«Ἕλληνες ἀεί παῖδες ἐστε, γέρων δέ Ἕλλην οὐκ ἔστιν» (Πλάτων, Τίμαιος, 22b).


"Ὁμολογεῖται μὲν γὰρ τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι καὶ μεγίστην καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις ὀνομαστοτάτην· οὕτω δὲ καλῆς τῆς ὑποθέσεως οὔσης,
ἐπὶ τοῖς ἐχομένοις τούτων ἔτι μᾶλλον ἡμᾶς προσήκει τιμᾶσθαι. 24. Ταύτην γὰρ οἰκοῦμεν οὐχ ἑτέρους ἐκβαλόντες οὐδ' ἐρήμην καταλαβόντες
οὐδ' ἐκ πολλῶν ἐθνῶν μιγάδες συλλεγέντες, ἀλλ' οὕτω καλῶς καὶ γνησίως γεγόναμεν ὥστ' ἐξ ἧσπερ ἔφυμεν, ταύτην ἔχοντες ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦμεν,
αὐτόχθονες ὄντες καὶ τῶν ὀνομάτων τοῖς αὐτοῖς οἷσπερ τοὺς οἰκειοτάτους τὴν πόλιν ἔχοντες προσειπεῖν".
(Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, στίχοι 23-24).

Τα άρθρα που φιλοξενούνται στον παρόντα ιστότοπο και προέρχονται απο άλλες πηγές, εκφράζουν αποκλειστικά και μόνον τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Καθίσταται σαφές ότι η δημοσίευση ανάρτησης, δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά αποδοχή των απόψεων του συγγραφέως.


ΕΑΝ ΘΕΛΕΤΕ, ΑΦΗΝΕΤΕ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΑΡΘΡΟ-ΑΝΑΡΤΗΣΗ (΄κλίκ΄ στο "Δεν υπάρχουν σχόλια"). ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Ποιά Ελληνίδα λέξη έχει 1.530 παράγωγα και σύνθετα; Οι μεγαλύτερες ελληνικές λέξεις... και η μεγαλύτερη ελληνική λέξη...


Συνέλληνες..., Ελληνίδες τε και Έλληνες...

Ποια ελληνική λέξη έχει 1.530 παράγωγα και σύνθετα;
 
πηγή-huffingtonpost.gr








Παράδειγμα:
Το «λέγω» έχει 1.530 σύνθετα και παράγωγα! 

Ας δούμε μερικά από αυτά:

