειωμένο τον πίνακα με το θείο βρέφος, την Παναγία και την Αγ. Άννα (1510). Ήταν μία παραγγελία του τάγματος των Σερβιτών, αλλά ο Λεονάρντο, εντωμεταξύ, απέκτησε έναν ακαταμάχητο ενθουσιασμό για τα μαθηματικά. 

Παράλληλα, τέθηκε στην υπηρεσία του Καίσαρα Βοργία, ο οποίος χρειαζόταν τον καλύτερο διαθέσιμο μηχανικό για τις πολεμικές του επιχειρήσεις. Ο πίνακας έμεινε ανολοκλήρωτος και το αρνάκι (ίσως και τμήμα του τοπίου) είναι ζωγραφισμένο από άλλο χέρι. Προφανώς, κάποιος από το εργαστήριο ανέλαβε να παραδώσει την παραγγελία.




Όλοι γνώριζαν τον φόβο που είχε πως θα του έκλεβαν τις ιδέες και γι’ αυτό κρατούσε κωδικοποιημένες σημειώσεις. Φόβος που δεν ήταν και τόσο παράλογος όσο ακούγεται, όταν ένα πρωτοπόρο πνεύμα δημιουργεί υπό το άγρυπνο βλέμμα της Ιεράς Εξέτασης. 


Michelangelo Buonarroti (1475 – 1564 Φλωρεντία/Ρώμη)


Ο Μικελάντζελο έμεινε ορφανός από μητέρα σε ηλικία 6 ετών. Έζησε 88 χρόνια έχοντας αποκτήσει τεράστια περιουσία, ζούσε όμως λιτά χωρίς απολαύσεις, «σαν φτωχός», όπως έλεγε ο ίδιος. 

Οι βιογράφοι του αναφέρουν πως κοιμόταν λίγο, έτρωγε ελάχιστα και μόνο από ανάγκη και πως ήταν εργασιομανής σε τέτοιο βαθμό, που για μήνες δεν έβγαζε καν τα ρούχα και τα παπούτσια του, ούτε κατά τη διάρκεια του ύπνου! 

Ήταν μελαγχολικός, ζούσε απομονωμένα καθώς είχε αλαζονικό χαρακτήρα και οργιζόταν εύκολα. Ούτε με τον εαυτό του, όμως, ήταν ευχαριστημένος κι ένιωθε συνεχώς την ανάγκη να αποδεικνύει την αξία του, προσπαθώντας να καλύψει την ανεπάρκεια στη μόρφωσή του και ήταν συνεχώς ανασφαλής, τόσο για την τέχνη του όσο και για την εμφάνισή του.

Χαρακτηριστική της προσωπικότητάς του ήταν η αντίδρασή του στο παρακάτω περιστατικό. Μια μέρα (μάλλον γύρω στο 1503), ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι διέσχιζε τον δρόμο της Σάντα Τρινιτά με έναν φίλο του, όταν τον φώναξαν από μία παρέα που μελετούσε ένα απόσπασμα από το έργο του Δάντη. Ζήτησαν από τον Λεονάρντο να τους εξηγήσει ένα σημείο κι εκείνος του είπε πως καλύτερα θα τους το εξηγούσε ο Μικελάντζελο, που τυχαίως διάβαινε τον δρόμο την ώρα εκείνη. 

Ο Μικελάντζελο όμως το εξέλαβε ως ειρωνεία και του απάντησε: «Να το εξηγήσεις εσύ, που σχεδίασες κι έφτιαξες το καλούπι για το μπρούτζινο άλογο, και αφού δεν ήσουν ικανός να το συνεχίσεις, το παράτησες γεμάτος ντροπή». Ύστερα γύρισε την πλάτη του και έφυγε, αφήνοντας σύξυλο και κατακόκκινο από θυμό τον έκπληκτο Λεονάρντο.




Αυτό το υπέροχο γλυπτό του 1550, το οποίο προόριζε για τον τάφο του, φέρει τα σημάδια του οξύθυμου χαρακτήρα του. Το χέρι και το πόδι του Ιησού, κάποια στιγμή έντονου θυμού, θρυμματίστηκαν από το χέρι του δημιουργού τους, ποιος ξέρει για ποιον λόγο και η ζημιά αποκαταστάθηκε από κάποιον τον μαθητή του Tiberio Calcagni και τελικά, ο Μικελάντζελο το δώρισε στον υπηρέτη του, Antonio. 

Όταν εργαζόταν στο Βατικανό, διακοσμώντας την οροφή του Αγ. Πέτρου, παραπονιόταν συνεχώς, επειδή αυτή η δουλειά δεν του έδινε ικανοποίηση. Ο Μικελάντζελο δεν αγαπούσε τη ζωγραφική και θεωρούσε ανώτερη τέχνη τη γλυπτική. Έλεγε πως, όταν επεξεργάζεται έναν μαρμάρινο όγκο, στην πραγματικότητα αποκαλύπτει απλώς τη μορφή που έχει ήδη κρυμμένη μέσα του. 


Λεπτομέρεια από την "Ημέρα της Κρίσης", Βατικανό 1537-1541


Αν ζητούσαμε από τους τρεις Φλωρεντινούς να μας φτιάξουν τον επίλογο, ο Σάντρο, ίσως να μας έλεγε πως και η υποτίμηση της ματαιοδοξίας, δεν είναι παρά μία άλλη μορφή της ματαιοδοξίας. Μπορεί να μας έλεγε και για το σκληρό πρόσωπο του ανταγωνισμού και το δράμα της ύπαρξης που γίνεται τέχνη. 

Δεν γνωρίζουμε, γιατί δεν έγραψε τίποτα.

Οι άλλοι δύο όμως, δεν ήταν τόσο σιωπηλοί.

Ο Μικελάντζελο πιθανότατα θα μας έλεγε πως «ευφυΐα είναι η αιώνια υπομονή» και πως «στη ζωή δεν υπάρχει μεγαλύτερη ζημιά από τον χρόνο που αφήνουμε αναξιοποίητο». Και ο Λεονάρντο θα συμπλήρωνε πως «οι άνθρωποι που επιτυγχάνουν, σπανίως στέκονται άπραγοι περιμένοντας να τους συμβούν πράγματα. Βγαίνουν έξω και συμβαίνουν αυτοί στα πράγματα».

Διαβάστε περισσότερα... »