λέω <αρχ. λέγω
λεκτικός <αρχ. λεκτικός < λεκτός < λέγω
λεγάμενος μτχ. του λέγω κατά τις αρχ. μτχ. σε -άμενος
λέγειν
λέξη < αρχ. λέξις < λέξω μέλλ. του λέγω
λεξούλα
λέξημα <λέξις
λεξικός <μτγν. λεξικός < λέξις
λεξικό <μτγν. λεξικόν (ενν. βιβλίον), ουδ. του επιθ. λεξικός
λόγος <αρχ. λόγος < λέγω
λόγια <μτγν. λόγια < λόγος
λογάκι υποκορ. του λόγος
λογύδριο <μσν. λογύδριον, υποκορ. του λόγος
λογάρι < μσν. λογάριν < αρχ. λογάριον, υποκορ. του λόγος
λογιέμαι
λογίζομαι <αρχ. λογίζομαι < λόγος
λογικεύω
λογική <αρχ. λογική, θηλ. του επιθ. λογικός
λογικισμός <λογική
λογικιστής
λογικιστικός
λογικός <αρχ. λογικός < λόγος
λογικό <αρχ. λογικόν, ουδ. του επιθ. λογικός
λογικότητα <μτγν. λογικότης < λογικός
λόγιος <αρχ. λόγιος < λόγος
λογιοσύνη <λόγιος
λογιοτατίζω <λογιότατος
λογιοτατισμός <λογιοτατίζω
λογιότατος υπερθ. βαθμός του επιθ. λόγιος
λογιότητα <μτγν. λογιότης < λόγιος
λογισμικό μτφρ. του αγγλ. software
λογισμός <αρχ. λογισμός < λογίζομαι
λογιστήριο <αρχ. λογιστήριον < λογιστής
λογιστής <αρχ. λογιστής < λογίζομαι
λογιστικός <αρχ. λογιστικός < λογιστής
λογαριάζω <μσν. λογαριάζω < λογάριον
λογαριασμός <μσν. λογαριασμός < λογαριάζω
λογάς <αρχ. λογάς < λέγω
λογής <μτγν. λογή < λογι
ν, γεν. πληθ. του λόγιον
λογείο <αρχ. λογε
ον < λογεύς
λογιάζω <λογίζομαι
ρήμα < αρχ.
ῥῆμα < Fερε- (πρβλ. (Fερέω, - < *Fερέσω, μέλλ. του λέγω) με μηδενισμένο το πρώτο και εκτεταμένο το δεύτερο φωνήεν (πρβλ. ερηκα, ερημαι
ρηματικός <μτγν.
ηματικός < ῥῆμα
ρήση <αρχ.
ῥῆσις < ρ
ρητό ουδ. του αρχ. επιθ.
ητός
ρητός <αρχ.
ητός < ρέω- του λέγω
ρητορεία <αρχ.
ητορεία < ητορεύω
ρήτορας <αρχ.
ήτωρ < λέγω
ρητορεύω < αρχ.
ητορεύω < ήτωρ
ρητορική
ρητορικός <αρχ.
ητορικός < ήτωρ
ρητορικότητα <ρητορικός
ρητορισμός <ρήτωρ
ρήτρα < αρχ.
ῥῆτρα < ρ < λέγω
έπος < αρχ.
πος < επον αόρ. β' του λέγω
επικός <μτγν.
πικός < πος
άλογος <αρχ.
λογος < α- στερητ. + λόγος "ομιλία, λογική"
αλογικός <α- στερητ. + λογικός
αλογίσιος <άλογο
άλογο <μτγν.
λογον, ουδ. του επιθ. λογος
αλογάκι υποκορ. του ουσ. άλογο
αλογατάκι υποκορ. του ουσ. άλογο
αλογινός
αλόγα <άλογο
αλογάρης
αλογάς
αλογατάρης
αλόγατο
αλόγιστος <αρχ.
λόγιστος < α- στερητ. + λογίζομαι
αλόγιαστος <α- στερητ. + λογιάζω < αρχ. λογίζομαι
αμφιλεγόμενος < μτχ. του
μφιλέγω < μφί + λέγω
ανάλογος < αρχ.
νάλογος νά + λόγος
αναλογία <αρχ.
ναλογία < νάλογος
αναλογώ <αρχ.
ναλογ < νάλογος
αναλόγιο < μτγν.
ναλογεον < νά + λόγος
αναλογικός <μτγν.
ναλογικός < νάλογος
αναλογικότητα <αναλογικός
αναλογίζομαι <αρχ.
να - λογίζομαι
αναλογισμός <αναλογίζομαι
αναλογιστής
αναλογιστικός <μτγν.
ναλογιστικός < ναλογίζομαι
δυσαναλογία <δυσανάλογος
δυσανάλογος <δυσ- + ανάλογος
αντιλέγω <αρχ.
ντι - λέγω
αντιλεγόμενος
αντιλογία <αρχ.
ντιλογία < ντιλέγω
αντιλογικός <αρχ.
ντι-λογικός
αντίλογος <αρχ.
ντί-λογος
αναντίλεκτος <μτγν.
ναντίλεκτος < α- στερητ. + ντιλέγω
απολογητής <απολογούμαι
απολογητικός <αρχ.
πολογητικός < πολογομαι
απολογιά
απολογία <αρχ.
πολογία < πολογομαι
απολογιέμαι <αρχ.
πολογομαι < πόλογος < πό + λέγω
απολογισμός <αρχ.
πολογισμός < πολογίζομαι
απολογιστικός
απολογούμαι <αρχ.
πολογομαι < πόλογος < πό + λέγω
απηλογιέμαι
διαλέγω <αρχ. διαλέγω < διά + λέγω
διάλεξη <αρχ. διάλεξις < διαλέγομαι
συνδιάλεξη <συνδιαλέγομαι
διαλεκτός
διαλεχτός <μσν. διαλεκτός < διαλέγω
αδιάλεχτος <α- στερητ. + διαλέγω
διάλογος <αρχ. διάλογος < διαλογίζομαι
διαλογή <αρχ. διαλογή < διαλέγω
διαλογίζομαι <αρχ. διαλογίζομαι < διά + λογίζομαι
διαλογικός <μτγν. διαλογικός < διάλογος
διαλογισμός <αρχ. διαλογισμός < διαλογίζομαι
συνδιαλέγομαι <μτγν. συνδιαλέγομαι < σύν + διαλέγομαι
διάλεκτος < αρχ. < διαλέγομαι
διαλεκτικός <αρχ. διαλεκτικός < διαλέγομαι
αποδιαλεγούδι
ξεδιαλεγούδι <ξεδιαλέγω
ξεδιαλέγω <ξε- + διαλέγω
ξεδιάλεγμα <ξεδιαλέγω
εκλέγω <αρχ.
κλέγω < κ + λέγω
εκλεκτός <αρχ.
κλεκτός < κλέγω
εκλέκτορας <εκλέγω
εκλεκτορικός <εκλέκτορας
εκλεκτικός <μτγν.
κλεκτικός < κλεκτός < κλέγω
εκλεκτικιστής
εκλεκτικιστικός
εκλεκτικότητα <εκλεκτικός
εκλεκτισμός <εκλέγω
εκλέξιμος <εκλέγω
εκλεξιμότητα <εκλέξιμος
εκλογέας <μτγν.
κλογεύς < κλέγω
εκλογή <αρχ.
κλογή < κλέγω
εκλογικός <εκλογή
εκλόγιμος <εκλογή
εκλογιμότητα <εκλόγιμος
ελλόγιμος <αρχ.
λλόγιμος < ν + λόγος + κατάλ. -ιμος
ελλογιμότητα <μτγν.
λλογιμότης < λλόγιμος
επανεκλέγω <επί + ανά + εκλέγω
επανεκλογή <επανεκλέγω
μετεκλογικός <μετά + εκλογικός
προεκλογικός <προ + εκλογικός
επιλέγω <αρχ.
πι-λέγω
επιλογή <μτγν.
πιλογή < πιλέγω
επιλεκτικός <επιλέγω
επιλεκτικότητα <επιλεκτικός
επίλεκτος <αρχ.
πίλεκτος < πιλέγω
επιλέξιμος <επιλέγω
επιλογέας <επιλέγω
έλλογος <αρχ.
λλογος < ν + λόγος
επίλογος <αρχ.
πίλογος < πιλέγω
επιλογικός <μτγν.
πιλογικός < πίλογος
καταλέγω <αρχ. κατα-λέγω
κατάλογος <αρχ. κατάλογος < καταλέγω
καταλογή <μτγν. καταλογή < καταλέγω
καταλογάδην <αρχ. καταλογάδην < κατά + λόγος
καταλογικός
καταλογισμός <μτγν. καταλογισμός < καταλογίζομαι
ακαταλόγιστος <α- στερητ. + καταλογίζω
συγκαταλέγω <αρχ. συγκαταλέγω < σύν + κατά + λέγω
ξελέω <ξε- + λέω
προλέγω <αρχ. προ-λέγω
προλογίζω <μτγν. προλογίζω < πρόλογος
προλογικός <πρόλογος
πρόλογος <αρχ. πρό-λογος
απρολόγιστος <α- στερητ. + προλογίζω
παραλέω <αρχ. παραλέγω
παράλογος <αρχ. παράλογος < παρά + λόγος
παραλογή ίσως από το παρακαταλογή (απλολ.)
παραλογιάζω <παρά + λόγος
παραλόγιασμα <παραλογιάζω
παραλογίζω
παραλογισμός <αρχ. παραλογισμός < παραλογίζομαι
παραλογιστικός <αρχ. παραλογιστικός < παραλογίζομαι
συλλέγω < αρχ. < σύν + λέγω
συλλογή <αρχ. συλλογή < συλλέγω
σύλλογος <αρχ. σύλλογος < συλλέγω
συλλογέας <μτγν. συλλογεύς < συλλέγω
συλλογικότητα
συλλογικός <σύλλογος
συλλογιέμαι <αρχ. συλλογίζομαι < σύν + λογίζομαι
συλλογίζομαι <αρχ. συλλογίζομαι < σύν + λογίζομαι
συλλογισμός <αρχ. συλλογισμός < συλλογίζομαι
συλλογιστική
συλλογιστικός <αρχ. συλλογιστικός < συλλογίζομαι
συλλοϊκά
συλλέκτης <συλλέγω
συλλεκτικός <συλλέκτης
ασυλλογισιά <ασυλλόγιστος
ασυλλόγιστος <αρχ.
συλλόγιστος < α- στερητ. + συλλογίζομαι
διασυλλογικός
ασύλλεκτος
περισυλλέγω <μτγν. περισυλλέγω < περί + συλλέγω
περισυλλογή <περισυλλέγω
υπόλογος <αρχ.
πόλογος < πό + λόγος
υπολογίζω <μτγν.
πολογίζομαι < πό + λογίζομαι
υπολογίσιμος <υπολογίζω
υπολογισμός <μτγν.
πολογισμός < πολογίζομαι
προϋπολογισμός <προϋπολογίζω
υπολογιστής <υπολογίζω
υπολογιστικός <υπολογιστής
ανυπολόγιστος <α- στερητ. + υπολογίζω
συνυπολογίζω <συν + υπολογίζω
συνυπολόγιση
συνυπολογισμός <συνυπολογίζω
συνυπόλογος <συν + υπόλογος
αλογάριαστος <α- στερητ. + λογαριάζω
ξελογιάζω <ξε- + λογιάζω
ξελόγιασμα <ξελογιάζω
ξελογιαστής <ξελογιάζω
αξελόγιαστος <α- στερητ. + ξελογιάζω
εκλογικεύω <εκ + λογικεύω
εκλογίκευση <εκλογικεύω
μεταλογική <μετά + λογική
δυσλεξία <δυσ- + λέξις
δυσλεξικός <δυσλεξία
δυσλεκτικός <δυσλεξία
αντιλεξισμός
ανάλεκτoς
αναμφίλεκτος <μτγν.
ναμφίλεκτος < α- στερητ. + μφιλέγω
ανείπωτος < α- στερητ. + είπα, αόρ. του λέγω
επίρρημα < μτγν.
πίρρημα < πί + ρμα
επιρρηματικός <μτγν.
πιρρηματικός < πίρρημα
μεταρρηματικός
διαρρήδην < αρχ. < διαρρηθ
ναι < διαλέγω
αντίρρηση < μτγν.
ντίρρησις < ντί + ρσις
αντιρρησίας <αντίρρησις
αντιρρητικός <μτγν.
ντιρρητικός < ντίρρησις
αναντίρρητος <μτγν.
ναντίρρητος < α- στερητ. + ντίρρητος < ντιλέγω
παρρησία < αρχ. < π
ν + ῥῆσις
πρόρρηση < αρχ. πρόρρησις < προλέγω
πρόσρηση <αρχ. πρόσρησις < προσερ
< προσαγορεύω
άρρητος < α- στερητ. +
ητός
απόρρητος < αρχ.
πόρρητος < πό + ητός
ρητοροδιδάσκαλος
συνέπεια <μτγν. συνέπεια < συνεπής
συνεπής < αρχ. < σύν +
πος
ασυνέπεια <ασυνεπής
ασυνεπής <α- στερητ. + συνεπής
αρχιλογιστής <αρχι- (άρχω) + λογιστής
αγγειολόγος < αγγείον + -λόγος < λέγω
αγγειολογία <αγγλ. angiology < ελλ. αγγείο + -λογία
αγγειολογικός <αγγειολόγος
αγιολόγιο < άγιος + -λόγιον < λέγω
αερολόγος < αήρ + -λόγος < λέγω
αερολογώ <αερολόγος
αερολογία <αερολόγος
αερολογικός
αιγυπτιολόγος < Αίγυπτος + -λόγος < λέγω
αιγυπτιολογία <αιγυπτιολόγος
αιγυπτιολογικός <αιγυπτιολόγος
αιματολόγος < αίμα + -λόγος < λέγω
αιματολογία <αιματολόγος, από το αγγλ. heamatology
αιματολογικός <αιματολογία
αισθηματολογώ < αίσθημα + -λογώ < λέγω
αισθηματολογία <αίσθημα + λέγω
αισθηματολόγημα
αισθηματολογικός
αισχρολογώ < αρχ. α
σχρολογ < αισχρός + -λογ < λέγω
αισχρολόγος <μτγν. α
σχρολόγος < ασχρός + λέγω
αισχρολογία <αρχ. α
σχρολογία < ασχρολογ
αιτιολογώ < μτγν. α
τιολογ < ατία + -λογ < λέγω
αιτιολογία <μτγν. α
τιολογία < ατιολογ
αιτιολόγηση <αιτιολογώ
αιτιολογικός <μτγν. α
τιολογικός < ατιολογία
αναιτιολόγητος < μτγν.
ναιτιολόγητος < α- στερητ. + ατιολογ
ακριβολογώ < αρχ.
κριβολογομαι < κριβής + -λογ < λέγω
ακριβολόγος < μτγν.
κριβολόγος < κριβής + λέγω
ακριβολογία <αρχ.
κριβολογία < κριβολογ
ανακριβολογώ <ανακριβολόγος
ανακριβολόγος <ανακριβής + λέγω
ανακριβολογία <ανακριβολόγος
ανευθυνολογώ < ανεύθυνος + -λογώ < λέγω
ανευθυνολογία <ανεύθυνος + -λογία < λέγω
ανθολογώ < αρχ.
νθολογ < νθος + -λογ < λέγω
ανθολόγος από το μτγν. επίθ.
νθολόγος < νθος + κατάλ. -λόγος < λέγω
ανθολογία <ανθολογώ
ανθολόγιο <μτγν.
νθολόγιον < νθολογ
ανθολόγηση <ανθολογώ
αξιόλογος < αρχ.
ξιόλογος < ξιος + -λόγος < λέγω
αξιολογώ <αξιόλογος
αξιολόγηση <αξιολογώ
αξιολογητής
αξιολογία <αξιόλογος
αξιολογικός <αξιολογία
αναξιολόγητος
αναξιόλογος <μτγν.
ναξιόλογος < ν- στερητ. + ξιόλογος
αοριστολόγος < αόριστος + -λόγος < λέγω
αοριστολογώ <αοριστολόγος
αοριστολογία <αοριστολογώ
αοριστολογικός <αοριστολογία
απεραντολόγος < μτγν.
περαντολόγος < πέραντος + -λόγος < λέγω
απεραντολογώ <μτγν.
περαντολογ < περαντολόγος
απεραντολογία <μτγν.
περαντολογία < περαντολόγος
απλολογία < απλός + -λογία < λέγω
αρμολογώ < μτγν.
ρμολογ < ρμός + -λογ < λέγω
αρμολόγημα <αρμολογώ
αρμολόγηση <αρμολογώ
αρμολογία
συναρμολογώ < μσν. συναρμολογ
< σύν + ρμολογ
συναρμολόγημα <συναρμολογώ
συναρμολογημένος
συναρμολόγηση <συναρμολογώ
συναρμολογητής <συναρμολογώ
ασυναρμολόγητος < α- στερητ. + συναρμολογώ
αποσυναρμολογώ
αποσυναρμολογημένος
αποσυναρμολόγηση
αστειολογώ < αστειολόγος < αστείο + -λόγος < λέγω
αστειολογία <αστειολογώ
αχολογώ < αχός + -λογώ < λέγω
αχολόγημα <αχολογώ
αχολόημα <αχολογώ
αχολόι <αχός + κατάλ. -λόι < -λόγιον
βαθμολογώ < βαθμός + -λογώ < λέγω
βαθμολόγιο <βαθμός + κατάλ. -λόγιο(ν) < λέγω
βαθμολογητής <βαθμολογώ
βαθμολογία <βαθμολογώ
βαθμολογικός <βαθμολογία
αναβαθμολόγηση <αναβαθμολογώ
αναβαθμολογώ <ανά + βαθμολογώ
αβαθμολόγητος <α- στερητ. + βαθμολογώ
βαττολογώ < μτγν., πιθ. αραμ. battal "κενός, μάταιος" + -λογ
< λέγω
βαττολόγος <βαττολογία
βαττολογία <μτγν. βαττολογία < βαττολογέω-

βλαστολογώ < μτγν. βλαστολογ
< βλαστός + -λογ < λέγω
βλαστολόγημα <βλαστολογώ
αβλαστολόγητος
βοτανολόγος < βότανον + -λόγος < λέγω
βοτανολογώ <βοτανολόγος
βοτανολογία <βοτανολόγος
βοτανολόγιο
βοτανολογικός <βοτανολόγος
βραχύλογος < αρχ. βραχυλόγος < βραχύς + -λόγος < λέγω
βραχυλογώ <αρχ. βραχυλογ
< βραχυλόγος
βραχυλογία <αρχ. βραχυλογία < βραχυλόγος < βραχύς + -λόγος
βραχυλογικός <βραχυλογία
βυζαντινολόγος < βυζαντινός + -λόγος < λέγω
βυζαντινολογία <βυζαντινολόγος
βυζαντινολογικός
βυζαντινολογώ
γενεαλογία < αρχ. < γενεαλόγος < γενεά + -λόγος < λέγω
γενεαλόγιο
γενεαλογώ <αρχ. γενεαλογ
< γενεαλόγος
γενεαλογικός <μτγν. γενεαλογικός < γενεαλογία
αγενεαλόγητος <αρχ.
γενεαλόγητος < α- στερητ. + γενεαλογ
γενικόλογος < γενικός + -λογος < λέγω
γενικολογία <γενικολόγος
γενικολογώ <γενικολόγος
γλωσσογονία <γλώσσα + -γονία < γίγνομαι
γλωσσογονικός <γλωσσογονία
γλωσσολαλιά
γλωσσολόγος < γλώσσα + -λόγος < λέγω
γλωσσολογία <γλωσσολόγος
γλωσσολογικός <γλωσσολόγος
δασμολογώ < αρχ. δασμολογ
< δασμολόγος < δασμός + -λόγος < λέγω
δασμολογία <μτγν. δασμολογία < δασμολόγος
δασμολόγιο <δασμός + αρχ. κατάλ. -λόγιον
δασμολογικός <δασμολογώ
αδασμολόγητος <α- στερητ. + δασμολογώ
δασολόγος < δάσος + -λόγος < λέγω
δασολογία <δασολόγος
δασολογικός <δασολόγος
δεκαρολόγος < δεκάρα + -λόγος < λέγω
δεκαρολογία <δεκαρολογώ
δεκαρολογώ <δεκαρολόγος
δευτερολογώ < μτγν. δευτερολογ
< -λογ < λέγω
δευτερολογία <μτγν. δευτερολογία < δευτερολογ

διαλεκτολόγος < διάλεκτος + -λόγος < λέγω
διαλεκτολογία <διάλεκτος + λέγω
διαλεκτολογικός
δικαιολογώ < αρχ. δικαιολογο
μαι < δίκαιο < δίκαιος + -λογ < λόγος
δικαιολόγηση <δικαιολογώ
δικαιολογητικός <δικαιολογώ
δικαιολογία <αρχ. δικαιολογία < δικαιολογο
μαι
δοξολογώ < μτγν. ουσ. δοξολόγος < δόξα + -λόγος < λέγω
δοξολογία <μτγν. δοξολογία < δοξολόγος < δόξα + κατάλ. -λόγος < λέγω
δρομολογώ < δρόμος + -λογώ < λέγω
δρομολόγιο <δρόμος + κατάλ. -λόγιον < λέγω
δρομολόγηση <δρομολογώ
δροσολογώ < δρόσος + -λογώ < λέγω
δωσίλογος < δώσω + -λόγος < λέγω
δωσιλογισμός <δωσίλογος
εικοτολογώ < μτγν. ε
κοτολογώ < εκός + -λογ < λέγω
εικοτολογία <μτγν. ε
κοτολογ
εκλογοδικείο < εκλογή + δίκη
εκλογολόγος < εκλέγω + -λόγος < λέγω
εκλογολογία
εκλογολογικός
εκλογομάγειρας < εκλογή + μάγειρας
εκλογομαγειρείο <εκλογή + μαγειρείο
εκλογομαγείρεμα <εκλογή + μαγείρεμα
ελεεινολογώ < μτγν.
λεεινολογομαι < ελεεινός + -λογ < λέγω
ελεεινολόγηση <ελεεινολογώ
ελεεινολογία <αρχ.
λεεινολογία < λεεινολογ
εναντιολογώ < αρχ.
ναντιολογ < νάντιος -λογ < λέγω
εναντιολογία <αρχ.
ναντιολογία < ναντιολογ
επιχειρηματολογώ < επιχείρημα + -λογ
< λέγω
επιχειρηματολογία <επιχειρηματολογώ
επιχειρηματολογικός
αντεπιχειρηματολογώ
ετυμολογώ < μτγν.
τυμολογ < τυμολόγος
ετυμολογία < μτγν.
τυμολογία < αρχ. τυμον, ουδ. του επιθ. τυμος < τεός "πραγματικός" + -λογία < λέγω
ετυμολόγημα
ετυμολόγηση
ετυμολογικό
ετυμολογικός <μτγν.
τυμολογικός < τυμολογία
παρετυμολογία <μτγν. παρετυμολογία < παρετυμολογ

παρετυμολογώ <μτγν. παρετυμολογ
< παρά + τυμολογ
ανετυμολόγητος <μτγν.
νετυμολόγητος < α- στερητ. + τυμολογ
δυσετυμολόγητος
ευθυμολόγος < εύθυμος + -λόγος < λέγω
ευθυμολογώ <ευθυμολόγος
ευθυμολόγημα <ευθυμολογώ
ευθυμολογία <ευθυμολόγος
εύλογος < αρχ. ε
λογος < ε + λέγω
ευλογώ < αρχ. ε
λογ < ελογος
ευλογημένος μτχ. παθ. πρκμ. του ρ. ευλογώ
ευλογιά <ευλογία
ευλογία <αρχ. ε
λογία < ελογ
ευλόγηση <μσν. ε
λόγησις < ελογ
ευλογητάριο <ευλογητός
ευλογητικός <μσν. ε
λογητικός < ελογ
ευλογητός <μτγν. ε
λογητός < ελογ
ευλογοφανής < αρχ. ε
λογοφανής < ελογος + φαίνομαι
ευλογοφάνεια <μσν. ε
λογοφάνεια < ελογοφανής
βλογώ <ευλογώ
βλογημένος
βλογιά <αρχ. ε
λογία (ευφημ.)
βλογιάρης <βλογιά
βλογιοκομμένος <βλογιά (ευλογιά) + κομμένος
αβλόγητος βλ. ανευλόγητος
ευφυολόγος < ευφυής + -λόγος < λέγω
ευφυολόγημα <ευφυολογώ
ευφυολογία <ευφυολόγος
ευφυολογώ <ευφυολόγος
ηθικολόγος < ηθικός + -λόγος < λέγω
ηθικολογώ <ηθικολόγος
ηθικολογία <ηθικολόγος
ηθικολογικός <ηθικολόγος
ηθολόγος < μτγν.
θολόγος < θος + -λόγος < λέγω
ηθολογία <μτγν.
θολογία < θολογ < θολόγος < θος + λέγω
ηθολογικός <ηθολογία
θεολόγος < αρχ. < θεός + -λόγος < λέγω
θεολογείο
θεολογία <αρχ. θεολογία < θεολόγος
θεολογικός <αρχ. θεολογικός < θεολογία
θεολογώ <αρχ. θεολογέω-
< θεολόγος
θρηνολογώ < μτγν. θρηνολογ
< θρνος + -λογ < λέγω
θρηνολόγημα <θρηνολογώ
θρηνολογία
θρησκειολόγος < θρησκεία + -λόγος < λέγω
θρησκειολογία <θρησκεία + λέγω
θρησκειολογικός <θρησκειολογία
θριαμβολογώ < θρίαμβος + -λογ
< λέγω
θριαμβολογία <θριαμβολογώ
ιερολογώ < μτγν.
ερολογ < ερός + -λόγος < λέγω
ιερολογία <μτγν.
ερολογία < ερολογ
ιερολογικός <ιερολογία
κακολόγος < αρχ. < κακός + -λόγος < λέγω
κακολογία <αρχ. κακολογία < κακολόγος
κακολογώ <αρχ. κακολογέω-
< κακολόγος
καλλιλογώ < μτγν. καλλιλογ
< καλλι- < καλός + -λογ < λέγω
καλλιλογία <μτγν. καλλιλογία < καλλιλογ

καλολογία < μτγν. καλολογία < καλολογ
< καλός + -λογ < λέγω
καλολογικός <καλολογία
καλολογιάζω < καλός + λογιάζω < λογίζομαι
καρπολόγος < μτγν. καρπολόγος < καρπός -λόγος < λέγω
καρπολόγημα <καρπολογώ
καρπολογία <μσν. καρπολογία < καρπολογ

καρπολογώ <μτγν. καρπολογέω-
< καρπολόγος < καρπός + λέγω
καυχησιολόγος < καύχησις + -λόγος < λέγω
καυχησιολογώ <καυχησιολόγος < καύχησις + -λόγος < λέγω
καυχησιολόγημα <καυχησιολογώ
καυχησιολογία <καυχησιολογώ
κενολογώ < αρχ. κενολογ
< κενός + -λογ < λέγω
κενολόγος
κενολογία <μτγν. κενολογία < κενολόγος < κενός + λέγω
κινδυνολόγος < κίνδυνος + -λόγος < λέγω
κινδυνολογώ <κινδυνολόγος
κινδυνολογία <κινδυνολόγος
κινδυνολογικός <κινδυνολόγος
κοινόλεκτος < κοινο- + -λεκτώ < λέγω
κοινολεξία
κοινολεκτώ
κοινολεκτικός
κοινολογώ < αρχ. κοινολογο
μαι < κοινός + -λογ < λέγω
κοινολόγηση <κοινολογώ
κοντολογίς < μτγν. κοντόλογος "ολιγόλογος" < κοντός + -λόγος < λέγω
κοπρολόγος < κόπρος + -λόγος < λέγω
κοπρολογία <κοπρολόγος
κορφολογώ < κορφή + -λογώ < λέγω
κορφολόγημα <κορφολογώ
κοστολογώ < κόστος + -λογώ < λέγω
κοστολόγιο <κόστος + λέγω
κοστολόγηση <κοστολογώ
ανακοστολόγηση
ανακοστολογώ
υπερκοστολογώ
ακοστολόγητος <α- στερητ. + κοστολογώ
κρυολογώ < κρύο + -λογώ < λέγω
κρυολόγημα <κρυολογώ
κυριολεκτώ < μτγν. κυριολεκτ
< κυριόλεκτος < κύριο- + -λεκτ < λέγω
κυριολεξία <μτγν. κυριολεξία < κυριολεκτ

ακυρολεξία < μτγν.
κυρολεξία < κυρος + -λεξία < λέγω
ακυρολεκτώ < άκυρος + λέγω
ακυρολογώ < άκυρος + -λογώ < λέγω
ακυρολογία <αρχ.
κυρολογία < κυρολογ
λασπολόγος < λάσπη + -λόγος < λέγω
λασπολογώ <λασπολόγος
λασπολογία <λασπολόγος
λεπτολόγος < αρχ. < λεπτός + -λόγος < λέγω
λεπτολογώ <αρχ. λεπτολογ
< λεπτολόγος
λεπτολογία <μτγν. λεπτολογία < λεπτολόγος
λημματολογώ < λήμμα + -λογώ < λέγω
λημματολόγιο <λήμμα + κατάλ. -λόγιον < λέγω
λημματολόγηση
ολιγόλογος < ολίγος + -λογος < λέγω
λιγόλογος <ολίγος + λόγος
μακρολόγος < αρχ. < μακρολόγος < μακρός + -λόγος < λέγω
μακρολογώ < αρχ. μακρολογ
< μακρολόγος
μακρολογία <αρχ. μακρολογία < μακρολόγος
μικρολόγος < αρχ. μικρολόγος < μικρός -λόγος < λέγω
μικρολογώ <αρχ. ρ. μικρολογέομαι-ο
μαι < μικρολόγος
μικρολογία <αρχ. μικρολογία < μικρολογέομαι-ο
μαι
μισόλογο < μισός + -λογο < λέγω
μοιρολογώ < μσν. μοιρολογ
< μοιρολόγος < μοραν λέγω
μοιρολογήτρα <μοιρολογώ
μοιρολογίστρα <μοιρολογώ
μοιρολόι <μσν. μοιρολόγιον < μοιρολογ

μονόλογος < μτγν. < μόνος + -λογος < λέγω
μονολογώ <ουσ. μονόλογος
μονολεκτικός < μόνος + λέξη
μπεκρολογώ < μπεκρής + -λογώ < λέγω
μπεκρολόγημα <μπεκρολογώ
μπεκρολόγι
μπεκρολόι <μπεκρολογώ
μυθολόγος < αρχ. < μ
θος + -λόγος < λέγω
μυθολογώ <αρχ. μυθολογέω-
< μυθολόγος
μυθολογία <αρχ. μυθολογία < μυθολογέω-

μυθολόγημα <αρχ. μυθολόγημα < μυθολογ

μυθολογικός <αρχ. μυθολογικός < μυθολογία
μωρολόγος < αρχ. < μωρός + -λόγος < λέγω
μωρολογώ <αρχ. μωρολογέω-
< μωρολόγος
μωρολόγημα <μτγν. μωρολόγημα < μωρολογ

μωρολογία <αρχ. μωρολογία < μωρολόγος
ναυτολόγος < μτγν. επίθ. ναυτολόγος < ναύτης + -λόγος < λέγω
ναυτολογώ <μτγν. ναυτολογέω-
< ναυτολόγος
ναυτολόγιο <ναύτης + κατάλ. -λόγιον < λέγω
ναυτολογία <ναυτολογώ
ναυτολόγηση <ναυτολογώ
ναυτολογικός <μσν. ναυτολογικός < ναυτολόγος
αναυτολόγητος <α- στερητ. + ναυτολογώ
νεολογία < νέος + -λογία < λέγω
νεολογισμός <νέος + λογισμός
νηολογώ < ναυς + -λογώ < λέγω
νηολόγιο <ναυς + κατάλ. -λόγιον < λέγω
νηολόγηση <νηολογώ
ανηολόγητος <α- στερητ. + νηολογώ
νομολογία < νόμος + -λογία < λέγω
νομολογικός <νομολογία
παραδοξολόγος < μτγν. παραδοξολόγος < παράδοξος + -λόγος < λέγω
παραδοξολογώ <μτγν. παραδοξολογ
< παραδοξολόγος
παραδοξολογία <αρχ. παραδοξολογία
παραδοξολόγημα <παραδοξολογώ
παραμυθολόγος < παραμύθι + -λόγος < λέγω
παραμυθολόγιο <παραμυθολόγος
παραμυθολογώ <παραμυθολόγος
παρελθοντολογώ < παρελθόν + -λογώ < λέγω
παρελθοντολογία <παρελθοντολογώ
παρελθοντολογικός <παρελθοντολογία
περιαυτολόγος < μτγν. περιαυτολόγος < περί + α
το + -λόγος < λέγω
περιαυτολογώ <μτγν. περιαυτολογ
< περιαυτολόγος
περιαυτολογία <μτγν. περιαυτολογία < περιαυτολόγος
περιττολόγος < περιττός + -λόγος < λέγω
περιττολογώ <περιττολόγος
περιττολογία <περιττολόγος
πιθανολογώ < αρχ. πιθανολογ
+ -λογ < λέγω
πιθανολόγημα <μτγν. πιθανολόγημα < πιθανολογ

πιθανολογία <αρχ. πιθανολογία < πιθανολογ

πληκτρολόγιο < πλήκτρον + -λόγιον < λέγω
πληκτρολογώ
πληκτρολόγηση
τηλεπληκτρολόγιο
πλιατσικολόγος < πλιάτσικο + -λόγος < λέγω
πλιατσικολογώ <πλιατσικολόγος
πλιατσικολόγημα <πλιατσικολογώ
πολιτικολόγος < πολιτικός + -λόγος < λέγω
πολιτικολογώ <πολιτικολόγος
πολιτικολογία <πολιτικολογώ
πολύλογος < αρχ. < πολύς + -λόγος < λέγω
πολυλογώ <μτγν. πολυλογ
< πολύλογος
πολυλογία <αρχ. πολυλογία < πολυλόγος
πολυλογάς <πολύς + λόγος
προστυχόλογο < πρόστυχος + -λόγο < λέγω
προχειρολόγος < πρόχειρος -λόγος < λέγω
προχειρολογία <προχειρολογώ
προχειρολογώ <προχειρολόγος
προχειρολόγημα <προχειρολογώ
ριζολογώ < μτγν.
ιζολογώ < ίζα + λογ < λέγω
ριζολόγημα <ριζολογώ
ρουσφετολόγος < ρουσφέτι + -λόγος < λέγω
ρουσφετολογώ <ρουσφετολόγος
ρουσφετολογία <ρουσφετολόγος
ρουσφετολογικός <ρουσφετολογία
σηματολογώ < σήμα + -λογώ < λέγω
σηματολόγηση <σηματολογώ
σηματολόγιο <σηματολογώ
σκανδαλολογώ < σκάνδαλο + -λογώ < λέγω
σκανδαλολογία <σκανδαλολογώ
σκανδαλολογικός <σκανδαλολογία
σοβαρολογώ < σοβαρός + -λογώ < λέγω
σπερμολόγος < αρχ. < σπέρμα -λόγος < λέγω
σπερμολογώ <αρχ. σπερμολογέω-
< σπερμολόγος
σπερμολογία <μτγν. σπερμολογία < σπερμολόγος
σπουδαιολογώ < αρχ. σπουδαιολογ
< σπουδαος + -λογ < λέγω
σπουδαιολογία <μτγν. σπουδαιολογία < σπουδαιολογ

σπουδαιολόγημα <σπουδαιολογώ
σταχυολόγος < μτγν. σταχυολόγος < στάχυς + -λόγος < λέγω
σταχυολογώ <μτγν. σταχυολογ
< στάχυς + λέγω
σταχυολόγηση <σταχυολογώ
σταχυολόγημα <σταχυολογώ
σταχολογώ βλ. σταχυολόγημα, σταχυολογώ
σταχολόγηση
σταχολόγημα βλ. σταχυολόγημα, σταχυολογώ
στρατολογώ < μτγν. στρατολογ
< στρατός + λογ < λέγω
στρατολόγηση <στρατολογώ
στρατολογία <μτγν. στρατολογία < στρατολογ

στρατολογικός <στρατολογώ
στρατολόγος <στρατός + λέγω
αστρατολόγητος <α- στερητ. + στρατολογώ
συνθηκολογώ < συνθήκη + -λογώ < λέγω
συνθηκολόγηση <συνθηκολογώ
συνθηματολογώ < σύνθημα + -λογώ < λέγω
συνθηματολογία <σύνθημα + λέγω
συνθηματολογικός
ταυτολόγος < μτγν. τα
τολόγος < τά ατά λέγω
ταυτολογώ <μτγν. ταυτολογ
< ταυτολόγος
ταυτολογία <μτγν. ταυτολογία < ταυτολόγος < τά α
τά + λέγω
τερατολόγος < αρχ. < τέρας + -λόγος < λέγω
τερατολογώ <αρχ. τερατολογ
< τερατολόγος
τερατολογία <αρχ. τερατολογία < τερατολόγος
τερατολόγημα <μτγν. τερατολόγημα < τερατολογ

τερατολογικός <τερατολογία
τιμοκατάλογος < τιμή + κατάλογος
τιμολογώ < τιμή + -λογώ < λέγω
τιμολόγιο <τιμή + λέγω
τιμολόγηση <τιμολογώ
τιμολογιακός <τιμολόγιο
υπερτιμολογώ
υπερτιμολόγηση <υπερτιμολογώ
ατιμολόγητος <α- στερητ. + τιμολογώ
τραβολογώ < τραβώ + -λογώ < λέγω
τραβολόγημα <τραβολογώ
τριτολογώ < τρίτος + -λογώ < λέγω
τριτολογία
τριλογία <μτγν. τριλογία < τρι- + λόγος
τροπολογώ < μτγν. τροπολογ
< τρόπος + -λογ < λέγω
τροπολογία <μτγν. τροπολογία < τροπολογ

τροπολογικός
υμνολόγος < μτγν.
μνολόγος < μνος + -λόγος < λέγω
υμνολογώ <μτγν.
μνολογ < μνολόγος < μνος + λέγω
υμνολόγιο <ύμνος + κατάλ. -λόγιον < λέγω
υμνολογία <μτγν.
μνολογία < μνολογ
φαιδρολόγος < φαιδρός + -λόγος < λέγω
φαιδρολογώ <φαιδρολόγος
φαιδρολόγημα <φαιδρολογώ
φαιδρολογία <φαιδρολογώ
φαινομενολογία < φαινόμενον + -λογία < λέγω
φαινομενολογικός <φαινομενολογία
φιλόλογος < αρχ. < φίλος + λόγος < λέγω
φιλολογία <αρχ. φιλολογία < φιλόλογος
φιλολογίζω
φιλολογώ <μτγν. φιλολογ
< φιλόλογος
φιλολογικός <μσν. φιλολογικός < φιλόλογος
φορολογώ < μτγν. φορολογ
< φόρος + -λογ < λέγω
φορολογία <μτγν. φορολογία < φορολογ

φορολόγηση
φορολογήσιμος <φορολογώ
φορολογητέος <φορολογώ
φορολογικός <μσν. φορολογικός < φορολογία
αφορολόγητος <α- στερητ. + φορολογώ
χαζολογώ < χαζός + -λογώ < λέγω
χαζόλογο
χαζολόγημα <χαζολογώ
χαϊδολογώ < χάιδι + -λογώ < λέγω
χαϊδολόγημα <χαϊδολογώ
χαριτολόγος < χάρις + -λόγος < λέγω
χαριτολογώ <χαριτολόγος
χαριτολόγημα <χαριτολογώ
χαριτολογία <χαριτολογώ
χρησμολόγος < αρχ. < χρησμός + -λόγος < λέγω
χρησμολόγιο <μτγν. χρησμολόγιον < χρησμολόγος
χρησμολογώ <αρχ. χρησμολογ
< χρησμολόγος
χρονολογία < μτγν. χρονολογία < χρόνος + -λογία < λέγω
χρονολογώ <χρόνος + λέγω
χρονολόγηση <χρονολογώ
χρονολογικός <χρονολογία
χυδαιολόγος < χυδαίος + -λόγος < λέγω
χυδαιολογώ <χυδαιολόγος
χυδαιολογία <μτγν. χυδαιολογία < χυδα
ος + λέγω
χυδαιολόγημα <χυδαιολογώ
ψευδολόγος < αρχ. < ψευδής + -λόγος < λέγω
ψευδολογώ <αρχ. ψευδολογ
< ψευδολόγος
ψευδολόγημα <ψευδολογώ
ψευδολόγημα <ψευδολογώ
ψευδολογία <αρχ. ψευδολογία < ψευδολόγος
ψιλολογώ < ψιλο- + -λογώ < λέγω
ψιλολογία <ψιλολογώ
ψιλολόι
ψοφολογώ < ψόφος + -λογώ < λέγω
ψοφολόγημα <ψοφολογώ
ψυχολόγος < ψυχή + -λόγος < λέγω
ψυχολογώ <ψυχολόγος
ψυχολογία <γαλλ. psychologie < ψυχή + -λογία < λέγω
ψυχολογικός <ψυχολόγος
ψυχολογισμός <ψυχολογία
ψυχολόγος < ψυχή + -λόγος < λέγω
ψυχολογώ <ψυχολόγος
ψυχολογία <γαλλ. psychologie < ψυχή + -λογία < λέγω
ψυχολογικός <ψυχολόγος
ψυχολογισμός <ψυχολογία
παραψυχολογία <παρά + ψυχολογία
παραψυχολογικός <παραψυχολογία
αψυχολόγητος <α- στερητ. + ψυχολογώ
αλογόμυγα < άλογο + μύγα
αλογοουρά < άλογο + ουρά
αλογοπάζαρο < άλογο + παζάρι
αλογοσύρτης < άλογο + σύρω
αλογοσούρτης < άλογο + σύρω
αλογομούρης
κουφάλογο < κουφός + άλογο
παλιάλογο < παλιός + άλογο
ψωράλογο < ψώρα + άλογο
λογογράφος < αρχ. < λόγος + γράφω
λογογραφία <αρχ. λογογραφία < λογογραφ

λογογραφικός <αρχ. λογογραφικός < λογογραφία
λογόγραμμα < γερμ. < Logogramm < λόγος + γράμμα
λογόγριφος < λόγος + γρίφος
λογοδιάρροια < λόγος + διάρροια
λογοδοσμένος < λόγος + δοσμένος
λογοδοτώ < μσν. λογοδότης < λόγος + δίδωμι
λογοδοσία <λογοδοτώ
λογοθεραπεία < λόγος + θεραπεία
λογοθεραπευτής
λογοθεραπευτικός
λογοθέτης < μτγν. λογοθέτης < λόγος + τίθημι
λογοκλοπία < μτγν. λογοκλοπία < λόγος + κλέπτω
λογοκλόπος <λόγος + κλέπτω
λογοκλοπή <λόγος + κλοπή
λογοκόπος < λόγος + -κόπος < κόπτω
λογοκοπώ
λογοκοπία <λογοκόπος
λογοκοπικός
λογοκρίνω < λόγος + κρίνω
λογοκρισία <λογοκρίνω
λογοκριτής <λογοκρίνω
λογοκριτικός <λογοκριτής
αλογόκριτος <α- στερητ. + λογοκρίνω
αυτολογοκρισία <αυτολογοκρίνομαι
λογομαχώ < μτγν. λογομαχ
< λόγος + μάχομαι
λογομαχία <μτγν. λογομαχία < λογομαχ

λογοπαίγνιο < λόγος + παίγνιον
λογόρροια < λόγος + ρέω
λογοτέχνης < μσν. < λόγος + τέχνη
λογοτέχνημα <λογοτέχνης
λογοτεχνία <μσν. λογοτεχνία < λογοτέχνης
λογοτεχνικός <λογοτέχνης
παραλογοτεχνία <παρά + λογοτεχνία
λογοτριβή < λόγος + τρίβω
λογότυπο < λόγος + τύπος
λογοφέρνω < λόγος + φέρνω
λογικοκρατία < λογικός + κρατώ
ορθολογισμός < ορθός + λογίζομαι
ορθολογιστής <ορθολογισμός
ορθολογιστικός <ορθολογιστής
ορθολογικός <αρχ.
ρθολογία
ορθολογικότητα <ορθολογικός
ανορθόλογος
ανορθολογισμός
ανορθολογικός
ανορθολογιστικός
αντιορθολογισμός
αντιορθολογιστής
αντιορθολογικός
αντιορθολογικότητα
εξωλογικός < έξω + λόγος
ισολογισμός < ίσος + λογισμός
νεοσύλλεκτος < μτγν. < νέος + συλλέγω
ρακοσυλλέκτης < ράκος + συλλέγω
λεξίγριφος < λέξη + γρίφος
λεξιθήρας < λέξις + θήρα
λεξιθηρία <λεξιθήρας
λεξικογράφος < μτγν. λεξικογράφος < λεξικόν + γράφω
λεξικογραφώ <λεξικογράφος
λεξικογράφηση < λεξικογραφώ
λεξικογραφία <λεξικογράφος
λεξικογραφικός <λεξικογραφία
λεξικολόγος < λέξις + -λόγος < λέγω
λεξικολογία <λέξις + λέγω
λεξικολογικός <λεξικολογία
λεξιλόγιο < λέξις + -λόγιο < λέγω
λεξιπενία < λέξις + πενία
αυτολεξεί < αυτός + λέξη
αρκτικόλεξο < αρκτικός + λέξη
κυβόλεξο < κύβος + λέξις
ιδιόλεκτο < αγγλ. idiolect < ίδιος + λέγω
χιλιοειπωμένος <χίλιες + λέγω
επικολυρικός <επικός + λυρικός
απλοέπεια <απλός + έπος
αρτιέπεια
εποποιία < αρχ.
ποποιία < πος + ποι
εποποιός
καλλιέπεια <μτγν. καλλιέπεια < καλλιεπής
καλλιεπής < αρχ. < καλλι- +
πος
Καλλιόπη < αρχ. < καλλι- + *
ψ, γεν. πός "φωνή", αρχική σημασία "καλλίφωνη"
ορθοέπεια <αρχ.
ρθοέπεια < ρθοεπής
ορθοεπής <μτγν.
ρθοεπής < ρθός + πος
αμετροέπεια <αμετροεπής
αμετροεπής < αρχ.
μετροεπής < μετρος + πος
αθέσπιστος <μτγν.
θέσπιστος < α- στερητ. + θεσπίζω
αιδεσιμολογιότατος
λέξις < λέξω μέλλ. του λέγω
λεκτός < λέγω
λεκτικός < λεκτός
λογάς "διαλεκτός" < λέγω
λογάδην "κατ' επιλογή" < λογάς
λόγος < λέγω
λογεύς < λόγος
λογε
ον < λογεύς
λογικός < λόγος
λογική < θηλ. του επιθ. λογικός
λογικόν < ουδ. του επιθ. λογικός
λόγιος < λόγος
λογίζομαι < λόγος
λογισμός < λογίζομαι
λόγισις < λογίζομαι
λόγισμα < λογίζομαι
λογιστής < λογίζομαι
λογιστήριον < λογιστής
λογιστικός < λογιστής
ῥῆμα < Fρ-μα, μεταπτωτ. βαθμίδα του δισύλλαβου θ. *Fερε- (με μηδενισμένη το πρώτο και εκτεταμ. το δεύτερο φωνήεν) < ΙΕ *wre- "λέγω, μιλώ"
ῥῆσις < θ. Fρη- < πβ. ΙΕ *wre- "λέγω, μιλώ"
ητός < *Fρη-τός < θ. Fρη-
ήτρα < θ. Fρη-
ήτωρ < *Fρή-τωρ < Fρη-, ρ του λέγω
ητορικός < ήτωρ
ητορεύω < ήτωρ
ητορεία < ητορεύω
πος < επον αόρ. β' του λέγω
λόγιστος < α- στερητ. + λογίζομαι
λογος < α- στερητ. + λόγος "ομιλία, λογική"
ρρητος < α- στερητ. + ητός < λέγω
πόρρητος < πό + ητός
μφιλέγω
ναλέγω
ντιλέγω
ντιλογία < ντιλέγω
ντίλεκτος < ντιλέγω
ναντίλεκτος
πολέγω
πόλεκτος
διαλέγω / διαλέγομαι < διά + λέγω
διαλογή < διαλέγω
διαρρήδην < επίρρ. < διαρρηθ
ναι < διαλέγω
διάλεκτος < διαλέγομαι
διάλεξις < διαλέγομαι
διαλεκτικός < διαλέγομαι
κλέγω < κ + λέγω
κλεκτός < κλέγω
κλογεύς < κλέγω
κλογή < κλέγω
κλεκτέος < κλέγω
παρεκλέγω
προεκλέγω
πιλέγω
πίλογος < πιλέγω
πίλεκτος < πιλέγω
καταλέγω
κατάλογος < καταλέγω
γκαταλέγω
συγκαταλέγω < σύν + κατά + λέγω
παραλέγω < παρά + λέγω
παράλογος < παρά + λόγος
προλέγω
πρόλογος
πρόρρησις < προλέγω
προσλέγω
πρόσρησις < προσλέγω
συλλέγω < σύν + λέγω
σύλλεκτος < συλλέγω
συλλογεύς < συλλέγω
συλλογή < συλλέγω
παρασυλλέγομαι
νάλογος < νά + λόγος "συμμετρία"
ναλογ < νάλογος
ναλογία < νάλογος
ντιλογ < ντίλογος
ναλογίζομαι
ναλόγισμα < ναλογίζομαι
ντιλογίζομαι
ντιλογικός
πολογομαι < πόλογος < πό + λέγω
πόλογος < πό + λέγω
πολόγημα < πολογομαι
πολογητικός < πολογομαι
πολογία < πολογομαι
νταπολογομαι
ναπολογομαι
συναπολογο
μαι
περαπολογομαι
πολογίζομαι
πολογισμός < πολογίζομαι
διαλογίζομαι < διά + λογίζομαι
διαλογισμός < διαλογίζομαι
διάλογος < διαλογίζομαι
διαλόγιστος < α- στερητ. + διαλογίζομαι
κλογίζομαι
πιλογίζομαι
καταλογίζομαι
γκαταλογίζομαι
παραλογίζομαι
παραλογισμός < παραλογίζομαι
παραλογιστικός < παραλογίζομαι
προλογίζομαι
προσλογίζομαι
συλλογίζομαι < σύν + λογίζομαι
συλλογισμός < συλλογίζομαι
συλλογιστικός < συλλογίζομαι
σύλλογος < συλλέγω
συλλόγιστος < α- στερητ. + συλλογίζομαι
πολογίζομαι
πιρρητορεύω
καταρρητορεύω
πίρρητος < πί + ητός
λλόγιμος < ν + λόγος + κατάλ. -ιμος
λλογος < ν + λόγος
πόλογος < πό + λόγος
ε
λογος < ε + λόγος
ε
λογ < ελογος
ε
λογία < ελογ
ε
λόγησις < ελογ
ε
λογητός < ελογ
ντευλογ
νευλογομαι
περευλογ
ε
λογοφανής < ελογος + φαίνομαι
ποποιός < πος + ποι
ποποιία < ποποιός
συνεπής < σύν +
πος
δίλογος < δίς + λόγος
διλογ
< δίλογος
δύσλεκτος < δυσ- + λεκτός
καταλογάδην < επίρρ. < κατά + λογάδην < λογάς
κοινολογο
μαι < κοινός + -λογ
λεξιθήρας < λέξις + θήρα
λογογράφος < λόγος + γράφω
λογογραφ
< λογογράφος
λογογραφία < < λογογράφος
λογογραφικός < < λογογράφος
λογογράφημα < λογογραφ

λογοποιός < λόγος + ποι

λογολέσχης < λόγος + λέσχη
λογολεσχ
< λογολέσχης
λογομάχος < λόγος + μάχομαι
λογομαχία < λογομάχος
λογομαχ
< λογομάχος
λογοποιΐα < λογοποιός
λογοποι
< λογοποιός
λογοποίημα < λογοποι

παρρησία < π
ν + ῥῆ
σις
παρρησιάζομαι < παρρησία
παρρησιαστικός < παρρησιάζομαι
παρρησιαστής

παρρησίαστος


πηγή-e-didaskalia




Οι μεγαλύτερες ελληνικές λέξεις

Τα τιτανοτεράστια μακρινάρια της γλώσσας μας! 



Η γλωσσολογική δυνατότητα της ελληνικής να σχηματίζει τερατωδώς πολυσύνθετες λέξεις είναι ένα φαινόμενο καλά πιστοποιημένο στο διάβα στο ιστορικού χρόνου. 



Όταν λοιπόν η γλωσσική αυτή ευχέρεια συνδυαστεί με τη λεξιπλαστική φαντασία του ομιλούντος, τότε ο συνδυασμός μπορεί να αποδειχθεί εκρηκτικός!



Λέξεις-σιδηρόδρομοι δηλαδή που έχουν βαλθεί να πουν και να περιγράψουν τα πάντα εντός της επικράτειάς τους, εκτοξεύοντας το πολυσύλλαβο στα ακρότατα όριά του.



Θα μπορούσε φυσικά να είναι ολόκληρες προτάσεις, αλλά σαν άσκηση λες του νου οι κοινωνοί της ελληνικής αποπειρώνται συχνά-πυκνά να σπάσουν τα κοντέρ της λεξιλογικής δημιουργικότητας, άλλοτε πετυχημένα και άλλοτε ολότελα αποτυχημένα.



Ας πάμε λοιπόν ένα ταξίδι στον κόσμο της γλωσσολογικής πλαστικότητας για να δούμε γλωσσικά παιχνίδια με δεκάδες (τουλάχιστον!) συλλαβές.

Και μια σημείωση: οι λέξεις που θα δούμε δεν είναι μόνο οι λεξικογραφημένες (αυτές που συναντάμε κοντολογίς στα λεξικά της ελληνικής) ή αυτές που έχουν εμφανιστεί σε κείμενα, αλλά και τεχνητές λέξεις, καθώς εκεί κρύβεται όλος ο ανυπέρβλητος πλούτος της γλώσσας μας…

Η απολύτως μεγαλύτερη όλων: η κληρονομιά του Αριστοφάνη.




Η μεγαλύτερη λέξη της ελληνικής μάς έρχεται από την αρχαιότητα και είναι παρακαταθήκη του μεγάλου μας κωμικού δραματουργού Αριστοφάνη.






Είναι στις «Εκκλησιάζουσες» που ο σατιρικός ποιητής περιγράφει μια συνταγή, ένα φαγητό κοντολογίς που αποτελείται από όχι λιγότερα από 172 γράμματα. 

Για να το δούμε:

λοπαδοτεμαχοσελαχογαλεοκρανιολειψανοδριμυποτριμματοσιλφιολιπαρομελιτοκατακεχυμενοκιχλεπικοσσυφοφαττοπεριστεραλεκτρυονοπτοπιφαλλιδοκιγκλοπελειολαγωοσιραιοβαφητραγανοπτερυγών


Είναι στους στίχους 1169-1175, που ο Αριστοφάνης περιγράφει τη μαγειρική συνταγή των 172 χαρακτήρων και 78 συλλαβών, που αποτελείται από όχι λιγότερα από 27 συνθετικά! 

Συστήνεται βέβαια θερμά να αποφύγετε πάση θυσία την παρασκευή του εκλεκτού(;) εδέσματος, καθώς το φαγητό περιέχει τα πάντα, ένα συνονθύλευμα από ψάρια, πουλερικά και θαλασσινά, διανθισμένα με λαγό και μέλι, τα οποία σιγοβράζουν για ώρες στη χύτρα.

Μια πρόχειρη μετάφραση του γλωσσοδέτη (σκεφτείτε τον φουκαρά τον ηθοποιό που πρέπει να τον πει κιόλας επί σκηνής!) θα ήταν κάπως έτσι:

γιουβετσοψαροσάλαχαγαλεοκεφαλόψωματουρσοτσιχλοπίτσουνακοκορολαγοστίφαδακοτσυφομελοπίπεραστραγαλοτυροπέτμεζατρυγονομυαλομύζηθραψητοκοτοπερίστερακρεμμυδοσκορδολάχαναντοματοαγγουροράπανα

Και για να κάνουμε λιανά το αριστοφανικό μακρινάρι, ιδού και τα συστατικά του ομολογουμένως περίεργου εδέσματος:

λοπάς (γεύμα)
τέμαχος (φέτα ψαριού)
σέλαχος (σαλάχι)
γαλεός (σκυλόψαρο)
κρανίον (κεφάλι)
λείψανον (υπόλοιπα)
δριμύς (πικάντικα)
υπότριμμα (διάφορα υλικά κοπανιστά)
σίλφιον (είδος του φυτού «νάρθηκας»)
κάραβος (κάβουρας)
μέλι
κατακεχυμένος (περιχυμένος)
κίχλη (το πουλί «τσίχλα»)
επί 
κόσσυφος (κοτσύφι)
φάττα (φασοπερίστερο)
περιστερός (οικιακό περιστέρι)
αλεκτρυών (κοκοράκι)
οπτός (ψητός)
κεφάλιον (κεφαλάκι)
κίγκλος (υδρόβιο πτηνό)
πέλεια (μαύρο βραχοπερίστερο)
λαγώος (λαγός)
σίραιον (βρασμένο κρασί)
βαφή (σάλτσα βουτήματος)
τραγανός 
πτέρυξ (φτερό)




Η μεγαλύτερη αναμφίβολα λέξη της αρχαίας ελληνικής έπαιξε στο ελληνικό ίντερνετ ως η μεγαλύτερη του κόσμου (φυσικά!), με τις αναφορές να τη θέλουν κάτοχο του Ρεκόρ Γκίνες. 

Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν επιβεβαιώνεται, τουλάχιστον έπειτα από το 1990, καθώς στο Βιβλίο Γκίνες η μεγαλύτερη λέξη του κόσμου είναι ένα σανσκριτικό μακρινάρι του 16ου αιώνα, ένα κοσμητικό επίθετο που περιγράφει μια χώρα και το συναντάμε σε ποιητικό-πεζό έργο, το οποίο μεταγραμματισμένο στο λατινικό αλφάβητο καλύπτει όχι λιγότερους από 428 χαρακτήρες (25 ολόκληρα επίθετα).

Αν και το απόλυτο ρεκόρ ανήκει χωρίς άλλο σε μια πρωτεΐνη που οι επιστήμονες αποκαλούν χαϊδευτικά «titin», γιατί αν θέλουν να την πουν με το πλήρες αγγλικό όνομά της, θα πρέπει να συλλαβίσουν 189.819 χαρακτήρες! Ευτυχώς που οι χημικές ενώσεις και τα αριθμητικά είναι εκτός συναγωνισμού, αλλιώς θα κατείχαν τα πρωτεία…

Αρχαία και βυζαντινά μακρινάρια, αλλά και καθαρευουσιάνικες κατασκευές.




Τα φιλολογικά παιχνίδια των προγόνων μας, οι υπερπολυσύλλαβες λέξεις δηλαδή που δεν έχουν καμιά πρακτική αξία και αποκαλύπτουν απλώς το λογοτεχνικό θάρρος των συγγραφέων, ήταν άλλοτε δημοφιλέστατα.

Την ώρα λοιπόν που οι παραδεδομένες ελληνικές λέξεις που έχουν πάνω από 20 γράμματα (περισσότερες από 10 συλλαβές) παραμένουν ελάχιστες, οι πρόγονοί μας είχαν βαλθεί να βάλουν τα γυαλιά στους λεξικογράφους.

Πέρα από το μακρινάρι του Αριστοφάνη, η αρχαία γραμματεία έχει να επιδείξει κάμποσες ακόμα μακρεπίμακρες λέξεις.

Φαίνεται πως η δεύτερη μεγαλύτερη, που προέρχεται από ελληνικό πάπυρο, είναι μια λέξη 50 γραμμάτων, μια επίκληση στον παντοδύναμο Δία που ρίχνει αστραπές και βροντές, την ώρα που φωτίζει τον κόσμο και χαρίζει πλούτο:

κεραυνομεγακλονοζηνπερατοκοσμολαμπροβελοπλουτοδότα

Στην τρίτη θέση, ο αποθησαυρισμός της αρχαίας ελληνικής τοποθετεί ένα μακρινάρι 47 γραμμάτων που δεν είναι άλλο από ένα πολυσύνθετο επίθετο (αναφέρεται στο «Codices graeci Chisiani e Borgiani»):

ακτινοχρυσοφαιδροβροντολαμπροφεγγοφωτοστόλιστος!

Κατά πόδας ακολουθεί, με 38 γράμματα, το «Ηρακλειανοκυροσεργιοπυρροπαυλοπετρίται» (αναφέρεται στο «Scripta saeculi VII vitam Maximi Confessoris illustrantia»), οι ακόλουθοι του Ηρακλή, Κύρου, Σέργιου, Πύρρου, Παύλου και Πέτρου δηλαδή.

Ο Φλάυιος Διόσκορος του 6ου αιώνα μ.Χ., μας λέει για μια αρκούντως άξια δημιουργία ζώων, πουλιών, αστεριών και ουράνιων σωμάτων, έναν γλωσσοδέτη 38 γραμμάτων: «παναξιοκτηνοπτηναστροφωστηροκοσμοποιία».

Ο Αριστοφάνης ξαναχτυπά, αυτή τη φορά στις «Σφήκες» του, και κάνει σατιρικά λόγο για «ορθροφοιτοσυκοφαντοδικοταλαιπώρων», ένα τεχνητό μακρινάρι 33 χαρακτήρων, ενώ ο Βασίλειος Καισαρείας (ο Άγιος Βασίλης) τον ισοφαρίζει σε γράμματα με το «αστραποβροντοχαλαζορειθροδαμάστου» του!

Ο Θεόδωρος Β’ Λάσκαρης Βατάτζης (Θεόδωρος Β’ Δούκας Λάσκαρις) αναφέρει σε επιστολή του τον υπέροχο σιδηρόδρομο «στρογγυλοφιλοσοφογραμματογράφου», με τον άθλο του των 31 γραμμάτων να συναντά ωστόσο στο διάβα του και πάλι τον Αριστοφάνη, ο οποίος τον ισοφαρίζει στη «Λυσιστράτη» με το «σπερμαγοραιολεκιθολαχανοπώλιδες».

Ο κωμικός ποιητής της αρχαιότητας Έφιππος ο Αθηναίος πλάθει ένα μακρινάρι με τον Βρύσο και τον Θρασύμαχο και τα κέρματα που παίρνουν, το οποίο σκαρφαλώνει στα 30 γράμματα («Βρυσωνοθρασυμαχειοληψικερμάτων»), την ίδια ώρα που η βυζαντινή εκκλησιαστική παράδοση μάς άφησε κληρονομιά τόσο το «πανυπερπρωτοπανσεβαστοϋπέρτατος» των 31 χαρακτήρων όσο και τα «ακτινολαμπροφεγγοφωτοστόλιστος» και «πανσεβαστοκοσμοποθοπροσκύνητος» των 30 γραμμάτων!

Ο Φιλόξενος ο Κυθήριος, διθυραμβοποιός της κλασικής εποχής, είχε τον δικό του σιδηρόδρομο-σήμα κατατεθέν με 30 γράμματα, το «τοξαισελαιοξανθεπιπαγκαπύρωτος», την ίδια ώρα που ο βυζαντινός λόγιος και γραμματικός του 12ου αιώνα Ιωάννης Τζέτζης σκαρφίστηκε ένα ισοδύναμο σε μακροσκελείς όρους μακρινάρι, το «κομπορηματοχρηματομετεωροφέναξ».




Ο πανταχού παρόντας λεξιπλάστης της αρχαίας ελληνικής Αριστοφάνης τα είχε δώσει όλα στη «Λυσιστράτη» σε όρους γλωσσικής επινοητικότητας και ξαναχτύπησε με τον γλωσσοδέτη των 29 γραμμάτων «σκοροδοπανδοκευτριαρτοπώλιδες», τον οποίο ισοστάθμισε ο βυζαντινός ιερωμένος και λόγιος του 13ου αιώνα Ιωάννης Απόκαυκος, όταν χαρακτήρισε κάποιον «λογαριαστοπνευματικοοικονόμος».

Ειδική αναφορά οφείλει να γίνει στον βυζαντινό λόγιο του 9ου αιώνα Κωνσταντίνο Ρόδιο, ο οποίος δεν έκρυβε τις γλωσσοπλαστικές του δυνάμεις. 

Κι έτσι μας χάρισε τα:

«πρεσβευτοκερδοσυγχυτοσπονδοφθόρος» (33 γράμματα), 

«πλαστιγγοζυγοκαμπανοσφαιρωστάτης» (32 γράμματα), 

«βαρβιτοναβλοπλινθοκυμβαλοκτύπος» (31 γράμματα), 

«ελληνοθρησοχριστοβλασφημότροπος» (31 γράμματα), 

«κασαλβοπορνομαχλοπρωκτεπεμβάτης» (31 γράμματα), 

«λακτεντοχοιροκριοβουτραγοσφάγος» (31 γράμματα), 

«ολεθριοβιβλοφαλσογραμματοφθόρος» (31 γράμματα), 

«λαρυγγογλασκοξεστοχανδοεκπότης» (30 γράμματα), 

«κορνουτοπαρθενοτριβοψυχοφθόρος» (30 γράμματα), 

«ἀλλαντοχορδοκοιλιεντεροπλύτης» (29 γράμματα), 

«κλεπτοτυμβονυκτεροσκοτεργάτης» (29 γράμματα), 

«μοιχοπαιδοδουλοσκανδαλεργάτης» (29 γράμματα) κ.λπ.


Στα «Κορακιστικά» (1813) του Ιάκωβου Ρίζου Νερουλού συναντάμε το σατιρικό καθαρευουσιάνικο μακρινάρι των 31 παρακαλώ γραμμάτων «ελαδιοξιδιοαλατολαχανοκαρύκευμα», ενώ στη θεατρική «Βαβυλωνία» του Δημήτρη Βυζάντιου φιγουράρει το 33 χαρακτήρων «εδωδιμολεσχοποικιλοβρωματοπωλείον»!

Ο λαϊκός μας ήρωας Καραγκιόζης ήταν ταυτοχρόνως μεγάλος γλωσσοπλάστης, αφού δεν έκρυβε ποτέ στο θέατρο σκιών τον λεξιλογικό του πλούτο. Κι έτσι τόλμησε να συλλαβίσει το μακρυνάρι των 73 γραμμάτων, διαμαρτυρόμενος στον Χατζηαβάτη ότι «δεν ψάχνει υπηρέτη ο Βεζίρης, αλλά έναν «υπηρετομαγεροσιδεροζυμωσφουγκαροκαμαριεροκηπουροαμαξογραμματογλωσσομαθή»!

Αλλά και ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος, γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους ως Ραμπαγάς, δημοσίευσε στο σατιρικό περιοδικό του «Ραμπαγάς» στις 26/6/1886 (τίτλος άρθρου «Αι Αθήναι διασκεδάζουν») το απίστευτο μακρινάρι:

καφελουκουμοκονιακορρουμοσουμαδολεμοναδοκερασομπισκοτοκουραμπιεδοναργιλεδομαστιχοτριανταφυλλωνερόματα


Διάφοροι αχταρμάδες



Αν χρησιμοποιήσουμε ως πηγή τα λεξικά της κοινής νεοελληνικής (Τριανταφυλλίδη, Μπαμπινιώτη, Φυτράκη κ.λπ.), τότε η ελληνική απόδοση του DNA, το «δεσοξυριβοζονουκλεϊνικό» οξύ, φαίνεται να κρατά τα σκήπτρα με 23 γράμματα. Με μόλις ένα γράμμα λιγότερο, το «ηλεκτροεγκεφαλογράφημα» κατατάσσεται δεύτερο, εκτός κι αν το πάρουμε στη γενική του («ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος»), που πλέον έχει 25 γράμματα (το «δεσοξυριβοζονουκλεϊνικό» στη γενική του μένει πίσω με 24 χαρακτήρες). Καταλαβαίνετε τη συλλογιστική…

Το «κοινωνιογλωσσολογικός» (Λεξικό Τριανταφυλλίδη) έχει 21 γράμματα, τι γίνεται όμως με το «κοινωνικοοικονομικοπολιτικοπεριβαλλοντικός»

Το παιχνίδι με την ελληνική γλώσσα δεν έχει πραγματικά τέλος, αν επιστρέψουμε όμως στις «κανονικές» λέξεις (τις λεξικογραφημένες δηλαδή), πρέπει να μνημονεύσουμε το 21 γραμμάτων μακρινάρι «αλληλοεξουδετερώνομαι», το οποίο αν γίνει «αλληλοεξουδετερωνόντουσαν» αγγίζει τους 25 χαρακτήρες.

Στο ανατρεπτικό Αντίστροφο Λεξικό (Αναστασιάδη-Συμεωνίδη), το οποίο περιέχει λέξεις που δεν περιλαμβάνονται στα άλλα λεξικά της νεοελληνικής και συχνά κανείς δεν ξέρει τι σημαίνουν, φιγουράρει μια ακόμα απόπειρα γλωσσοδέτη, που στην ονομαστική έχει 25 γράμματα και στη γενική 28: το «αρεταμαρτωλιδεοπαθόφθεγμα».

Και βέβαια έχουμε και τα αριθμητικά, αν και αυτά δεν έχουν πλάκα. 

Παραθέτουμε ενδεικτικά μια σειρά που συναντάμε σε μαθηματικά κείμενα που εκτείνονται από τον Διόφαντο ως και τα νεότερα χρόνια:

- τριακοντατρισμυριοστοχιλιοστοεπτακοσιοστοεβδομηκοστόεκτα (56 χαρακτήρες) 
- μυριοστοεπτακισχιλιοστοπεντακοσιοστοτεσσαρακοστόπεμπτα (54 χαρακτήρες)

- μυριοστοτετρακισχιλιοστοεξακοσιοστοτεσσαρακοστόπρωτα (52 χαρακτήρες)

-τρισκαιδεκακισμυριοστοτριακοσιοστοεικοστοπρώτων (47 χαρακτήρες) 

-τρισκαιδεκακισμυριοστοτριακοσιοστοεικοστόπρωτα (46 χαρακτήρες)

-τετρακισμυριοστοχιλιοστοεξακοσιοστοεξκαιδέκατον (47 χαρακτήρες)

-τετρακισμυριοστοτετρακισχιλιοστοοκτακοσιοστόν (45 χαρακτήρες)

-τρισχιλιοστοδιακοσιοστοτεσσαρακοστοέννατον (42 χαρακτήρες)

-δισμυριοστοδισχιλιοστοτετρακοσιοστόν (36 χαρακτήρες)

-οκτακισχιλιοστοεκατοστοεικοστόγδοον (35 χαρακτήρες)

-εννεακαιεικοσικαιεπτακοσιοπλασιάκις (35 χαρακτήρες)

-τετταρακοντακαιπεντακισχιλιοστόν (32 χαρακτήρες)

-τετρακισχιλιοστοεξηκοστοτέταρτον (32 χαρακτήρες)

-επιτετρακοσιοστοκαιτεσσαρακοστώ (31 χαρακτήρες)

-χιλιοκτακοσιογδοηκονταπλασίονα (30 χαρακτήρες) 

-τετρακισχιλιοστοενενηκοστόεκτα (30 χαρακτήρες)

-διακοσιοστοτεσσαρακοστοτρίτοις (30 χαρακτήρες)




Στην προφορική μας παράδοση, όλοι ξέρουμε τη «σκουληκομυρμηγκότρυπα» των 21 χαρακτήρων («σκουληκομυρμηγκότρυπες» με 22 γράμματα), ή την εκκλησιά τη «μολυβοκοντυλοπελεκητή» (κι αν την κάνουμε «μολυβοκοντυλοπελεκητούς» ανεβαίνει στα 23 γράμματα), αλλά και το «υποδηματοεπιδιορθωτήριον» των 24 γραμμάτων που καταγράφει ο Τριανταφυλλίδης.

Αλλά και το παλιό κλασικό «αναρχοληστοκομμουνιστοσυμμορίτες», που τόσο χρησιμοποιήθηκε μεταξύ 1940-1970, είναι ένα τεχνητό μακρινάρι 32 γραμμάτων, όχι τίποτα παίξε-γέλασε!

Την ίδια στιγμή, η ιδιωματική μας παράδοση μας έχει χαρίσει πάμπολλους γλωσσοδέτες, από το «ποτηροκαλαθοσκαρβελοσωμαρογαϊδουρολειβαδοποταμίσουμε» των 52 χαρακτήρων μέχρι και εκείνη τη φουκαριάρα την καρέκλα που το ποδάρι της «ξεκαρεκλοποδαριαστηκε» (21 γράμματα)!

Είπαμε, το παιχνίδι με τη γλώσσα δεν έχει τέλος και προέρχεται ακόμα και από πηγές που δεν θα περίμενες ποτέ. Πώς το λέει αυτό το χρώμα η Μοιραράκη; Α ναι, «μπορδοροδοκοκκινοζορζοβί» (24 γράμματα)!

Περιμένουμε φυσικά και τις δικές σας συνεισφορές, καθώς είναι τόσα αυτά τα υπέροχα μακρινάρια που έμειναν εκτός…


Πηγές:
Υλικό αντλήσαμε από το blog του Σαραντάκου και το Ηλληνιστεύκοντος, τη Wikipedia αλλά και τις μοναδικές συζητήσεις σε αντίστοιχα φόρουμ…






Δεν υπάρχουν σχόλια: